Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού ν. Sirisena Kumara Samarakoon Mudisyanselage, Aρ. Υπόθεσης: 12920/14, 23/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:B37 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: T. Κατσικίδη, Ε.Δ Aρ. Υπόθεσης: 12920/14 Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού εναντίον Sirisena Kumara Samarakoon Mudisyanselage, από τη Σριλάνκα Ημερομηνία:23 Ιουλίου, 2014 Εμφανίσεις: Για την κατηγορούσα αρχή: κα Α. Αναστασίου. Για τον κατηγορούμενο: κα Κ. Σταύρου. Κατηγορούμενος παρόν ΠΟΙΝΗ Ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση βρέθηκε ένοχος κατόπιν δικής του παραδοχής στα αδικήματα των κατηγοριών 1, 2, 3 και 4 επί του κατηγορητηρίου. Ήτοι βρέθηκε ένοχος: Στην κατηγορία 1, στο αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 339 και 335 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Συγκεκριμένα σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 1ης κατηγορίας, o κατηγορούμενος την 18 Μαΐου 2014 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, εν γνώσει του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, ήτοι το πλαστό διαβατήριο Σριλάνκας με αριθμό Ν 3296399 με το όνομα Gorale Gedara Asoka Samarasinghe. Στην κατηγορία 2, στο αδίκημα της πλαστοπροσωπίας κατά παράβαση των άρθρων 360 και 35 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Συγκεκριμένα σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 2ης κατηγορίας, o κατηγορούμενος την 18 Μαΐου 2014 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, με σκοπό την καταδολίευση του αστυνομικού 2512 Χ. Ιουλιανού, από τη Λεμεσό, ψευδώς παρέστησε τον εαυτό της ως τον Gorale Gedara Asoka Samarasinghe από τη Σριλάνκα. Στην κατηγορία 3, ήτοι στο αδίκημα της εξασφάλισης εγγραφής και παραμονής στη Δημοκρατία με ψευδείς παραστάσεις, κατά παράβαση του άρθρου 305 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της 3ης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος την 23 Ιουλίου 2013, στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, εσκεμμένα εξασφάλισε την εγγραφή και άδεια παραμονής και εργασίας στη Δημοκρατία, με ψευδείς παραστάσεις. Στην κατηγορία 4, στο αδίκημα του απαγορευμένου μετανάστη στη Κύπρο κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(1)(θ) και 19
(2)του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου, Κεφ. 105. Συγκεκριμένα σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 4ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος την 18 Μαΐου 2014 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, ενώ ήταν απαγορευμένος μετανάστης και η είσοδος του στην Κύπρο δεν επιτρέπετο ευρέθη στη Δημοκρατία. Τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τα αδικήματα των κατηγοριών 1, 2, 3 και 4 της παρούσας υπόθεσης είναι καταγεγραμμένα στο Έγγραφο Α, ήτοι την γραπτή έκθεση γεγονότων την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο και διάβασε η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής και δεν έχουν αμφισβητηθεί σε κανένα σημείο από την Υπεράσπιση. Συνακόλουθα δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω. Να σημειωθεί μόνο ότι όταν συνελήφθηκε και κατηγορήθηκε από την αστυνομία, επέδειξε πνεύμα συνεργασίας και παραδέχθηκε άμεσα τις κατηγορίες. Ο κατηγορούμενος βαρύνεται με μία προηγούμενη καταδίκη, ήτοι στη υπόθεση Ε. Δ. Λεμεσού υπ' αριθμό 12287/12, στην οποία στις 9.7.2012 καταδικάστηκε στο αδίκημα της παράνομης παραμονής σε φυλάκιση 45 ημερών, ως εμφαίνεται στο έντυπο ποινικού μητρώου του κατηγορούμενου, Έγγραφο Β, το οποίο κατέθεσε ενώπιον μου η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής και αντίγραφο παρέδωσε στην συνήγορο υπεράσπισης. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ζήτησε περαιτέρω όπως το τεκμήριο που βρίσκεται στη κατοχή της αστυνομίας για την παρούσα υπόθεση, ήτοι το πλαστό διαβατήριο Σριλάνκας, με αριθμό Ν 3296399 με το όνομα Gorale Gedara Asoka Samarasinghe, δημευθεί και καταστραφεί. H ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορούμενου αγορεύοντας για σκοπούς μετριασμού της ποινής αναφέρθηκε στις προσωπικές και στις λοιπές κοινωνικοοικονομικές του συνθήκες όπως αυτές εκτίθενται στην έκθεση του Γραφείου Ευημερίας, η οποία ετοιμάστηκε στα πλαίσια της αίτηση νομικής αρωγής με αριθμό 299/14 ημερομηνίας 4.6.2014, της οποίας αντίγραφο κατέθεσε και σημειώθηκε σαν Έγγραφο Γ΄. Επίσης αναφέρθηκε σε διάφορους παράγοντες τους οποίους και κάλεσε το Δικαστήριο να λάβει υπόψη για σκοπούς μετριασμού της ποινής. Όλα όσα ανέφερε η συνήγορος του κατηγορουμένου είναι καταγεγραμμένα στο πρακτικό του Δικαστηρίου, έχουν ληφθεί υπόψη στο σύνολο τους και γι' αυτό δεν θεωρώ σκόπιμο σε αυτό το στάδιο να τα επαναλάβω αυτολεξεί. Περαιτέρω αναφορά στους μετριαστικούς παράγοντες τους οποίους επικαλέστηκε η συνήγορος του κατηγορουμένου, θα γίνει στη συνέχεια όπου κριθεί αναγκαίο, σχολιάζοντας την σημασία που θα πρέπει να προσδοθεί σε αυτούς. Eξ αυτών επισημαίνω επιγραμματικά την αναφορά της: Έκανε αποδεκτή την προηγούμενη καταδίκη του κατηγορούμενου. Μετέφερε στο Δικαστήριο την απολογία του. Επεσήμανε την άμεση παραδοχή και πλήρη συνεργασία του με την Αστυνομία, ότι βρίσκεται υπό κράτηση στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης για 67 μέρες. Αναφορικά δε με τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων επικαλέσθηκε την ανάγκη του να εργαστεί και να συνεισφέρει οικονομικά τόσο για την δική του διαβίωση ως επίσης και για την οικογένεια του, η οποία αποτελείται από σύζυγο και δύο παιδιά, λόγω των σοβαρών οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε στην χώρα του, την Σριλάνκα. Εν κατακλείδι, μεταφέροντας την υπόσχεση του κατηγορούμενου ότι δεν θα επιδείξει παραβατική συμπεριφορά, ζήτησε να κριθεί με την μέγιστη δυνατή επιείκεια. Αναμφίβολα τα αδικήματα στα οποία ο κατηγορούμενος έχει βρεθεί ένοχος είναι σοβαρά. Η σοβαρότητα τους αυτή αντικατοπτρίζεται μέσα από τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές, αφού και όπως έχει νομολογηθεί η σοβαρότητα που προσδίδεται στο αδίκημα από το νομοθέτη, όπως προσδιορίζεται από το ανώτατο όριο ποινής, συνιστά ένα από τους παράγοντες που συνθέτουν τη σοβαρότητα του αδικήματος. Το στοιχείο αυτό λαμβάνεται υπόψη στην επιμέτρηση της ποινής και συνεκτιμάται με τα γεγονότα της υπόθεσης, τόσο για την επιλογή του τύπου της ποινής όσο και για τον καθορισμό της έκτασης της (βλ. Δημοκρατία ν. Κυριάκου
(1990)2 ΑΑΔ 264, Λεβέντης ν. Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 632). Η σοβαρότητα αυτή των αδικημάτων προκύπτει επίσης και από την ίδια τη φύση τους αφού αδικήματα αυτής της μορφής προσβάλλουν τα ήθη και τον πολιτισμό μας. Συγκεκριμένα για τα εν λόγω αδικήματα προβλέπονται οι εξής ποινές׃ Το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 339 και 335, του Ποινικού Κώδικα , Κεφ.154, ήτοι αυτού της 1ης κατηγορίας, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 3 χρόνων. Το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας κατά παράβαση των άρθρων 360 και 35 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ήτοι αυτού της 2ης κατηγορίας, τιμωρείται με ποινή την ποινή που προνοείται για τα αδικήματα που χαρακτηρίζονται ως πλημμελήματα, ήτοι με ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή με πρόστιμο που δεν υπερβαίνει το ισόποσο σε Ευρώ των Λ.Κ.1.500,00 ή και με τις δύο ποινές, της φυλάκισης και του προστίμου. Το αδίκημα της εξασφάλισης εγγραφής με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση του άρθρου 305 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (1η κατηγορία), ποινή φυλάκισης μέχρι 3 χρόνια. Το αδίκημα του απαγορευμένου μετανάστη κατά παράβαση των άρθρων 2, 6
(1)(θ) και 19
(2)του Περί Αλλοδαπών και Μετανάστευσης Νόμου Κεφ. 105, ήτοι αυτού της 6ης κατηγορίας, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης 3 χρόνων ή πρόστιμο που δεν υπερβαίνει το ισόποσο σε Ευρώ των Λ.Κ.5.000,00 ή και με τις δύο ποινές, της φυλάκισης και του προστίμου. Κατά κανόνα, αδικήματα κυκλοφορίας πλαστών εγγράφων συνυπάρχουν και με αδικήματα πλαστογραφίας και εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις. Στις περιπτώσεις αυτές, προκύπτει άμεσα η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών με δεδομένο ότι πρόκειται για αδικήματα που εμπεριέχουν το στοιχείο της απάτης και πλήττουν τις συναλλαγές και τις δοσοληψίες μεταξύ των πολιτών. Διασαλεύουν, επίσης, την εμπορική πίστη και την πίστη στις συναλλαγές, οι οποίες είναι απαραίτητες για την λειτουργία της κοινωνίας μας (Βλ. Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)2 ΑΑΔ 84). Θεώρηση της νομολογίας καταδεικνύει ότι η συνήθης ποινή που επιβάλλεται σε αδικήματα αυτής της φύσης είναι η στερητική της ελευθερίας (Βλ. Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 540, Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 200, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χατζημιτσή
(2005)2 ΑΑΔ 101 και Mashvili ν. Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 482). Στην υπόθεση Borisov v. Αστυνομίας
(2004)2 ΑΑΔ 204, ο κατηγορούμενος ήταν Βουλγαρικής καταγωγής, ηλικίας 31 χρόνων, παντρεμένος με τρία παιδιά. Το 1998 ενώ βρισκόταν στην Κύπρο καταδικάσθηκε σε φυλάκιση 15 μηνών για αδικήματα κλοπής επιταγών, πλαστογραφίας, κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, πλαστοπροσωπίας και εξασφάλισης χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και απελάθηκε. Επανήλθε παράνομα ως απαγορευμένος μετανάστης και απελάθηκε για δεύτερη φορά το 2003 για τη διάπραξη ποινικού αδικήματος, χωρίς να κατηγορηθεί. Ακολούθως εισήλθε ξανά στην Κύπρο, χρησιμοποιώντας πλαστό Ελληνικό Διαβατήριο, το οποίο είχε αποκτήσει παράνομα. Καταδικάσθηκε μετά από δική του παραδοχή για τα αδικήματα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και παράνομης εισόδου στη Δημοκρατία, σε συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 μηνών. Οι ποινές επικυρώθηκαν κατ' έφεση. Ακόμη η σοβαρότητα αδικημάτων όπως αυτά των κατηγοριών 1, 2, 3 και 4, και η ανάγκη επιβολής αποτρεπτικών ποινών φαίνεται και από το όσα αναφέρονται στην απόφαση του Ανωτάτου δικαστηρίου στην υπόθεση Atefi ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 190. Στην εν λόγω υπόθεση οι ποινές φυλάκισης από 2 μέχρι 10 μήνες για αδικήματα παρόμοιας φύσης ως της παρούσας επικυρώθηκαν και το Ανώτατο Δικαστήριο αναφέρει μεταξύ άλλων τα εξής: «Ο εφεσείων, ύστερα από δική του παραδοχή, καταδικάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας σε ποινές φυλάκισης που κυμαίνονται μεταξύ δύο και δέκα μηνών για διάφορες κατηγορίες, για ψευδή δήλωση, πλαστογραφία, κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, εξασφάλιση πιστοποιητικού εγγραφής αλλοδαπού διά ψευδών παραστάσεων, παραμονή στη Δημοκρατία μετά τη λήξη της άδειας παραμονής του και είσοδο στη Δημοκρατία από απαγορευμένο λιμάνι. Υποστηρίζει ότι οι επιβληθείσες ποινές είναι υπερβολικές. .............................................................................. Ο εφεσείων καταδικάστηκε σε σωρεία κατηγοριών και του επιβλήθηκε ποινή, όχι μόνο για το αδίκημα της παράνομης εισόδου του στη Δημοκρατία ή της παράνομης διαμονής του, αλλά και για πλαστογραφία και κυκλοφορία πλαστού εγγράφου. Μάλιστα, οι ψηλότερες ποινές, αυτές των δέκα και οκτώ μηνών φυλάκισης, επιβλήθηκαν στις κατηγορίες για πλαστογραφία και κυκλοφορία ψευδούς εγγράφου. Περαιτέρω σημειώνεται ότι ο εφεσείων, μέχρι τη σύλληψή του, δεν παρουσιάστηκε στις αρχές για να εκθέσει τους λόγους της παράνομης εισόδου του στη Δημοκρατία. .............................................................................. Δεν βρίσκουμε οποιοδήποτε έδαφος στα εγερθέντα επιχειρήματα και συνεπώς η έφεση απορρίπτεται.» Επισημαίνω ότι στην εν λόγω υπόθεση ο εφεσείοντας ήταν λευκού ποινικού μητρώου. Στην υπόθεση δε Thuo David William v. Αστυνομίας
(2005)2 ΑΑΔ 431, επικυρώθηκε ποινή φυλάκισης 9 μηνών, παρότι κρίθηκε επιεικής από το Εφετείο. Αυτή αφορούσε αλλοδαπό που χρησιμοποίησε πλαστό διαβατήριο στο αεροδρόμιο Λάρνακας για να μεταβεί στην Αγγλία. Λέχθηκε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις, συντρέχει η ανάγκη για επιβολή αποτρεπτικών ποινών. Τέλος σε σχέση με το αδίκημα της κατηγορίας 1, στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην ποινική έφεση 225/13 ημερομηνίας 28/01/2014, Hussein Al Mohammed, ν. Αστυνομίας, ο Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Χατζηχαμπής απορρίπτοντας την έφεση εναντίον της εννεάμηνης ποινής αμέσου φυλακίσεως που επιβλήθηκε πρωτόδικα ως έκδηλα υπερβολικής, καταλήγοντας αναφέρει τα εξής: «Ενώπιόν μας ο εφεσείων παραπονείται για την έκταση της ποινής. Η αναφορά στη νομολογία που έχει γίνει από τον ευπαίδευτο πρωτόδικο Δικαστή και η δική μας αντίληψη της νομολογίας, δείχνει ότι η ποινή αυτή των εννέα μηνών βρίσκεται στο χαμηλότερο σημείο της κλίμακας των ποινών οι οποίες επιβάλλονται και οι οποίες μπορεί να κυμαίνονται μέχρι και δύο χρόνια. Δεν βρίσκουμε οτιδήποτε στα δεδομένα του εφεσείοντα, όπως τα έχει εκθέσει και σήμερα, που να δικαιολογεί οποιαδήποτε άποψη της ποινής ως εκδήλως υπερβολικής. Απεναντίας, η ποινή θεωρείται επιεικής και θα πρέπει, ως εκ τούτου, να απορρίψουμε την έφεση.» Ακόμη στην υπό εξέταση περίπτωση η σοβαρότητα του αδικήματος της 4ης κατηγορίας, επαυξάνεται από το γεγονός, ότι ο κατηγορούμενος επανήλθε στην Κύπρο αφού είχε προηγηθεί η καταχώρηση του στον κατάλογο απαγορευμένων προσώπων της Κυπριακής Δημοκρατίας ημερομηνίας 4.9.2012, καθότι είχε κριθεί ως απαγορευμένος μετανάστης και απελάθηκε για τη χώρα του στις 30.7.2012. Παρά το ότι μπορεί να γίνει αντιληπτή από το Δικαστήριο η προσπάθεια του κατηγορούμενου να έλθει στην Κύπρο για τους λόγους που ανέφερε μέσω της συνηγόρου του, θα πρέπει όμως, να γίνει απόλυτα κατανοητό ότι τα πρόσωπα που επιθυμούν να έλθουν στην Κύπρο, οφείλουν να το πράττουν με το νόμιμο τρόπο και σεβόμενοι τους νόμους της Κυπριακής πολιτείας. Η είσοδος και η παραμονή τους στην Κύπρο θα πρέπει να γίνονται στα πλαίσια της νομιμότητας. Ο κατηγορούμενος όχι μόνο δεν το έπραξε, αλλά παραπλάνησε τις αρμόδιες αρχές, παρουσιάζοντας σε αυτές πλαστό διαβατήριο Σριλάνκας. Η πιο πάνω συμπεριφορά του, καταδεικνύει την πλήρη περιφρόνηση του προς τους νόμους και τους κανόνες της πολιτείας της οποίας επεδίωξε και επιθυμεί τη φιλοξενία και δεν πρέπει να γίνει ανεκτή, και γι' αυτό πρέπει να αντιμετωπιστεί με τη δέουσα αυστηρότητα. Επισημαίνω ότι η συμπεριφορά αυτή του κατηγορούμενου επεδείχθη μετά που είχε ήδη καταδικαστεί, όπως έχει αναφερθεί από την συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής στις 9.7.2012 για το αδίκημα της παράνομης παραμονής στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τα πιο πάνω, αποτελούν επιβαρυντικά στοιχεία, τα οποία θα πρέπει να έχουν αντίκρισμα στην ποινή που θα επιβληθεί. Στην υπόθεση Ahmat Al Kawaret v. Αστυνομίας
(2008)2 Α Α Δ 851, το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλε στον εφεσείοντα συντρέχουσες ποινές φυλάκισης 15 μηνών για τα αδικήματα της εισόδου στη Δημοκρατία ενώ είχε απελαθεί και της διαμονής του ως απαγορευμένου μετανάστη στην Δημοκρατία. Κατ' έφεση ζήτησε να του επιδειχθεί επιείκεια και να μειωθεί η ποινή εν' όψει των προσωπικών του περιστάσεων. Έγινε αναφορά στην οικογένειά του που ζούσε στην Συρία και ανέμενε οικονομική στήριξη από τον ίδιο και, που, όπως είχε αναφέρει, περιλάμβανε και δύο παιδιά. Με αναφορά στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος εισήλθε στη Δημοκρατία ενώ είχε ήδη προηγηθεί η απέλασή του, στοιχείο που αποτελούσε, σύμφωνα με το Εφετείο, ιδιαίτερα επιβαρυντική παράμετρο, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε, ότι αν και οι ποινές που επιβλήθηκαν ήταν αυστηρές, δεν μπορούσαν να χαρακτηρισθούν ως έκδηλα υπερβολικές ή ότι επιβλήθηκαν λόγω κάποιου σφάλματος αρχής. Ακολούθως, απέρριψε την έφεση. (βλέπε επίσης την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Abdullah Al Najjar, Ποινική Έφεση 132/2012, με την οποία επικυρώθηκε η επιβληθείσα ποινή φυλάκισης των 15 μηνών στο ίδιο αδίκημα με αυτό της 4ης κατηγορίας). Όσον αφορά το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση, βαρύνεται με μια προηγούμενη καταδίκη στην υπόθεση Ε.Δ. Λεμεσού 12287/12, θα πρέπει καταρχάς να επισημάνω ότι προηγούμενη καταδίκη λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο όχι σαν επιβαρυντικός παράγοντας, απλώς αφαιρεί και αποστερεί ένα κατηγορούμενο του ελαφρυντικού παράγοντα του λευκού ποινικού του μητρώου. Το συγκεκριμένο θέμα εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Σωτήρης Ζαχαρία Γεωργίου, άλλως Καμμούγιαρος ν Αστυνομίας,
(2003)2 Α.Α.Δ 565, στην οποία στην σελίδα 570 αναφέρονται τα εξής: «Κατά την ενασχόληση του με το θέμα των προηγούμενων καταδικών το Πρωτόδικο Δικαστήριο παρατήρησε ότι «η ύπαρξη προηγούμενων καταδικών δεν είναι επιβαρυντικό στοιχείο, απλώς ελλείπει το ελαφρυντικό στοιχείο του καθαρού ποινικού μητρώου». Ακολούθως αναφέρθηκε στην Παναγιώτου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, 142, 143* στην οποία έγινε επισκόπηση της σχετικής νομολογίας. _______ *Το σχετικό απόσπασμα έχει ως εξής: «Αποτελεί θέση της νομολογίας μας ότι οι προηγούμενες καταδίκες δεν πρέπει να δικαιολογούν επιβολή ποινής τέτοιας ώστε να δημιουργείται η εντύπωση ότι τιμωρείται για δεύτερη φορά ένας παραβάτης. Ωστόσο είναι δυνατό η προηγούμενη εγκληματική συμπεριφορά να επηρεάσει το βαθμό επιείκειας που το δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να επιδείξει (Βλ. Κυπριανίδης κ.ά. ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 246, 250, 251, Περικλέους ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση 5977/22.2.96). Περαιτέρω έχει νομολογηθεί ότι οι προηγούμενες καταδίκες είναι στοιχείο το οποίο έχει σημασία και λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο στην επιμέτρηση της ποινής γιατί αποτελούν ένδειξη της στάσης και του σεβασμού του κατηγορουμένου προς τους Νόμους της Πολιτείας (Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Ματθαίου Άλλως Μαλέγκου
(1994)2 Α.Α.Δ. 1, 8, 9, Stratos and Another v. Police 17 C.L.R. 73 και Χατζηνικολάου ν. Αστυνομίας
(1976)2 Α.Α.Δ. 63).» Η επί του προκειμένου θέση της Αγγλικής Νομολογίας όπως παρατίθεται στο "Sentencing and Penal Policy" του Andrew Ashworth, σελ. 209, στο οποίο μας παρέπεμψε ο κ. Σαουρής, έχει ως εξής: «The general principle: progressive loss of mitigation ....................................................................................................................................................................................................................................................................................... Σε μετάφραση: «Η γενική αρχή: προοδευτική απώλεια της μείωσης Σύμφωνα με τη γενική αρχή με κάθε μεταγενέστερη καταδίκη ο κατηγορούμενος προοδευτικά χάνει την μείωση την οποία είχε ως κατηγορούμενος με λευκό μητρώο, πλην όμως από την άλλη, ανεξάρτητα από το πόσο βεβαρυμένο είναι το μητρώο των προηγούμενων καταδικών του, αυτό δεν θα δικαιολογήσει την επιβολή ποινής φυλάκισης πέρα από την παραδεκτή οροφή για τα γεγονότα του υπό κρίση αδικήματος. Η σοβαρότητα του παρόντος αδικήματος θέτει την οροφή για την ποινή, και αν και ένα μακρό ποινικό μητρώο του στερεί την μείωση, δεν πρέπει να του επιτραπεί να λειτουργήσει ως επιβαρυντικός παράγων. Η ορθή προσέγγιση είναι ο καθορισμός από το Δικαστήριο της ποινής που είναι κατάλληλη για το αδίκημα και μετά να εξετάσει κατά πόσο μπορεί να παράσχει κάποια μείωση στον κατηγορούμενο λαμβανομένου υπόψη του μητρώου του. Αν το μητρώο είναι βεβαρυμμένο, πιθανόν να μη μπορεί.» Η σοβαρότητα βεβαίως των αδικημάτων δεν εμποδίζει το Δικαστήριο να επιβάλει εκείνο το είδος της ποινής που κατά την κρίση του τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση και τον αδικοπραγούντα δικαιολογούν. Αποτελεί αξίωμα, ότι η ανάγκη για αυστηρή αντιμετώπιση δεν μειώνει την παράλληλη ανάγκη εξατομίκευσης της ποινής σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ώστε αυτή να αρμόζει στις συνθήκες του παραβάτη και να προσιδιάζει στην προσωπικότητά του. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Φιλίππου ν. Αστυνομίας
(1989)2 ΑΑΔ 245, ακόμα και όταν υπάρχει ανάγκη επιβολής αποτρεπτικής ποινής, τούτο σε καμία περίπτωση δεν σημαίνει ότι ατονεί το καθήκον εξατομίκευσής της. Παράλληλα όμως, είναι και σαφώς νομολογημένο, ότι η εξατομίκευση της ποινής δεν μπορεί να υποβαθμίζει την σοβαρότητα του αδικήματος και την ανάγκη πρόσδοσης αποτρεπτικού χαρακτήρα στη τιμωρία αδικημάτων όπως αυτά στην υπό εξέταση περίπτωση. Ούτε και πρέπει να οδηγεί στην ουδετεροποίηση της αποτελεσματικότητας του νόμου ή την εξουδετέρωση του αποτρεπτικού χαρακτήρα της ποινής, που επιβάλλει η φύση και τα περιστατικά του αδικήματος (Βλ. Antoniades v. Police
(1986)2 CLR 21) και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 224). Δηλαδή, όπου διαπιστώνεται η αναγκαιότητα επιβολής αποτρεπτικής ποινής ο παράγοντας της εξατομίκευσης της ποινής δεν πρέπει να υπεισέρχεται σε έκταση τέτοια ώστε να εξουδετερώνει τον παράγοντα της αποτροπής (Βλ. Souilmi ν. Αστυνομίας
(1992)2 CLR 248). Για σκοπούς λοιπόν μετριασμού της ποινής λαμβάνω υπόψη μου προς όφελος του κατηγορουμένου, την άμεση παραδοχή του στις κατηγορίες που βρέθηκε ένοχος, τη συνεργασία του με την αστυνομία, τις προσωπικές, και οικογενειακές του συνθήκες καθώς επίσης και τα όσα η ευπαίδευτη συνήγορος του ανέφερε για σκοπούς μετριασμού της ποινής σε σχέση με τα κίνητρα που τον οδήγησαν να διαπράξει τα αδικήματα. Ειδικότερα σε σχέση με τις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής: · Ο κατηγορούμενος είναι ηλικίας 36 ετών σήμερα και πατέρας δύο παιδιών τα οποία διαμένουν στη Σριλάνκα μαζί με την μητέρα τους. Κατάγεται από την Στριλάνκα και είναι το τελευταίο στην σειρά από τέσσερα παιδιά της οικογένειας του. Έχει δύο αδελφές οι οποίες ζουν στην Σριλάνκα. Ο αδελφός του απεβίωσε το
- Διατηρούσε πάντοτε καλές σχέσεις με τους γονείς και τα αδέλφια του. Είναι απόφοιτος Μέσης Εκπαίδευσης. Μετά την αποφοίτηση του, άρχισε να απασχολείται ως εργάτης στο γεωκτηνοτροφικό τομέα, επάγγελμα το οποίο εξασκούσε μέχρι πριν τη μετάβαση του στην Κύπρο. Αναγκάστηκε να πουλήσει την κτηματική του περιουσία για να καλύψει την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη της συζύγου του. Η οικογένεια διαμένει σε ενοικιαζόμενη μικρή κατοικία στη Σριλάνκα και συντηρείται αποκλειστικά από τα εισοδήματα του κατηγορούμενου. Αποφάσισε να μεταβεί στην Κύπρο για σκοπούς βελτίωσης των συνθηκών διαβίωσης του ιδίου και της οικογένειας του. Εισήλθε στην Κυπριακή Δημοκρατία, το 2010, μέσω του Αεροδρομίου Λάρνακας, διαθέτοντας άδεια προσωρινής παραμονής. Εγκαταστάθηκε στη Λευκωσία και ανέλαβε εργασία ως εργάτης σε φάρμα αλόγων. Η συνεργασία με τον εργοδότη του διακόπηκε από τις πρώτες μέρες χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει την ακριβή αιτία. Στη συνέχεια μετακινήθηκε παράνομα στη Λεμεσό όπου απασχολείτο ευκαιριακά ως εργάτης χωρίς να λαμβάνει σταθερό μηνιαίο εισόδημα. Ένα χρόνο αργότερα περίπου, συνελήφθηκε και μεταφέρθηκε στις Κεντρικές Φυλακές όπου παρέμεινε για δύο μήνες και ακολούθως απελάθηκε. Την 1.7.2013 επέστρεψε στην Κύπρο, διαθέτοντας ψευδή έγγραφα. Εγκαταστάθηκε ως οικιακός βοηθός με μηνιαίες απολαβές ύψους €
- Μέρος των εισοδημάτων του απέστελλε στη χώρα του, για οικονομική ενίσχυση της οικογένειας του. Τον Μάϊο του 2014 λόγω ασθένειας του εργοδότη του παρέμεινε άνεργος και εγκαταστάθηκε σε ενοικιαζόμενη κατοικία όπου έμεινε μέχρι την σύλληψη του. Δεν αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας ή χρήσης παράνομων ουσιών. Πρέπει, όμως, να σημειωθεί, ότι οι πιο πάνω ελαφρυντικοί παράγοντες δεν είναι τέτοιας έκτασης και φύσης που να υπερφαλαγγίζουν την αναγκαιότητα για επιβολή αποτρεπτικής ποινής εν' όψει της σοβαρότητας των αδικημάτων, η οποία υποδεικνύεται από τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν, και της ανάγκης για αποτροπή που επιβάλλουν η φύση τους καθώς επίσης οι συνέπειες που προκύπτουν από την διάπραξη τους σε κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο. Μπορούν να επηρεάσουν το ύψος της ποινής που θα επιβληθεί όχι όμως και το είδος της. Αποτιμώντας, λοιπόν, από την μια, την σοβαρότητα των αδικημάτων στα οποία ο κατηγορούμενος βρέθηκε ένοχος μετά από δική του παραδοχή και την ανάγκη να προσλάβει η ποινή αποτρεπτικό χαρακτήρα και χωρίς από την άλλη να μου διαφεύγουν τα πιο πάνω ελαφρυντικά, κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις η μόνη αρμόζουσα ποινή είναι η ποινή φυλάκισης. Η επιβολή οποιασδήποτε άλλης ποινής θα ήταν ατελέσφορη και αναποτελεσματική και θα έστελνε και λανθασμένα μηνύματα σε επίδοξους νέους παραβάτες. Τούτο, έχοντας δε κατά νου ότι αυτή επιβάλλεται μόνο εκεί όπου οποιαδήποτε άλλη ποινή θα ήταν αναμφίβολα ακατάλληλη και ανεπαρκής (Βλ. Προδρόμου v. Αστυνομίας
(1990)2 ΑΑΔ 98). Όμως η παρούσα υπόθεση κρίνω ότι μπορεί να διαφοροποιηθεί σε σχέση με τα αδικήματα της πλαστογραφίας και πλαστοπροσωπίας με άλλες υποθέσεις στις οποίες η διάπραξη αυτών καθ΄ αυτών των εν λόγω αδικημάτων ενείχε έντονο και το στοιχείο της αποκόμισης άμεσου οικονομικού οφέλους. Αυτό χωρίς να παραγνωρίζω ότι η διάπραξη των αδικημάτων από πλευράς του κατηγορούμενου ενέχει όπως συνάγεται από τα γεγονότα και το στοιχείο του προσχεδιασμού. Εν πάση περιπτώσει και επειδή ελλείπει όπως και πιο, πάνω αναφέρεται το στοιχείο της αποκόμισης άμεσου οικονομικού οφέλους από τον κατηγορούμενο, αυτή η διαφοροποίηση με έχει οδηγήσει στο να μεταχειριστώ τον κατηγορούμενο σε σχέση με την κολάσιμη αντιμετώπιση του με ηπιότερες ποινές φυλάκισης. Υπό το φως όλων των πιο πάνω επιβάλλω στον κατηγορούμενο, τις ακόλουθες ποινές: Στην 1η κατηγορία ποινή φυλάκισης 12 μηνών. Στην 2η κατηγορία ποινή φυλάκισης 6 μηνών. Στην 3η κατηγορία ποινή φυλάκισης 4 μηνών. Στην 4η κατηγορία ποινή φυλάκισης 12 μηνών. Οι επιβληθείσες ποινές φυλάκισης να συντρέχουν και να αρχίσουν να επιμετρούνται από την 23.5.2014, ήτοι ημερομηνία από την οποία ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Περαιτέρω διατάσσω όπως το πλαστό διαβατήριο Σριλάνκας με αριθμό Ν 3296399, δημευθεί και καταστραφεί. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξής μου θα εξετάσω τώρα, παρά το ότι δεν υπήρξε σχετική εισήγηση από την συνήγορο του κατηγορουμένου, εάν οι ποινές αυτές θα πρέπει να οδηγήσουν στην άμεση φυλάκιση του, ή δύνανται να ανασταλούν, δυνάμει των διατάξεων του Περί της Υφ' Όρων Αναστολής της Εκτελέσεως Ποινής Φυλακίσεως εις Ωρισμένας Περιπτώσεις Νόμου του 1972, N.95/72. Με το Νόμο 186(Ι)/2003, ο οποίος τροποποίησε τον πιο πάνω Νόμο η διακριτική ευχέρεια αναστολής μιας ποινής φυλάκισης έχει πλέον διευρυνθεί, καθώς, όπως προνοείται στο άρθρο 3
(2)του Νόμου: «Το Δικαστήριο διατάσσει την αναστολή εκτέλεσης της ποινής φυλάκισης, αν αυτό δικαιολογείται από το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης και τα προσωπικά περιστατικά του Κατηγορουμένου». Στη Γενικός Εισαγελέας ν. Τζιαουχάρη
(2005)2 Α.Α.Δ. 161 τέθηκαν τα κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής αυτής ευχέρειας του Δικαστηρίου ως εξής: «Με βάση τα κριτήρια που ίσχυαν πριν τον περιορισμό της εξουσίας του δικαστηρίου όπως είχε επιβληθεί με το Ν. 41
(1)/97 (που τώρα έχει καταργηθεί), τα κριτήρια που μπορούσε να λάβει υπόψη το δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει ή όχι τέτοιο διάταγμα ήσαν τα ακόλουθα: (α) η σοβαρότητα του αδικήματος και τα κίνητρα διάπραξης του (β) το ποινικό μητρώο του κατηγορουμένου δηλαδή αν είναι τέτοιο που υπάρχει η ανάγκη αποτροπής και (γ) η διαγωγή του κατηγορουμένου μετά τη διάπραξη του αδικήματος συμπεριλαμβανομένης και της μεταμέλειας» Πρέπει εδώ αρχικά να λεχθεί ότι δεν κατέληξα στην κρίση μου σε σχέση με το θέμα αναστολής των ποινών φυλάκισης στην παρούσα αβασάνιστα. Λαμβάνοντας όμως υπόψη όλους τους σχετικούς παράγοντες, που πιο πάνω ανέφερα, κρίνω, ότι στην παρούσα περίπτωση δεν υπάρχουν τέτοια περιστατικά που να δικαιολογούν την αναστολή των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο. Οι προσωπικές και οικογενειακές συνθήκες του κατηγορούμενου, οι οποίες επισημαίνω πώς δεν έχουν διαφοροποιηθεί, όπως και όλοι οι υπόλοιποι μετριαστικοί παράγοντες, λήφθηκαν ήδη υπόψη σε σχέση με την έκταση των επιβληθέντων ποινών φυλάκισης. Λαμβανομένης όμως υπόψη της σοβαρότητας των αδικημάτων, την ύπαρξη μίας προηγούμενης καταδίκης και της ανάγκης για αποτροπή, όχι μόνο για τον ίδιο τον κατηγορούμενο, αλλά και για άλλους επίδοξους νέους παραβάτες, αυτοί δεν είναι τέτοιας έκτασης που να δικαιολογούν την αναστολή των επιβληθέντων ποινών φυλάκισης. Ως εκ των πιο πάνω κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η έκδοση διαταγής για αναστολή των ποινών φυλάκισης που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο στην παρούσα υπόθεση. Ποσό €20,00, έξοδα της διερμηνέως κας Μ. Στυλιανού, να καταβληθούν από τη Δημοκρατία Ποσό €50,00 έξοδα της διερμηνέως κας Μαρκάντι, να καταβληθούν από τη Δημοκρατία. Προς τούτο δε λήφθηκε υπόψη ότι αυτή ήλθε από την Λευκωσία. (Υπ.)...................................... Τάσος Κατσικίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ποινή πλαστοπροσωπία απαγορευμένος μετανάστης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο