← Κύπρος

GR V NORTH FRUIT LTD δια μέσου του Χριστάκη Ιακωβίδη ως διαχειριστής και παραλήπτης ν. SVENO ENTERPRISES LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 16873/12, 23/9/2014

GR V NORTH FRUIT LTD δια μέσου του Χριστάκη Ιακωβίδη ως διαχειριστής και παραλήπτης ν. SVENO ENTERPRISES LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 16873/12, 23/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:B41 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16873/12 Μεταξύ: GR V NORTH FRUIT LTD δια μέσου του Χριστάκη Ιακωβίδη ως διαχειριστής και παραλήπτης Κατηγορούσα Αρχή v.

  1. SVENO ENTERPRISES LTD
  2. Αιμίλιος Ανδρέου Κατηγορούμενων --------------------------------------------- Ημερομηνία: 23 Σεπτεμβρίου 2014 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή : κ. Σ.Βασιλείου Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2 : κ. Α.Κοτσέλης Κατηγορούμενος 2 : παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορούμενων εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 2 σύμφωνα με το Άρθρο 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος 2 δεν θα πρέπει να κληθεί σε απολογία. Αντίθετη ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής ο οποίος εισηγήθηκε ότι με βάσει την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ο κατηγορούμενος 2 πρέπει να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση του. Τα όσα ανέφεραν και οι δύο πλευρές για υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους έχουν καταγραφεί, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν στην παρούσα απόφαση. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην υπόθεση Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Περαιτέρω στην υπόθεση Γεν. Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87 αναφέρθηκε πως: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Η απόφαση για απαλλαγή και αθώωση στο στάδιο αυτό έχει αντικειμενικό έρεισμα και πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η πρακτική του 1962, δηλαδή, ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας, στο ίδιο συμπέρασμα. Στην παρούσα υπόθεση η κατηγορούμενη 1 εταιρεία αντιμετωπίζει με βάση το κατηγορητήριο έξι κατηγορίες (1η, 3η, 5η, 7η, 9η, 11η), όλες για πρόκληση μη εξόφλησης ισάριθμων επιταγών (τεκμηρίων 1-6) κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Ο κατηγορούμενος 2 δε αντιμετωπίζει επίσης έξι κατηγορίες (2η, 4η, 6η, 8η, 10η, 12η) που αφορούν παροχή συνδρομής και ή παρακίνηση της κατηγορούμενης 1 στην πρόκληση μη εξόφλησης των ως άνω επιταγών κατά παράβαση των άρθρων 20 και 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. Προς απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής έδωσε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ένας μάρτυρας και πιο συγκεκριμένα ο Σωτήρης Γεωργίου (ΜΚ1). Περαιτέρω αναφέρεται έγιναν μεταξύ των δύο πλευρών παραδεκτά γεγονότα τα οποία εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και κατατέθηκαν συνολικά 11 τεκμήρια. Τα παραδεκτά γεγονότα ήταν τα εξής: (α) Η παραπονούμενη εταιρεία, είναι εταιρεία νομίμως συσταθείσα σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο και διευθυντής αυτής είναι ο Αιμίλιος Χατζηχαραλάμπους. (β) Η κατηγορούμενη αρ.1 είναι εταιρεία νομίμως συσταθείσα σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο και διευθυντής αυτής είναι ο κατηγορούμενος αρ.
  2. (γ) Οι επίδικες επιταγές υπογράφηκαν από τον κατηγορούμενο
  3. (δ) Οι επίδικες επιταγές αφού παρουσιάστηκαν την ημερομηνία που ήταν πληρωτέες η κάθε μια στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν, επιστράφηκαν απλήρωτες με την ένδειξη η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη (stop payment), σε αυτές τοποθετήθηκε η σχετική σφραγίδα και παραμένουν απλήρωτες μέχρι σήμερα. (ε) Εκδότης των επίδικων επιταγών είναι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία. (στ) Η παραπονούμενη εταιρεία, τελεί υπό καθεστώς διαχείρισης από τις 03-11-11 δυνάμει ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης ημερομηνίας 01-09-06 για το ποσό των Λ.Κ.150.000.- και ημερομηνίας 03-10-08 για απεριόριστο ποσό. (ζ) Παραλήπτης διαχειριστής της παραπονούμενης εταιρείας από τις 03-11-11 είναι ο κύριος Χριστάκης Ιακωβίδης. (η) Η παραπονούμενη εταιρεία είναι ο νομιμοποιημένος κομιστής των επίδικων επιταγών τεκμήρια 1-
  4. (θ) Οι επίδικες επιταγές τεκμήρια 1-6 έχουν ανακληθεί από την κατηγορούμενη 1 με σχετικές οδηγίες που εδόθησαν προς την τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν και πιο συγκεκριμένα στην τράπεζα Κύπρου. (ι) Η ανάκληση των επίδικων επιταγών τεκμήρια 1-6 έγιναν χωρίς εύλογη αιτία. (κ) Ο κατηγορούμενος 2 διορίστηκε διευθυντής της κατηγορούμενης 1 στις 19-01-11 και έκτοτε παραμένει ως ο μοναδικός διευθυντής της κατηγορούμενης 1 εταιρείας. Ως μοναδικός μάρτυρας για την πλευρά της κατηγορούσας αρχής κατέθεσε ο Σωτήρης Γεωργίου, ΜΚ1, ο οποίος εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία και τα καθήκοντα του είναι σύμβουλος πελατών. Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι η κατηγορούμενη 1 εταιρεία είναι πελάτης της υπηρεσίας τους και διατηρεί λογαριασμούς στην τράπεζα τους. Οι επιταγές τεκμήρια 1-6 εκδόθηκαν από τον αναφερόμενο στα τεκμήρια λογαριασμό και με βάση τις οδηγίες της κατηγορούμενης 1 προς την Τράπεζα ημερ.10-01-08 δικαίωμα υπογραφής έχει μόνον ο κ. Αιμίλιος Ανδρέου. Δικαίωμα ανάκλησης πληρωμής επιταγών είχε ο κ. Αιμίλιος Ανδρέου αλλά υπάρχει ακόμη ένας τρόπος που μπορούν να δοθούν οδηγίες ανάκλησης μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος του direct banking που έχει μετονομαστεί σε 1bank δηλαδή μέσω διαδικτύου. Σε ότι αφορά τον τελευταίο αυτό τρόπο στις 16-10-06 δόθηκε δικαίωμα ανάκλησης στην εταιρεία δίνοντας κωδικούς πρόσβασης σε φυσικό πρόσωπο που στην προκειμένη περίπτωση ήταν ο Ανδρέας Ανδρέου για να έχει πλήρεις υπηρεσίες δηλαδή ενημέρωση και διεκπεραίωση συναλλαγών μέσω του συστήματος. Η ανάκληση των επίδικων επιταγών έγινε μέσω direct banking αλλά δεν έχει κάποιο έγγραφο με τις οδηγίες ανάκλησης. Γι' αυτή την εταιρεία μοναδικός user ήταν ο Ανδρέας Ανδρέου και δεν μπορεί να πει ποιο ήταν το φυσικό πρόσωπο που έκανε την ανάκληση στην προκειμένη περίπτωση, ούτε και υπάρχει τρόπος να εντοπιστεί. Ανεξαρτήτως του user που έχει η τράπεζα, οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο γνωρίζει το όνομα συνδρομητή και τους κωδικούς μπορεί να χρησιμοποιήσει το σύστημα. Δεν έχει περιέλθει στην αντίληψη του να υπήρξε επικοινωνία του κατηγορούμενου 2 με την τράπεζα για να διαμαρτυρηθεί ότι έγινε ανάκληση χωρίς να το γνωρίζει, ούτε έχει βρεθεί κάποια επιστολή του κατηγορούμενου 2 με την οποία να λέει ότι κακώς έγινε η ανάκληση. Για την ύπαρξη των συγκεκριμένων επιταγών τεκμήρια 1-6 γνώριζε ο εκδότης τους, ο υπογράφοντας αυτές και το πρόσωπο που τις ανακάλεσε. Εκ της αντεξέτασης του μάρτυρα αξίζει να σημειωθούν τα εξής. Ανέφερε ότι το δικαίωμα για το 1bank είχε ο Ανδρέας Ανδρέου βάση του τεκμηρίου 11 και το πρόσωπο αυτό είχε το δικαίωμα διαχείρισης του λογαριασμού της κατηγορούμενης 1 εταιρείας μέσω του 1bank internet έχοντας τους σχετικούς κωδικούς που δόθηκαν από την τράπεζα. Οι κωδικοί που δόθηκαν αφορούσαν τον Ανδρέα Ανδρέου και στις συναλλαγές τους θεωρούσαν ότι για την εταιρεία οι οδηγίες γίνονταν από τον Ανδρέα Ανδρέου. Μοναδικός user ήταν ο Ανδρέας Ανδρέου. Οι οδηγίες ανάκλησης σε ότι αφορά τις επίδικες επιταγές προήλθαν μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος. Δεν έχει βρεθεί οποιοδήποτε έγγραφο / έντυπο με οδηγίες του κατηγορούμενου 2 για ανάκληση υπό την ιδιότητα του ως διευθυντή της εταιρείας. Η ανάκληση με βάση τα συστήματα τους φαίνεται να προήλθε από τον συνδρομητή Ανδρέα Ανδρέου. Κατά την επανεξέταση του ο μάρτυρας δεν προσέθεσε κάτι πέραν των όσων πιο πάνω έχουν αναφερθεί. Διεξήλθα με προσοχή την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και η οποία συνοπτικά παρατίθεται ανωτέρω, τα παραδεκτά γεγονότα αλλά και τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί και έχω την άποψη ότι θα πρέπει να γίνει διαχωρισμός της περίπτωσης της κατηγορούμενης 1 από αυτή του κατηγορούμενου
  5. Και εξηγώ. Όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, η κατηγορούμενη 1 εταιρεία αντιμετωπίζει κατηγορίες για το αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγών κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(2)του Κεφ.154. Το άρθρο 305 Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: «
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης, που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές: Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 (βλ.Philippa Estates Ltd ν. Γιαννάκη Ρούσου Ποινική Έφεση 94/2005 ημερομηνίας 24.3.06) που αντιμετωπίζει η κατηγορούμενη 1 είναι τα ακόλουθα: (α) Η έκδοση επιταγής από τον κατηγορούμενο. (β) Η πρόκληση μη εξόφλησης της από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του, πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. Έχοντας υπόψη όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω αλλά κυρίως τα παραδεκτά γεγονότα, κρίνω ότι εν σχέση με την κατηγορούμενη 1 έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση, αφού σε αυτό το στάδιο δεν φαίνεται να απουσιάζει οποιοδήποτε από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Συνεπώς θεωρώ πως ορθώς έπραξε ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων, ο οποίος δεν προέβη σε εισήγηση για μη απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης αναφορικά με την κατηγορούμενη 1. Ερχόμενοι τώρα στον κατηγορούμενο 2, τα πράγματα κρίνω είναι διαφορετικά. Κατ' αρχήν επαναλαμβάνω ότι ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει κατηγορίες για παροχή συνδρομής και ή παρακίνησης της κατηγορούμενης 1 στη διάπραξη των αναφερόμενων αδικημάτων κατά παράβαση των άρθρων 20 και 305Α
(2)του Κεφ.154. Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261 αναφέρθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική αστική ευθύνη, αλλά η ευθύνη βαρύνει την εταιρεία, που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Αυτό όμως δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής τους ευθύνης ως συνεργών και έτσι μπορούν να διωχθούν ως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, ως αυτουργοί, δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Στις περιπτώσεις αυτές χρειάζεται να αποδειχθεί ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση σε αδίκημα, και (β) την ένοχη διάνοια (mens rea) η οποία αναμένεται να σχετίζεται και με τις 2 αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για το συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ότι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, αναφέρω ότι ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος 2, διευθυντής της κατηγορούμενης 1, υπέγραψε τις επίδικες επιταγές και συνέδραμε με τον τρόπο αυτό στην έκδοση τους. Δεν υπάρχει όμως καμία μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος 2 με οποιοδήποτε τρόπο ή πράξη του συνέδραμε στην πρόκληση της μη εξόφλησης των επιταγών. Με βάση την μαρτυρία του ΜΚ1 όλες οι επίδικες επιταγές ανακλήθηκαν ηλεκτρονικά μέσω του συστήματος της τράπεζας 1bank και ο εξουσιοδοτημένος χρήστης του συστήματος εκ μέρους της κατηγορούμενης 1 εταιρείας δεν ήταν ο κατηγορούμενος 2 αλλά κάποιος Ανδρέας Ανδρέου. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι δεν έχουν διαφύγει του Δικαστηρίου όσα ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούσας αρχής ανέφερε κατά την αγόρευση του ενώπιον του Δικαστηρίου, ο οποίος αποδεχόμενος αφενός ότι δεν υπάρχει άμεση μαρτυρία σε ότι αφορά το θέμα ανάκλησης από τον κατηγορούμενο 2, εισηγήθηκε ότι υπάρχει ισχυρή περιστατική μαρτυρία επί του θέματος. Στήριξε την εισήγηση του στο γεγονός ότι το μόνον πρόσωπο που γνώριζε για την έκδοση των επιταγών είναι ο κατηγορούμενος 2 και το μόνον πρόσωπο που θα μπορούσε να δώσει οδηγίες για ανάκληση είναι ο κατηγορούμενος 2. Επίσης στο γεγονός ότι δεν υποβλήθηκε από πλευράς κατηγορούμενου 2 ότι τρίτο πρόσωπο κακόβουλα ανακάλεσε την πληρωμή των επιταγών και για ποιο λόγο, ενώ τέλος ανέφερε ο κ.Βασιλείου δεν έχει σημασία ποιος είχε τους κωδικούς για το σύστημα της τράπεζας. Με σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνήγορο της κατηγορούσας αρχής αναφέρω ότι η όλη εισήγηση του αντιφάσκει με την ίδια την μαρτυρία που η δική του πλευρά παρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως προκύπτει εκ της μαρτυρίας αυτής και φαίνεται πιο πάνω, ο κατηγορούμενος 2 δεν ήταν το μόνο πρόσωπο, ως διευθυντής, που θα μπορούσε να ανακαλέσει την πληρωμή των επιταγών αλλά και ο Ανδρέας Ανδρέου μέσω του ηλεκτρονικού συστήματος της τράπεζας. Οι επίδικες επιταγές δε ανακλήθηκαν ακριβώς μέσω του ηλεκτρονικού αυτού συστήματος, χωρίς να υπάρχει ίχνος μαρτυρίας για οποιαδήποτε εμπλοκή του κατηγορούμενου 2 στην ανάκληση αυτή. Εν πάση περιπτώσει κρίνω καταλήγοντας ότι η εισήγηση του κ.Βασιλείου δεν στηρίζεται βέβαια σε μαρτυρία αλλά σε υποψίες οι οποίες όμως σίγουρα όπως είναι πάγια νομολογημένο δεν μπορούν να εξομοιωθούν με μαρτυρία όσο εύλογες και αν είναι. Ως εκ των ανωτέρω διαπιστώνω ότι ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει καμία μαρτυρία αναφορικά με την παροχή οποιασδήποτε βοήθειας εκ μέρους του κατηγορούμενου 2 στην κατηγορούμενη 1 αναφορικά με το 2ο συστατικό στοιχείο του αδικήματος πιο πάνω. Ούτε και σημειώνω θα μπορούσε το Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις και με βάση την υπάρχουσα μαρτυρία να καταλήξει ότι ο κατηγορούμενος 2 είχε την απαιτούμενη ένοχη διάνοια. Κατά συνέπεια κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί ούτε και για σκοπούς εκ πρώτης όψεως ότι ο κατηγορούμενος 2 συνέδραμε με οποιοδήποτε τρόπο στην πρόκληση μη εξόφλησης οιασδήποτε εκ των επίδικων επιταγών. Υπό τις περιστάσεις όπως πιο πάνω περιγράφονται, η κλήση του κατηγορούμενου 2 σε απολογία θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ΄ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Συναφώς κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Καταληκτικά και με βάση τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της κατηγορούμενης 1 εταιρείας την οποία και καλώ να προβάλει την Υπεράσπιση της, ενώ αντίθετα δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 2, ο οποίος αθωώνεται και απαλλάσσεται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα πιο πάνω αλλά και το γεγονός ότι τους κατηγορούμενους 1 και 2 εκπροσωπεί ο ίδιος δικηγόρος, κρίνω ότι αναφορικά με τα έξοδα η ορθή διαταγή είναι η κάθε πλευρά να επιβαρυνθεί με τα δικά της έξοδα. (Υπ.) ................ Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.