ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ν. VLADIMIR RUDNEV, Αρ. Υπόθεσης: 25273/12, 12/9/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:B38 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 25273/12 ΔΗΜΟΣ ΑΓΙΟΥ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Κατηγορούσας Αρχής εναντίον VLADIMIR RUDNEV Κατηγορουμένου ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 12/9/2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή: κ.Γ.Διογένους Για τον κατηγορούμενο: κ. Χ.Αδάμου Κατηγορούμενος: παρών ---------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η πλευρά του κατηγορούμενου υπέβαλε αίτημα εξαίρεσης μου από την υπόθεση. Το αίτημα στηρίζεται όπως εξήγησε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου στο ότι το παρόν Δικαστήριο έχει συμπεριφερθεί κατά τρόπο πλημμελή προς τον κατηγορούμενο και έχει ασκήσει πλημμελώς τα καθήκοντα του. Για το θέμα έχει αποσταλεί επιστολή στον Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου όπως αναφέρθηκε και φαντάζεται το θέμα θα διερευνάται. Πιστεύει ότι ο πελάτης του δεν θα τύχει αντικειμενικής αντιμετώπισης από το Δικαστήριο, ως άνθρωποι που είμαστε. Ο πελάτης του συνέχισε έχει υποστεί ένα εξευτελισμό από το Δικαστήριο το οποίο τον έθεσε υπό κράτηση για μια ώρα σε προηγούμενο στάδιο και αποφάσισε να αλλάξει μονομερώς τους όρους εμφάνισης. Θεωρεί ανέφερε τέλος το θέμα σοβαρό και θα πρέπει το παρόν Δικαστήριο να εξαιρεθεί. Κατ' αρχήν να αναφερθεί ότι η αναφερόμενη επιστολή προς το Ανώτατο Δικαστήριο δεν έχει περιέλθει σε γνώση του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο σημειώνω έλαβε γνώση για το θέμα μόλις χθες μέσα από την αγόρευση του κ.Αδάμου. Επίσης πριν προχωρήσω να αποφασίσω επί του θέματος που ηγέρθη, θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι θέμα μονομερούς τροποποίησης όρων εμφάνισης από το Δικαστήριο, όπως λανθασμένα έχει αναφερθεί, δεν προκύπτει. Προφανώς η αναφορά του κ.Αδάμου αφορούσε την εμφάνιση της 18ης-07-14, οπότε το Δικαστήριο ζήτησε να ακουστούν γεγονότα θέτοντας την ίδια στιγμή τον κατηγορούμενο υπό κράτηση έχοντας υπόψη τη σοβαρότητα της υπόθεσης και την προβλεπόμενη ποινή για το αδίκημα της παρακοής δικαστικού διατάγματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος όπως επίσης και την αυστηρή αντιμετώπιση τέτοιων αδικημάτων από τη Νομολογία, ενώ αργότερα την ίδια ημέρα αφού έγινε τροποποίηση του κατηγορητηρίου και ακούστηκαν οι συνήγοροι των δύο πλευρών, το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση σε νέα σύντομη ημερομηνία για γεγονότα και ποινή με οδηγίες όπως ο κατηγορούμενος είναι παρών με την ίδια εγγύηση (όπως ίσχυε και προηγουμένως). Ερχόμενος τώρα στο αίτημα, αναφέρω ότι είναι σαφώς δύσκολο και ψυχοφθόρο να καλείται ένας Δικαστής να αποφαίνεται για την αμεροληψία του η οποία είναι εκ των ων ουκ άνευ, για την άσκηση του λειτουργήματος του. Αποφασίζοντας όμως τέτοιο θέμα, από τη μια θα πρέπει να ισοζυγίσει την επιτέλεση του καθήκοντος του και να αρνηθεί να ενδώσει στην επιλογή του δικαστή από οποιοδήποτε διάδικο και από την άλλη, θα πρέπει σε περίπτωση που συντρέχουν οι προϋποθέσεις της νομολογίας, να αυτοεξαιρείται για να φαίνεται ότι η δικαιοσύνη δεν απονέμεται μόνο αλλά και φαίνεται ότι απονέμεται. Το Άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης προνοεί ότι: «Παν πρόσωπο έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσις του δικασθή δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξαρτήτου και αμερολήπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίση είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως, είτε επί του βασίμου πόσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως.» Η ανεξαρτησία και αμεροληψία του εκδικάζοντος Δικαστηρίου κατοχυρώνεται και με το Άρθρο 30.2 του Συντάγματος το οποίο έχει κυρωθεί στην Κύπρο με το Νόμο αρ. 39/62 και προνοεί ότι: «Έκαστος, κατά την διάγνωσιν των αστικών αυτού δικαιωμάτων και υποχρεώσεων ή οιασδήποτε κατ' αυτού ποινικής κατηγορίας, δικαιούται ανεπηρεάστομ, δημοσίας ακροαματικής διαδικασίας εντός ευλόγου χρόνου, ενώπιον ανεξαρτήτου, αμερολήπτου και αρμοδίου δικαστηρίου ιδρυομένου διά νόμου.» Το ερώτημα της εξαίρεσης ενός Δικαστή έχει εξεταστεί σε αριθμό υποθέσεων (ίδε Hadjicosta ν. Anastasiadis
(1982)1 C.L.R. 296, Kritiotis ν. Municipality of Paphos
(1983)3 C.L.R. 1460 και στην υπόθεση Πίτσιλλος ν. Δημοκρατίας
(1994)1 Α.Α.Δ. 268) όπου τονίστηκε ότι η δικαιοσύνη όχι μόνο πρέπει να απονέμεται αλλά και να φαίνεται ότι απονέμεται και ότι Δικαστής δεν εξαιρείται ανάλογα με τις επιθυμίες των διαδίκων, οι οποίοι δεν δικαιούνται να καθορίζουν τη σύνθεση του Δικαστηρίου. Τονίζεται ότι, είναι πάγια νομολογημένο, ότι το κριτήριο για εξαίρεση Δικαστή είναι η δημιουργία δικαιολογημένης εντύπωσης ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης από τον Δικαστή στο νου του μέσου εχέφρονα πολίτη, ο οποίος γνωρίζει όλα τα γεγονότα. Στην υπόθεση Πίτσιλλος ν. Δημοκρατίας
(1994)1 Α.Α.Δ. 268, ο Δικαστής Στυλιανίδης, υπό το πρίσμα του Άρθρου 30
(2)του Συντάγματος, εξέδωσε την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου και τόνισε ότι: «Το κριτήριο για την εξαίρεση Δικαστή είναι η δημιουργία δικαιολογημένης εντύπωσης ύπαρξης πραγματικής πιθανότητας προκατάληψης από το Δικαστή στο νου του μέσου εχέφρονα πολίτη, ο οποίος γνωρίζει όλα τα γεγονότα. Εικασίες και καχυποψίες μόνο δεν είναι αρκετές. Στην υπόθεση Delcourt
(1970)Series "A", No. 11, το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του Συμβούλιου της Ευρώπης τόνισε ότι σε μια δημοκρατική κοινωνία το δικαίωμα της ανεπηρέαστης απονομής της δικαιοσύνης από ανεξάρτητο, αμερόληπτο και αρμόδιο Δικαστήριο είναι υψίστης σπουδαιότητας. Ο τρόπος, όμως, εφαρμογής της αρχής αυτής εξαρτάται από τα ειδικά χαρακτηριστικά κάθε διαδικασίας. Στην υπόθεση Piersack, Series "A", No. 53, το ίδιο Δικαστήριο είπε ότι σε μια δημοκρατική πολιτεία ο τρόπος απονομής της δικαιοσύνης πρέπει να εμπνέει εμπιστοσύνη στο κοινό.» Η γνώμη ενός διαδίκου που ισχυρίζεται ότι ένα Δικαστήριο ή ένας Δικαστής δεν είναι αμερόληπτος λαμβάνεται υπόψη αλλά δεν είναι αποφασιστικής σημασίας. Το βασικό ερώτημα είναι αν η αμφιβολία για τη μη ύπαρξη αμεροληψίας είναι «υποκειμενικά δικαιολογημένη» (Σοφοκλέους ν. Ταβελούδη κ.α.
(2003)1 Α.Α.Δ. 837, 841). Το κριτήριο τούτο δεν είναι υποκειμενικό αλλά αντικειμενικό. Δεν απαιτείται δηλαδή πράγματι να υπάρχει προκατάληψη ή αμεροληψία. Δεν είναι, δηλαδή, η πραγματική μεροληψία του εκδικάζοντος δικαστή που εξετάζεται σε αιτήσεις τέτοιας φύσεως. Κάτι τέτοιο άλλωστε θα οδηγούσε σε παραδοξότητες, αφού θα καλούσε τον φυσικό δικαστή να υπερασπιστεί της πράγματι αμεροληψίας του, την οποία τεκμαίρεται ότι έχει. Το κριτήριο που θέτει η νομολογία είναι η πιθανότητα ένας μέσος, εχέφρων, τρίτος που γνωρίζει τα γεγονότα να αποκομίσει την εντύπωση ότι το Δικαστήριο ενεργεί με μεροληψία και/ή προκατάληψη. Χωρίς να είναι απαραίτητο τέτοια μεροληψία ή προκατάληψη να αποδειχτεί ως γεγονός. Έχοντας υπόψη τις πιο πάνω αρχές κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις το αίτημα δεν μπορεί να ικανοποιηθεί. Αφενός επειδή στηρίζεται γενικά και αόριστα σε μια προηγούμενη απόφαση του Δικαστηρίου ως αναφέρθηκε ανωτέρω και επειδή όπως αναφέρθηκε το Δικαστήριο άσκησε πλημμελώς τα καθήκοντα του. Όσα γενικά αναφέρθηκαν εν πάση περιπτώσει κρίνω δεν μπορούν ούτε κατ' ελάχιστον να αγγίξουν τις προυποθέσεις που θέτει η Νομολογία και δεν μπορούν να στηρίξουν το αίτημα. Περαιτέρω όμως αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός που έχει τεθεί ότι το παρόν Δικαστήριο άσκησε πλημμελώς τα καθήκοντα του, είναι ζήτημα που εξετάζεται αποκλειστικά από το Ανώτατο Δικαστήριο κατόπιν άσκησης του ανάλογου ένδικου μέσου. Η αναφερόμενη επιστολή δεν αποτελεί βέβαια τέτοιο ένδικο μέσο, αλλά σε κάθε περίπτωση αναφέρεται ότι λόγω του ότι το Δικαστήριο αγνοεί την ύπαρξη της εν λόγω επιστολής και του περιεχομένου της δεν δύναται να προβεί σε οποιαδήποτε αξιολόγηση αυτής της θέσης. Τέλος σε ότι αφορά τον ισχυρισμό του συνηγόρου του κατηγορούμενου περί εξευτελισμού του επειδή ετέθη υπό κράτηση ο κατηγορούμενος ως ανωτέρω αναφέρθηκε, κρίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει γίνει τίποτε άλλο παρά άσκηση εξουσίας από το Δικαστήριο η οποία βρίσκει έρεισμα στη Νομοθεσία και τη Νομολογία. Με βάση την πιο πάνω αναφερθείσα νομολογία εξάγεται αβίαστα το συμπέρασμα ότι το θέμα της εξαίρεσης Δικαστή δεν θα πρέπει να απολήγει στο παράδοξο αποτέλεσμα ο διάδικος να επιλέγει Δικαστήριο ή και να απαιτεί την εξαίρεση κάποιου Δικαστηρίου με μόνο το γεγονός ότι δεν είναι ικανοποιημένος από κάποιαν ενδιάμεση ή τελική απόφαση του εκδικάζοντος Δικαστηρίου. Αυτό βέβαια είναι απαράδεκτο και έρχεται σε αντίθετη με την πάγια επί του θέματος Νομολογία. Καταληκτικά αναφέρω ότι δεν προκύπτει κανένας λόγος εξαίρεσης μου. Αντίθετα νιώθω ότι εξαίρεση μου θα ισοδυναμούσε με άρνηση μου να εκτελέσω το καθήκον μου. Ενόψει όλων των πιο πάνω το αίτημα του κατηγορούμενου απορρίπτεται με έξοδα εναντίον του. (Υπ.)................ Μ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο