ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ ν. Σάββας Αγρότης κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 5407/13, 27/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:B35 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 5407/13 ΑΣΤΥΝΟΜΙΚΟΣ ΔΙΕΥΘΥΝΤΗΣ ΛΕΜΕΣΟΥ Κατηγορούσα αρχή εναντίον Σάββας Αγρότης Allah Yar Κατηγορούμενοι ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 27/6/2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κος Γιάννος Αργυρού με κα Ζήνα Παπαγιάννη και κα Χριστίνα Παυλίδου Για τον κατηγορούμενο 1: κα Μαριάννα Γιωρκάτζη Κατηγορούμενος 1: παρών ---------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει στην πρώτη κατηγορία το αδίκημα της παράνομης εργοδότησης αλλοδαπού κατά παράβαση των άρθρων 2 και 14 Β του περί Αλλοδαπών και Μεταναστεύσεως Νόμου Κεφ. 155 όπως αυτός τροποποιήθηκε. Συγκεκριμένα και συμφωνά με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο πρώτος κατηγορούμενος στις 24 Οκτώβρη 2012 στη Λεμεσό εργοδότησε αλλοδαπό, δηλαδή τον δεύτερο κατηγορούμενο χωρίς την απαιτούμενη από τον νόμο άδεια. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Το Δικαστήριο σ' αυτό το στάδιο δεν προτίθεται βεβαίως να παραθέσει αυτολεξεί την προφορική και γραπτή μαρτυρία όπως έχει τεθεί ενώπιον του, πλην όμως το Δικαστήριο στο παρόν στάδιο θα προσπαθήσει όσο πιο συνοπτικά γίνεται, να παραθέσει τον πυρήνα της μαρτυρίας ενός εκάστου μάρτυρα για να γίνει αντιληπτό το υπόβαθρο που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε ο αστυφύλακας 1072 κος Παναγιώτης Αριστείδου. Ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε το Τεκμήριο 1 το οποίο υιοθέτησε και ουσιαστικά είναι η κατάθεση του και στην οποία καταγράφονται οι ενέργειες που έχει προβεί στα πλαίσια της διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης. Ως Μ.Κ. 2 κατέθεσε η κυρία Κρίστια Σταύρου, η οποία κατέθεσε τα Τεκμήρια 2 και 3 και η μαρτυρία της επικεντρώθηκε στο νομικό κύριο καθεστώς του πρώην κατηγορουμένου 2 και μετέπειτα ως μάρτυρας κατηγορίας 3 και σύμφωνα με την μαρτυρία αυτή, ο εν λόγω μάρτυρας, ήτοι ο πρώην κατηγορούμενος 2 και μετέπειτα Μ.Κ. 3, διατηρεί το καθεστώς του συζύγου πολίτη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και γενικά είναι νόμιμος στο Κυπριακό κράτος και έχει συγκεκριμένο εργοδότη και συγκεκριμένο χώρο εργασίας όπως έχει αναφέρει η εν λόγω μάρτυρας. Ως Μ.Κ. 3 κατέθεσε ο πρώην κατηγορούμενος 2, Allah Yar. O εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε τα Τεκμήρια 4, 5 και 6 και ο μάρτυρας υιοθέτησε την κατάθεση του που έχει δώσει στην αστυνομία. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, ο Μ.Κ. 3 και πρώην κατηγορούμενος 2, έχει κάνει αναφορά ως προς τις συνθήκες και τον τόπο εργοδότησης του, έχει κάνει αναφορά στον εργοδότη του, έχει κάνει ειδική αναφορά τόσο ως προς το πρόσωπο του κατηγορουμένου 1 όσο και στην εταιρεία Sagro Aquaculture Ltd και έχει κάνει αναφορά στα καθήκοντα που εκτελεί ως εργοδοτούμενος, αλλά και στην αμοιβή του. Ως Μ.Κ. 4 κατέθεσε ο λοχίας 532 κος Σταύρος Χαραλάμπους. Κατέθεσε τα Τεκμήρια 7, 8 και 9 και σημειώνεται ότι ο εν λόγω μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε και ο εν λόγω μάρτυρας έδωσε μαρτυρία αναφορικά με τις ενέργειες που έχει προβεί στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης όπως είναι η γραπτή του κατάθεση το Τεκμήριο 7, η γραπτή κατάθεση Τεκμήριο 8 που λήφθηκε από τον κατηγορούμενο 1 και η γραπτή κατηγορία που απαγγέλθηκε στον κατηγορούμενο 1, δηλαδή το Τεκμήριο 9. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του πιο πάνω μάρτυρα, η Κατηγορούσα Αρχή έκλεισε την υπόθεση της και το Δικαστήριο με την ενδιάμεση απόφαση του και αφού άκουσε αμφότερες τις πλευρές, είχε κρίνει ότι έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 1 και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του δυνάμει του άρθρου 74.1 Γ του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος επέλεξε όπως προβεί σε ανώμοτη δήλωση, η οποία έχει καταγραφεί στα πρακτικά και το Δικαστήριο δεν κρίνει σκόπιμο να την επαναλάβει και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης συσσωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων το έχει η Κατηγορούσα Αρχή με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλαδή πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v Δημοκρατίας
(1971)2 CLR, σελ. 40 με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v D.P.P
(1935)AC 462 καθώς και σε μεταγενέστερες υποθέσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει με αποδεκτή μαρτυρία την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων όσο εύλογες και εάν είναι ως επισημαίνεται στη Γενικός Εισαγγελέας v Σπύρος Σπύρου
(2002)Α ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοΐζου v Αστυνομία
(19889)2 ΑΑΔ 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης v Αστυνομία
(1991)2 ΑΑΔ 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v Αστυνομία
(1989)2 ΑΑΔ 401). Στη Γενικός Εισαγγελέας v Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246 στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοΐζου επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατό να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής." Στις Τούμπας v Δημοκρατίας
(1984)2 CLR 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v Δημοκρατίας
(1985)2 CLR 97 καθορίζεται ότι εάν στο τέλος της υπόθεσης μένει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζεβρού v Χαραλάμπους
(1996)1 ΑΔΔ 447, Καρεκλά v Κλέανθους
(1997)2 ΑΑΔ σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v Κουνούνη
(1997)1 ΑΑΔ σελ. 614). Όσον αφορά την επιλογή του κατηγορουμένου να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, καταρχήν θα πρέπει να λεχθεί ότι αυτό αποτελεί απόλυτο δικαίωμα του και σε καμιά περίπτωση η επιλογή του αυτή δεν μπορεί να ληφθεί υπόψιν εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία τους, είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι η χωρίς όρκο δήλωση ενός κατηγορουμένου εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πώς ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Το Δικαστήριο έχει την υποχρέωση να της δώσει το βάρος που της αρμόζει και να τη λάβει υπόψη του πριν φτάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει την υπόθεση (βλ R v Frost
(1964)Cr App. R. 284). Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεκτή εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται δηλαδή με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο, δηλαδή η οποία δοκιμάζεται από αντεξέταση (βλ. Vrakas v Republic
(1973)2 CLR 139, Themistokleous v The Police
(1981)2 CLR 200, Anastasiades v Republic
(1977)2 CLR 97). Μπορεί όμως να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα του που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως (R v Coyghlan
(1976)64 Cr App. R. 11) Το Δικαστήριο έχοντας υπόψη κατά νου από τη μια το περιεχόμενο της ανώμοτης δήλωσης του κατηγορούμενου, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η Κατηγορούσα Αρχή είναι υποχρεωμένη να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την ενοχή του κατηγορουμένου 1 και χωρίς βεβαίως να διαφεύγει της προσοχής του Δικαστηρίου το γεγονός ότι μέσα από την κατάθεση του κατηγορουμένου, δηλαδή το Τεκμήριο 8, διαφαίνεται ότι ο κατηγορούμενος ενδεχομένως να εργοδότησε τον κατηγορούμενο 2 υπό την προσωπική του ιδιότητα, το Δικαστήριο για τους λόγους που θα αναφερθούν πιο κάτω αναφορικά με την αξιολόγηση και αποδεικτική βαρύτητα του Μ.Κ. 3 και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ναι μεν η κατάθεση του κατηγορουμένου 1 έχει κατατεθεί ως τεκμήριο 8, αλλά επειδή ο κατηγορούμενος 1 δεν την υιοθέτησε ενόρκως έτσι ώστε η αποδεικτική βαρύτητα να αξιολογηθεί μέσα από την κυρίως εξέτασης και αντεξέταση, το Δικαστήριο δεν κρίνει ορθό να προσδώσει στην κατάθεση του κατηγορουμένου 1 οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα. Το Δικαστήριο σ' αυτό το στάδιο προβαίνει στην αξιολόγηση του Μ.Κ. 3 και πρώην κατηγορουμένου 2, ο οποίος μάρτυρας έχει την εξής ιδιομορφία, δηλαδή είναι πρώην συγκατηγορούμενος του κατηγορούμενου 1 και το Δικαστήριο έχει εξετάσει με πάρα πολλή προσοχή και επιφυλακτικότητα τη μαρτυρία του Μ.Κ. 3, αφού η ιδιότητα ως πρώην συγκατηγορούμενου του κατηγορουμένου 1 θα πρέπει το Δικαστήριο να είναι εξαιρετικά επιφυλακτικό και προσεχτικό. Υπάρχει πλούσια και πάγια νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου αναφορικά με την αξιολόγηση και αποδεικτική βαρύτητα τέτοιων μαρτύρων και το Δικαστήριο παραπέμπει ενδεικτικά και όχι περιοριστικά στην υπόθεση Λοΐζος Λοΐζου εναντίον Δημοκρατίας 2001 2ΑΑΔ σελίδα
- Το Δικαστήριο συνεπώς και με βάση την πιο πάνω νομολογία και προσέγγιση, οφείλει να προειδοποιήσει τον εαυτό του και αυτό κάνει σε αυτό το στάδιο, ότι δηλαδή ελλοχεύει ο κίνδυνος το Δικαστήριο να στηριχτεί σ' αυτήν τη μαρτυρία χωρίς την αναζήτηση άλλης ενισχυτικής μαρτυρίας. Το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης τον μάρτυρα όπως έχει δώσει μαρτυρία και το Δικαστήριο έχει προβληματιστεί ιδιαίτερα αναφορικά με το περιεχόμενο της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα και το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι με μόνη τη μαρτυρία του Μ.Κ. 3, ο κατηγορούμενος 1 στην παρούσα υπόθεση δεν θα καταδικαστεί για τους εξής λόγους: Όπως έχει διαφανεί μέσα από ενδελεχή μελέτη των πρακτικών της παρούσας υπόθεση και τη μαρτυρία όπου είναι καταγραμμένη στα αποστενοτυπημένα πρακτικά της παρούσας διαδικασίας, ο Μ.Κ. 3 δεν έχει υιοθετήσει και δεν έχει ακολουθήσει μια σαφή γραμμή και πορεία πλεύσης αναφορικά με το εξής ζήτημα, δηλαδή το κατά πόσο κατά τον επίδικο χρόνο και τόπο εργοδοτείτο είτε από τον κατηγορούμενο 1 με την προσωπική του ιδιότητα είτε με την ιδιότητα του εργοδοτουμένου της εταιρείας Sagro Aquaculture Ltd. Περαιτέρω έχουν δημιουργηθεί κάποια κενά, ασάφειες και αμφιβολίες αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίδικου μέρους στο οποίο ο κατηγορούμενος 2 έχει βρεθεί να εργοδοτείται για τους εξής λόγους: Ο ίδιος ο Μ.Κ. 3 από τη μια ανέφερε σε κάποιο στάδιο της μαρτυρίας του ότι εργοδοτείτο και έπαιρνε οδηγίες από τον ίδιο τον κατηγορούμενο 1 και λάμβανε τη μισθοδοσία από τον ίδιο τον κατηγορούμενο 1, ιδίως όταν είχε ΄΄off΄΄ και δεν εργοδοτείτο από την κατηγορουμένη 1 εταιρεία, ως επίσης ανέφερε ότι έπαιρνε οδηγίες κατευθείαν από τον πρώην κατηγορούμενο
- Σε κατοπινό στάδιο όμως και κυρίως στο στάδιο της αντεξέτασης ο Μ.Κ. 3 ανέφερε τα εξής, ότι δηλαδή και στο παρελθόν εργοδοτήθηκε στο επίδικο μέρος μετά από οδηγίες του κατηγορουμένου 1 ως διευθυντής της εταιρείας Sagro Aquaculture Ltd. Ανέφερε επίσης ο μάρτυρας κατηγορίας 3 ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς του χώρου όπου έχει εντοπιστεί, ότι του το ανέφερε ο κατηγορούμενος 1 και το Δικαστήριο κρίνει ότι με μόνο αυτό το γεγονός το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίδικου χώρου ενόψει και του γεγονότος ότι ο Μ.Κ. 3 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι εν λόγω χώρος ανήκει στον κατηγορούμενο 1 με μόνο το γεγονός ότι ο χώρος εκείνος φέρει την επιγραφή με το όνομα Agrotis court. Επίσης ο Μ.Κ 3 ανέφερε και στην κυρίως εξέταση και στην αντεξέταση ότι δούλευε καθημερινά και μετακίνησε κάποια ενυδρεία fiberglass στον επίδικο χώρο μετά από οδηγίες του πρώην κατηγορουμένου 1 ως διευθυντή της εν λόγω εταιρείας και μάλιστα προέβηκε στις ίδιες εργασίες στο περιεχόμενο όπως μπογιάτισμα του χώρου όπου έχει συλληφθεί. Επίσης στη σελίδα 16 των αποστενοτυπημένων πρακτικών, ανέφερε ο Μ.Κ. 3 ότι οδηγίες στο "νόμιμο" μέρος, όσο και το "παράνομο" μέρος, διευκρινίζοντας και εννοώντας το "παράνομο" ως τον χώρο που τελικά συνελήφθηκε ο πρώην κατηγορούμενος 2, έπαιρνε από τον κατηγορούμενο 1 και μόνο. Από τη στιγμή λοιπόν που υπάρχει αδιαμφισβήτητο το γεγονός ότι "νόμιμο" μέρος είναι αυτό το με το οποίο έχει άδεια ο κατηγορούμενος 2 και πρώην κατηγορούμενος 3 να εργάζεται, δημιουργεί μια αμφιβολία καθότι φαίνεται να λάμβανε οδηγίες ο πρώην κατηγορούμενος 2 και από τους 2 εργοδότες. Η κύρια όμως αμφιβολία του Δικαστηρίου αναφορικά με αυτό που οδηγεί τελικά στην αθώωση και απαλλαγή του κατηγορουμένου 1, αποτελεί το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίδικου χώρου όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω και για τους λόγους που έχει γίνει η πιο πάνω αξιολόγηση του Μ.Κ. 3, ο οποίος χωρίς περαιτέρω ενισχυτική μαρτυρία επί του θέματος, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα αναφορικά με την ενοχή του κατηγορουμένου και οι αμφιβολίες συνίστανται στις συνθήκες και τους λόγους που οδήγησαν στην εργοδότηση του πρώην κατηγορουμένου 2 στο επίδικο μέρος και τόπο και κάτω από ποιες οδηγίες και από ποιον. Δεν διαφεύγει βεβαίως της προσοχής του Δικαστηρίου ότι ο Μ.Κ. 1 ανέφερε ότι στο μέρος που βρέθηκε ο κατηγορούμενος 1 δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια για να διαπιστώσει το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίδικου χώρου καθότι το θεώρησε αχρείαστο. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, δεν υπάρχει σαφή εικόνα ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επίδικου χώρου όπου έχει βρεθεί ο πρώην κατηγορούμενος 2, ως επίσης και ως προς τις συνθήκες και τους λόγους που οδήγησαν στην εργοδότηση του στον επίδικο χώρο και τόπο και ως προς το από που λάμβανε σχετικές οδηγίες. Το Δικαστήριο δεν έχει άλλη επιλογή από το να αθωώσει και να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από την πρώτη κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.)................ ΑΛ. ΦΥΛΑΚΤΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο