← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Rabiul Hossain, Αρ. Υπόθεσης: 14630/12, 22/9/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Rabiul Hossain, Αρ. Υπόθεσης: 14630/12, 22/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:B40 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Φυλακτού Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 14630/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσό εναντίον 1. Rabiul Hossain Κατηγορούμενος Ημερομηνία: 22/09/2014 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Αργυρού Για τον κατηγορούμενο: κ. Χριστοφόρου Κατηγορούμενος παρών Ο μεταφραστής Σάββας Λαφαζάνης ορκίζεται να μεταφράζει πιστά από τα Ελληνικά στα Αγγλικά και αντίστροφα Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει 2 κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία κατηγορείται ότι εξέθετε προς λιανική πώληση οινοπνευματώδη ποτά χωρίς άδεια λιανικής πωλήσεως οινοπνευματωδών ποτών, κατά παράβαση των άρθρων 3

(1)(Α) και 23 του Περί Πωλήσεως Οινοπνευματωδών Ποτών Νόμου Κεφ. 144 όπως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος στις 23 Νοεμβρίου του 2011 στη Λεμεσό, εξέθετε προς λιανική πώληση οινοπνευματώδη ποτά στο υποστατικό με την ονομασία Meridien χωρίς άδεια πωλήσεων οινοπνευματωδών ποτών από την Αρμόδια Αρχή. Στη δεύτερη κατηγορία αντιμετωπίζει την κατηγορία πώλησης προϊόντων που απαγορεύονται, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3,19, 21 και 30
(1)(β) του Περί Ρύθμισης Λειτουργίας Καταστήματος και των ωρών απασχόλησης των υπαλλήλων Νόμου του 155
(1)/2006 όπως τροποποιήθηκε, από τους Νόμους 68
(1)/2007 και 6
(1)/2011 και την ΚΔΠ 400/
  1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος στις 23 Νοεμβρίου 2011 στη Λεμεσό, ενώ ήταν υπεύθυνος του περίπτερου με την ονομασία Meridien και δικαιούτο να πωλεί συγκεκριμένα προϊόντα, διέθετε προς πώληση προϊόντα που δεν επιτρέπετο, δηλαδή διάφορα είδη κρεάτων όπως, κοτόπουλο, μπριζόλες και άλλα. Σ' αυτό το στάδιο το Δικαστήριο τονίζει ότι ο ευπαίδευτος συνήγορος της υπεράσπισης δεν είχε οποιαδήποτε ένσταση σε αίτημα για τροποποίηση στην ονομασία του υποστατικού μέσα από την προσφερθείσα μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο δεν θα παραθέσει αυτολεξεί το σύνολο της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, πλην όμως το Δικαστήριο θα παραθέσει τον πυρήνα της μαρτυρίας που έχει κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο θα κάνει ειδική αναφορά εκεί όπου χρειάζεται για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων και συμπερασμάτων. Ως μοναδικός μάρτυρας εκ μέρους της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε ο αρχιαστυφύλακας 1871 Σόλωνας Μητροφάνους, ο οποίος κατέθεσε τα Τεκμήρια 1, 2 και 3, ως επίσης κατά το στάδιο της αντεξέτασης κατέθεσε και το Τεκμήριο
  2. Πολύ συνοπτικά ο μάρτυρας ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη τόπο και χρόνο μετέβηκε στο επίδικο υποστατικό όπου είχε εντοπίσει τον κατηγορούμενο ως υπεύθυνο του επίδικου υποστατικού και πωλούσε αλκοολούχα ποτά χωρίς την απαραίτητη άδεια από την Αρμόδια Αρχή και πιο συγκεκριμένα πωλούσε κρασιά, ουίσκι και βότκες. Επίσης, αναφορικά με τη δεύτερη κατηγορία, ανέφερε ότι διέθετε ο κατηγορούμενος και εξέθετε προς πώληση συγκεκριμένα προϊόντα όπως κοτόπουλο, μπριζόλες. Αντεξεταζόμενος ο εν λόγω μάρτυρας, αρνήθηκε τις σχετικές υποβληθείσες θέσεις ότι τα επίδικα προϊόντα δεν ήταν αλκοολούχα ποτά, ως επίσης αρνήθηκε σχετικές υποβληθείσες θέσεις ότι τα κρεατικά, τα οποία προσφέρονταν προς πώληση, δεν ενέπιπταν στην έννοια των προϊόντων που απαγορευόταν η πώληση τους. Περαιτέρω, ο εν λόγω μάρτυρας έχει κάνει αναφορά στο Τεκμήριο 4 και στην προέλευση των πληροφοριών που έλαβε και συμπλήρωσε το Τεκμήριο 4, όπως επίσης ο εν λόγω μάρτυρας έχει κάνει αναφορά στο Τεκμήριο 3 και προσδιόρισε το επίδικο υποστατικό, αλλά και τα Τεκμήρια 1 και 2 και τι αυτά αντικατοπτρίζουν και πώς περιήλθαν στην αντίληψη του. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα, η Κατηγορούσα Αρχή έκλεισε την υπόθεση της και το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του, έκρινε ότι είχε καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του δυνάμει του άρθρου 74
(1)(Γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος επέλεξε όπως ασκήσει το δικαίωμα της σιωπής και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι στις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους, έκαναν αναφορά σε ειδική επιχειρηματολογία για να υποστηρίξουν τις εκ διαμέτρου αντίθετες εκδοχές τους. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ανέφερε ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε και απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων, ενώ στον αντίποδα, ο ευπαίδευτος συνήγορος της υπεράσπισης εισηγήθηκε ότι ο κατηγορούμενος θα πρέπει να αθωωθεί. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Σύμφωνα με τις νομοθετικές πρόνοιες που διέπουν την πρώτη κατηγορία, θα πρέπει η Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος ήταν υπεύθυνος του επίδικου υποστατικού και ότι ο κατηγορούμενος εξέθετε προς πώληση οινοπνευματώδη ποτά χωρίς τη σχετική άδεια από την Αρμόδια Αρχή. Στη δεύτερη κατηγορία, θα πρέπει η Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει τα εξής συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος ήταν υπεύθυνος του επίδικου υποστατικού ως περίπτερου και διαμέσου του κατηγορουμένου εξέθετε προς πώληση τα προϊόντα που αναφέρονται στη δεύτερη κατηγορία, χωρίς τη σχετική άδεια που ενέπιπταν στην εν λόγω κατηγορία που εμπίπτει το επίδικο υποστατικό, αφού αυτές δεν ενέπιπταν στη κατηγορία των προϊόντων που θα μπορούσαν να πωλούνται στο επίδικο υποστατικό. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας V Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τον μάρτυρα που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία του με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχε να παρακολουθήσει τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια του, τη μνήμη και τους λόγους που είχε για να θυμάται ή να πιστεύει αυτά για τα οποία κατέθετε, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων του (βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Ο μάρτυρας κατηγορίας 1 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο δεν έχει διακρίνει κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης ότι ο εν λόγω μάρτυρας προσήλθε στο Δικαστήριο προκατειλημμένος, έτσι ώστε να βοηθήσει την υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής ή να βλάψει την υπόθεση της υπεράσπισης. Το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει ότι ο εν λόγω ο μάρτυρας προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να παραθέσει τα γεγονότα που περιήλθαν στην αντίληψη του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του. Το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει ότι ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε με φυσικό, πηγαίο και αυθόρμητο τρόπο και ο εν λόγω μάρτυρας δεν δίσταζε να παραδεχθεί αν κάτι δεν γνώριζε ή δεν θυμόταν εν όψει και της παρέλευσης 3 χρονών από τον επίδικο χρόνο. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση και παρακολουθώντας με πάρα πολλή προσοχή τον μάρτυρα κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης και της αντεξέτασης, το Δικαστήριο κρίνει ότι η αξιοπιστία του εν λόγω μάρτυρα δεν έχει κλονιστεί κατά το στάδιο της αντεξέτασης και το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα στο σύνολο της ως αληθινή και αξιόπιστη. Σ' αυτό το στάδιο το Δικαστήριο θα εξετάσει τις θέσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου υπεράσπισης ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν κατάφερε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι τα επίδικα προϊόντα που κατεγράφησαν στο Τεκμήριο 4 και που αφορούν τις κατηγορίες 1 και 2 αποτελούσαν οινοπνευματώδη ποτά και γενικά τα κρεατικά κατά πόσο ήταν προϊόντα που δικαιούταν ή όχι ο κατηγορούμενος να εκθέτει προς πώληση. Το Δικαστήριο θα συμφωνήσει με την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της Κατηγορούσας Αρχής ότι από τη στιγμή που το εν λόγω αδίκημα είναι αυστηρής φύσεως, το Δικαστήριο κρίνει ότι μετατίθεται το βάρος απόδειξης στον κατηγορούμενο να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος ήταν υπεύθυνος στο επίδικο υποστατικό και ότι εξέθετε προς πώληση τα επίδικα προϊόντα χωρίς να καλύπτονται από τις σχετικές από τον Νόμο άδειες. Το Δικαστήριο κρίνει ότι τα εν λόγω αδικήματα είναι αυστηρής φύσεως και είναι από τις περιπτώσεις όπου το βάρος της απόδειξης μετατίθεται στον κατηγορούμενο για να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, και όχι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, ότι τα επίδικα προϊόντα ενέπιπταν στην κατηγορία που δικαιούταν να πωλεί. Σχετικές είναι η υπόθεση John Humphreys 1955,1 ALL E.R. σελ. 793 και το σύγγραμμα του τέως Έντιμου Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Τάκη Ηλιάδη "Το Δίκαιο της Απόδειξης" σελίδα 72, ως επίσης και στην υπόθεση Ζιπιτής v. Αστυνομίας 2003, 2Α.Α.Δ.σελ. 220. Το Δικαστήριο κρίνει ότι το βάρος απόδειξης δεν έχει αποσειστεί από τον κατηγορούμενο, αφού ο κατηγορούμενος επέλεξε να μην προβεί σε ένορκη μαρτυρία και τήρησε το δικαίωμα της σιωπής και μόνο οι υποβολές που υποβλήθησαν εκ μέρους του ευπαίδευτου συνηγόρου υπεράσπισης δεν αποσείουν το βάρος της απόδειξης, αφού ο μάρτυρας κατηγορίας αρνήθηκε τις σχετικές υποβληθείσες θέσεις στο Δικαστήριο. Σε αντίθετη περίπτωση η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου υπεράσπισης γινόταν αποδεκτή, θα καταστρατηγούσε την πιο πάνω αρχή, αφού ελλοχεύει ο κίνδυνος να δημιουργείται το όλως παράδοξο, ότι δηλαδή θα έπρεπε να κατάσχονταν στο σύνολο τους τα Τεκμήρια που θα ανευρίσκονταν και θα αποστέλλονταν τα εν λόγω Τεκμήρια για χημικές αναλύσεις και αυτός σίγουρα δεν ήταν ο σκοπός του νομοθέτη. Απεναντίας, δίνεται η ευκαιρία στον κατηγορούμενο που είναι σε θέση να το πράξει, για να αποσείσει το βάρος της απόδειξης. ΕΥΤΗΜΑΤΑ-ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Από τη στιγμή που το Δικαστήριο αποδέχτηκε τη μαρτυρία του μάρτυρα κατηγορίας 1, το Δικαστήριο εξάγει τα αναγκαία ευρήματα και συμπεράσματα, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος στις 23 Νοεμβρίου 2011 στο επίδικο υποστατικό, εξέθετε προς πώληση οινοπνευματώδη ποτά, δηλαδή ουίσκι, βότκα και κρασιά ως επίσης και τα κρεατικά, δηλαδή κοτόπουλο και μπριζόλες χωρίς αυτά να καλύπτονται με άδειες από τις Αρμόδιες Αρχές. Το Δικαστήριο κρίνει ότι η Κατηγορούσα Αρχή από τη μια πέτυχε και απέδειξε όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων και ο κατηγορούμενος δεν έχει αποσείσει το βάρος της απόδειξης που του αναλογεί. Το γεγονός ότι στις λεπτομέρειες του αδικήματος αναγράφεται η ονομασία Meridien, το Δικαστήριο κρίνει ότι υπό τις περιστάσεις πρόκειται για μια απλή παρατυπία ενόψει και των δηλώσεων του ευπαίδευτου συνηγόρου της υπεράσπισης ότι το επίδικο υποστατικό δεν φέρει την εν λόγω ονομασία, αλλά το επίδικο υποστατικό βρίσκεται επί της οδού 28ης Οκτωβρίου στη Λεμεσό και έχει διακριθεί στο Τεκμηρίου 3 με την αναγραφή, με το γράμμα Χ, με κόκκινο στυλό, με την περιγραφή που αναγράφεται στο επίδικο υποστατικό. Συνακόλουθα το Δικαστήριο δεν κρίνει ότι χρήζει τροποποίησης στις λεπτομέρειες του αδικήματος αμφοτέρων των κατηγοριών. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να δείξει, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε και απέδειξε όλα τα συστατικά στοιχεία αμφοτέρων των κατηγοριών και ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .............. Αλέξανδρος Φυλακτού, Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./Ο.Ρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.