← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Μαρίνου Ιωάννου, Αρ. Υπόθεσης: 12634/14, 3/7/2014

Δημοκρατία ν. Μαρίνου Ιωάννου, Αρ. Υπόθεσης: 12634/14, 3/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2014:18 ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Ιωαννίδη, Π.Ε.Δ. Γ. Στυλιανίδη, Α.Ε.Δ. Η. Γεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 12634/14 Δημοκρατία ν. Μαρίνου Ιωάννου Κατηγορούμενου -------------------- Ημερομηνία: 3.7.2014 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κ. Ανδρέας Αριστείδης, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Για τον Κατηγορούμενο: κα Άντρη Ιωάννου Κατηγορούμενος παρών Π Ο Ι Ν Η (Απόφαση μειοψηφίας του Προέδρου του Κακουργιοδικείου) ------------------- Η παρούσα υπόθεση είναι τραγική. Ο κατηγορούμενος, ηλικίας 17 ετών και μαθητής σε ειδικό σχολείο αφού πάσχει από διανοητική καθυστέρηση, εγκεφαλοπάθεια και όχι μόνο, κατόπιν δικής του παραδοχής βρέθηκε ένοχος σε κατηγορία ανθρωποκτονίας, (αθέλητης όπως διευκρινίστηκε από την Κατηγορούσα Αρχή), κατά παράβαση του άρθρου 205 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.

  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας, ο κατηγορούμενος την 21η Ιανουαρίου 2014 στο χωριό Τραχώνι, της Επαρχίας Λεμεσού, με παράνομη πράξη επέφερε το θάνατο του Παναγιώτη Ιωάννου, τέως από το Τραχώνι. Πρόκειται για τον πατέρα του. Τα αδιαμφισβήτητα γεγονότα ως έχουν εκτεθεί από τον κ. Αριστείδη εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής, είναι σύντομα αλλά περιεκτικά. Τα παραθέτω αυτολεξεί: «
  2. Ο αποθανών Παναγιώτης Ιωάννου, ηλικίας 58 χρονών, διέμενε με την οικογένεια του στην οδό Τρικώμου 13 στο χωριό Τραχώνι. Ήταν νυμφευμένος με την Κάτια Ιωάννου και είχαν δύο τέκνα, τον κατηγορούμενο Μαρίνο Ιωάννου, 17 ετών, και τον Κυριάκο Ιωάννου, 16 ετών. Ο αποθανών απώλεσε παντελώς την όρασή του σε παιδική ηλικία και έκτοτε ήταν τυφλός. Υπέφερε από σοβαρής μορφής κατάθλιψη και μέχρι τη μέρα του θανάτου του λάμβανε φαρμακευτική αγωγή.
  3. Την 21η Ιανουαρίου 2014 και περί ώρα 1330 ο αποθανών επισκέφθηκε τον γείτονά του, Λάμπρο Αλεξάνδρου, στην οικία του. Η εν λόγω οικία βρίσκεται απέναντι από την οικία του αποθανόντος και συγκεκριμένα στον αριθμό 12 της οδού Τρικώμου. Κατά την επίσκεψή, ο αποθανών κατανάλωσε ουίσκι. Έφυγε από την οικία του Λάμπρου Αλεξάνδρου περί ώρα 1400 και επέστρεψε εκ νέου σε αυτήν περί τις
  4. Ακολούθως το θύμα μαζί με τον Λάμπρο Αλεξάνδρου κάθισαν σε μικρό σαλόνι, που βρισκόταν δίπλα από την κουζίνα. Ο αποθανών άρχισε να καταναλώνει ουίσκι.
  5. Λίγα λεπτά αργότερα μετέβη στην οικία του Λάμπρου Κωνσταντίνου ο Μάριος Μιχαήλ, ο οποίος διατηρούσε φιλικές σχέσεις τόσο με το θύμα όσο και με τον Αλεξάνδρου. Ο αποθανών μαζί με τα δύο προαναφερθέντα πρόσωπα παράγγειλαν φαγητό και συνέχισαν να καταναλώνουν αλκοόλ. Συγκεκριμένα ο Παναγιώτης Ιωάννου κατανάλωσε μεγάλη ποσότητα ουίσκι.
  6. Περί ώρα 1540 οι Λάμπρος Αλεξάνδρου και Μάριος Μιχαήλ αντιλήφθηκαν ότι το θύμα είχε αποκοιμηθεί στον καναπέ όπου καθόταν. Ενόψει του γεγονότος ότι ο Αλεξάνδρου έπρεπε να φύγει από την οικία του για να μεταβεί στον χώρο εργασίας του, τα δύο πιο πάνω πρόσωπα κατέβαλαν προσπάθειες να ξυπνήσουν το θύμα, το οποίο ωστόσο δεν ανταποκρίνετο.
  7. Ενόψει τούτου, ο Αλεξάνδρου κάλεσε τηλεφωνικώς τον κατηγορούμενο από τον οποίο ζήτησε να μεταβεί στην οικία του για να τον βοηθήσει να ξυπνήσουν το θύμα. Ο κατηγορούμενος μετέβη αμέσως στην γειτονική οικία και μαζί με τους Αλεξάνδρου και Μιχαήλ προσπάθησαν επίμονα να ξυπνήσουν τον αποθανόντα, τραβώντας τον από διάφορα μέρη του σώματός του. Επιπλέον ο κατηγορούμενος άδειασε στο πρόσωπο του αποθανόντος ένα ποτήρι που περιείχε νερό με σκοπό να τον ξυπνήσει. Επειδή ο αποθανών δεν ξυπνούσε αποφάσισαν να τον αφήσουν κοιμώμενο εντός της οικίας του Αλεξάνδρου, καθώς ο τελευταίος έπρεπε επειγόντως να φύγει για να μεταβεί στην εργασία του.
  8. Περί ώρα 1552 ο κατηγορούμενος μαζί με τους Αλεξάνδρου και Μιχαήλ εγκατέλειψαν την οικία και το θύμα παρέμεινε μόνο του εντός αυτής. Ο κατηγορούμενος παρέμεινε για λίγο χρόνο στο δρόμο έξω από την οικία και όταν οι Αλεξάνδρου και Μιχαήλ αναχώρησαν με τα αυτοκίνητά τους, αυτός επέστρεψε εντός της οικίας.
  9. Ενώ το θύμα εξακολουθούσε να βρίσκεται κοιμώμενο στον καναπέ του σαλονιού, ο κατηγορούμενος χρησιμοποιώντας αναπτήρα έθεσε φωτιά στο ύφασμα του καναπέ. Μέσα σε χρόνο 90 περίπου δευτερολέπτων η φωτιά εξελίχθηκε και εντός περίπου τριών λεπτών από τη στιγμή που τέθηκε έκαψε το σώμα του θύματος. Περί ώρα 1605 η φωτιά έγινε αντιληπτή από την Μαρία Παναγιώτου, η οποία διέμενε επίσης σε γειτονική οικία. Η προαναφερθείσα μετέβη έξω από την οικία του Αλεξάνδρου όπου συνάντησε τον κατηγορούμενο, ο οποίος της ανέφερε «ο τζιήρης μου έβαλε φωθκιά έσσω στου Λάμπρου». Περί τις 1608 η Παναγιώτου εισήλθε εντός της οικίας όπου είδε στον καναπέ του σαλονιού το σώμα του αποθανόντος να φλέγεται.
  10. Η φωτιά κατασβήστηκε περί ώρα 1620 από την Πυροσβεστική Υπηρεσία των Βάσεων Ακρωτηρίου, η οποία στο μεταξύ είχε κληθεί από περίοικους. Μετά την κατάσβεση της πυρκαγιάς ανευρέθηκε στον καναπέ το απανθρακωμένο σώμα του Παναγιώτη Ιωάννου.
  11. Ο Δρ. Εμμανουήλ Σακελιάδης διεξήγαγε ιατροδικαστική εξέταση στη σωρό του θύματος και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο θάνατος του προήλθε από θερμικές - εγκαυματικές κακώσεις οι οποίες κάλυψαν το 70% του σώματός του.
  12. Ο κατηγορούμενος είναι λευκού ποινικού μητρώου.» Η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου με την εμπεριστατωμένη και προσεγμένη αγόρευσή της, χωρίς να παραβλέπει τη σοβαρότητα του αδικήματος της ανθρωποκτονίας, κάλεσε το Δικαστήριο να κρίνει τον κατηγορούμενο με επιείκεια αφού, ως ανέφερε, συντρέχουν εδώ τέτοιοι μετριαστικοί παράγοντες που δικαιολογούν κάτι τέτοιο. Εστίασε την αγόρευσή της κυρίως στο πολύ νεαρό της ηλικίας του κατηγορουμένου, στο λευκό του ποινικό μητρώο, στην παραδοχή και μεταμέλεια του, στα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει και στην έλλειψη πρόθεσης θανάτωσης. Σε σχέση με τα προβλήματα υγείας, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος γεννήθηκε πρόωρα και ο εγκέφαλός του για κάποια περίοδο έμεινε χωρίς οξυγόνο. Ως ανέφερε, ιατρικώς αυτό λέγεται ανοξία. Αυτό το πράγμα του δημιούργησε τα σοβαρά προβλήματα που σήμερα αντιμετωπίζει, εξ ου και φοιτά σε ειδικό σχολείο. Περαιτέρω, ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος έχει διαγνωστεί με intellectual disability (διανοητική αναπηρία) και κατ΄ επέκταση υπάρχει δυσκολία στο να κρίνει και να αντιληφθεί τον κίνδυνο εξαιτίας του πολύ χαμηλού επιπέδου εξυπνάδας του. Έκανε αναφορά και σε Νομολογία. Εκ προοιμίου αναφέρω πως λαμβάνω υπόψη όλους τους μετριαστικούς παράγοντες στους οποίους έκανε αναφορά. Περαιτέρω λαμβάνω υπόψη και το περιεχόμενο της έκθεσης του Γραφείου Ευημερίας που συντάχθηκε γύρω από την κοινωνικοοικονομική κατάσταση του κατηγορουμένου. Στο περιεχόμενο αυτής θα αναφερθώ όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Δεν χρειάζεται να επαναλάβω το αυτονόητο, ότι η ζωή είναι ιερή και ότι πρέπει να προστατεύεται. Άλλωστε, το αδίκημα της ανθρωποκτονίας είναι ένα από τα πλέον σοβαρά αδικήματα του Ποινικού Κώδικα και αυτό αντανακλάται από την προβλεπόμενη από τον Νόμο ποινή που είναι αυτή της φυλάκισης διά βίου. Η προβλεπόμενη από το Νόμο ανώτατη ποινή είναι ενδεικτική της έκτασης της σοβαρότητας ενός αδικήματος και αυτό είναι ένα στοιχείο που πρέπει να λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής, όπως και το είδος της ποινής που θα επιβληθεί (βλ. Souilmi v. Αστυνομίας

(1992)2 ΑΑΔ 248, Γεν. Εισαγγελέας v. Πέτρου
(1993)2 ΑΑΔ 9). Όπως τέθηκε στην υπόθεση Λεβέντης v. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632: «το μέγιστο ύψος της ποινής που προβλέπεται από το νόμο είναι η βάση από την οποία ξεκινά το Δικαστήριο για να επιμετρήσει την ποινή». Βεβαίως, τα Δικαστήρια δεν βασίζονται μόνο στην προβλεπόμενη από το νόμο ποινή αλλά λαμβάνουν υπόψη και τις προσωπικές περιστάσεις ενός κατηγορούμενου και τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων. Είναι σημαντικό εδώ να επαναλάβω πως είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι δεν υπήρξε πρόθεση πρόκλησης θανάτου εκ μέρους του κατηγορουμένου. Τέτοια πρόθεση δεν αποτελεί απαραίτητο στοιχείο του αδικήματος της ανθρωποκτονίας. Για το θέμα αυτό παραπέμπω στην Πουτζιουρής και άλλος ν. Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 309 όπου στη σελίδα 355 διαβάζουμε τα ακόλουθα: «Όπως προκύπτει από το κείμενο του άρθρου 205
(1), απαραίτητα συστατικά στοιχεία του κακουργήματος της ανθρωποκτονίας είναι (α) η πρόκληση θανάτου ετέρου προσώπου και (β) δια παρανόμου πράξεως την οποία ο κατηγορούμενος είχε πρόθεση να διαπράξει. Η πρόθεση προκλήσεως θανάτου δεν αποτελεί απαραίτητο στοιχείο του αδικήματος της ανθρωποκτονίας. Στις περιπτώσεις που, πέραν των απαραίτητων στοιχείων του αδικήματος, αποδεικνύεται και πρόθεση του δράστη να προκαλέσει με την παράνομη πράξη του το θάνατο του ετέρου προσώπου, η ανθρωποκτονία συνήθως περιγράφεται ως "ηθελημένη" σε αντιδιαστολή με την "αθέλητη" ανθρωποκτονία που διαπράττεται χωρίς να υπάρχει το στοιχείο της πρόθεσης προκλήσεως θανάτου του θύματος. Προσδιορισμός και ανάλυση των συστατικών του κακουργήματος της ανθρωποκτονίας γίνεται στην υπόθεση Νίκου Φοστιέρι ν. Δημοκρατίας
(1969)2 Α.Α.Δ. 105.» Πάρα πολλές αποφάσεις καταπιάνονται με την επιβολή ποινών για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας. Θα αναφερθώ σε ορισμένες από αυτές γνωρίζοντας ότι οι προηγούμενες αποφάσεις, αναφορικά με τις επιβληθείσες ποινές, είναι ενδεικτικές του μέτρου τιμωρίας συγκεκριμένων εγκλημάτων και των παραμέτρων του καθορισμού της ποινής. Δεν έχουν όμως τον δεσμευτικό χαρακτήρα, που ενέχει ο καθορισμός αρχών δικαίου. Και τούτο, γιατί η ποινή που επιβάλλεται σε κάθε υπόθεση είναι αλληλένδετη με τις ιδιαιτερότητες των γεγονότων που την συνθέτουν και με τις ιδιαιτερότητες των συνθηκών του παραβάτη (βλ. Χαραλάμπους v. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 1 και Μιχαήλ v. Δημοκρατίας
(2003)2 ΑΑΔ 123. Η όποια αναφορά σε παρόμοιες υποθέσεις γίνεται για να υπάρχει, όσο είναι δυνατό, κοινή προσέγγιση στην αντιμετώπιση των παραβατών (βλ. Γρηγορίου ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 217). Στην πρόσφατη απόφαση Σαμπή ν. Δημοκρατίας Ποιν. Έφ. 124/10, ημερομηνίας 22.2.12, το Εφετείο (Δικαστής Κ. Παμπαλλής) επανέλαβε ότι: «.. δεν υπάρχει προκαθορισμένο πλαίσιο και ακριβής προσδιορισμός της επιβαλλόμενης ποινής αναλόγως των προηγούμενων αποφάσεων. Η κάθε υπόθεση εξετάζεται στα πλαίσια των ιδιαιτεροτήτων που υπάρχουν και η κρίση της ορθότητας μιας ποινής εάν δηλαδή είναι έκδηλα υπερβολική ή όχι συναρτάται με τα περιστατικά της υπόθεσης, την προβλεπόμενη από το Νόμο ποινή και τις προσωπικές συνθήκες έκαστου εφεσείοντα, όπου είναι δυνατόν». Όπως θα φανεί πιο κάτω, η περίπτωση του συγκεκριμένου δεκαεπτάχρονου παραβάτη, παρουσιάζει πολλές ιδιαιτερότητες. Στην Πουτζιουρής, (πιο πάνω) για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας, το Κακουργιοδικείο επέβαλε κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας (εδώ έχουμε άμεση παραδοχή) σε νεαρούς κατηγορούμενους αντίστοιχες ποινές φυλάκισης 3 και 4 ετών. Στην εν λόγω υπόθεση δεν υπήρχε πρόθεση πρόκλησης θανάτου του θύματος. Ο θάνατος ήταν αποτέλεσμα συγκεκριμένης παράνομης πράξης, δηλαδή του λακτίσματος που ένας από τους τέσσερεις κατηγορούμενους εκ προθέσεως κατάφερε στην περιοχή του αριστερού όρχεως του θύματος. Στη Μιχαήλ ν. Δημοκρατίας
(2005)2 ΑΑΔ 692, ο κατηγορούμενος και πάλι κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, κρίθηκε ένοχος σε κατηγορία ανθρωποκτονίας. Του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 13 ετών. Το Εφετείο αφού βρήκε ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε πρόθεση θανάτωσης μείωσε, αφού έλαβε υπόψη του και άλλους μετριαστικούς παράγοντες, την ποινή σε 5 έτη. Το έγκλημα έλαβε χώρα όταν ο κατηγορούμενος είδε εντός της οικίας του την δεκαεξάχρονη θυγατέρα του να ερωτοτροπεί με το θύμα, το οποίο ήταν ένας νέος ηλικίας 20 ετών με τον οποίο η θυγατέρα του διατηρούσε σχέση. Να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος είχε μία προηγούμενη καταδίκη που αφορούσε σε επίθεση που προκάλεσε βαριά σωματική βλάβη. Στην Ανδρέας Λοΐζου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 85/11, ημερ. 19.11.2012, ποινή φυλάκισης 8 ετών που επιβλήθηκε σε κατηγορούμενο ηλικίας 64 ετών για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας, μειώθηκε σε 5 χρόνια αφού λήφθηκε υπόψη, ανάμεσα σε άλλα, και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε πρόθεση να επιφέρει το θάνατο. Στην Yπόθεση 9651/2003, το Κακουργιοδικείο Λεμεσού (Κ. Κληρίδης, Π.Ε.Δ., Φ. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ., Δ. Σωκράτους, Α.Ε.Δ.), κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, βρήκε ένοχο τον κατηγορούμενο Πανίκκο Ιωάννου Μενελάου σε κατηγορία απόπειρας φόνου (άρθρο 214(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154) του αδελφού του Γιαννάκη Μενελάου. Να υπενθυμίσω ότι συστατικό στοιχείο του αδικήματος της απόπειρας φόνου είναι η ύπαρξη συγκεκριμένης πρόθεσης δολοφονίας του θύματος με την παράνομη ενέργεια που επιχειρείται. Στη δική μας περίπτωση, ο δεκαεπτάχρονος κατηγορούμενος δεν είχε πρόθεση να σκοτώσει τον πατέρα του. Στην πιο πάνω υπόθεση, οι περιστάσεις διάπραξης του εγκλήματος ήταν πολύ πιο επιβαρυντικές για τον κατηγορούμενο. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του Κακουργιοδικείου: «.. Την ημέρα εκείνη, γύρω στις 6.45 π.μ. ο κατηγορούμενος αντί να μεταβεί στο χώρο εργασίας του στην περιοχή Τσιρείου, πήγε στην προαναφερθείσα τοποθεσία όπου εργαζόταν ο αδελφός του και απειλώντας τον ότι θα τον σκοτώσει, του επιτέθηκε με τσεκούρι που έφερε μαζί του. Επέφερε στο θύμα τραύμα μήκους 5 εκ. στο αριστερό ημιθωράκιο στην πρόσθια μασχαλιακή χώρα προς τον ώμο και θλαστικό τραύμα στο μικρό δάχτυλο του δεξιού χεριού. Η επίθεση αυτή φαίνεται να διάρκεσε αρκετά λεπτά, και διακόπηκε με παρέμβαση μέλους της Άμεσης Επέμβασης η οποία, αφού ειδοποιήθηκε από τον περίοικο Μ.Κ.12, κατέφθασε στη σκηνή.» Ο κατηγορούμενος, ηλικίας 50 ετών, είχε και προηγούμενες καταδίκες για σοβαρά αδικήματα όπως απόπειρα ληστείας, παράνομο τραυματισμό, οπλοφορία προς διέγερση τρόμου κλπ. Το Κακουργιοδικείο, εξαντλώντας κάθε περιθώριο επιείκειας, όπως το ίδιο ανέφερε, επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 3 ετών. Στην Charalambous v. Republic
(1987)2 CLR 204 οι νεαροί κατηγορούμενοι ηλικίας 22 και 24 ετών αντίστοιχα, καταδικάστηκαν κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας σε κατηγορία απόπειρας φόνου του Στυλιανού Μίτα και της συζύγου του Αναστασίας Παύλου. Τους επιβλήθηκαν αντίστοιχες ποινές φυλάκισης 5 και 3 ετών. Σύμφωνα με τα γεγονότα, ενώ τα θύματα περπατούσαν σε δρόμο της Επισκοπής, ο κατηγορούμενος 1 οδηγώντας αυτοκίνητο με συνεπιβάτη τον κατηγορούμενο 2, τους χτύπησε εκ προθέσεως με το αυτοκίνητο και τους τραυμάτισε, πιο σοβαρά το σύζυγο και λιγότερο σοβαρά τη σύζυγο. Το έγκλημα έγινε για λόγους εκδίκησης. Το Εφετείο μείωσε τις ποινές σε 3 ½ και 1 ½ έτη αντίστοιχα, αφού έλαβε υπόψη και τις ευνοϊκές εκθέσεις του Γραφείου Ευημερίας που είχαν συνταχθεί γι΄ αυτούς. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίδω στην παραδοχή του κατηγορούμενου ενώπιον του Δικαστηρίου. Έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι η παραδοχή πρέπει να αμείβεται με σχετική έκπτωση στην ποινή. Αυτό ενθαρρύνει τους αδικοπραγούντες να παραδέχονται ενοχή με αποτέλεσμα να μην σπαταλείται πολύτιμος χρόνος στην εκδίκαση υποθέσεων (βλ. Χαρτούπαλλος ν. Δημοκρατίας
(2002)1 ΑΑΔ 28). Το ότι πρέπει να δίδεται ιδιαίτερη βαρύτητα στην παραδοχή φαίνεται και από το γεγονός ότι το Ανώτατο Δικαστήριο σήμερα αναγνωρίζει ακόμη και αλλαγή απάντησης στο στάδιο της ακρόασης έφεσης. Στην υπόθεση Μάριος Χριστοδούλου ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2014:B216, Ποιν. Έφ. 56/13, Απόφαση ημερομηνίας 24.3.2014, ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος σε σοβαρές κατηγορίες κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας. Καταχώρισε έφεση τόσο κατά της καταδίκης όσο και κατά της ποινής. Κατά την ακροαματική διαδικασία ενώπιον του Εφετείου απέσυρε την έφεση κατά της καταδίκης. Το Εφετείο ανέφερε, ανάμεσα σε άλλα, τα ακόλουθα ενδιαφέροντα: «Η αλλαγή απαντήσεως, έστω και σε αυτό το στάδιο της ακρόασης της έφεσης, συνιστά μετριαστικό παράγοντα εφόσον δεικνύει στο τελευταίο αυτό στάδιο την έμπρακτη μεταμέλεια του εφεσείοντα και τη συνειδητοποίηση των συνεπειών των πράξεων του αλλά και την ανάληψη ευθύνης εκ μέρους του για ότι έχει κάμει. Επομένως τούτο θα το λάβουμε πρόσθετα υπόψη στην αξιολόγηση της ποινής την οποία έχει επιβάλει το Κακουργιοδικείο.» Κατ΄ αντίθεση, εδώ η παραδοχή του κατηγορούμενου είναι άμεση (βλ. Gorko κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 458, 463) και αυτή συνοδεύεται από έκφραση μεταμέλειας, η οποία μέσω της ικανής αγόρευσης της ευπαίδευτης συνηγόρου του ήταν ρητή και χωρίς περιστροφές ή προϋποθέσεις (βλ. CCC Laundries (Paphos) Ltd κ.ά. ν. Θεοφάνους
(2010)2 ΑΑΔ 288, 296). Λαμβάνω επίσης υπόψη και θα δώσω βαρύτητα και στο γεγονός ότι έχω ενώπιον μου ένα άνθρωπο ο οποίος κατά τη διάπραξη του αδικήματος έπασχε και συνεχίζει να πάσχει, από εγκεφαλοπάθεια και διανοητική καθυστέρηση. Λόγω αυτών των προβλημάτων λαμβάνει μηνιαίο δημόσιο βοήθημα από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας. Η μαθησιακή του ικανότητα είναι ανθρώπου ηλικίας 14 ετών. Από την ηλικία των 12 ετών φοιτά σε ειδικό σχολείο. Μετά τη σύλληψή του νοσηλεύτηκε στο Νοσοκομείο Αθαλάσσας. Συνεχίζει μέχρι σήμερα να παρακολουθείται από ψυχίατρο και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Στην υπόθεση Ψύλλας ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 430 τονίστηκε ότι τα ιδιαίτερα ψυχολογικά προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει ο παραβάτης είναι παράγοντας που πρέπει να συνυπολογίζεται κατά την επιλογή της κατάλληλης ποινής και την επιμέτρησή της (βλ. Κακής ν. Δημοκρατίας
(1998)2 ΑΑΔ 162, Hadavand v. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ 359, Σωτηριάδου ν. Αστυνομίας
(2009)2 ΑΑΔ 356, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 22, Αριστείδου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 223/09 ημερ. 15.2.11 και Cristinel v. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 26/11, ημερ. 19.11.12, Κωνσταντίνος Ευριπίδου ν. Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 187/13, ημερ. 22.5.14). Περαιτέρω, η έλλειψη προσχεδιασμού, το μέσο που χρησιμοποιήθηκε για τη διάπραξη του εγκλήματος, δεν αποκαλύπτουν δράση από ένα σκληρό και αδίστακτο εγκληματία. Μαζί με όλα τα πιο πάνω, έρχονται να προστεθούν και οι οικογενειακές - προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου. Ως ελέχθη, πρόκειται περί ενός νέου ηλικίας μόλις 17 ετών. Στην Ioannou ν. Police
(1986)2 CLR 149, τονίστηκε ότι η ποινή φυλάκισης σε νεαρά άτομα, πρέπει να είναι η τελευταία επιλογή υπό την έννοια ότι δεν υπάρχει άλλος τρόπος ποινικής μεταχείρισής τους. Μάλιστα, αυτός ο νέος αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας στα οποία έκανα αναφορά πιο πάνω. Έχει άλλο ένα αδελφό ηλικίας 16 ετών ο οποίος είναι μαθητής τεχνικής σχολής. Η μητέρα του είναι οικοκυρά και φροντίζει τα δύο παιδιά της. Και αυτή αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Υπό το φως όλων των πιο πάνω μετριαστικών παραγόντων, θεωρώ πως μπορώ να ξεχωρίσω αυτή τη συγκεκριμένη υπόθεση από άλλες υποθέσεις ανθρωποκτονίας και να την κρίνω με ιδιαίτερη επιείκεια όπως άλλωστε έγινε και στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ελευθερίου
(1996)2 ΑΑΔ 192 (υπόθεση ναρκωτικών), όπου το Εφετείο αποφάσισε να μην επέμβει στην επιλογή του Πρωτόδικου Δικαστηρίου να κρίνει μια συγκεκριμένη περίπτωση με επιείκεια, μολονότι ο κατηγορούμενος είχε παρόμοια προηγούμενη καταδίκη. Παρόμοια προσέγγιση υπήρξε πρόσφατα και στις Ποινικές Εφέσεις 65/12 και 70/12 Sammy John Lee Trussler, απόφαση ημερ. 16.1.2013 (υπόθεση βιασμού). Στην τελευταία αυτή υπόθεση ο κατηγορούμενος κρίθηκε ένοχος, και μάλιστα κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας, και του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 4 ετών σε κατηγορία βιασμού, παρόλο που ο Νόμος προβλέπει ποινή φυλάκισης διά βίου και παρόλο που η παραπονούμενη βίωσε εκ νέου μέσα στην αίθουσα του Δικαστηρίου το βιασμό της. Το Εφετείο δεν επενέβηκε και επικύρωσε την ποινή. Μετά από πολλή μελέτη και περίσκεψη, κατέληξα ότι κατάλληλη και μόνη αρμόζουσα ποινή είναι αυτή της φυλάκισης αφού οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν ακατάλληλη και ανεπαρκής (βλ. Προδρόμου ν. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 98). Οι προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου, η έλλειψη πρόθεσης θανάτωσης, η έλλειψη προσχεδιασμού, τα προβλήματα υγείας του και ειδικότερα η διανοητική καθυστέρηση και εγκεφαλοπάθεια που παρουσιάζει, το πολύ νεαρό της ηλικίας του, η άμεση παραδοχή του ενώπιον του Δικαστηρίου, η μεταμέλεια του, το λευκό ποινικό του μητρώο, καθώς και τα άλλα ελαφρυντικά που τέθηκαν ενώπιον μου, θα επηρεάσουν την έκταση της ποινής φυλάκισης. Κρίνω ως αρμόζουσα την ακόλουθη ποινή, την οποία και επιβάλλω στον κατηγορούμενο: Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 3 (τριών) ετών. Η πιο πάνω επιβληθείσα ποινή μειώνεται κατά το χρονικό διάστημα που ο κατηγορούμενος τελούσε υπό κράτηση και δη από τις 17.3.2014. Παραμένει προς εξέταση η εισήγηση της κας Ιωάννου για αναστολή της ποινής, σε περίπτωση που το Δικαστήριο, ως ανέφερε, αποφάσιζε να επιβάλει ποινή φυλάκισης. Η τροποποίηση του περί της Υφ΄ Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972 (Ν.95/72), όπως τροποποιήθηκε από το Ν.41
(1)/97) και 186
(1)/2003, καθιστά σαφές πως δεν απαιτείται πια συνύπαρξη ειδικών λόγων για την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης. Η τροποποίηση αυτή δεικνύει τη βούληση για διεύρυνση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου, χωρίς αυτό να σημαίνει αποσύνδεση από τους παράγοντες που θέτει η Νομολογία (βλ. Λεωνίδου ν. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ σελ.663). Όπως τονίσθηκε στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Φανιέρου
(1996)2 ΑΑΔ 303, παρέχεται η ευχέρεια στο Δικαστήριο να αναστείλει την ποινή, εφόσον κρίνει ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Τίθενται κάποιοι παράγοντες που επιμετρούν ως προς το επιθυμητό ή όχι της αναστολής της ποινής όπως (α) η σοβαρότητα των περιστατικών της υπόθεσης και το κίνητρο, (β) το μητρώο του κατηγορούμενου, (γ) η διαγωγή του κατηγορούμενου μετά την διάπραξη του αδικήματος, ιδιαίτερα η παρουσία ή απουσία στοιχείων μεταμέλειας. Σημαντική καθοδήγηση για το πως ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου σε τέτοιες περιπτώσεις, μετά την αφαίρεση της προϋπόθεσης ύπαρξης εξαιρετικών περιστάσεων από τον Νόμο, δίδει η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ρομίνα Τζιαουχάρη
(2005)2 ΑΑΔ 62. Ακολούθως θα παραθέσω κάποιες αποφάσεις στις οποίες διατάχθηκε αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης. Στη Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(2010)2 ΑΑΔ 22 το Εφετείο αποφάσισε να αναστείλει την έκτιση των ποινών που επιβλήθηκαν από το Πρωτόδικο Δικαστήριο. Λέχθηκαν, γύρω από αυτό το θέμα, τα ακόλουθα ενδιαφέροντα από το Δικαστή Κ. Κληρίδη (νυν Γενικό Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας): «Μας έχει επίσης προβληματίσει ιδιαίτερα η επαναφορά ενώπιόν μας του θέματος του ενδεχομένου αναστολής έκτισης των ποινών που έχουν επιβληθεί. Λαμβάνουμε προς τούτο υπόψη τον περί της Υφ' Όρον Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλάκισης εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμο αρ. 95/72. Με την τροποποίηση την οποία επέφερε στο Νόμο τούτο, ο τροποποιητικός Νόμος αρ. 186(Ι)/2003, το Άρθρο 3
(2)προβλέπει πλέον ότι: "Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του κατηγορουμένου." (Βλ. Παπαευσταθίου ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 39 και Κώστας Χαραλάμπους Τραλαλάς ν. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 323). Συμφωνούμε κατ' αρχάς με το συνήγορο της εφεσείουσας ότι στην περίπτωσή της συντρέχουν αρκετοί παράγοντες οι οποίοι θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη ως συνηγορούντες υπέρ της αναστολής των ποινών. Το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο, ισοζυγίζοντας το σύνολο των περιστάσεων θα μπορούσε ή έπρεπε αυτοί οι παράγοντες να επενεργήσουν κατά τρόπο ο οποίος να δικαιολογεί το να δοθεί στην εφεσείουσα μια δεύτερη ευκαιρία. Προς αυτή την κατεύθυνση, λάβαμε ιδιαίτερα υπόψη το γεγονός ότι η εφεσείουσα, καθ' όλο τον πρότερο βίο της, παρουσιάζεται να ήταν πρόσωπο ιδιαίτερα ευσυνείδητο, νομοταγές και εργατικό. Όπως είναι προφανές, και δεν φαίνεται να υπάρχει άλλη προς τούτο εξήγηση, μέσα στο όλο πλέγμα της ψυχικής και σωματικής πίεσης για να διασφαλίσει τη συνέχιση της εργοδοσίας της, προέβηκε στην απερίσκεπτη πράξη της πλαστογράφησης του εγγράφου, επιδεικνύοντας για πρώτη φορά εγκληματική αδιαφορία για τις σοβαρές επιπτώσεις από την ενέργειά της αυτή. Είναι παρήγορο το ότι συνειδητοποίησε αμέσως τη σοβαρότητα των πράξεών της και μεταμελήθηκε πλήρως. Λαμβάνουμε εδώ υπόψη και το γεγονός πως, αν και φαίνεται να είχαν παρουσιαστεί στο Δικαστήριο οι προσωπικές, οικογενειακές και οικονομικές συνθήκες της εφεσείουσας από το συνήγορο που την εκπροσωπούσε, εν τούτοις το Δικαστήριο δεν είχε το όφελος της εμπεριστατωμένης και ανεξάρτητης Έκθεσης από το Γραφείο Ευημερίας, η οποία σε περίπτωση όπως η παρούσα θα έπρεπε να είχε ζητηθεί. Λαμβάνουμε επίσης υπόψη, το άλλο στοιχείο το οποίο δεν υπήρχε ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου και αφορά το ιατρικό πιστοποιητικό που εκδόθηκε για την εφεσείουσα μετά τον εγκλεισμό της στις Φυλακές. Σύμφωνα με αυτό το Πιστοποιητικό που εκδόθηκε στις 15.12.2009, λόγω των ιατρικών ευρημάτων και του βεβαρημένου ιατρικού ιστορικού της εφεσείουσας, η περαιτέρω κράτησή της πιθανόν να αποβεί επικίνδυνη για τη ζωή της. Η αναγκαιότητα όπως η ίδια η εφεσείουσα μέσω της επιβαλλόμενης ποινής αποτραπεί από την επανάληψη διάπραξης παρόμοιας φύσεως αδικημάτων, φαίνεται να είναι στην περίπτωση αυτή ιδιαίτερα αδύνατη. Χωρίς να υποβιβάζουμε τη σοβαρότητα των διαπραχθέντων αδικημάτων, αποφασίσαμε όπως ασκήσουμε τη διακριτική μας ευχέρεια υπέρ της αναστολής έκτισης των ποινών.» Στη Θεόδωρος Αργυρίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας, Ποινικές Εφέσεις 64-69/2013, Απόφαση ημερομηνίας 21.6.2013, λέχθηκαν από τον Πρόεδρο του Ανώτατου Δικαστηρίου Δ. Χατζηχαμπή, τα ακόλουθα ενδιαφέροντα γύρω από τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου όταν εξετάζει θέμα που αφορά σε αναστολή έκτισης της ποινής: «Όμως ο ίδιος ο Νόμος του 2003, τροποποιώντας τον παλαιό Νόμο, αλλά και επιφέροντας ουσιαστικά αλλαγή στην καθιερωθείσα νομολογία η οποία έχει βασιστεί στον παλαιότερο Νόμο, θέλησε να εκφράσει τη θέση του Νομοθέτη ότι τα όρια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου δεν περιορίζονται με αναφορά σε συγκεκριμένους παράγοντες και δη με αναφορά σε παράγοντες οι οποίοι έχουν ήδη ληφθεί υπόψη κατά την επιμέτρηση της ποινής. Θέλησε δηλαδή ο Νομοθέτης να δώσει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να δει αν η αναστολή θα δικαιολογείτο από το σύνολο των περιστατικών της υπόθεσης και τα προσωπικά δεδομένα του κάθε κατηγορούμενου, ορίζοντας ταύτα ως κατευθυντήριες γραμμές και μη περιορίζοντας το θέμα της αναστολής της επιβληθείσας ποινής στα κριτήρια που θα έπρεπε να υπάρχουν σύμφωνα με την παλαιότερη αντίληψη και δη μη περιορίζοντας την ευχέρεια του Δικαστηρίου να εξετάσει παράγοντες οι οποίοι μπορεί να έχουν σημασία και ως προς την αναστολή.» Το Εφετείο αποφάσισε να αναστείλει τις επιβληθείσες ποινές αφού έλαβε υπόψη του το νεαρό της ηλικίας των παραβατών. Επρόκειτο για άτομα ηλικίας μεταξύ 18 και 20 ετών. Επαναλαμβάνω ότι εδώ ο κατηγορούμενος κατά το χρόνο διάπραξης του αδικήματος, ήταν ηλικίας 17 περίπου ετών. Το Εφετείο είπε τα ακόλουθα ενδιαφέροντα: «Νεαρά άτομα αυτής της ηλικίας ιδιαίτερα χρήζουν αυτής της μεταχείρισης εφόσον το αποτέλεσμα που θα επιτυγχάνετο από μια ποινή άμεσης φυλάκισης μακράς σχετικώς διάρκειας, όπως είναι οι ποινές που επιβλήθησαν στην προκειμένη περίπτωση, ενδέχεται να είναι πολύ μικρότερο από το όφελος που θα προέρχετο από την προσδοκία, με την καλή χρήση του μέτρου της αναστολής, ότι όντως θα υπάρξει αναμόρφωση και θα αποφευχθεί μια χειροτέρευση της θέσης των Εφεσειόντων εάν αυτοί περνούσαν στη φυλακή το μεγάλο αυτό σχετικά χρονικό διάστημα.» Σε σχέση με τις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων που διέπραξαν οι νεαροί κατηγορούμενοι είπε τα ακόλουθα: «Βαρύνει ακόμα στην κρίση μας το γεγονός ότι, ναι μεν επρόκειτο για σοβαρά αδικήματα όπως αναφέραμε, αλλά φαίνεται να διέπονται από μια μεγάλη επιπολαιότητα και να μην είναι στη βάση των οργανωμένων εγκλημάτων ληστείας που έχουμε δυστυχώς γνωρίσει πρόσφατα, εφόσον τα ποσά τα οποία αφορούν οι ληστείες δεν είναι τόσο σημαντικά που να δείχνουν την επιδίωξη οικονομικού οφέλους διαστάσεων της συνήθους ληστείας. Αφορούσαν συνήθως περίπτερα και αρτοποιεία και μας ανεφέρθη το ποσό των περίπου €2.500 ως προς το αποτέλεσμα της συγκομιδής όλων των ληστειών.» Εδώ ο δεκαεπτάχρονος κατηγορούμενος, με τα σοβαρά προβλήματα υγείας, δεν είχε πρόθεση να σκοτώσει τον πατέρα του. Ο θάνατος επήλθε από την παράνομη πράξη του η οποία συνίστατο στο γεγονός ότι με αναπτήρα έβαλε φωτιά σε ριχτάρι καναπέ πάνω στον οποίο κοιμόταν ο πατέρας του, τον οποίο αμέσως προηγουμένως προσπάθησε να ξυπνήσει, ως πιο πάνω έχει εκτεθεί. Μάλιστα ως ελέχθη, είχε δυσκολία στο να κρίνει και να αντιληφθεί τον κίνδυνο αυτής της πράξης του. Δεν έχει υποστηριχθεί αλλά ούτε και διαφαίνεται από τα εκτεθέντα γεγονότα ότι ενώπιον μας έχουμε ένα παρανοϊκό άνθρωπο ο οποίος είναι επικίνδυνος για το κοινό, όπως ήταν η περίπτωση στην υπόθεση Λεμής ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 340 όπου ο εικοσιοκτάχρονος κατηγορούμενος αποφάσισε να σκοτώσει τη μάνα του. Σύμφωνα με την απόφαση, «Πήρε από το σπίτι του ένα μεγάλο μαχαίρι, πήγε στο σπίτι των γονιών του και μόλις άνοιξε την πόρτα η μάνα του άρχισε να την κτυπά. Αυτή αντιστάθηκε και δεν τα κατάφερε. Άρχισε να φωνάζει βοήθεια, αλλά την έσυρε στην κουζίνα όπου μετά από πάλη, την έριξε στο πάτωμα. Εκεί άρπαξε ένα εργαλείο που καθαρίζουν τα κιτρόμηλα για γλυκό και της το κάρφωσε στο στήθος και την άφησε ακίνητη.». Στην υπόθεση 34444/2010 Δημοκρατία ν. Χριστάκη Πελοπίδα κ.ά. το Κακουργιοδικείο Λεμεσού στις 19.9.2011 (με διαφορετική σύνθεση), αποφάσισε να αναστείλει ποινή φυλάκισης που επέβαλε σε νεαρό κατηγορούμενο (3ος κατηγορούμενος), ηλικίας 16 ετών περίπου, για σοβαρά και ειδεχθή αδικήματα. Σύμφωνα με την απόφαση, ο νεαρός κατηγορούμενος μαζί με άλλο πρόσωπο άρπαξε και έβαλε με τη βία την παραπονούμενη αλλοδαπή εντός οχήματος και την μετέφεραν σε τροχόσπιτο που βρισκόταν σε κτηνοτροφική μονάδα. Εντός του τροχόσπιτου ο νεαρός κατηγορούμενος ήλθε σε παρά φύση συνουσία μαζί της χωρίς τη θέλησή της. Αφού εξήλθε από το τροχόσπιτο εισήλθε εντός αυτού άλλο πρόσωπο το οποίο επίσης ήλθε σε παρά φύση συνουσία με την παραπονούμενη χωρίς τη θέλησή της. Για τα όσα επίσης ανατριχιαστικά έλαβαν χώρα στη συνέχεια, παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση του Κακουργιοδικείου, το οποίο μιλά από μόνο του: «Στη συνέχεια, τόσο ο 3ος κατηγορούμενος όσο και ο Β, ενόψει του γεγονότος ότι η παραπονούμενη φώναζε, ξεκίνησαν να την κτυπούν στο πρόσωπο και στην πλάτη και ακολούθως, έπειτα από οδηγίες του Α, τις έδεσαν τα πόδια με σχοινί και τα χέρια με μια λεπτή σιδερένια αλυσίδα. Επίσης, με μαύρη κολλητική ταινία της έκλεισαν το στόμα και τα μάτια. Ο 3ος κατηγορούμενος μαζί με τον Β εξήλθαν από το τροχόσπιτο, αφήνοντας την παραπονούμενη δεμένη και ο Α, που βρισκόταν έξω, κλείδωσε την πόρτα. Και οι τρεις αποχώρησαν από τη σκηνή. Η παραπονούμενη μετά από προσπάθεια αρκετής ώρας κατάφερε να ελευθερώσει τα χέρια και τα πόδια της. Σπάζοντας το παράθυρο του τροχόσπιτου, κατάφερε να δραπετεύσει. Αμέσως αναζήτησε βοήθεια από την ένοικο παρακείμενης οικίας, η οποία την μετέφερε στο καφενείο του χωριού, όπου κλήθηκε η αστυνομία.» Ο νεαρός κατηγορούμενος αντιμετώπισε ενώπιον του Κακουργιοδικείου σοβαρές κατηγορίες τις οποίες παραδέχθηκε. Το Κακουργιοδικείο αποφάσισε να αναστείλει τις ποινές φυλάκισης που του επέβαλε χωρίς να παραγνωρίζει το γεγονός ότι στην εν λόγω υπόθεση τα ανθρώπινα δικαιώματα της παραπονούμενης είχαν πληγεί ποικιλοτρόπως και ουσιωδώς. Δόθηκε όμως ιδιαίτερη βαρύτητα στην ηλικία του κατηγορούμενου, στο λευκό του ποινικό μητρώο, στην παραδοχή του και στη μεταμέλεια του (όλοι αυτοί οι μετριαστικοί παράγοντες υπάρχουν και στη δική μας υπόθεση). Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση: «Από την άλλη, στα πλαίσια του καθήκοντος του Δικαστηρίου για εξατομίκευση της ποινής, ενέχει ιδιαίτερη βαρύτητα η ηλικία του κατηγορουμένου. Μας έχει προβληματίσει η ποινική μεταχείριση του κατηγορουμένου σε συνάρτηση με τα πιο πάνω αδικήματα, την σοβαρότητα των οποίων έχουμε ήδη εκθέσει. Η ηλικία αυτή των 16 ετών, κατά την διάπραξη του αδικήματος, σε συνδυασμό με το λευκό ποινικό μητρώο του, με τις προσωπικές του συνθήκες όπως έχουν εκτεθεί και ιδιαίτερα με την έμπρακτη μεταμέλεια, η οποία έχει φανεί από την παραδοχή του, είναι φανερό ότι δίδει στην ποινική μεταχείριση του κατηγορούμενου μία ιδιομορφία που και η νομολογία και οι γενικές αρχές Δικαίου καλύπτουν, χωρίς να παραγνωρίζονται οι περιστάσεις του αδικήματος σε σχέση με τις πιο πάνω ενέργειες του κατηγορούμενου. Μια τέτοια ουσιαστική απόδοση των σχετικών νομολογιακών αρχών μπορούμε να δώσουμε από τα λεχθέντα από Πική, Πρ. στο αναθεωρημένο σύγγραμμα του Sentencing in Cyprus, 2nd Ed. Όπου τονίζεται ακριβώς το πόσο ευαίσθητο έργο αποτελεί το καθήκον επιβολής ποινής σε νεαρά άτομα στο οποίο καθήκον, υπερισχύει η αρχή της υποβοήθησης τους να αναμορφωθούν, αφού ακριβώς η πιθανότητα αναμόρφωσης στους νέους είναι ισχυρότερη από τα μεγαλύτερα στην ηλικία άτομα. Η έμφαση είναι στην αναμόρφωση παρά στη τιμωρία.» Στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Αεροπόρου
(1997)2 ΑΑΔ 17, εξετάστηκε και πάλι το θέμα της αναστολής. Ο κατηγορούμενος εβαρύνετο με προηγούμενες καταδίκες. Απ΄ ότι φαίνεται είχε παραδεχθεί τη διάπραξη του αδικήματος σε προχωρημένο στάδιο και το Εφετείο θεώρησε πως η αξία της παραδοχής στο στάδιο που έγινε δεν ήταν παρά σχεδόν μηδαμινή. Εδώ έχουμε άμεση παραδοχή. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο ανέστειλε την ποινή. Ο Γενικός Εισαγγελέας θεώρησε αυτή την προσέγγιση λαθεμένη και την εφεσίβαλε. Το Εφετείο απορρίπτοντας την έφεση του Γενικού Εισαγγελέα και επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, ανέφερε τα ακόλουθα στη σελίδα 25 (Δικαστής Γ. Νικολάου): «Ως προς την αναστολή, όσο και αν οι παράγοντες που συνέδραμαν στην επιβολή ποινής φυλάκισης μπορεί να προσμετρούσαν και εναντίον της αναστολής, εν τούτοις η αναφερθείσα ως πρόκληση - αφαιρούμε εντελώς ως παράγοντα την παραδοχή του εφεσίβλητου την οποία ήδη σχολιάσαμε - κατέτεινε προς την αντίθετη κατεύθυνση και μπορούσε, κατά τη γνώμη μας, εύλογα να παράσχει έδαφος για αναστολή. Δεν παρεισέφρησε λάθος το οποίο θα μπορούσε να αναιρέσει το αποτέλεσμα. Και το πρωτόδικο δικαστήριο, στηριζόμενο σε αυτό το έδαφος, δεν υπερέβη στην άσκηση της διακριτικής του εξουσίας τα ακραία της όρια: βλ. Δημοκρατία ν. Πέπη
(1990)2 Α.Α.Δ. 24 στη σελ. 28 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Σατανάς και Άλλος, Ποιν. Έφ. 6032, ημερ. 30 Σεπτεμβρίου 1996.» Στην Άγγελου Ιωσήφ ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση 221/12, Απόφαση ημερομηνίας 19.12.2012, η πλειοψηφία του Εφετείου ανέφερε ότι η σοβαρότητα των περιστάσεων του αδικήματος ήταν τέτοιου βαθμού που δεν επέτρεπαν την αναστολή της ποινής και ότι τυχόν αναστολή της ποινής φυλάκισης θα έδιδε λανθασμένα μηνύματα για αυτού του είδους τη συμπεριφορά. Να σημειώσω πως στην εν λόγω υπόθεση ο κατηγορούμενος μετέβηκε στο σπίτι του στη Λακατάμεια, στη Λευκωσία, πήρε το κυνηγετικό του όπλο και οδήγησε στα Λειβάδια, στη Λάρνακα, όπου πυροβόλησε το θύμα δύο φορές, τη δεύτερη ενώ αυτό έτρεχε καλώντας σε βοήθεια και προσπαθώντας να βρει τόπο για να κρυφτεί. Μάλιστα, το έγκλημα έγινε για λόγους εκδίκησης. Φαίνεται πως είναι από ευτυχείς συγκυρίες που το θύμα επέζησε. Στην κατηγορία που αντιμετώπισε βάσει του άρθρου 228(α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπου ο Νόμος προβλέπει επίσης ποινή φυλάκισης διά βίου, του επιβλήθηκε ποινή φυλάκισης 2 ½ ετών. Εδώ έχουμε μία μεμονωμένη - στιγμιαία παράνομη συμπεριφορά ενός δεκαεπτάχρονου με σοβαρά προβλήματα υγείας, χωρίς πρόθεση θανάτωσης, η οποία, δυστυχώς, επέφερε το θάνατο του πατέρα του. Στην παρούσα υπόθεση το έγκλημα, από τα γεγονότα που έχουν εκτεθεί, όχι μόνο δεν σχεδιάστηκε εν ψυχρώ αλλά ούτε και οποιοσδήποτε προσχεδιασμός υπήρξε. Είναι σημαντικό εδώ να λεχθεί ότι ο κατηγορούμενος δεν εισήλθε στη γειτονική οικία όπου βρισκόταν ο πατέρας του με σκοπό να διαπράξει οποιοδήποτε αδίκημα. Ούτε είχε πρόθεση να εισέλθει. Εισήλθε εντός αυτής όταν τον κάλεσε ο Αλεξάνδρου για να τον βοηθήσει να ξυπνήσουν τον πατέρα του ο οποίος κοιμόταν. Ο κατηγορούμενος ανταποκρίνεται στην κλήση αμέσως, μεταβαίνει στη γειτονική οικία και προσπαθεί επίμονα μαζί με τον Αλεξάνδρου να ξυπνήσει τον πατέρα του τραβώντας τον από διάφορα μέρη του σώματός του. Δεν έμεινε όμως μέχρι εδώ. Άδειασε στο πρόσωπο του πατέρα του και ένα ποτήρι που περιείχε νερό για να τον ξυπνήσει. Συνάγεται από τα πιο πάνω, ότι ο κατηγορούμενος αυτό που ήθελε ήταν να ξυπνήσει τον πατέρα του και όχι να του κάνει οποιοδήποτε κακό ενόσω αυτός κοιμόταν. Δυστυχώς δεν τα κατάφερε. Λίγα λεπτά αργότερα, ο κατηγορούμενος, ως ελέχθη, χρησιμοποιώντας αναπτήρα έθεσε φωτιά, χωρίς να χρησιμοποιήσει οποιαδήποτε εύφλεκτη ουσία, στο ριχτάρι του καναπέ που βρισκόταν ο πατέρας του, τον οποίο προηγουμένως προσπάθησε να ξυπνήσει. Για λόγους που δεν αφορούν σε συγκεκριμένη ενέργεια του κατηγορουμένου, η φωτιά μέσα σε δευτερόλεπτα εξελίχθηκε. Μέσα σε τρία μόλις λεπτά από τη στιγμή που τέθηκε, έκαψε το σώμα του πατέρα του κατηγορουμένου. Εκείνο που συνάγεται από τα πιο πάνω, είναι ότι ο κατηγορούμενος, ο οποίος πάσχει από εγκεφαλοπάθεια, διανοητική καθυστέρηση - αναπηρία και ο οποίος είχε δυσκολία στο να κρίνει και να αντιληφθεί τους κινδύνους και τις επιπτώσεις από αυτή την παράνομη του πράξη, ενήργησε απερίσκεπτα - επιπόλαια, και σε καμιά περίπτωση, όπως ορθά ανέφερε η Κατηγορούσα Αρχή, δεν ήθελε να φονεύσει τον πατέρα του. Ούτε να του κάνει κακό ή τουλάχιστον δεν εισηγήθηκε κάτι τέτοιο η Κατηγορούσα Αρχή. Ο κατηγορούμενος μετά την παράνομη πράξη του δεν απομακρύνεται από την οικία όπου βρισκόταν ο πατέρας του αλλά παραμένει έξω από αυτή. Αυτή η συμπεριφορά του, δεν είναι η συνήθης συμπεριφορά των εγκληματιών οι οποίοι ενίοτε, για να αποφύγουν την ευθύνη των παράνομων πράξεων τους, προβάλλουν ψευδές άλλοθι. Και δεν μπορεί αυτή η αφύσικη συμπεριφορά να μην έχει σχέση με τα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετωπίζει. Λέει βεβαίως ψέματα στην Μαρία Παναγιώτου αφού της αναφέρει ότι είναι ο πατέρας του που έθεσε τη φωτιά. Το ψέμα όμως αυτό δεν είχε συνέχεια. Ενώπιον του Δικαστηρίου το αναιρεί με την πρώτη ευκαιρία αφού παραδέχεται αμέσως τη διάπραξη του αδικήματος, μεταμελείται και ζητά την επιείκεια του Δικαστηρίου. Δεν νομίζω να χωρεί καμιά αμφιβολία, ότι έχουμε ενώπιον μας μια άκρως ιδιάζουσα περίπτωση, τόσο σε σχέση με τις περιστάσεις διάπραξης του αδικήματος όσο και σε σχέση με το πρόσωπο του δράστη και είναι σε τέτοιες περιπτώσεις που φαίνεται, πιστεύω, το μεγαλείο της διακριτικής ευχέρειας των Δικαστηρίων. Όπως λέχθηκε από το Δικαστή Κωνσταντινίδη στη Μιχαήλ (πιο πάνω): «Η διακριτική ευχέρεια, απεριόριστη όπως είναι, ασκείται στη βάση των ιδιαίτερων περιστατικών της κάθε περίπτωσης και δεν θα επεκταθούμε στην αναζήτηση ομοιοτήτων και παραλληλισμών.» Σε σχέση με το πότε είναι δυνατό να δίδεται μία δεύτερη ευκαιρία σε έναν άνθρωπο, θεωρώ σκόπιμο να παραπέμψω και στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Αθηνή
(1993)2 ΑΑΔ 154 όπου ο τότε Πρόεδρος του Ανώτατου Δικαστηρίου αείμνηστος Α. Λοΐζου, ανέφερε τα ακόλουθα ενδιαφέροντα στις σελίδες 156-157: «Το να δοθεί από ένα Δικαστήριο μια ευκαιρία σε ένα άνθρωπο, έστω και αν βαρύνεται αυτός με προηγούμενες καταδίκες, όταν δικαιολογούν αυτή την προσέγγιση τα ίδια τα γεγονότα της υπόθεσης, δεν είναι εκτός πραγματικότητας. Κρίνουμε ότι, κάτω από τις περιστάσεις, δεν θα έπρεπε το Δικαστήριο τούτο να επέμβει με την επιβληθείσα ποινή, χωρίς τούτο να σημαίνει ότι έτσι καθορίζουμε ένα γενικότερο κανόνα προσέγγισης των Δικαστηρίων στο θέμα επιμέτρησης της ποινής για αδικήματα της φύσεως αυτής.» Και σε αυτή την υπόθεση το Εφετείο απέρριψε την έφεση του Γενικού Εισαγγελέα. Αποφάσισα, αφού έλαβα υπόψη το πολύ νεαρό της ηλικίας του κατηγορούμενου, την έλλειψη πρόθεσης θανάτωσης, την άμεση παραδοχή του, τη μεταμέλεια του, το λευκό του ποινικό μητρώο, τα προβλήματα υγείας του και ειδικότερα τη διανοητική καθυστέρηση και εγκεφαλοπάθεια στην οποία έγινε αναφορά πιο πάνω, το γεγονός ότι η ποινή φυλάκισης θα διακόψει τη φοίτησή του στο ειδικό σχολείο για μεγάλο χρονικό διάστημα καθώς και τους άλλους πιο πάνω μετριαστικούς παράγοντες, να αναστείλω την ποινή, παρέχοντας έτσι στον κατηγορούμενο μία δεύτερη ευκαιρία. Τέτοια προσέγγιση δεν θα έδιδε λανθασμένα μηνύματα για μια μεμονωμένη και στιγμιαία παράνομη συμπεριφορά ενός δεκαεπτάχρονου με σοβαρά προβλήματα υγείας ο οποίος, ως ελέχθη, παραδέχθηκε αμέσως το αδίκημα και μεταμελήθηκε. (Τα γεγονότα εδώ διαφοροποιούνται από τα γεγονότα στην υπόθεση Άγγελου Ιωσήφ, πιο πάνω, όπου ο κατηγορούμενος, για λόγους εκδίκησης, πήρε έμφορτο κυνηγετικό όπλο και το μετέφερε από μια επαρχία σε άλλη και πυροβόλησε δύο φορές το θύμα, μάλιστα τη δεύτερη ενώ το θύμα έτρεχε καλώντας σε βοήθεια και προσπαθώντας να βρει τόπο να κρυφτεί). Θα καθιστούσα σαφές στον κατηγορούμενο ότι τα περιθώρια επιείκειας που το Δικαστήριο θα επιδείκνυε σήμερα, δεν θα μπορούσαν να διευρυνθούν άλλο σε περίπτωση που στο μέλλον θα διέπραττε σοβαρό αδίκημα και θα τον καλούσα να εκμεταλλευτεί την ευκαιρία που θα του δινόταν για το δικό του καλό αλλά και για το καλό των συνανθρώπων του. Θα ανέστελλα την πιο πάνω ποινή φυλάκισης σύμφωνα με το Νόμο, δηλαδή για 3 χρόνια και θα εξηγούσα στον κατηγορούμενο τη φύση και την έννοια της αναστολής. Και κάτι τελευταίο: Είναι παρήγορο το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της κράτησής του στις Κεντρικές Φυλακές παρακολουθείται από ψυχίατρο και λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Τα πιο κάτω λόγια της Περσεφόνης Παναγή, Δ. στις Ποινικές Εφέσεις 149 και 150/2012, Μαρία Ερωτοκρίτου κ.ά. ν. Δημοκρατίας, Απόφαση ημερομηνίας 25.6.2014, με καλύπτουν απόλυτα και τα παραθέτω αυτολεξεί: «Η περίπτωση όμως της εφεσείουσας, φέρνει ακόμη μια φορά στο προσκήνιο την ανεπάρκεια της νομοθεσίας ως προς τα μέσα που παρέχονται στα δικαστήρια για το χειρισμό ατόμων με ψυχικές διαταραχές, όπως η εφεσείουσα, και τη μη ευχέρεια έκδοσης διατάγματος κράτησης τους σε νοσοκομείο, με αποτέλεσμα τα δικαστήρια να αρκούνται να λαμβάνουν υπόψη τις ψυχικές διαταραχές ως παράγοντα για επιμέτρηση της ποινής. Ελπίζουμε ότι στο εγγύς μέλλον θα δημιουργηθεί το κατάλληλο νομοθετικό πλαίσιο για το χειρισμό ατόμων ψυχικά ασθενών, όπως η εφεσείουσα, που διαπράττουν εγκλήματα.» (Υπ.) ............. Ι. Ιωαννίδης, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής .../ΣΤ Subject: Criminal/Assize Court/Sentence Αναφορά- ανθρωποκτονία (μειοφηψίας) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.