Δημήτρης Θεοδώρου ν. Οδυσσέα Αναξαγόρου, Αρ. Υποθ.: 11802/12, 19/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:B39 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υποθ.: 11802/12 Δημήτρης Θεοδώρου εναντίον Οδυσσέα Αναξαγόρου Κατηγορουμένου --------------------------------------------------------------- Ημερομηνία: 19 Σεπτεμβρίου 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Χ. Χατζηλοίζου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Χ. Παναγή Κατηγορούμενος: Παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες για το αδίκημα της πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 1ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατά ή περί την 30-12-11 στην Λεμεσό με σχετικές οδηγίες του προς το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού παρεμπόδισε την υπό της ως άνω τράπεζας εξόφληση επιταγής υπ'αρ.26517412 για το ποσόν των €10.000.- προς όφελος του Δημήτρη Θεοδώρου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης κατηγορίας ο κατηγορούμενος κατά ή περί την 30-12-11 στην Λεμεσό με σχετικές οδηγίες του προς το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού παρεμπόδισε την υπό της ως άνω τράπεζας εξόφληση επιταγής υπ'αρ.26517413 για το ποσόν των €5.000.- προς όφελος του Δημήτρη Θεοδώρου. Στο σημείο αυτό και πριν υπεισέλθω στο δύσκολο ομολογουμένως έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας, θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ κατ' αρχήν στην μη συμπερίληψη στις εκθέσεις αδικημάτων των δύο κατηγοριών στο κατηγορητήριο του Ν.70
(1)/08 ο οποίος τροποποίησε τον Ποινικό Κώδικα Κεφ.154 και αντικατέστησε το άρθρο 305Α. Το άρθρο 305A δηλαδή όπως ισχύει σήμερα αλλά και όπως ίσχυε κατά τον χρόνο που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Στις εκθέσεις αδικημάτων γίνεται αναφορά στο Νόμο 25
(1)/03 που δεν ίσχυε κατά τον χρόνο που μας ενδιαφέρει. Η μη αναφορά του Νόμου πιο πάνω δεν συνεπάγεται αυτόματα την απόρριψη του κατηγορητηρίου, αφού όπως προκύπτει από την Νομολογία για να συνεπάγεται απόρριψη θα πρέπει να αποδεικνύεται παραπλάνηση ή δυσμενής επηρεασμός για τον κατηγορούμενο (βλ.Σοφοκλής Μαρκίδης v. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων
(1999)2 ΑΑΔ 598, Π.Ε.6089, Ανδρέας Σ. Κοιλιάρης Λτδ v. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 194, Π.Ε.6053). Στην προκειμένη περίπτωση ο κατηγορούμενος δεν έθεσε το θέμα αυτό σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ούτε ισχυρίστηκε παραπλάνηση ή δυσμενή επηρεασμό του. Έχοντας δε υπόψη ότι στις εκθέσεις αδικημάτων αναφέρεται το άρθρο 305Α
(2)του Κεφ.154 εκ του οποίου προκύπτει το αδίκημα που αποδίδεται στον κατηγορούμενο, η μαρτυρία που εδόθη από πλευράς κατηγορούσας αρχής ακριβώς έτεινε να αποδείξει το αδίκημα του άρθρου 305Α
(2)όπως αυτό αντικαταστάθηκε με τον πιο πάνω Νόμο, ο κατηγορούμενος εκδίκασε την υπόθεση του και υπεράσπισε εαυτόν γνωρίζοντας επακριβώς το αδίκημα που αντιμετωπίζει ή και ότι το αδίκημα είναι αυτό του άρθρου 305A
(2), προσαρμόζοντας ανάλογα και την γραμμή υπεράσπισης του, ενώ περαιτέρω από πουθενά δεν φαίνεται να παραπλανήθηκε ή να έχει επηρεαστεί δυσμενώς κατά την προβολή της υπεράσπισης του, κρίνω ότι δεν θα πρέπει να με απασχολήσει περαιτέρω θέμα ακυρότητας του κατηγορητηρίου. Με βάση τις ίδιες αρχές πιο πάνω κρίνω περαιτέρω ότι δεν θα πρέπει να με απασχολήσει θέμα ελαττωματικότητας ή ακυρότητας του κατηγορητηρίου ούτε επειδή στις λεπτομέρειες αδικήματος των δύο κατηγοριών παραλείπεται η αναφορά σε έκδοση της επιταγής από τον κατηγορούμενο δηλαδή η αναφορά σε ένα εκ των δύο συστατικών στοιχείων του αδικήματος του άρθρου 305Α
(2)(βλ. Philippa Estates Ltd ν. Γιαννάκη Ρούσου Ποινική Έφεση 94/2005 ημερομηνίας 24.3.06). Η έκδοση των επίδικων επιταγών ήταν εν πάση περιπτώσει παραδεκτή και από τον κατηγορούμενο, ο οποίος ως αναφέρεται και πιο πάνω πρόβαλε την υπεράσπιση του χωρίς να επηρεαστεί δυσμενώς ή να παραπλανηθεί. Σε κάθε περίπτωση αναφέρεται ο κατηγορούμενος δεν ισχυρίστηκε ποτέ ότι επηρεάστηκε δυσμενώς ή παραπλανήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο ως εκ της πιο πάνω παράλειψης στις λεπτομέρειες αδικήματος. Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν δύο μάρτυρες και μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορουμένου σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου ενώ περαιτέρω κάλεσε ένα μάρτυρα για την υπεράσπιση του. Περαιτέρω κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου συνολικά 12 τεκμήρια. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του χωρίς το Δικαστήριο στο παρόν σημείο να προβαίνει σε εκτενή παράθεση περίληψης της αλλά αυτό θα γίνει όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. Στο σημείο αυτό αναφέρεται ότι μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας και οι δύο συνήγοροι αγόρευσαν ενώπιον του Δικαστηρίου υποστηρίζοντας τις θέσεις τους. Όλα όσα έχουν αναφέρει δε λαμβάνονται υπόψη και δεν θεωρώ σκόπιμο να τα παραθέσω. Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). Η μαρτυρία του ΜΚ1, κ.Χριστάκη Φραντζή, γίνεται αποδεκτή. Ο μάρτυρας αυτός εργάζεται στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού και απάντησε ότι γνώριζε με βάση τα καθήκοντα του και τα στοιχεία που είχε για τις επίδικες επιταγές. Δεν είχε προσωπικό συμφέρον και δεν χωρεί αμφιβολία ότι πρόκειται για αξιόπιστο μάρτυρα. Κατά την εξέταση του ανέφερε ότι ο επίδικος λογαριασμός έχει δικαιούχους τον κατηγορούμενο ή και την Δημητρίου Ιωάννα. Οι επίδικες επιταγές κατατέθηκαν στην ΣΠΕ Μόρφου και ακολούθως παρουσιάστηκαν στο Ταμιευτήριο Λεμεσού αλλά δεν πληρώθηκαν και επιστράφηκαν πίσω γιατί δόθηκε εντολή μη πληρωμής τους από τον κατηγορούμενο στις 30-12-11 (βλ. τεκμήριο 3). Ο λόγος ανάκλησης πληρωμής των επιταγών ήταν ότι απωλέσθηκαν οι επιταγές από τον δικαιούχο. Την σφραγίδα στο πάνω μέρος των επιταγών τοποθέτησε η τμηματάρχης Μάρω Ιωαννίδου. Κατά την αντεξέταση ερωτήθηκε αν γνωρίζει αν ανέφερε ο κατηγορούμενος κατά το σταμάτημα των επιταγών ότι οι επιταγές πληρώθηκαν με μετρητά και ότι ο Δημήτρης Θεοδώρου (παραπονούμενος) ανέφερε ότι τις έχασε, και απάντησε ότι δεν γνωρίζει αν παραπονούμενος και κατηγορούμενος είχαν επικοινωνία για το θέμα. Ο επίδικος λογαριασμός την 01-01-12 είχε πιστωτικό υπόλοιπο €144.-. Ο παραπονούμενος Δημήτρης Θεοδώρου κατέθεσε ως ΜΚ
- Δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του αφού κρίνω ότι δεν είπε την αλήθεια ενώπιον του Δικαστηρίου και προώθησε μια ψεύτικη εκδοχή προκειμένου να καταφέρει να στοιχειοθετήσει υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Εν πάση περιπτώσει ο παραπονούμενος δεν με έπεισε με τα λεγόμενα του, τα οποία σημειώνω έχουν δημιουργήσει αμφιβολίες στο Δικαστήριο αναφορικά με την εκδοχή του. Πιο συγκεκριμένα: - Στο Δικαστήριο έχει κατατεθεί η γραπτή συμφωνία τεκμήριο 6, με βάση την οποία η εταιρεία ΒUY & GO LTD της οποίας διευθυντής και μέτοχος είναι ο παραπονούμενος, συμφώνησε να πωλήσει επιχείρηση περιπτέρου στον κατηγορούμενο. Η τιμή πώλησης με βάση τη συμφωνία φαίνεται να συμφωνήθηκε σε €65.000.-. - Ο παραπονούμενος σε σχέση με την εν λόγω συμφωνία ανέφερε ότι έγινε συνάντηση με τον κατηγορούμενο και τον λογιστή του (ΜΥ1) την προηγούμενη ημέρα της συμφωνίας και συμφώνησαν τα σχετικά που θα έμπαιναν στην συμφωνία. Η τιμή πώλησης θα ήταν €115.000.- και ποσό €80.000.- θα πληρωνόταν σε μετρητά την ημέρα υπογραφής της συμφωνίας ενώ θα του δίνονταν και 3 μεταχρονολογημένες επιταγές αξίας €35.000.-. Η συμφωνία υπεγράφη στο περίπτερο την 12η-09-11, ο λογιστής (ΜΥ1) τους πήρε το έγγραφο και τους ανέφερε ότι είναι αυτά που συμφώνησαν την προηγούμενη ημέρα και αφού του γύρισε την τελευταία σελίδα του είπε να υπογράψει. Ο ίδιος υπόγραψε χωρίς να διαβάσει το έγγραφο, κάτι που έκανε μετά την κατάθεση των επιταγών. Για το ποσό των €80.000.- που έλαβε με την υπογραφή της συμφωνίας ανέφερε εξέδωσε δύο αποδείξεις, τεκμήρια 7 και 8, κατόπιν οδηγιών του λογιστή (ΜΥ1). - Κατ' αρχήν αναφέρω ότι καταθέτοντας ενώπιον του Δικαστηρίου ο παραπονούμενος δεν έπεισε ότι δεν διάβασε την συμφωνία και ότι δεν ανάγνωσε το αναφερόμενο τίμημα πώλησης εκ €65.000.-, ούτε έπεισε ότι το τίμημα που συμφωνήθηκε ήταν €115.000.-. Δεν έπεισε σημειώνω ούτε ότι ανάγνωσε την συμφωνία μετά την κατάθεση των επιταγών δηλαδή πέραν των τεσσάρων μηνών από την υπογραφή της συμφωνίας. Η πλευρά του παραπονούμενου θεωρώ προσέγγισε το θέμα πολύ απλοϊκά και με απλή αναφορά του παραπονούμενου ότι δεν διάβασε την συμφωνία θεώρησε ότι μπορεί να πείσει. Προκειμένου όμως να ανατρέψει το τεκμήριο που προκύπτει από τη συμφωνία, ότι δηλαδή το τίμημα πώλησης ήταν €65.000.-, και να πείσει ότι αυτό ήταν μεγαλύτερο δηλαδή €115.000.- (κατ' εξαίρεση σημειώνεται του κανόνα για τον αποκλεισμό εξωγενούς μαρτυρίας - βλ.Chitty on Contracts, 26η έκδοση, τόμος 1, σελ.541, παράγραφος 858) το Δικαστήριο θα ανέμενε να δοθούν πειστικές λεπτομέρειες για τις συζητήσεις που έλαβαν χώρα και κάτω από ποιες προυποθέσεις και με ποια στοιχεία και δεδομένα κατέληξαν τα μέρη στο ισχυριζόμενο ποσό των €115.000.-, το οποίο υπερβαίνει το αναφερόμενο στη συμφωνία κατά €50.000.-, για την συμφωνία και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες υπεγράφη αλλά και περαιτέρω για την αντίδραση του παραπονούμενου μετά την κατά τον ίδιο ανακάλυψη ότι στη συμφωνία δεν αναγράφηκε το συμφωνημένο ποσό. Τέτοιες λεπτομέρειες δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και εκ τούτου έχουν δημιουργηθεί αμφιβολίες στο Δικαστήριο αναφορικά με την αλήθεια των όσων έχει αναφέρει ο παραπονούμενος. - Περαιτέρω αναφέρεται ότι η θέση του παραπονούμενου κρίνω ότι δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής έχοντας υπόψη και την τεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία. Αφενός γιατί βλέποντας το τεκμήριο 6 στην 1η σελίδα το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι δεν είναι δυνατόν να μην προσέξει κάποιος που κρατά το έγγραφο το αναφερόμενο τίμημα πώλησης και τον τρόπο πληρωμής. Συνεπώς ο παραπονούμενος δεν μπορεί να μην είδε τα στοιχεία αυτά, τα οποία εν πάση περιπτώσει θεωρώ παράλογο να μην διάβασε κατά την υπογραφή της συμφωνίας αφού γι' αυτόν ήταν το σημαντικότερο μέρος της συμφωνίας. Έπειτα τον Νοέμβριο του 2011 ήταν θέση της κατηγορούσας αρχής, έλαβε χώρα η συνάντηση την οποία ο κατηγορούμενος τοποθέτησε τον Οκτώβριο του 2011, με παρόντα πρόσωπα τον κατηγορούμενο, τον ΜΥ1, τον παραπονούμενο και τον πατέρα του τελευταίου. Υποβλήθηκε προς τον κατηγορούμενο και τον ΜΥ1 κατά την αντεξέταση τους ότι στη συνάντηση εκείνη ο κατηγορούμενος υπέβαλε πρόταση να μην κατατεθούν οι επιταγές και να πληρώσει €25.000.-. Το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν είναι δυνατόν να έγινε τέτοια πρόταση από τον κατηγορούμενο ο οποίος κρατούσε στα χέρια του συμφωνία με συμφωνημένο τίμημα πώλησης €65.000.- και είχε ήδη πληρώσει στις 12-09-11 ποσό €80.000.- δηλαδή κατά τον ίδιο τις εν λόγω €65.000.- πλέον €15.000.- για εμπορεύματα. Σαφώς και μετά την συμφωνία και την πληρωμή του ποσού των €80.000.- δεν ετίθετο θέμα πληρωμής από πλευράς κατηγορούμενου σε κάθε περίπτωση. Ο κατηγορούμενος είναι προφανές θεωρεί το Δικαστήριο ότι εφόσον συζητήθηκε η συμφωνία κατά τη συνάντηση και με τα πιο πάνω δεδομένα δεν πρότεινε κάτι τέτοιο ενώ από την άλλη ο παραπονούμενος γνώριζε στη συνάντηση που έγινε αναφορικά με την συμφωνία και το περιεχόμενο της, δηλαδή πολύ πριν την κατάθεση των επιταγών. - Εν πάση περιπτώσει αναφέρεται ότι όπως παρουσίασε τα πράγματα ο παραπονούμενος, μετά την κατάθεση των επιταγών εντόπισε την διαφορά στη συμφωνία αναφορικά με το τίμημα πώλησης και χωρίς οτιδήποτε άλλο αποδέκτηκε την διαφορά και απλά ζήτησε με την επιστολή τεκμήριο 12 τα λεφτά του και ακολούθως καταχώρησε την παρούσα ποινική υπόθεση. Το Δικαστήριο κρίνει ότι η συμπεριφορά αυτή του παραπονούμενου, ενός ανθρώπου ο οποίος διαπίστωσε ότι στην ουσία ξεγελάστηκε και εξαπατήθηκε, δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής. Πως είναι δυνατόν να μην αντέδρασε για ένα τόσο σοβαρό θέμα, να μην μίλησε ή ζήτησε μια συνάντηση με τον κατηγορούμενο ή τον ΜΥ1, να μην πήγε στην Αστυνομία ή να μην κάνει έστω μια νύξη στην επιστολή που απέστειλε στον κατηγορούμενο για το πολύ σοβαρό αυτό θέμα και γενικά να μην κάνει τίποτε και να έρχεται στο Δικαστήριο και λέγοντας απλά ότι δεν διάβασε την συμφωνία και την διάβασε μετά να αναμένει ότι θα γίνει πιστευτός. - Περαιτέρω αναφέρεται ότι εκ της μαρτυρίας του κατηγορούμενου και του ΜΥ1, αλλά κυρίως του τελευταίου ο οποίος όπως εμφαίνεται πιο κάτω κρίνεται από το Δικαστήριο αξιόπιστος και ως ένας επαγγελματίας στον οποίο ανατέθηκε η ετοιμασία της συμφωνίας και ο οποίος δεν είχε κανένα λόγο ούτε να ξεγελάσει τον παραπονούμενο ούτε να πει ψέματα στο Δικαστήριο, η όλη εκδοχή του παραπονούμενου καταρρίπτεται ως μη αληθινή. Εν αντιθέσει με ότι κατέθεσε ο παραπονούμενος το Δικαστήριο κρίνει ότι εξ' αρχής συμφωνήθηκε μεταξύ των μερών της συμφωνίας ως τιμή πώλησης ποσό €65.000.-, αυτό λέχθηκε στον ΜΥ1 ο οποίος ανέλαβε να ετοιμάσει την συμφωνία και η συμφωνία ετοιμάστηκε όπως ακριβώς συμφωνήθηκε. Λίγο πριν την υπογραφή της συμφωνίας, ο ΜΥ1 επεξήγησε τα βασικά σημεία στον παραπονούμενο και τον κατηγορούμενο, ο παραπονούμενος έλαβε γνώση του περιεχομένου της συμφωνίας και η συμφωνία υπεγράφη. Επίσης με βάση την μαρτυρία του κατηγορούμενου την οποία το Δικαστήριο κάνει αποδεκτή, και σε συνάντηση που έλαβε χώρα βδομάδες πριν την κατάθεση των επιταγών (περί τον Οκτώβριο 2011) αλλά και σε τηλεφωνική συνομιλία αμέσως πριν την κατάθεση των επιταγών, ο κατηγορούμενος ζήτησε από τον παραπονούμενο να του επιστραφούν οι επιταγές επειδή ήταν εξοφλημένες. Συνεπώς σε κάθε περίπτωση όταν γνώριζε την θέση του κατηγορούμενου από πριν επιβεβαιώνεται ότι δεν είναι λογικό να διάβασε την συμφωνία μετά την κατάθεση των επιταγών. - Επιπλέον όπως επίσης προκύπτει εκ της μαρτυρίας που γίνεται αποδεκτή, οι δύο αποδείξεις τεκμήρια 7 και 8 δεν εκδόθηκαν την ίδια στιγμή ούτε ο λογιστής, με βάση την μαρτυρία και του ιδίου, έδωσε οδηγίες να εκδοθούν δύο αποδείξεις, ούτε και είχε λόγο κρίνει το Δικαστήριο να δώσει τέτοιες οδηγίες και μάλιστα με την ίδια ακριβώς αιτιολογία δηλαδή «έναντι πώλησης πάγιων περιουσιακών στοιχείων και αποθεμάτων». Η απόδειξη τεκμήριο 8 εξεδόθη το πρωί της 12ης-09-11 οπότε υπεγράφη η συμφωνία και η απόδειξη τεκμήριο 7 την ίδια ημέρα αλλά απόγευμα όπως εξήγησε ο κατηγορούμενος και επιβεβαίωσε ο ΜΥ
- - Το γεγονός σημειώνω ότι ο παραπονούμενος που ήταν το πρόσωπο που εξέδωσε τις αποδείξεις σημείωσε επί των αποδείξεων τη λέξη «έναντι» και ο κατηγορούμενος δεν προέβη σε οιασδήποτε μορφής αμφισβήτηση εφόσον ο ίδιος στην ουσία με την πληρωμή των €50.000.- και την έκδοση της 2ης απόδειξης εξόφλησε το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης δηλ.€35.000 πλέον ποσό €15.000.- για προμήθεια εμπορευμάτων, έχοντας υπόψη την μαρτυρία που γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο θεωρώ ότι δεν αλλάζει τα πράγματα. Εν πάση περιπτώσει η μαρτυρία του ΜΥ1 δεν αφήνει στο Δικαστήριο αμφιβολία ότι η αιτιολογία της 2ης απόδειξης, τεκμήριο 7, και ότι πρόκειται για πληρωμή «έναντι», δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. - Και θεωρώ επίσης ότι δεν αλλάζει τα πράγματα ούτε η παρουσίαση από πλευράς του παραπονούμενου της απόδειξης τεκμήριο 11, με ισχυριζόμενη πληρωμή ποσού €2.000.- από τον κατηγορούμενο έναντι της οφειλής του, η οποία κρίνω εκδόθηκε από τον παραπονούμενο χωρίς να έχει πράγματι λάβει το ποσό αυτό από τον κατηγορούμενο ακριβώς για να εξυπηρετήσει την παρούσα υπόθεση του δείχνοντας με τον τρόπο αυτό ότι ο κατηγορούμενος αναγνωρίζει το χρέος του. Σημειώνω εδώ ότι με βάση την μαρτυρία του κατηγορούμενου και του ΜΥ1 που γίνεται αποδεκτή, πριν την κατάθεση των επίδικων επιταγών για πληρωμή έλαβε χώρα συνάντηση στην παρουσία του κατηγορούμενου, του ΜΥ1, του παραπονούμενου και του πατέρα του τελευταίου, και στην συνάντηση αυτή συζητήθηκε το θέμα επιστροφής από πλευράς παραπονούμενου του ποσού €15.000.- που του εδόθη πέραν του ποσού της συμφωνίας για να φροντίσει να προμηθεύσει με εμπορεύματα το περίπτερο, και στην ίδια συνάντηση ο παραπονούμενος πρότεινε να επιστρέψει €5.000.-. Συνεπώς θα ήταν κρίνω εντελώς παράλογο μεταγενέστερα ο κατηγορούμενος να πληρώσει ποσό €2.000.- την ίδια στιγμή που με βάση την αποδεκτή μαρτυρία του οφείλετο ποσό €15.000.-. Ο παραπονούμενος εν πάση περιπτώσει σημειώνω δεν έδωσε καμία πειστική λεπτομέρεια για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε η εν λόγω πληρωμή και εκδόθηκε η εν λόγω απόδειξη, με δεδομένη την αμφισβήτηση που έτυχε από πλευράς κατηγορούμενου και της άρνησης του περιεχομένου της απόδειξης, και δεν έπεισε το Δικαστήριο στο οποίο σε κάθε περίπτωση έμειναν αμφιβολίες επί του θέματος αυτού. - Καταληκτικά κρίνω ότι ο παραπονούμενος εκμεταλλεύτηκε το γεγονός ότι εκδόθηκαν οι αποδείξεις τεκμήρια 7 και 8 στις 12-09-11, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι εκδόθηκαν και είχε ήδη στην κατοχή του τις επιταγές (τεκμήρια 1, 2, 9 και 10), και προσάρμοσε την εκδοχή του ανάλογα για να μπορεί να διεκδικήσει τα ποσά των επιταγών, τα οποία όμως δεν του οφείλονται και δεν δικαιούται. Λέγοντας απλά ότι δεν διάβασε την συμφωνία και στην ουσία εννοώντας (χωρίς όμως να το πει σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του) ξεγελάστηκε από τον κατηγορούμενο και τον λογιστή του, και χωρίς να δώσει καμία εξήγηση για τον λόγο που θα μπορούσε αυτό να γίνει τουλάχιστον από τον λογιστή ο οποίος είναι ένας επαγγελματίας που έλαβε συγκεκριμένες οδηγίες και εκτέλεσε μια συγκεκριμένη εργασία, δεν έπεισε το Δικαστήριο. Ερχόμενος τώρα στον κατηγορούμενο Οδυσσέα Αναξαγόρου, ο οποίος όπως αναφέρθηκε και πιο πάνω κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία του. Σε γενικές γραμμές άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν αμέσως, με ευθύτητα, φυσικότητα και χωρίς δισταγμό. Εν πάση περιπτώσει δεν διέκρινα σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του προσπάθεια από πλευράς του να αποκρύψει από το Δικαστήριο την αλήθεια, ούτε και έχει κρίνω κλονιστεί η αξιοπιστία του μέσα από την αντεξέταση του. Η μαρτυρία του κατηγορούμενου εν πάση περιπτώσει έχει σημασία να τονιστεί εδώ υποστηρίζεται επί των κύριων, ουσιωδών, σημείων της από την επίσης αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΥ
- - Κατά την εξέταση του ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι στις 12-09-11 υπέγραψε την συμφωνία τεκμήριο 6 με τον παραπονούμενο, την οποία συμφώνησαν να ετοιμάσει ο λογιστής του Αντώνης Αναστάση (ΜΥ1). Η συμφωνία υπεγράφη στο περίπτερο (που αποτέλεσε το αντικείμενο της συμφωνίας) στην παρουσία του ιδίου και του παραπονούμενου. Ο ΜΥ1 ήταν παρών και τους ανέλυσε το έγγραφο, τους έδωσε από ένα αντίτυπο για να το μελετήσουν και τους έδωσε χρόνο 5 λεπτών. Τους ανέφερε επίσης μόλις είναι έτοιμοι να έρθουν να υπογράψουν και αν δεν συμφωνούν να μην υπογράψουν. Μετά την υπογραφή έδωσε €30.000.- μετρητά και 4 επιταγές εκ των οποίων οι 3 για ποσό €10.000.- εκάστη και 1 για ποσό €5.000.-, όλες μεταχρονολογημένες. Η σύζυγος του και ο ΜΥ1 υπέγραψαν ως μάρτυρες στη συμφωνία. Η συμφωνία αφορούσε το ποσό €65.000.-. Όταν έδωσε τα λεφτά ο παραπονούμενος του έδωσε απόδειξη για €30.000.-. Ξεκίνησε να δουλεύει το περίπτερο στις 12-09-11 αλλά κατά τη διάρκεια της ημέρας διέκρινε ότι υπάρχει έλλειψη εμπορευμάτων. Μάλιστα το είδε και το πρωί το θέμα έλλειψης εμπορευμάτων αλλά δεν ανέφερε κάτι και θεώρησε ότι επειδή προηγήθηκε Σαββατοκύριακο, θα δούλεψε το περίπτερο και μπορεί να έκανε πωλήσεις και θα έρθουν οι πλασιέ να το γεμίσουν. Πήρε τον παραπονούμενο τηλέφωνο για τις ελλείψεις και του είπε να έρθει να συζητήσουν. Όταν ήρθε στο περίπτερο του πρότεινε να του δώσει σε μετρητά το εναπομείναν ποσό για εξόφληση του τιμήματος πώλησης δηλαδή €35.000.- και να του επιστρέψει τις επιταγές, επιπλέον δε να του δώσει €15.000.- για να του φέρει εμπορεύματα. Ο παραπονούμενος δέκτηκε και του είπε ότι δεν είχε μαζί του τις επιταγές και θα του τις έφερνε μετά. Του έδωσε τα λεφτά και του έδειξε εμπιστοσύνη ότι θα του επέστρεφε τις επιταγές. Του έδωσε το απόγευμα της ίδιας ημέρας €50.000.- μετρητά και πήρε απόδειξη. Οι 2 αποδείξεις, τεκμήρια 7 και 8, εκδόθηκαν την ίδια μέρα αλλά η μια το πρωί και η άλλη απόγευμα, οπότε δηλαδή δόθηκαν τα ποσά των €30.000.- και €50.000.- αντίστοιχα. Οι αποδείξεις δεν εκδόθηκαν την ίδια στιγμή καθ' υπόδειξη του ΜΥ
- Δεν πήρε πίσω τις επιταγές ούτε ο παραπονούμενος του έβαλε εμπόρευμα αξίας €15.000.- στο περίπτερο. Συνέχισε να δουλεύει το περίπτερο και ένα μήνα περίπου μετά την αγορά του είχαν μια συνάντηση στο περίπτερο. Παρόντες στη συνάντηση ήταν ο ίδιος, ο ΜΥ1, ο παραπονούμενος και ο πατέρας του τελευταίου, και ζητήθηκε από τον παραπονούμενο να του επιστρέψει το ποσό των €15.000.- για να μπορέσει να βάλει εμπόρευμα αλλά αρνήθηκε και του πρόσφερε €5.000.- κάτι που δεν έγινε αποδεκτό. Όταν πλησίασε η ημέρα εξαργύρωσης των επιταγών επικοινώνησε με τον παραπονούμενο για να του φέρει πίσω τις επιταγές και ο τελευταίος του είπε ότι τις έχασε. Ακολούθως πήγε στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο και ανέφερε στον υπάλληλο ότι θέλει να προχωρήσει σε ακύρωση επειδή οι επιταγές είναι πληρωμένες και ο κάτοχος τις έχασε. Στον παραπονούμενο πλήρωσε €80.000.- και δεν του πλήρωσε άλλο ποσό. Ο παραπονούμενος δεν του επέστρεψε τις €15.000.- που κατέβαλε επιπλέον της συμφωνίας, ούτε του πλήρωσε τις €5.000.- που ο ίδιος του πρότεινε αφού δεν έγινε αποδεκτή η προσφορά του. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν κίνησε οποιαδήποτε αγωγή μέχρι σήμερα σε ότι αφορά τα παράπονα του, ούτε έστειλε οποιαδήποτε επιστολή γιατί δεν ήθελε να μπει σε διαδικασίες Δικαστηρίου. Αρνήθηκε ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό στον παραπονούμενο. Με τον παραπονούμενο τους έφερε σε επαφή κοινός τους γνωστός 5-6 ημέρες πριν την υπογραφή της συμφωνίας. Δεν ήξερε τον παραπονούμενο προηγουμένως. Συμφωνεί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων 7 και 8, που εκδόθηκαν την ημέρα που αναγράφεται επ'αυτών. Την ημέρα που υπεγράφη η συμφωνία εξέδωσε και τις επιταγές, εκ των οποίων τις επίδικες (τεκμ. 1 και 2) τις έκανε stop payment στις 30-12-11 με λόγο ότι χάθηκαν αφού αυτό του είχε αναφέρει ο παραπονούμενος. Η συμφωνία υπεγράφη πρωί της 12ης-09-11, οπότε και εξέδωσε τις 4 επιταγές και έδωσε το ποσό των €30.000.- σε μετρητά. Με τον παραπονούμενο συναντήθηκαν και το απόγευμα της 12ης-09-11 και την επομένη. Με την υπογραφή της συμφωνίας παρέλαβε τα κλειδιά του περιπτέρου και άρχισε δουλειά. Ο παραπονούμενος για μια βδομάδα περίπου ερχόταν στο περίπτερο και τον βοηθούσε. Για τις ελλείψεις στο περίπτερο τις οποίες διαπίστωσε την ίδια μέρα της υπογραφής της συμφωνίας, πήρε τηλέφωνο τον παραπονούμενο ο οποίος ήρθε το απόγευμα της ίδιας ημέρα και επιπλέον μίλησε με το λογιστή του. Αρνήθηκε υποβολή ότι δεν επικοινώνησε με τον παραπονούμενο ως έχει αναφέρει και επίσης αρνήθηκε ότι το ποσό €50.000.- το έδωσε επίσης με την υπογραφή της συμφωνίας. Έδειξε εμπιστοσύνη για την επιστροφή των επιταγών και δεν ζήτησε να του υπογράψει οποιοδήποτε έγγραφο. Παρόλο που δεν γνώριζε τον παραπονούμενο του έδωσε τις €50.000.- χωρίς να πάρει τις επιταγές θεωρώντας ότι με τις αποδείξεις που πήρε ήταν καλυμμένος. Αρνήθηκε ότι δεν έγινε ποτέ κουβέντα με τον παραπονούμενο για επιστροφή του ποσού των €15.000.-. Με το ποσό των €15.000.- θα του έφερνε γενικά είδη περιπτέρου, τσιγάρα, ποτά και ότι προνοούσε το συμβόλαιο. Αρνήθηκε ότι η 2η απόδειξη για €50.000.- εκδόθηκε μαζί με την άλλη γιατί ήταν επιλογή του λογιστή του για δικούς του λόγους. Έγινε μια συνάντηση μεταξύ του ίδιου, του λογιστή του, του παραπονούμενου και του πατέρα του τελευταίου, ένα μήνα περίπου μετά την αγορά του περιπτέρου (μέσα στον Οκτώβρη του 2011) και αρνήθηκε ότι η συνάντηση έγινε ένα μήνα πριν τον Δεκέμβρη του
- Αρνήθηκε επίσης ότι στη συνάντηση εισηγήθηκε να μην μπουν για εξαργύρωση οι επιταγές και να πληρώσει ποσό €25.000.- για εξόφληση. Στη συνάντηση ανέφερε ζήτησε να του επιστραφούν οι επιταγές γιατί ήταν εξοφλημένες και να του επιστραφεί το ποσό των €15.000.- που του οφείλετο για να βρει εμπόρευμα και να δουλέψει. Μετά την συνάντηση αυτή δεν ξανασυνάντησε τον παραπονούμενο. Επικοινώνησε μόνον μαζί του για να του επιστρέψει τις επιταγές και του είπε τις έχασε. Το έγγραφο ετοιμάστηκε από τον λογιστή του με εντολή και των δύο (δηλαδή κατηγορούμενου και παραπονούμενου), τους το έδωσε και το διάβασαν και μετά το υπόγραψαν. Δεν υπέγραψαν όλες τις σελίδες αλλά μόνον την τελευταία. Δεν γνώριζε ότι έπρεπε να υπογραφούν και οι άλλες σελίδες. Τέλος, αρνήθηκε υποβολές που του έγιναν λέγοντας ότι δεν οφείλει κανένα ποσό και ότι πλήρωσε τις επιταγές την ίδια μέρα το απόγευμα (της 12ης-09-11). Δεν πήρε ποτέ την απόδειξη τεκμήριο 11 καθ' ότι είχε πληρώσει όλα τα λεφτά από πριν. Ο Αντώνης Αναστάση, λογιστής στο επάγγελμα, κατέθεσε ως ΜΥ
- Εξ' αρχής αναφέρω ότι ο μάρτυρας αυτός έκανε εξαιρετική εντύπωση στο Δικαστήριο και αποδέχομαι την μαρτυρία του. Απάντησε στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ευθέως, με φυσικότητα και χωρίς δισταγμό ενώ κρίνω ότι σε κανένα σημείο δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία του μέσα από την αντεξέταση του. Σε καμία περίπτωση δεν διέκρινα προσπάθεια από πλευράς του να αποκρύψει την αλήθεια ή να πει πράγματα απλά και μόνον για να βοηθήσει την πλευρά του κατηγορούμενου, όπως ήταν η θέση που του υποβλήθηκε από την πλευρά της κατηγορούσας αρχής. Αντίθετα η καθαρότητα της μαρτυρίας του προκύπτει κρίνω και από το γεγονός ότι κατέθεσε μόνον για γεγονότα που γνώριζε με θετικό τρόπο, για τα οποία σημειώνεται έπεισε το Δικαστήριο. Κρίνω περαιτέρω ότι ο μάρτυρας αυτός δεν είχε κανένα απολύτως λόγο να ξεγελάσει τον παραπονούμενο βάζοντας στο συμβόλαιο ως τίμημα πώλησης €65.000.- ενώ συμφωνήθηκε στην πραγματικότητα ποσό €115.000.-. Αξίζει να αναφερθεί ότι δεν γνώριζε τότε που υπεγράφη η συμφωνία όχι μόνον τον παραπονούμενο αλλά ούτε τον κατηγορούμενο. Γνώριζε τον πατέρα του κατηγορούμενου, ο οποίος του ζήτησε να γίνει λογιστής του τελευταίου. Στην ουσία δηλαδή γνώρισε κατηγορούμενο και παραπονούμενο την στιγμή που του έδωσαν οδηγίες να ετοιμάσει την συμφωνία πώλησης του περιπτέρου (την προηγούμενη ημέρα της υπογραφής της συμφωνίας) και έτσι έκανε ακριβώς βάζοντας στο συμβόλαιο ότι ακριβώς συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων, μεταξύ των οποίων και το συμφωνημένο τίμημα πώλησης €65.000.-, το οποίο συμβόλαιο αφού τους το επεξήγησε αυτοί το υπόγραψαν. Βέβαια στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθούν και τα εξής σχετικά σε ότι αφορά την μαρτυρία της Υπεράσπισης. Είναι γεγονός και δεν έχει διαφύγει του Δικαστηρίου ότι σε κάποια σημεία ο κατηγορούμενος έδωσε μια ελαφρώς διαφορετική εκδοχή για το πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα από τον ΜΥ1, όπως για παράδειγμα όταν ανέφερε ότι έδωσε τα λεφτά και τις επιταγές μετά την υπογραφή της συμφωνίας ενώ ο ΜΥ1 ανέφερε ότι ως πληροφορήθηκε είχαν δοθεί πριν τους πάρει το έγγραφο για υπογραφή, ή όταν ανέφερε ότι στη συνάντηση που έλαβε χώρα περί τον Οκτώβριο 2011 εκτός από την επιστροφή του ποσού των €15.000.- ζήτησε να του επιστραφούν και οι επιταγές ενώ ο ΜΥ1 ανέφερε ότι συζητήθηκε μόνον η επιστροφή του ποσού €15.000.-. Επίσης στο σημείο όπου ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι ο ΜΥ1 τους ανέλυσε το έγγραφο και μάλιστα τους έδωσε χρόνο 5 λεπτών να το μελετήσουν, ενώ ο ΜΥ1 είπε ότι τους επεξήγησε τα βασικά σημεία στα γρήγορα και το υπέγραψαν αφού συμφώνησαν. Οι διαφορές αυτές στη μαρτυρία της Υπεράσπισης έχουν εντοπιστεί από το Δικαστήριο το οποίο τις έχει μελετήσει σε συνάρτηση και με την υπόλοιπη μαρτυρία, πλην όμως αυτές κρίνονται επουσιώδεις και δεν μπορούν να διαφοροποιήσουν την εν λόγω κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος και ο ΜΥ1 είναι αξιόπιστοι μάρτυρες και η μαρτυρία τους θα πρέπει να γίνει αποδεκτή. Μετά από πάροδο τριών
(3)χρόνων και περισσότερο σημειώνεται, δηλαδή από την περίοδο που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα μέχρι την κατάθεση τους ενώπιον του Δικαστηρίου, θεωρώ τουλάχιστον αφύσικο να μην υπάρχουν κάποιες διαφοροποιήσεις ή αντιφάσεις σε κάποιες λεπτομέρειες στη μαρτυρία των δύο, και προσθέτω ότι αυτό κρίνει το Δικαστήριο δείχνει περισσότερο έλλειψη προ συνεννόησης μεταξύ τους για την εκδοχή που θα έδιναν παρά οτιδήποτε άλλο (βλ. Κουδουνάρης v. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 320, Πέτρου v. Αστυνομίας
(1994)2 ΑΑΔ 76). Έχοντας υπόψη την αξιολόγηση πιο πάνω καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Ο κατηγορούμενος στις 12-09-11 υπέγραψε την συμφωνία τεκμήριο 6 μαζί με την εταιρεία BUY & GO LTD (στο εξής η Εταιρεία) της οποίας ο παραπονούμενος ήταν διευθυντής και μέτοχος. Η συμφωνία αφορούσε την αγορά επιχείρησης περιπτέρου με πωλητή την Εταιρεία και αγοραστή τον κατηγορούμενο. Το τίμημα πώλησης ήταν €65.000.-. Ο κατηγορούμενος το πρωί της 12ης-09-11 πλήρωσε €30.000.- σε μετρητά στον παραπονούμενο και εξέδωσε επ' ονόματι του επιπλέον 4 μεταχρονολογημένες επιταγές (δηλαδή τις επίδικες τεκμήρια 1 και 2 και τις επιταγές τεκμήρια 9 και 10) προς εξόφληση του τιμήματος πώλησης συμποσούμενες σε €35.000.-. Για το ποσό των €30.000.- η Εταιρεία εξέδωσε και παρέδωσε προς τον κατηγορούμενο την απόδειξη τεκμήριο
- Το απόγευμα της ίδιας ημέρας ο κατηγορούμενος συμφώνησε με τον παραπονούμενο να του πληρώσει σε μετρητά το υπόλοιπο του τιμήματος πώλησης εκ €35.000.- και να του επιστρέψει τις εν λόγω 4 επιταγές και την ίδια στιγμή να του πληρώσει €15.000.- για να φροντίσει να εφοδιαστεί το περίπτερο με εμπορεύματα (επειδή γνώριζε τα της διαχείρισης και τους προμηθευτές), αφού είχαν διαπιστωθεί ελλείψεις. Ο κατηγορούμενος ακολούθως πλήρωσε το ποσό των €50.000.- σε μετρητά προς τον παραπονούμενο, και η Εταιρεία εξέδωσε προς τον κατηγορούμενο την απόδειξη τεκμήριο
- Ο παραπονούμενος την ημέρα εκείνη δεν επέστρεψε τις επιταγές γιατί ανέφερε ότι δεν τις είχε στην κατοχή του. Ο παραπονούμενος τελικά δεν επέστρεψε τις επιταγές, δεν φρόντισε να εφοδιαστεί το περίπτερο με εμπορεύματα αλλά ούτε και επέστρεψε το ποσό των €15.000.- που έλαβε για το σκοπό αυτό. Ο κατηγορούμενος δε προσπάθησε μέχρι και την υστάτη, πριν την κατάθεση των επιταγών, για να τις πάρει πίσω αφού ήταν εξοφλημένες, αλλά ο παραπονούμενος του ανέφερε ότι τις έχασε. Ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος αποτάθηκε στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού και έδωσε εντολή μη πληρωμής των επίδικων επιταγών. Ανέφερε στον υπάλληλο ότι τις εξόφλησε και περαιτέρω ότι ο δικαιούχος τις έχασε. Στο σχετικό έντυπο (τεκμήριο 3) για την εντολή μη πληρωμής αναγράφηκε σαν λόγος ότι οι επιταγές έχουν απωλεσθεί. Οι επίδικες επιταγές κατατέθηκαν από τον παραπονούμενο στη ΣΠΕ Μόρφου στις 27-01-12 (τεκμήριο 2) και στις 31-01-12 (τεκμήριο 1) αντίστοιχα και ακολούθως παρουσιάστηκαν για πληρωμή στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού, πλην όμως δεν πληρώθηκαν ακριβώς ένεκα της εν λόγω εντολής του κατηγορούμενου και σχετική σφραγίδα υπάρχει στο πάνω μέρος του σώματος της κάθε επιταγής. Με βάση τα πιο πάνω θα προχωρήσω να εξετάσω αν στοιχειοθετούνται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω ο κατηγορούμενος κατηγορείται για τη διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 305 Α
(2)του Κεφ. 154 από το λεκτικό του οποίου ως αυτό έχει ερμηνευθεί στην Philippa Estates Ltd ν. Γιαννάκη Ρούσου Ποινική Έφεση 94/2005 ημερομηνίας 24.3.06 προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
- Η έκδοση επιταγής από τον κατηγορούμενο
- Η πρόκληση μη εξόφλησης της από τον εκδότη της με οποιαδήποτε πράξη του πριν ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία, τα κατατεθέντα τεκμήρια και τα ευρήματα του Δικαστηρίου ανωτέρω είναι φανερό ότι έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι ο κατηγορούμενος εξέδωσε και παρέδωσε προς τον παραπονούμενο τις επίδικες επιταγές τεκμήρια 1 και 2, ενώ ο κατηγορούμενος με γραπτές οδηγίες του προς το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού στις 30.12.11 ανακάλεσε την πληρωμή των εν λόγω επιταγών με αποτέλεσμα αυτές να μην πληρωθούν όταν εμφανίστηκαν προς εξαργύρωση. Συνεπώς τα συστατικά στοιχεία και των δύο κατηγοριών που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος έχουν αποδειχθεί. Κατόπιν των ανωτέρω εκείνο που απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσο ο κατηγορούμενος έχει κατορθώσει να αποδείξει την υπεράσπιση που παρέχει το εδάφιο 2 του άρθρου 305(Α) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
- Το βάρος απόδειξης υπεράσπισης που δημιουργείται είτε από το Νόμο είτε από το Κοινοδίκαιο έχει ο κατηγορούμενος με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. Ζαβός ν. Αστυνομίας
(1963)1 CLR 57, Ταραπουλούζης ν. Έπαρχος Λευκωσίας
(1962)CLR 91, Παπαδόπουλος ν. Δημοκρατίας
(1980)2 CLR 10, Cross on evidence 4η έκδοση σελ. 85-87, Λοΐζου ν. Δημοκρατίας
(1994)2 ΑΑΔ 108, GP Ergatides Motors Ltd v. Αστυνομία και Γεώργιος Εργατίδης ν. Αστυνομία Ποιν. Έφ. 6138 και 6139 αντίστοιχα, ημερ. 19.6.97 και Ν. C. Diamonds Co Ltd και Χρίστου Γεωργίου Ποιν. Έφ. 7105, ημερ. 11.12.01). Το τι συνιστά εύλογη αιτία στα πλαίσια της υπεράσπισης που καθιερώνει το άρθρο 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 έχει ερμηνευθεί στην N.C. Diamonds Co. Ltd ν. Χρίστου Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763. Συγκεκριμένα στην υπόθεση αυτή έγινε αναφορά στην υπόθεση Pitsillides & Another v. Republic
(1983)2 C.L.R. 374 όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης. Περαιτέρω στην N.C. Diamonds Co. Ltd (ανωτέρω) αναφέρθηκε ότι η ίδια φράση έχει στην αγγλική νομολογία συσχετισθεί και με την έννοια δίκαιη αιτία ενώ σχετικά έγινε αναφορά και στην φράση bona fide (καλή τη πίστει) που στην αγγλική ορολογία θεωρήθηκε ταυτόσημη με τη λέξη "honestly" (ειλικρινά). Με βάση την πιο πάνω ερμηνεία το Ανώτατο Δικαστήριο κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του πρωτόδικου δικαστή αναφορικά με την υπεράσπιση του εδ.
(2), ότι δηλ. πρέπει ο κατηγορούμενος να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και επιπρόσθετα ότι η πεποίθησή του αυτή ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις (κάτι που εξετάζεται αντικειμενικά), έγινε μέσα στο πνεύμα των παραπάνω αποφάσεων. Με βάση αυτά το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η ενέργεια του εφεσίβλητου ήταν ειλικρινής και υπαγορεύθηκε από εύλογη αιτία. Τέλος στην ίδια υπόθεση κρίθηκε ότι η ποινική ευθύνη του εκδότη επιταγής καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδ.
(2), χωρίς να επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις γιατί σε αντίθετη περίπτωση δεν θα υπήρχαν περιθώρια επίκλησης της υπεράσπισης που παρέχει το εδ. 2 και θα καθιερωνόταν έτσι η αντίθετη θεωρία, του μη ανακλητού της επιταγής. Με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω και την αξιολόγηση της μαρτυρίας, κρίνω ότι η μαρτυρία που τέθηκε από την Υπεράσπιση, έχοντας κριθεί αξιόπιστη, είναι ικανή να αποσείσει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων το βάρος απόδειξης της υπεράσπισης που την βαρύνει. Ο κατηγορούμενος κρίνω ανακάλεσε καλόπιστα την πληρωμή των επιταγών. Πίστευε ειλικρινά ότι είχε δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή των επιταγών και επιπρόσθετα η πεποίθησή του αυτή ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις. Το ισάξιο των επιταγών πληρώθηκε στις 12-09-11 και συμφωνήθηκε η επιστροφή τους προς τον κατηγορούμενο. Όταν δεν επιστράφηκαν και μάλιστα ο παραπονούμενος ανέφερε ότι τις έχασε, ο κατηγορούμενος αποτάθηκε στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού και σταμάτησε την πληρωμή τους λέγοντας ακριβώς ότι έχουν εξοφληθεί και ο δικαιούχος τις έχασε. Δεν έχει σημειώνω διαφύγει του Δικαστηρίου το γεγονός ότι στο τεκμήριο 3 αναγράφεται σαν λόγος μόνον η απώλεια τους και όχι και η εξόφληση τους μαζί, πλην όμως θεωρώ ότι αυτό έχοντας υπόψη την μαρτυρία που έχει γίνει αποδεκτή δεν αλλάζει τα πράγματα. Όπως γίνεται αντιληπτό με βάση τα ανωτέρω το αποτέλεσμα της υπόθεσης έχει κριθεί. Όμως πριν ολοκληρώσω κρίνω σκόπιμο να επανέλθω στο θέμα που ετέθη αρχικά αναφορικά με την ελαττωματικότητα του κατηγορητηρίου και πιο συγκεκριμένα της παράλειψης αναφοράς στο συστατικό στοιχείο της έκδοσης στις λεπτομέρειες αδικήματος στις δυο κατηγορίες. Επανέρχομαι στο θέμα σημειώνω αφού σε περίπτωση που το αποτέλεσμα της παρούσας ανατραπεί κατ' Έφεση θεωρώ ότι το θέμα θα απασχολήσει και αυτό γιατί ενόψει των όσων έχουν αναφερθεί κρίνω ότι με βάση το υφιστάμενο κατηγορητήριο δεν θα ήταν εν πάση περιπτώσει εφικτή η καταδίκη του κατηγορούμενου. Αναφέρω λοιπόν ευθέως εδώ ότι εφόσον η υπεράσπιση του κατηγορούμενου δεν εγίνετο αποδεκτή, έχοντας υπόψη τις πρόνοιες του άρθρου 85
(4)του Κεφ.155*, θα προχωρούσα σε αθώωση του κατηγορουμένου στις υφιστάμενες κατηγορίες και θα πρόσθετα νέες κατηγορίες με τις ορθές λεπτομέρειες και ακολούθως θα έβρισκα ένοχο τον κατηγορούμενο στις νέες κατηγορίες. Και αυτό γιατί διαπιστώνω ότι θα συνέτρεχαν όλες οι προυποθέσεις του εν λόγω άρθρου και κυρίως επειδή έχοντας υπόψη την μαρτυρία που έχει δοθεί κρίνω δεν θα προέκυπτε κανένας δυσμενής επηρεασμός του κατηγορουμένου στην υπεράσπιση του. * Το άρθρο 85
(4)του Κεφ.155 έχει ως εξής: « Αν στο τέλος της δίκης το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι έχει αποδειχτεί με μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε ποινικό αδίκημα ή ποινικά αδικήματα που δεν περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και για τα οποία δεν δύναται να καταδικαστεί χωρίς τροποποίηση του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και για τα οποία καταδικαζόμενος δεν θα υπόκειται σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης στην οποία θα υπόκειτο αν καταδικαζόταν βάσει του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και ότι ο κατηγορούμενος δεν θα επηρεαζόταν με αυτό δυσμενώς στην υπεράσπιση του, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την προσθήκη στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο κατηγορίας ή κατηγοριών εναντίον του κατηγορούμενου για τέτοιο ποινικό αδίκημα ή ποινικά αδικήματα, και το Δικαστήριο αποφασίζει για αυτά ωσάν η κατηγορία αυτή ή οι κατηγορίες αποτελούσαν μέρος του αρχικού κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο. » Κατάληξη Ως εκ τούτου η θέση της Υπεράσπισης γίνεται αποδεκτή. Κατά συνέπεια για όλους τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει την υπόθεση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας εναντίον του κατηγορούμενου, τον οποίο απαλλάσσω και αθωώνω εν σχέση με τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ του κατηγορούμενου και εναντίον του παραπονούμενου όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............. Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο