ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Σάββας Γεωργίου, Αρ. Υπόθεσης: 24490/12, 25/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:B31 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 24490/12 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα αρχή εναντίον Σάββας Γεωργίου Κατηγορούμενος ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 25/6/2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Βένη Δανηιλίδου με κα Ζ. Παπαγιάννη και κα Χ. Παυλίδου Για τον κατηγορούμενο: κος Σ. Κωνσταντινίδης Κατηγορούμενος: παρών ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει τρεις κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσας πραγματικής σωματικής βλάβης, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο
- Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο Κατηγορούμενος στις 24.06.12 στη Λεμεσό, διάπραξε επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στην Αλέκα Στρούθου από την Λεμεσό. Στη δεύτερη κατηγορία αντιμετωπίζει το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης, κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο
- Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος ο Κατηγορούμενος στις 24.06.12 στη Λεμεσό της επαρχίας Λεμεσού σε δημόσιο χώρο, δηλαδή στην τουριστική περιοχή Γερμασόγειας, εξύβρισε την Αλέκα Στρούθου από την Λεμεσό με την φράση "γαμώ τη ράτσα σου μαλακισμένη εν τζιαίν το κώλο σου που πιάσαμε" κατά τρόπο ενδεχομένως να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Τέλος αντιμετωπίζει στην τρίτη κατηγορία το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας, κατά παράβαση του άρθρου 91Γ του Ποινικού Κώδικα Κεφάλαιο
- Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο Κατηγορούμενος στις 24.06.12 στη Λεμεσό, με σκοπό την υπόκίνηση της Αλέκας Στρούθου από την Λεμεσό να παραλείψει πράξη την οποία είχε νομικό δικαίωμα να τελέσει, απείλησε τούτη ότι ήθελε επαγάγει βλάβη στο πρόσωπο της λέγοντας της τα εξής "θα σε σκοτώσω". Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Το Δικαστήριο δε θα παραθέσει βεβαίως αυτολεξεί αυτούσια την προφορική και γραπτή μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, πλην όμως το Δικαστήριο πολύ συνοπτικά θα παραθέσει τον πυρήνα της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα έτσι ώστε να γίνει αντιληπτή η εκδοχή του κάθε μάρτυρος. Ως ΜΚ1 κατέθεσε ο αστυφύλακας 254, κύριος Σωτήρης Πολίτης. Ο εν λόγω μάρτυρας εξιστόρησε στο Δικαστήριο όλα όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη του κατά το στάδιο της ανάκρισης και έρευνας που έχει διεξαχθεί στα πλαίσια εξέτασης των υπό διερεύνηση αδικημάτων και κατέθεσε προς αυτόν τον σκοπό τα Τεκμήρια 1, 2 και 3, δηλαδή, την κατάθεση του Τεκμήριο 1 το οποίο υιοθέτησε, το Τεκμήριο 2 το οποίο αποτελεί την ανακριτική κατάθεση που έλαβε από τον Κατηγορούμενο και το Τεκμήριο 3 το οποίο αφορά την γραπτή καταγγελία εις βάρος του Κατηγορούμενου όπου αναγράφονται και οι απαντήσεις του Κατηγορουμένου σε αυτήν. Επίσης ο μάρτυρας κατέθεσε αρχικά ως Τεκμήριο Α για αναγνώριση την κατάθεση του ΜΥ1 η οποία σε κατοπινό στάδιο έχει σημειωθεί ως Τεκμήριο
- Ως ΜΚ 2 κατέθεσε η παραπονούμενη, δηλαδή η κυρία Αλέκα Στρούθου. Η παραπονούμενη κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 την γραπτή κατάθεση της την οποία και υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της, ως επίσης κατέθεσε και το Τεκμήριο Β για αναγνώριση το οποίο σε κατοπινό στάδιο έχει σημειωθεί ως κανονικό Τεκμήριο και έφερε τον αριθμό
- Η ΜΚ 2 εξιστόρησε τα γεγονότα τα οποία έχει επικαλεστεί και που αφορούσαν την εκδοχή ως προς την επίθεση που δέχτηκε από τον Κατηγορούμενο και η οποία της προκλήθηκε πραγματική σωματική βλάβη, την εξύβριση που δέχτηκε από τον Κατηγορούμενο ως επίσης και την απειλή βιαιοπραγίας που δέχτηκε με την φράση που αναφέρεται στις λεπτομέρειες της τρίτης κατηγορίας χωρίς βεβαίως το Δικαστήριο να παραθέσει αυτολεξεί ολόκληρη την εκδοχή της παραπονούμενης. Η παραπονούμενη ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος την εξύβρισε με την φράση που αναφέρεται στη δεύτερη κατηγορία, την απείλησε με την φράση που αναφέρεται στην τρίτη κατηγορία και ενώ ήταν ο μεν ΜΥ 1 οδηγός σε αυτοκίνητο, η δε ΜΚ 2 συνοδηγός στο εν λόγω αυτοκίνητο που οδηγούσε ο ΜΥ 1 και ο δε Κατηγορούμενος στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου, δέχτηκε απρόκλητα την επίθεση από τον Κατηγορούμενο και της προκάλεσε τα τραύματα τα οποία έχει περιγράψει και συγκεκριμένα αναγκάστηκε η παραπονούμενη και μετά που τα χτυπήματα που δέχτηκε από τον Κατηγορούμενο, τα πόδια της να έχουν διπλωθεί και να έχουν φτάσει κοντά στο χειρόφρενο του συνοδηγού και ο Κατηγορούμενος την χτύπησε στο κεφάλι και αυτή με την σειρά της χτύπησε στο ταμπλό του αυτοκινήτου. Με την ολοκλήρωση της μάρτυρας της παραπονούμενης και με την παράθεση παραδεχτών γεγονότων και εγγράφων τα οποία συμφώνησαν όλες οι πλευρές και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο, το Δικαστήριο με ενδιάμεση του απόφαση έχει κρίνει ότι έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου και αφού κλήθηκε αυτός σε απολογία και του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του δυνάμει του άρθρου 74
(1)Γ του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφάλαιο 155 αυτός επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση και κάλεσε ένα μάρτυρα υπεράσπισης. Στην ανώμοτη δήλωση ο Κατηγορούμενος υιοθέτησε τα όσα ανέφερε στην κατάθεση του Τεκμήριο 2. Ως ΜΥ 1 κατέθεσε ο κύριος Αντρέας Πετρίδης ο οποίος και υιοθέτησε την κατάθεση του, δηλαδή το Τεκμήριο Α για αναγνώριση το οποίο σε κατοπινό στάδιο κατατέθηκε και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 6, χωρίς βεβαίως το Δικαστήριο να παραθέσει αυτολεξεί την προφορική και γραπτή μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα. Ο μάρτυρας ουσιαστικά εξιστόρησε μια εκ διαμέτρου αντίθετη εκδοχή από αυτήν της παραπονούμενης και εξιστόρησε και αυτός με την σειρά του τα γεγονότα όπως έχουν εκτεθεί και ουσιαστικά ανατρέποντας την εκδοχή που εξιστόρησε η παραπονούμενη. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων V Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton V D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας V Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης V Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής V Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας V Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος V Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Αναφορικά με το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας, σχετικό είναι το άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα αναφέρει ότι όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωµατική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων. Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση και παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788). Πραγματική σωματική βλάβη περιλαμβάνει οποιοδήποτε τραύμα εξωτερικό ή εσωτερικό (συμπεριλαμβανομένης και υστερικής νευρικής κατάστασης) που επέρχεται ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Στην υπόθεση Georghiades v. Police
(1985)2 C.L.R. 56, επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου 243 (βλ. επίσης R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529. 534 και Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2 Α.Α.Δ. 61). Δεν χρειάζεται το τραύμα να είναι σοβαρό ή μόνιμου χαρακτήρα (βλ. σύγγραμμα Archbold, 36η έκδοση, παρ. 2634). Αναφορικά με το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας, αυτό εδράζεται στο άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα όπου προνοούνται τα ακόλουθα: ¨Όποιος σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές¨. Όσον αφορά τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κατηγορίας είναι: i) Η εξύβριση άλλου. ii) Σε δημόσιο χώρο. iii) Κατά τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να επιτεθεί. Το τι αποτελεί εξύβριση αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας (βλ. Brutus v. Cozens
(1972)2 All E.R. 1297). ΄΄Δημόσιος χώρος¨ ή ΄΄ δημόσιο΄΄ υποστατικό¨ περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης όπου το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής καθώς και κτίριο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση¨. \ ΄΄ Δημόσια Διάβαση¨ περιλαμβάνει κάθε κύρια οδό, αγορά, πλατεία, οδό, γέφυρα ή άλλη διάβαση που χρησιμοποιείται νόμιμα από το κοινό¨. Σε σχέση με το στοιχείο του ενδεχόμενου πρόκλησης παρισταμένου προσώπου σε επίθεση, το κριτήριο και πάλι είναι αντικειμενικό, δηλαδή κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκαλείτο. Δεν χρειάζεται απόδειξη στοιχείου πραγματικής πρόκλησης οποιουδήποτε παρευρισκομένου να επιτεθεί (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Kozina,
(1999)2 Α.Α.Δ. σελ. 503). Η εκστόμιση της υβριστικής φράσης θα μπορούσε να προκαλέσει τα παριστάμενα πρόσωπα σε επίθεση (βλ. Ηροδότου v. Αστυνομίας,
(2006)2 A.A.Δ. σελ.
- Στην υπόθεση Ηροδότου v. Αστυνομίας, (ανωτέρω) στη σελ. 378 αποφασίστηκε ότι το γραφείο παραπόνων αστυνομικού σταθμού, όπου έχει ελεύθερη πρόσβαση το κοινό, αποτελεί δημόσιο χώρο, με την έννοια που αποδίδεται στον Ποινικό Νόμο Κεφ.
- Στη δε υπόθεση Νετζιήν v. Αστυνομίας
(1992)2 A.A.Δ. σελ. 1 στη σελ. 6 αναφέρονται τα εξής : ¨Το γραφείο παραπόνων της Αστυνομίας αποτελεί δημόσιο χώρο με την έννοια που ενέχει στο Κεφ. 154 (Άρθρο 4), δεδομένου ότι επιτρέπεται η είσοδος του κοινού για την υποβολή παραπόνων. Η εισήγηση του εφεσείοντος περί του αντιθέτου, που είναι και ο μόνος λόγος αμφισβήτησης της καταδίκης στη δεύτερη κατηγορία, στερείται ερείσματος.¨ Το τι αποτελεί εξύβριση δεν καθορίζεται στον Ποινικό Κώδικα. Αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Όπως αναφέρεται στην Αγγλική υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 ALL ER 1297. "An ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it" Επίσης στην Bolster ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 89, λέχθηκε ότι η εξύβριση στοιχειοθετείται όταν το χρησιμοποιηθέν υπό συνθήκες αντιπαράθεσης λεκτικό δεν είναι δυνατόν να εκληφθεί ως μη υβριστικό. Επομένως, η ακριβής λεκτική απόδοση των εκφρασθέντων στερείται οιασδήποτε ουσιώδους σημασίας. Στις λέξεις που εκστομίζονται πρέπει να αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα. Δεν χρειάζεται απόδειξη στοιχείου πραγματικής πρόκλησης οποιουδήποτε παρευρισκομένου να επιτεθεί. Είναι αρκετό ότι όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 99, ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Το κριτήριο είναι και πάλι αντικειμενικό, δηλαδή κατά πόσον ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκληθεί (Βλ Γ. Ε ν. Ναταλία Καζίνα
(1999)2 ΑΑΔ 503 & Αχιλλέως ν. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 98). ΄Οσον αφορά το στοιχείο του ενδεχόμενου πρόκλησης παριστάμενου προσώπου σε επίθεση, το κριτήριο είναι και πάλι αντικειμενικό, δηλαδή κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκαλείτο. Δεν χρειάζεται απόδειξη στοιχείου πραγματικής πρόκλησης οποιουδήποτε παρευρισκόμενου να επιτεθεί (βλ. Γενικός Εισαγγελέας ν. Kozina
(1999)2 A.A.Δ. 503). Αναφορικά με το αδίκημα της τρίτης κατηγορίας, αυτό εδράζεται στο άρθρο 91(γ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «91: ΄Οποιος - (α) . . . . . . . ... (β) . . . . (γ) με σκοπό υποκίνησης οποιουδήποτε προσώπου για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτό δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει ή να παραλείψει πράξη την οποία αυτό έχει νομικό δικαίωμα να διενεργήσει, απειλεί άλλον ότι δυνατόν να προξενήσει βλάβη στο πρόσωπο, την υπόληψη, ή την περιουσία του ή στο πρόσωπο ή την υπόληψη οποιουδήποτε για τον οποίο ενδιαφέρεται εναντίον του οποίου γίνονται οι απειλές, είναι ένοχο πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων.» Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος κατά την άποψη του Δικαστηρίου είναι τα εξής: (α) Απειλή προξένησης βλάβης κάποιου προσώπου ή άλλου που ενδιαφέρεται τούτο. (β) με σκοπό τον εκφοβισμό του προσώπου να διενεργήσει πράξη την οποία δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει ή να παραλείψει πράξη την οποία έχει νομικό δικαίωμα να διενεργήσει, (γ) Στο παρόν ή το μέλλον. Στην υπόθεση Νετζιήπ ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ 1,6 λέχθηκαν τα πιο κάτω σε σχέση με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της απειλής βιαιοπραγίας: «Υποδεικνύουμε μόνο ότι προκύπτει από το κείμενο του άρθρου 91(γ) ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ' αντικειμένου την δυνατότητα εκφοβισμού προς τον σκοπό αποφυγής εκτέλεσης καθήκοντος. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού..» Επίσης στην υπόθεση Βοσκού ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 510, λέχθηκε ότι πέρα από τα απειλητικά λόγια, συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η απειλή να αποσκοπεί στο να εκφοβίσει κάποιον από το να διενεργήσει πράξη την οποία δικαιούται νόμιμα να διενεργήσει. Αν λείπει το τελευταίο αυτό στοιχείο, τα απειλητικά λόγια δεν στοιχειοθετούν το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας αλλά αυτό της εξύβρισης (Βλ. Kallenos v. The Police
(1969)2 C.L.R 210). Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Νετζιήπ (ανωτέρω), το κριτήριο δεν είναι υποκειμενικό. Δεν απαιτείται δηλαδή να προκληθεί στην πραγματικότητα φόβος στον παραπονούμενο ότι οι απειλές θα πραγματοποιηθούν. Αρκεί η απειλή να δημιουργεί εξ' αντικειμένου δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους ( βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Όσον αφορά την επιλογή του κατηγορουμένου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, κατ' αρχήν πρέπει να λεχθεί ότι αυτό αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και σε καμία περίπτωση η επιλογή του αυτή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία τους, είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι η χωρίς όρκο δήλωση ενός κατηγορούμενου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πως ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ. R v. Frost
(1964)64 Cr. App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλ. με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο δηλ. η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 CLR 139, Themistokleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v. Republic
(1977)2 CLR 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (R v. Coughlan
(1976)64 Cr. App. R. 11). Το Δικαστήριο έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές ως προς την αποδειχτική βαρύτητα της ανώμοτης δήλωσης, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορουμένου, το Δικαστήριο κρίνει ότι δε μπορεί να προσδώσει σε αυτήν οποιαδήποτε αποδειχτική βαρύτητα, όχι μόνο διότι ο κατηγορούμενος δεν έχει αντεξεταστεί, αλλά επειδή αποτελεί υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του κατηγορούμενου με αξιόπιστη και αποδεχτή μαρτυρία. Ο ΜΚ 1 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο, το Δικαστήριο παρακολουθώντας τον μάρτυρα κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχει διακρίνει ότι ο εν λόγω μάρτυρας, είναι μάρτυρας της αλήθειας, έχει μεταφέρει στο Δικαστήριο όλα όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση του καθήκοντος του ως αστυφύλακας και το Δικαστήριο δεν έχει διακρίνει οποιαδήποτε απόπειρα του εν λόγω μάρτυρα στο να μεροληπτήσει υπέρ ή εναντίον οποιουδήποτε παράγοντα της παρούσας διαδικασίας. Απαντούσε με φυσικό και πηγαίο τρόπο, δεν περιέπεσε σε αντιφάσεις και δεν δίσταζε να αναφέρει ότι κάτι δεν το γνώριζε αν δεν αποτελούσε κάποιο γεγονός άμεσο προϊόν της δικής του εμπλοκής ή γνώσης και δεν δίσταζε να παραδεχτεί αν κάτι δεν θυμόταν. Συνακόλουθα το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα στην ολότητα της ως ορθή, αληθή και αξιόπιστη. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι μάρτυρες‑ κλειδιά στην παρούσα υπόθεση από την στιγμή που δεν κατέθεσε ο κατηγορούμενος, αποτελεί η μαρτυρία της ΜΚ 2‑ παραπονούμενης, αλλά και του ΜΥ 1 ο οποίος έχει καταθέσει ενόρκως προς όφελος του κατηγορούμενου και ο οποίος μάρτυρας εξιστόρησε μια εκ διαμέτρου εκδοχή με αυτή που εξιστόρησε η παραπονούμενη. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η παρούσα υπόθεση θα κριθεί στη βάση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, πράγμα το οποίο έχει αναγνωρίσει και ο ευπαίδευτος συνήγορος υπεράσπισης, αλλά και η ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής. Αποτελεί θλιβερή διαπίστωση ότι στην παρούσα δικαστική διαμάχη, το παρον Δικαστήριο παρόλο που έχει δύο εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές, κρίνει ότι και αυτές οι δύο εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές δεν έπεισαν το Δικαστήριο, καθότι το Δικαστήριο κρίνει ότι αμφότεροι οι μάρτυρες προσήλθαν στο Δικαστήριο με σκοπό να πουν ψέματα και η κάθε πλευρά να βοηθήσει την εκδοχή που παρουσίασε. Το Δικαστήριο έχει ενώπιον του ένα αντιφατικό και αναξιόπιστο μαρτυρικό υπόβαθρο που δεν του επιτρέπει να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα αναφορικά με το τι συνέβη τον ουσιώδη χρόνο και τόπο, αποκρύπτοντας αμφότερες οι πλευρές το τι πραγματικά συνέβηκε εκείνη την βραδιά. Πιο συγκεκριμένα η ίδια ΜΚ 2 εξιστορώντας την δική της εκδοχή ως προς το τι έλαβε χώρα εκείνη την βραδιά, δηλαδή στην επίθεση που δέχτηκε στην οποία προκλήθηκε πραγματική σωματική βλάβη, την εξύβριση που δέχτηκε και την απειλή που έχει δεχτεί, έχει κάνει αναφορά και παρέπεμψε η ίδια η μάρτυρας στο ΜΥ 1, λέγοντας ότι τα όσα έχει ζήσει και έχει ακούσει και έχει υποστεί από τον Κατηγορούμενο η ΜΚ 2, τα έχει δει και τα έχει ακούσει και βιώσει ο ΜΥ 1, που το Δικαστήριο για τους λόγους που θα εξηγήσει πάλι δεν αποδέχεται την μαρτυρία του ΜΥ 1. Πιο συγκεκριμένα από την στιγμή που η ίδια η ΜΚ 2 παραπέμπει και επικαλείται μαρτυρία εταίρου προσώπου, δηλαδή την μαρτυρία του ΜΥ 1 για το αληθές της εκδοχής της και από την στιγμή που ο ΜΥ 1 στην κατάθεση του αλλά και προφορικά αντικρούει την εκδοχή της, θα ήταν ακροσφαλές για το Δικαστήριο να στηριχθεί στη μαρτυρία αυτή για να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα και συνεπώς αυτή η αντικρουόμενη και αντιφατική εκδοχή δεν αφήνει και πολλά περιθώρια στο Δικαστήριο. Περαιτέρω το Δικαστήριο μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχει διακρίνει ότι η ΜΚ 2 προσήλθε στο Δικαστήριο με μια έκδηλη τάση υπερβολής, αλλά και μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης το Δικαστήριο έχει διακρίνει ότι η εν λόγω μάρτυρας δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να πει την αλήθεια και η εκδοχή δεν έπεισε καθόλου το Δικαστήριο, καθότι και ο τρόπος που έδινε μαρτυρία και πιο συγκεκριμένα, απαντούσε σε αρκετές περιπτώσεις με δισταγμό και ασάφεια, αλλά και από την άλλη ήταν έκδηλη η προσπάθεια να μεγαλοποιήσει τα πράγματα και συνεπώς δεν έπεισε καθόλου το Δικαστήριο. Περαιτέρω η μάρτυρας δεν έχει πείσει αναφορικά με τον τρόπο όπως κατ' ισχυρισμό δέχτηκε την επίθεση από τον κατηγορούμενο και την θέση που έλαβε η παραπονούμενη κατά την διάρκεια και μετά την επίθεση όπως ήταν καθισμένη στο κάθισμα του συνοδηγού, καθότι ότι το Δικαστήριο δεν έχει πειστεί και έχει ξενίσει το Δικαστήριο πώς από την στιγμή που ήταν η ΜΚ 2 προσδεδεμένη με την ζώνη ασφάλειας να έχει βρεθεί στη στάση όπως την έχει περιγράψει. Συνακόλουθα το Δικαστήριο για τους λόγους που έχει αναφέρει απορρίπτει την εκδοχή της ΜΚ 2 ως αναξιόπιστη. Αν και με την πιο πάνω αξιολόγηση της παραπονούμενης ουσιαστικά σφραγίζεται και η τύχη της παρούσας υπόθεσης, αποτελεί καθήκον του Δικαστηρίου να αξιολογήσει στο σύνολο την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για σκοπούς πληρότητας. Επίσης ο ΜΥ 1 αποτελεί θλιβερή διαπίστωση ότι και αυτός με την σειρά του είπε ψέματα στο Δικαστήριο κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης. Ο εν λόγω μάρτυρας βρίσκονταν σε παντελής σύγχυση, ασυνεννοησία, ασάφεια και σε πολλές περιπτώσεις έχει περιπέσει σε τέτοιες αντιφάσεις που αντικρούεται η εκδοχή, τόσο η εκδοχή που έχει δώσει στην κατάθεση του, όσο και προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου στο εδώλιο του μάρτυρα αφού ήταν έκδηλη η προσπάθεια του σε αρκετές των περιπτώσεων να διορθώσει λεγόμενα του που έχει εξιστορίσει κατά το στάδιο της προφορικής του μαρτυρίας. Το Δικαστήριο έχει πεπειστεί για ένα και μόνο πράγμα, ήτοι για την αναξιοπιστία του μάρτυρα που προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να βοηθήσει τον φίλο του, ήτοι τον κατηγορούμενο, με τον οποίο διατηρούν πολύ καλές σχέσεις εδώ και χρόνια. Καταλήγοντας, το Δικαστήριο εκφράζει την απαρέσκεια και την απαγοήτευση του στο εξής γεγονός, ότι δηλαδή και οι δύο πλευρές προσήλθαν στο Δικαστήριο με σκοπό να πουν ψέματα, προσπαθώντας να αποπροσανατολίσουν το Δικαστήριο και να αποκρύψουν την αλήθεια. Το τι τελικά συνέβηκε εκείνη την βραδιά γνωρίζουν μόνο τα εμπλεκόμενα μέρη και δυστυχώς κανένα από τα μέρη δεν είχε το θάρρος να πει στο Δικαστήριο την αλήθεια. Το Δικαστήριο έχει ενώπιον του δύο αντικρουόμενες εκδοχές και το Δικαστήριο δεν δύναται να στηριχθεί σε καμιά από αυτές. Το αποκορύφωμα όπως έχει αναφέρει το Δικαστήριο και προηγουμένως, αποτελεί το εξής γεγονός, ότι η ΜΚ 2 παραπέμπει για το αληθές της μαρτυρίας της στον ΜΥ 1 και ο ΜΥ 1 εξιστορεί στο Δικαστήριο μια εκ διαμέτρου αντίθετη εκδοχή. Αυτό από μόνο του καταδεικνύει το μοναδικό εύρημα και συμπέρασμα του Δικαστηρίου στην παρούσα διαδικασία που είναι ένα και μόνο, ότι δηλαδή τόσο η παραπονούμενη όσο και ο ΜΥ 1 προσήλθαν στο Δικαστήριο με σκοπό να πουν ψέματα στο Δικαστήριο. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Με βάσει την πιο πάνω αξιολόγηση του Δικαστηρίου και επειδή το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του μια στερεή μαρτυρία που να μπορεί να βασιστεί για να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα λόγω των εκ διαμέτρου αντιθέτων εκδοχών που προσκομίστηκαν στο Δικαστήριο οι οποίες δεν έπεισαν καθόλου το Δικαστήριο, δεν μπορεί να εξάξει οποιαδήποτε ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι έχει γίνει παραδεκτό γεγονός και έγγραφο το Τεκμήριο 5 που από μόνο του όμως δε μπορεί να στοιχειοθετήσει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει και επειδή δεν έχει το Δικαστήριο ενώπιον του αξιόπιστη μαρτυρία που να του επιτρέπει να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα για να στοιχειοθετηθούν τα συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων και ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο