Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. HANDUNA GODAYALAGE WIMALAWATHI, Αρ. Υπόθεσης: 6/12, 29/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:B47 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 6/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού v. HANDUNA GODAYALAGE WIMALAWATHI Ημερομηνία: 29.10.2014. Για κατηγορούσα αρχή: κ. Λ. Μάρκου. Για κατηγορούμενη: κ. Ν. Μουκταρούδης. Κατηγορούμενη παρούσα. ΑΠΟΦΑΣΗ Η κατηγορούμενη στην παρούσα αντιμετώπιζε αρχικά τρεις κατηγορίες. Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας η κατηγορούσα αρχή καταχώρησε αναστολή ποινικής δίωξης στην κατηγορία 3 και έτσι η κατηγορούμενη απαλλάχθηκε σε αυτήν. Έτσι παρέμειναν προς εκδίκαση η κατηγορία 1 για πλαστογραφία, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(α) και 335 του Ποινικού Κώδικα και η κατηγορία 2 για κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 339 και 335 του ίδιου Νόμου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγόριων 1 και 2, η κατηγορούμενη στις 29.12.11 στη Λεμεσό, με σκοπό την καταδολίευση κατάρτισε πλαστό έγγραφο, δηλ. το τιμολόγιο με αρ. Α44669, το οποίο εμφανιζόταν ως να μην ήταν στην πραγματικότητα και την ίδια ημέρα εν γνώσει της και δολίως έθεσε το πλαστό αυτό έγγραφο σε κυκλοφορία. Μαρτυρία Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο δύο μάρτυρες ενώ δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα, μεταξύ άλλων, ότι τα τεκμήρια 2-5 έχουν παραληφθεί και διακινηθεί σωστά, χωρίς να διαρρηχθεί η αλυσίδα συνοχής τους από την στιγμή παραλαβής τους μέχρι και την κατάθεση τους στο Δικαστήριο καθώς επίσης και ότι το τεκμήριο 6Β αποτελεί πιστή μετάφραση στα ελληνικά του τεκμηρίου 6Α (που είναι η ανακριτική κατάθεση της κατηγορούμενης στην μητρική της γλώσσα). Μετά δε την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον της κατηγορούμενης και στις δύο πιο πάνω κατηγορίες και αφού της εξηγήθηκαν τα δικαιώματα της, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτή έδωσε ένορκη μαρτυρία και δεν κάλεσε μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο Α/Αστ. 2532 Αναστάσης Παναγίδης, ο οποίος κατά τον επίδικο χρόνο υπηρετούσε και εξακολουθεί να υπηρετεί στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού. Ο μάρτυρας ορίσθηκε στις 17.12.11 ως μέλος της ανακριτικής ομάδας, η οποία διερευνούσε υπόθεση συνομωσίας προς διάπραξη φόνου, απόπειρας φόνου, κλοπής και συνωμοσίας προς διάπραξη κλοπής, αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν την ίδια ημέρα στην Λεμεσό, με θύμα τον Ranil Asela Jayasinghe Arachchige, από τη Σριλάνκα. Για την υπόθεση αυτή συνελήφθηκαν στις 27.12.11 οι Suranga Indika Aruna Shantha Manikoe (στο εξής ο Suranga) και Ajith Edirisinghe, αμφότεροι από την Σριλάνκα και στις 28.12.11 εκδόθηκε εναντίον τους διάταγμα προσωποκράτησης για περίοδο οκτώ ημερών. Ανακρινόμενος για την πιο πάνω υπόθεση ο Suranga ισχυρίστηκε ότι στις 17.12.11 είχε επισκεφθεί την Λεμεσό και μετέβηκε στις κατοικίες δύο ομοεθνών του γυναικών από όπου παρέλαβε δέματα για αποστολή τους στην Σριλάνκα. Στις 29.12.11 το πρωί, ο μάρτυρας διενήργησε εξετάσεις, βάσει των ισχυρισμών αυτών και εντόπισε τις δύο κοπέλες. Έτσι η ώρα 11:50 της ίδιας ημέρας επισκέφθηκε την κατηγορούμενη στην οδό Αποστόλου Βαρνάβα Αρ.9Α στην Λεμεσό και όταν την ρώτησε σχετικά, εκείνη του επιβεβαίωσε ότι ο Suranga την είχε επισκεφθεί για παραλαβή δέματος στις 19.12.11 και όχι στις 17.12.11 ως ο ίδιος είχε ισχυριστεί στην κατάθεση του. Ταυτόχρονα η κατηγορούμενη του υπέδειξε και την απόδειξη-τιμολόγιο με αριθμό Α44669 (τεκμήριο 2), που της έκδωσε ο Suranga, επί της οποίας αναγραφόταν η ημερομηνία 19.12.
- Επίσης ο μάρτυρας την ρώτησε τι ώρα περίπου την επισκέφθηκε ο Suranga και η κατηγορούμενη του ανάφερε ότι ήταν κατά η ώρα 20:00-20:30 περίπου. Τότε ο μάρτυρας την κάλεσε να προσέλθει στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Λεμεσού για να της ληφθεί κατάθεση με την βοήθεια διερμηνέα. Κατά την εν λόγω επίσκεψη του μάρτυρα ο Suranga τελούσε υπό κράτηση και βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο έξω από την κατοικία της εργοδότριας της κατηγορούμενης με συνοδεία άλλου αστυνομικού. Ο λόγος που μεταφέρθηκε στο σημείο εκείνο ήταν γιατί ήθελε να υποδείξει το σπίτι από το οποίο παρέλαβε το κιβώτιο από την κατηγορούμενη. Εκείνη την ημέρα δεν επιτράπηκε στον Suranga οποιαδήποτε επαφή με κανένα πρόσωπο, ούτε με την κατηγορούμενη. Εκείνη δε την στιγμή ούτε η κατηγορούμενη γνώριζε ότι ο Suranga είχε δώσει ένα άλλοθι που την ενέπλεκε. Περί ώρα 15:30 της ίδιας ημέρας η κατηγορούμενη κλήθηκε στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού για να της ληφθεί γραπτή κατάθεση μέσω διερμηνέα, σχετικά με τα πιο πάνω, προσκομίζοντας και την αναφερόμενη απόδειξη. Μόλις η κατηγορούμενη παρέδωσε στον μάρτυρα την απόδειξη-τιμολόγιο (τεκμήριο 2), από έλεγχο που αυτός έκανε διαπίστωσε ότι η ημερομηνία επί της απόδειξης ήταν παραποιημένη και συγκεκριμένα ότι η ημερομηνία 19.12.11 είχε διαμορφωθεί σε 17.12.
- Ο μάρτυρας παρέλαβε το τεκμήριο
- Επίσης ρώτησε την κατηγορούμενη τι ώρα πήγε ο Suranga στις 17.12.11 για να παραλάβει το δέμα και εκείνη του είπε ότι ήταν στις 18:00-18:30, αναφέροντας ότι είχε κάμει λάθος προηγουμένως λόγω του ότι συγχύστηκε. Αμέσως με την βοήθεια της διερμηνέα ο μάρτυρας πληροφόρησε την κατηγορούμενη ότι διέπραττε τα αδικήματα του καταρτισμού πλαστού εγγράφου, της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και της συνέργειας μετά τη διάπραξη αδικημάτων, δηλαδή της απόπειρας φόνου και της κλοπής εναντίον του Ranil Asela Jayasinghe Arachchige και αφού της επέστησε την προσοχή της στο Νόμο εκείνη απάντησε «Δεν είμαι εγώ». Στην συνέχεια μεταξύ των ωρών 16:00-17:30 με την βοήθεια της διερμηνέα, ο μάρτυρας έλαβε από την κατηγορούμενη ανακριτική κατάθεση (τεκμήρια 6Α και 6Β) και η ώρα 17:45 την συνέλαβε δυνάμει δικαστικού εντάλματος σύλληψης και με την βοήθεια της διερμηνέα, αφού της εξήγησε τους λόγους της σύλληψης, της επέστησε την προσοχή της στο Νόμο και εκείνη απάντησε «Εγώ δεν έκανα λάθος». Την ίδια μέρα και ώρα 17:50 ο μάρτυρας έλαβε από την κατηγορούμενη γραπτή συγκατάθεση στην μητρική της γλώσσα για λήψη δειγμάτων γραφικού χαρακτήρα και μεταξύ των ωρών 17:55-18:05 έλαβε από αυτήν δέκα δείγματα γραφής (τεκμήριο 3). Στις 31.12.11 και μεταξύ των ωρών 13:10-14:00 στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Λεμεσού με την βοήθεια διερμηνέα, ο μάρτυρας έλαβε ανακριτική κατάθεση από τον Suranga σχετικά με τα γεγονότα της υπόθεσης. Στην συνέχεια η ώρα 14:05 έλαβε από το εν λόγω πρόσωπο γραπτή συγκατάθεση στην μητρική του γλώσσα για λήψη δειγμάτων γραφικού χαρακτήρα και μεταξύ των ωρών 14:05-14:15 έλαβε από αυτόν δέκα δείγματα γραφής (τεκμήριο 4). Την ίδια μέρα και ώρα 13:00 ο μάρτυρας παρέλαβε από τον Αστ. 2097 ένα μπλοκ αποδείξεων όπου υπάρχουν οι αποδείξεις-τιμολόγια με αριθμούς Α44651-Α44700 (τεκμήριο 5). Από έλεγχο που έκανε στο μπλοκ διαπίστωσε ότι στο διπλότυπο της απόδειξης-τιμολογίου με αριθμό Α44669 δεν υπάρχει καθόλου ημερομηνία, κάτι που δείχνει ότι αυτή συμπληρώθηκε μεταγενέστερα. Τόσο τα δείγματα γραφής που λήφθηκαν από την κατηγορούμενη όσο και αυτά που λήφθηκαν από τον Suranga στάληκαν στο Εργαστήριο Γραφολογίας της ΥΠ.ΕΓ.Ε. για σκοπούς γραφολογικών εξετάσεων. Δεν γνωρίζει ο μάρτυρας κατά πόσο στο διάστημα από την μετάβαση του στο σπίτι της κατηγορούμενης μέχρι την λήψη της κατάθεσης της, το τεκμήριο 2 βρέθηκε στην κατοχή άλλου προσώπου πλην της κατηγορούμενης. Η κατηγορούμενη το είχε στην κατοχή της και όταν μετά κλήθηκε στο Τ.Α.Ε., εκεί το παρέδωσε στον μάρτυρα. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε η Αστ. 580 Παναγιώτα Κουττούκη, πραγματογνώμονας, γραφολόγος στο Εργαστήριο Γραφολογίας της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών του Αρχηγείου Αστυνομίας. Για την παρούσα υπόθεση μετά από εξετάσεις που έκανε η μάρτυρας ετοίμασε έκθεση ημερ. 12.1.12 (τεκμήριο 7) όπου αναφέρονται βασικά τα ακόλουθα: Στις 30.12.11 και ώρα 11:30 παρέλαβε για εξέταση από τον Αστ. 2097 Σ. Αντωνίου, στο Εργαστήριο Γραφολογίας της ΥΠ.ΕΓ.Ε., τα ακόλουθα τεκμήρια:
(1)το τιμολόγιο, αριθμός 44669 (τεκμήριο 2), με αμφισβητούμενη γραφή αριθμούς στη θέση της ημερομηνίας και
(2)δέκα φωτοαντίγραφα τιμολογίου με δείγμα γραφής και υπογραφής που αποδίδονται στην κατηγορούμενη (τεκμήριο 3). Στις 4.1.12 και ώρα 13:30 παρέλαβε επίσης από τον Αστ. 2097 Σ. Αντωνίου:
(3)δέκα φωτοαντίγραφα τιμολογίου με δείγμα γραφής και υπογραφής που αποδίδονται στον Suranga (τεκμήριο 4) και
(4)μπλοκ τιμολογίων, μάρκας EUROPAP, με αριθμούς 44651 - 44700 (τεκμήριο 5). Η αιτούμενη σε σχέση με τα πιο πάνω εξέταση ήταν:
(1)να γίνει εξέταση και σύγκριση της αμφισβητούμενης γραφής αριθμών στη θέση της ημερομηνίας με τα αντίστοιχα δείγματα γραφής των προσώπων που υποβλήθηκαν καθώς επίσης και προσδιορισμός οποιασδήποτε επέμβασης/αλλοίωσης της αρχικής γραφή της ημερομηνίας και
(2)να εξεταστεί κατά πόσον το περιεχόμενο του πρωτότυπου τιμολογίου με αριθμό 44669 ταυτίζεται απόλυτα με το περιεχόμενο του αντιγράφου (διπλότυπο) του τιμολογίου (no carbon required copy) με τον ίδιο αριθμό. Μετά δε από τις σχετικές εξετάσεις η μάρτυρας κατέληξε στα ακόλουθα:
- Η αμφισβητούμενη γραφή αριθμών στη θέση της ημερομηνίας είναι περιορισμένη σε ποσότητα γραφής αριθμών μόνο. Επίσης παρουσιάζει και αρκετές διπλογραφίες.
- Με βάση τα πιο πάνω δεδομένα η γραφολογική σύγκριση της αμφισβητούμενης γραφήςΙαριθμών με οποιαδήποτε αντίστοιχα δείγματα γραφής καθίσταται αδύνατη.
- Η πιο πάνω αμφισβητούμενη γραφή/αριθμοί παρουσιάζουν διπλογραφίες κατά τέτοιο τρόπο που είναι αδύνατος ο προσδιορισμός της αρχικής ημερομηνίας έκδοσης του τιμολογίου.
- Όλη η γραφήΙσυμπλήρωση του πρωτότυπου τιμολογίου (τεκμήριο 2), ταυτίζεται απόλυτα με την αντίστοιχη γραφή/συμπλήρωση του αντιγράφου του τιμολογίου με τον ίδιο αριθμό (στο τεκμήριο 5) εκτός από την ημερομηνία έκδοσης που φαίνεται μόνο στο πρωτότυπο τιμολόγιο.
- Με βάση τα πιο πάνω κατά τη γνώμη της μάρτυρος τα δύο τιμολόγια εκδόθηκαν ταυτόχρονα και σε μεταγενέστερο χρόνο, που δεν μπορεί να προσδιορίσει, έγινε προσθήκη της ημερομηνίας μόνο στο πρωτότυπο τιμολόγιο (τεκμήριο 2) όπως φαίνεται τώρα. Προς επεξήγηση του πως κατέληξε στο υπ' αρ. 5 ανωτέρω εύρημα της η μάρτυρας ετοίμασε, κατέθεσε και εξήγησε στο Δικαστήριο ένα μικρό βιβλιάριο (τεκμήριο 8). Όσον αφορά την υπ. αρ. 1 αιτούμενη εξέταση είπε ότι δεν έγινε οποιαδήποτε σύγκριση της γραφής στη θέση της ημερομηνίας με άλλη αντίστοιχη γραφή καθότι η γραφή αυτή περικλείει πολλές διπλογραφίες, οι οποίες αλλοιώνουν τις λεπτομέρειες της γραφής και τα ιδιαίτερα ατομικά χαρακτηριστικά. Ανέφερε δε ότι οι προαναφερόμενες διπλογραφίες υπάρχουν στα 4 πρώτα ψηφία και στα δύο τελευταία ψηφία της ημερομηνίας. Όταν ρωτήθηκε εάν η ύπαρξη των εν λόγω διπλογραφιών σημαίνει κάτι, απάντησε ότι σημαίνει ότι έγινε μια αρχική γραφή στη θέση της ημερομηνίας και από πάνω σε χρόνο που δεν μπορεί να καθορίσει έγινε δεύτερη γραφή. Η συγκεκριμένη γραφή εξετάσθηκε στο εργαστήριο τόσο με τη χρήση στερεοσκοπίου όσο και με την ειδική συσκευή VSC που βοηθάει στο διαχωρισμό των μελανιών. Ωστόσο δεν κατέστη δυνατός ο διαχωρισμός της γραφής στη θέση της ημερομηνίας ώστε σε σχέση με τις διπλογραφίες (οι οποίες υπάρχουν μόνο στην ημερομηνία στο τεκμήριο 2) να καταστεί δυνατός ο προσδιορισμός της αρχικής γραφής. Η κατηγορούμενη στην κυρίως εξέταση της αναγνώρισε την κατάθεση της (τεκμήριο 6Α) και δήλωσε ότι όλα όσα αναφέρει (δηλ. τα ακόλουθα) είναι αλήθεια: Κατάγεται από την Σριλάνκα και ήρθε στην Κύπρο το 2006 τον Νοέμβριο. Μόλις ήρθε εργαζόταν ως οικιακή βοηθός στο σπίτι της Αυγής Κωνσταντίνου στην Λευκωσία. Τις τελευταίες 5-6 ημέρες εργάζεται και πάλι ως οικιακή βοηθός στην Δόμνα Παπαδοπούλου το σπίτι της οποίας βρίσκεται στην οδό Αποστόλου Βαρνάβα αρ. 9 στην Λεμεσό. Μια Κυριακή του Νοεμβρίου του 2011 όταν πήγε στον Μώλο της έδωσαν ένα χαρτί με κάτι ονόματα και τηλέφωνο στην γλώσσα της. Όπως της είπαν αν θέλει κάποτε να στείλει πράγματα στην Σριλάνκα να προτιμήσει αυτούς που γράφει πάνω στο χαρτί. Όταν αποφάσισε να στείλει πράγματα στην Σριλάνκα τηλεφώνησε στον αριθμό τηλεφώνου 96-548502 και της απάντησε κάποιος Suranga. Του είπε ότι θέλει να στείλει κάτι πράγματα στην Σριλάνκα και να της φέρει ένα κιβώτιο. Στις 15 ή 16 Δεκέμβρη, δεν θυμάται συγκεκριμένα, ο Suranga πήγε στο σπίτι της η ώρα 17:30-18:30 μαζί με άλλον άτομο από την Σριλάνκα και της άφησε το κιβώτιο. Στις 17.12.11 η κατηγορούμενη τηλεφώνησε του Suranga και του είπε ότι το κιβώτιο είναι σχεδόν έτοιμο. Εκείνη την ημέρα τηλεφώνησε του Suranga πολλές φορές και η τελευταία ήταν κατά η ώρα 16:30 όπου του είπε ότι το κιβώτιο είναι έτοιμο. Όταν του τηλεφώνησε τον ρώτησε τι ώρα θα πάει και εκείνος της είπε κατά τις 17:30-18:
- Η ώρα 18:00-18:30 της τηλεφώνησε ο Suranga από το πιο πάνω τηλέφωνο του και της είπε ότι είναι έξω από το σπίτι και περιμένει. Η κατηγορούμενη είπε στην εργοδότρια της ότι θα πάει έξω να δώσει ένα κιβώτιο με πράγματα δικά της για να πάνε στη Σριλάνκα. Μόλις βγήκε έξω είδε τον Suranga και το αυτοκίνητο του και άνοιξε το κάγκελο. Ο Suranga μπήκε μέσα μαζί με το άλλο πρόσωπο, πήραν το κιβώτιο και το φόρτωσαν στο αυτοκίνητο. Μετά που φορτώσαν το κιβώτιο η κατηγορούμενη έδωσε στον Suranga €115 και εκείνος της έδωσε μια απόδειξη πάνω στην οποία έγραφε την ημερομηνία 17.12.11, το όνομα της δηλ. SIRIYA, την περιγραφή των πραγμάτων που έστειλε, το ποσό των €115 και ένα τηλέφωνο με αριθμό 0770818902 της Σριλάνκα, το οποίο δεν ξέρει σε ποιόν ανήκει. Δεν είδε τον Suranga να συμπληρώνει την απόδειξη που της έδωσε επειδή εκείνη τη στιγμή πήγε μέσα στο σπίτι να φέρει τα λεφτά και όταν ήρθε πίσω η απόδειξη ήταν ήδη συμπληρωμένη. Την Κυριακή 25.12.11 όταν πήγε στον Μώλο έμαθε ότι η Αστυνομία έπιασε κάτι ομοεθνείς της, όμως δεν ξέρει γιατί και το άκουσε και η εργοδότρια της προηγουμένως στην τηλεόραση και της το είπε, όμως η κατηγορούμενη δεν ξέρει κάτι συγκεκριμένο. Εκείνος που της έδωσε το χαρτί με το τηλέφωνο του Suranga ήταν ένας ομοεθνής της αλλά δεν θυμάται το όνομα του. Στις 29.12.11 και περί ώρα 10:00-10:30 πήγε η Αστυνομία σπίτι της εργοδότριας της και ρώτησε την κατηγορούμενη σχετικά με το κιβώτιο με τα πράγματα που έστειλε με τον Suranga. Η κατηγορούμενη εκείνη τη στιγμή μόλις ήρθε από τον μπακάλη και είδε τον Suranga μέσα στο αυτοκίνητο της Αστυνομίας. Ο Αστυνομικός που πήγε εκεί την ρώτησε πότε πήγε ο Suranga και έπιασε τα πράγματα της για να τα στείλει στην Σριλάνκα και αν έχει απόδειξη. Εκείνη την στιγμή η κατηγορούμενη πήγε και έφερε την απόδειξη που της έδωσε ο Suranga και την έδωσε στον Αστυνομικό. Όταν την ρώτησε ο Αστυνομικός ποια ημερομηνία πήγε ο Suranga και ποιαν ώρα, αυτή του είπε ότι πήγε στις 19.12.11 κατά η ώρα 20:30 χωρίς όμως να είναι σίγουρη. Μετά όμως που έφυγε ο Αστυνομικός η κατηγορούμενη θυμήθηκε ότι ο Suranga δεν πήγε στις 19.12.11, όπως είπε στον Αστυνομικό, αλλά στις 17.12.11 και ώρα 18:00-18:30 και όχι 20:30 που του είπε. Αυτό το θυμάται πολύ καλά επειδή στις 17.12.11 έφυγε για ταξίδι η εγγονή της εργοδότριας της η Βένια και πήγε στην Γαλλία. Το λάθος που φαίνεται πάνω στην ημερομηνία της απόδειξης το έκαμε ο Suranga και όχι η κατηγορούμενη. Σε καμία περίπτωση αυτή δεν αλλοίωσε την ημερομηνία επειδή δεν έχει κανένα όφελος ενώ τον Suranga τον γνώρισε μετά τις 15 του Δεκέμβρη, όταν του τηλεφώνησε ότι θέλει να στείλει πράγματα στην Σριλάνκα. Πριν δώσει την κατάθεση της δεν ήλθε σε επαφή με τον Suranga ούτε και ήξερε τι δήλωσε αυτός στην Αστυνομία. Αξιολόγηση της μαρτυρίας Ο Μ.Κ.1 μου έκανε καλή εντύπωση. Κατά τη μαρτυρία του περίγραψε με αμεσότητα και λεπτομέρεια όλα όσα έλαβαν χώραν και όσα διαπίστωσε τόσο κατά την επίσκεψη του στο σπίτι όπου διέμενε η κατηγορούμενη όσο και αργότερα στα γραφεία του Τ.Α.Ε, αλλά και τις ενέργειες στις οποίες προέβη στη συνέχεια στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης. Ήταν σταθερός και συνεπής στις θέσεις του, οι οποίες ουσιαστικά δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση του. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του γίνεται δεκτή. Η Μ.Κ.2 κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας γραφολόγος. Όσον αφορά την προσέγγιση και εξέταση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα υπάρχει πληθώρα νομολογίας (βλ. Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 C.L.R 1, Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ 984, Ευαγγέλου ν. Αμπίζας
(1982)1 C.L.R. 41, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 (Β) ΑΑΔ 746, R v. Turner
(1975)1 All.E.R. 70 και Χ' Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 104). Σύμφωνα με την νομολογία αυτή το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στο τομέα που καταθέτει και στη συνέχεια να εξετάσει αν με τη μαρτυρία του έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια έτσι ώστε να το καταστήσει ικανό να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, προκειμένου να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία. Αναφορικά με το πρώτο θέμα θα πρέπει να λεχθεί ότι δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι η Μ.Κ.2 είναι εμπειρογνώμονας γραφολόγος. Επομένως η μαρτυρία της θα προσεγγιστεί και θα αξιολογηθεί με βάση τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση και προσέγγιση εμπειρογνωμόνων μαρτύρων. Η Μ.Κ.2 μου έκανε επίσης καλή εντύπωση. Ανέφερε και επεξήγησε με απλά λόγια τις εξετάσεις που έκανε και το πως κατέληξε στα συμπεράσματα της και η μαρτυρία της δεν αμφισβητήθηκε εφόσον δεν αντεξετάσθηκε. Η μαρτυρία της ήταν δε αρκούντως τεκμηριωμένη και αξιόπιστη και συναφώς κρίνεται ότι το Δικαστήριο μπορεί να στηριχτεί σε αυτήν προκειμένου να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση, στην βάση των γεγονότων που θα κριθεί ότι έχουν αποδειχθεί με την μαρτυρία που θα γίνει δεκτή. Η κατηγορούμενη από την άλλη δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Προσπάθησε κατά τη μαρτυρία της να πείσει ότι δεν προέβη σε οποιαδήποτε αλλοίωση της ημερομηνίας στο τεκμήριο 2, αλλά ότι έτσι παρέλαβε τη συγκεκριμένη απόδειξη από τον Suranga. Στην προσπάθεια της όμως αυτή περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις ενώ η όλη εκδοχή της δεν ήταν σταθερή ούτε συνεπής και γενικά εστερείτο πειστικότητας. Ουσιώδη δε μέρη της εκδοχής της δεν τέθηκαν στον Μ.Κ.1 κατά την αντεξέταση του γεγονός που σε συνδυασμό με το ότι η κατηγορούμενη δεν τα ανέφερε ούτε στην κατάθεση της δείχνει ότι αποτελούν εκ των υστέρων σκέψεις της. Συγκεκριμένα: Όσον αφορά το πότε πήγε ο Suranga σπίτι της για πρώτη φορά για να της πάρει το άδειο κιβώτιο, στην κατάθεση της στην Αστυνομία, της οποίας το περιεχόμενο υιοθέτησε ουσιαστικά ως αληθινό, είπε ότι αυτό έγινε στις 15 ή 16 του Δεκέμβρη του 2011 ενώ στην αντεξέταση της είπε ουσιαστικά ότι αυτό έγινε στις 5 ή 6 του Δεκέμβρη δηλ. 10 μέρες πριν. Η διαφορά δε στις ημέρες δεν μπορεί να αποδοθεί σε κακή μνήμη. Στην κατάθεση της είπε ότι στις 17.12.11 τηλεφώνησε του Suranga και του είπε ότι το κιβώτιο είναι σχεδόν έτοιμο και ότι εκείνη την ημέρα του τηλεφώνησε πολλές φορές με την τελευταία να είναι η ώρα 16:30 όπου του είπε ότι το κιβώτιο είναι έτοιμο. Στην αντεξέταση της όμως είπε ότι μίλησε με τον Suranga μετά που ετοίμασε το κιβώτιο. Είπε επίσης ότι εκείνη τη μέρα μίλησε με το πρόσωπο αυτό μερικές φορές και όταν ρωτήθηκε γιατί έγινε αυτό είπε ότι του χτυπούσε και δεν απαντούσε ενώ στη συνέχεια είπε ότι δεν θυμάται πόσες φορές μίλησαν. Στην κατάθεση της είπε ότι στις 17.12.11 η ώρα 18:00-18:30 ο Suranga της τηλεφώνησε και της είπε ότι είναι έξω από το σπίτι και περιμένει, οπόταν αυτή ενημέρωσε σχετικά την εργοδότρια της και μόλις βγήκε είδε τον Suranga και το αυτοκίνητο του και άνοιξε το κάγκελο. Ο Suranga μπήκε μαζί με ένα άλλο πρόσωπο και μετέφεραν το κιβώτιο στο αυτοκίνητο. Μετά που φόρτωσαν το κιβώτιο η κατηγορούμενη έδωσε στον Suranga €115 και εκείνος της έδωσε μια απόδειξη πάνω στην οποία έγραφε την ημερομηνία 17.12.11, το όνομα της «SIRIYA», την περιγραφή των πραγμάτων που έστειλε, το ποσό των €115 και ένα τηλέφωνο. Δεν είδε τον Suranga να συμπληρώνει την απόδειξη που της έδωσε επειδή εκείνη τη στιγμή αυτή πήγε μέσα στο σπίτι να φέρει τα λεφτά και όταν ήρθε πίσω η απόδειξη ήταν ήδη συμπληρωμένη. Στην αντεξέταση της όμως ανέφερε ότι καθώς ο Suranga έγραφε την απόδειξη αυτή πήγε μέσα να φέρει τα λεφτά και όταν του τα έφερε αυτός της έδωσε την απόδειξη, την οποία η κατηγορούμενη έβαλε μέσα στο πορτοφόλι της. Το πιο πάνω δείχνει όμως τουλάχιστον ότι είδε τον Suranga να συμπληρώνει μέρος της απόδειξης. Στη συνέχεια είπε δε ότι είδε τον Suranga να έχει στα χέρια του το μπλοκ των αποδείξεων αλλά ότι δεν τον είδε να συμπληρώνει την απόδειξη γιατί αυτή είχε μπει στο σπίτι για να φέρει τα λεφτά και ότι δεν είδε οποιοδήποτε να κόβει την απόδειξη από το μπλοκ αποδείξεων για να της την δώσει. Όταν επέστρεψε η απόδειξη είχε ήδη αφαιρεθεί από το μπλοκ. Όταν δε ρωτήθηκε εάν είδε καθόλου τι έγραψαν πάνω στην απόδειξη για να πείσει ότι δεν είδε είπε ότι η ίδια την δίπλωσε και την έβαλε στο πορτοφόλι της. Όταν όμως αμέσως μετά ρωτήθηκε με ποιο τρόπο δίπλωσε την απόδειξη είπε ότι δεν την δίπλωσε η ίδια αλλά ότι την δίπλωσε ο Suranga και της την έδωσε. Ήταν λοιπόν εμφανής αλλά μη πειστική η προσπάθεια της να δείξει ότι δεν είδε κάποιον να συμπληρώνει την απόδειξη αλλά ούτε και το περιεχόμενο της μετά που της παραδόθηκε προφανώς για να δικαιολογήσει τα όσα είπε στον Μ.Κ.1 όταν την επισκέφθηκε σε σχέση με την ημερομηνία και ώρα που πήγε ο Suranga να παραλάβει το κιβώτιο, τα οποία στην συνέχεια, όταν πήγε στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού για κατάθεση, ουσιαστικά αναίρεσε. Όμως και για αυτό το θέμα φαίνεται ότι δεν είπε την αλήθεια. Συγκεκριμένα όσον αφορά τα όσα έγιναν όταν την επισκέφθηκε ο Μ.Κ.1 στις 29.12.11, είπε στην κατάθεση της ότι εκείνη την ημέρα περί ώρα 10:00-10:30 πήγε εκεί η Αστυνομία και αυτή είδε ότι μέσα στο αυτοκίνητο της Αστυνομίας ήταν ο Suranga. Ο Μ.Κ.1 την ρώτησε σχετικά με το κιβώτιο που έστειλε με τον Suranga, πότε πήγε ο Suranga και το πήρε και αν έχει απόδειξη. Εκείνη την στιγμή αυτή πήγε και έφερε την απόδειξη που της έδωσε ο Suranga και την έδωσε στον Μ.Κ.
- Όταν αυτός την ρώτησε ποια ημερομηνία πήγε ο Suranga και ποιαν ώρα αυτή του είπε ότι πήγε στις 19.12.11 κατά η ώρα 20:30 χωρίς όμως να είναι σίγουρη. Μετά όμως που έφυγε ο Μ.Κ.1 θυμήθηκε ότι ο Suranga δεν πήγε στις 19.12.11 όπως είπε στον Μ.Κ.1, αλλά στις 17.12.11 και ώρα 18:00-18:
- Αυτό το θυμάται πολύ καλά επειδή στις 17.12.11 έφυγε για ταξίδι η εγγονή της εργοδότριας της η Βένια και πήγε στην Γαλλία. Στην υπόλοιπη κυρίως εξέταση της ανέφερε δε ότι είπε στην κατάθεση της ότι όταν την επισκέφθηκε ο Μ.Κ.1 του ανέφερε ότι ο Suranga την επισκέφθηκε στις 19.12.11 και όχι στις 17.12.11 καθότι δεν είχε δει την απόδειξη - γιατί μόλις της την έδωσε ο Suranga αυτή την δίπλωσε και την έβαλε στο πορτοφόλι της χωρίς να την δει - και ότι όταν την είδε διαπίστωσε ότι ήταν στις 17.12.
- Αυτό όμως δεν συνάδει λογικά με τα όσα είπε στην κατάθεση της γιατί εάν εκείνη την ώρα είχε δει ότι η απόδειξη είχε ως ημερομηνία τις 17.12.11 λογικά θα το ανέφερε αυτό στον Μ.Κ.
- Στη συνέχεια μάλιστα στην κυρίως εξέταση της σε πλήρη αντίθεση με τα όσα είπε στην κατάθεση της ανέφερε για πρώτη φορά ότι όταν την επισκέφθηκε ο Μ.Κ.1 του πήρε την απόδειξη, την άνοιξε και του την έδειξε και του είπε ότι δεν ήταν στις 19.12.11 αλλά στις 17.12.
- Στην αντεξέταση της όμως είπε σχετικά κατ' αρχήν κάτι άλλο. Ότι όταν την ρώτησε ο Μ.Κ.1 «πότε έδωσες το κιβώτιο;» αυτή ήταν βιαστική και του είπε ότι δεν ήταν σίγουρη αλλά νομίζει ότι ήταν στις 19.12.
- Επανέλαβε δε στη συνέχεια αυτό που είπε στην κυρίως εξέταση της, ότι δηλ. όταν ο Μ.Κ.1 την ρώτησε εάν έχει την απόδειξη αυτή πήγε και την έφερε και όταν την άνοιξε η ημερομηνία που έγραφε ήταν 17.12.
- Αναγνώρισε ότι η εν λόγω απόδειξη είναι το τεκμήριο 2 και είπε ότι εκείνη την ώρα που την έδειξε στον Μ.Κ.1 για πρώτη φορά την άνοιξε κοντά στον Μ.Κ.1, την είδε ότι έγραφε 17.12.11 και του είπε από εκείνη την ώρα ότι δεν είναι 19.12.11 αλλά 17.12.
- Αυτό όμως ως προαναφέρθηκε έρχεται σε πλήρη αντίφαση με τα όσα είπε στην κατάθεση της ενώ παρά το ότι είναι ουσιώδης θέση για την υπεράσπιση δεν τέθηκε καν στον Μ.Κ.1 κατά την αντεξέταση του. Ήταν δε η θέση της ότι η ημερομηνία όταν την έδειξε στον Μ.Κ.1 τότε είναι όπως φαίνεται σήμερα στο τεκμήριο
- Μάλιστα στη συνέχεια είπε ότι ήταν ο Μ.Κ.1 που της είπε ότι η ημερομηνία δεν είναι 17.12.11 αλλά 19.12.11 και ότι αυτή του είπε ότι είναι πολύ σίγουρο ότι ήταν 17.12.11 γιατί η εγγονή της εργοδότριας της πήγε στη Γαλλία. Ούτε αυτό όμως υποβλήθηκε στο Μ.Κ.
- Είπε δε στην αντεξέταση της σε αντίθεση και πάλι με την κατάθεση της ότι στον Μ.Κ.1 ανέφερε τότε επίσης ότι ο Suranga πήγε να πάρει το κιβώτιο μεταξύ 18:00 ‑ 18:
- Σε άλλο όμως σημείο της αντεξέτασης της δέχθηκε ουσιαστικά ότι είπε στον Μ.Κ.1 ότι ο Suranga την επισκέφθηκε στις 19.12.11 και περί η ώρα 20:00 ‑ 20:30, είπε όμως ότι δεν θυμόταν την ώρα. Σε υποβολή δε ότι όταν ο Μ.Κ.1 την ρώτησε τότε εάν έχει οποιαδήποτε απόδειξη εκείνη του υπέδειξε το τεκμήριο 2 όπου αναγραφόταν καθαρά η ημερομηνία 19.12.11 είπε ότι δεν γνωρίζει και ότι αυτή παρέδωσε το κιβώτιο στις 17.12.
- Σε αντίθεση δε με την κατάθεση της δεν συμφώνησε ότι ήταν μετά που έφυγε ο Μ.Κ.1 που θυμήθηκε ότι είναι στις 17.12.11 τελικά που έδωσε στο Suranga το κιβώτιο και όχι στις 19 και υποστήριξε ότι το θυμήθηκε αμέσως μόλις πήρε την απόδειξη στον Μ.Κ.
- Σε άλλο σημείο όμως της αντεξέτασης συμφώνησε σε υποβολή ότι όταν έδωσε την κατάθεση της στον Μ.Κ.1 για πρώτη φορά του ανέφερε ότι τελικά είναι στις 17.12.11 που πήγε ο Suranga να παραλάβει το κιβώτιο και περί ώρα 18:00 ‑ 18:30 και όχι στις 20:00 ‑ 20:30 που του είπε προηγουμένως, λέγοντας του ότι έκανε λάθος πριν. Όταν δε της υποβλήθηκε ότι αυτή μετέβηκε αργότερα την ίδια ημέρα στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού και όταν παρουσίασε την απόδειξη τεκμήριο 2 στον Μ.Κ.1 αυτός διαπίστωσε ότι η ημερομηνία 19.12.11 έχει διαμορφωθεί σε 17.12.11 απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Στην κατάθεση της είπε ότι το «λάθος που φαίνεται πάνω στην ημερομηνία της απόδειξης» το έκαμε ο Suranga και όχι η ίδια και ότι σε καμία περίπτωση αυτή αλλοίωσε την ημερομηνία επειδή δεν έχει κανένα όφελος ενώ τον Suranga τον γνώρισε μετά τις 15 του Δεκέμβρη. Όταν στην αντεξέταση της ρωτήθηκε τι εννοούσε για το λάθος στην απόδειξη είπε ότι εννοεί το 17 και το
- Όταν όμως αμέσως μετά ρωτήθηκε εάν δηλ. υπήρχε λάθος στην απόδειξη υπεκφεύγοντας απάντησε ότι αυτή δεν έκανε τίποτε. Ενόψει όλων των ανωτέρω κρίνω ότι η κατηγορούμενη δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και συνεπώς η μαρτυρία της δεν γίνεται δεκτή. Ευρήματα Με βάση τη μαρτυρία την οποία έχω κάνει δεκτή καταλήγω στα ακόλουθα: Ο Μ.Κ.1 ορίσθηκε στις 17.12.11 ως μέλος της ανακριτικής ομάδας, η οποία διερευνούσε υπόθεση συνομωσίας προς διάπραξη φόνου, απόπειρας φόνου, κλοπής και συνωμοσίας προς διάπραξη κλοπής, αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν την ίδια ημέρα στην Λεμεσό, με θύμα τον Ranil Asela Jayasinghe Arachchige, από τη Σριλάνκα. Για την υπόθεση αυτή συνελήφθηκαν στις 27.12.11 οι Suranga Indika Aruna Shantha Manikoe (στο εξής ο Suranga) και Ajith Edirisinghe αμφότεροι από την Σριλάνκα και στις 28.12.11 εκδόθηκε εναντίον τους διάταγμα προσωποκράτησης για περίοδο οκτώ ημερών. Ανακρινόμενος για την πιο πάνω υπόθεση ο Suranga ισχυρίστηκε ότι στις 17.12.11 είχε επισκεφθεί την Λεμεσό και μετέβηκε στις κατοικίες δύο ομοεθνών του γυναικών από όπου παρέλαβε δέματα για αποστολή τους στην Σριλάνκα. Στις 29.12.11 το πρωί, ο Μ.Κ.1 διενήργησε εξετάσεις, βάσει των ισχυρισμών αυτών και εντόπισε τις δύο κοπέλες. Έτσι η ώρα 11:50 της ίδιας ημέρας επισκέφθηκε την κατηγορούμενη την οδό Αποστόλου Βαρνάβα Αρ.9Α στην Λεμεσό, όπου αυτή διέμενε, και όταν την ρώτησε σχετικά, εκείνη του είπε ότι ο Suranga την είχε επισκεφθεί για παραλαβή δέματος-κιβωτίου στις 19.12.11 κατά η ώρα 20:00-20:30 περίπου. Ταυτόχρονα η κατηγορούμενη του υπέδειξε και την απόδειξη-τιμολόγιο με αριθμό Α44669 (τεκμήριο 2) που της έκδωσε ο Suranga, επί της οποίας ο Μ.Κ.1 είδε ότι αναγραφόταν καθαρά η ημερομηνία 19.12.
- Τότε ο Μ.Κ.1 την κάλεσε να προσέλθει στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Λεμεσού για να της ληφθεί κατάθεση με την βοήθεια διερμηνέα. Κατά την επίσκεψη του Μ.Κ.1 αυτή ο Suranga τελούσε υπό κράτηση και βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο έξω από την κατοικία της εργοδότριας της κατηγορούμενης με συνοδεία άλλου αστυνομικού. Ο λόγος που μεταφέρθηκε εκεί ήταν γιατί ήθελε να υποδείξει το σπίτι από το οποίο παρέλαβε το κιβώτιο από την κατηγορούμενη. Εκείνη την ημέρα δεν επιτράπηκε στον Suranga οποιαδήποτε επαφή με κανένα πρόσωπο, ούτε με την κατηγορούμενη. Εκείνη δε την στιγμή ούτε η κατηγορούμενη γνώριζε ότι ο Suranga είχε δώσει ένα άλλοθι που την ενέπλεκε. Περί ώρα 15:30 της ίδιας ημέρας η κατηγορούμενη κλήθηκε στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού για να της ληφθεί γραπτή κατάθεση μέσω διερμηνέα, σχετικά με τα πιο πάνω, προσκομίζοντας και την αναφερόμενη απόδειξη-τιμολόγιο. Μόλις η κατηγορούμενη παρέδωσε στον Μ.Κ.1 την απόδειξη-τιμολόγιο (τεκμήριο 2), από έλεγχο που αυτός έκανε διαπίστωσε ότι η ημερομηνία επί της απόδειξης δηλ. 19.12.11 είχε αλλοιωθεί και διαμορφωθεί σε 17.12.
- Επίσης ρώτησε την κατηγορούμενη τι ώρα πήγε ο Suranga στις 17.12.11 για να παραλάβει το κιβώτιο και εκείνη του είπε ότι ήταν στις 18:00-18:30, αναφέροντας ότι είχε κάμει λάθος προηγουμένως λόγω του ότι συγχύστηκε. Στις 31.12.11 ο Μ.Κ.1 παρέλαβε από τον Αστ. 2097 ένα μπλοκ αποδείξεων-τιμολογίων όπου υπάρχουν οι αποδείξεις με αριθμούς Α44651-Α44700 (τεκμήριο 5). Από έλεγχο που έκανε στο μπλοκ διαπίστωσε ότι στο διπλότυπο της απόδειξης-τιμολογίου με αριθμό Α44669 δεν υπάρχει καθόλου ημερομηνία σε αντίθεση με το πρωτότυπο (τεκμήριο 2). Δείγματα γραφής της κατηγορούμενης και του Suranga αλλά και τα τεκμήρια 2 και 5 στάληκαν στο Εργαστήριο Γραφολογίας της ΥΠ.ΕΓ.Ε. για σκοπούς γραφολογικών εξετάσεων. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα των εξετάσεων αυτών η γραφολογική σύγκριση της γραφήςΙαριθμών στην θέση της ημερομηνίας στο τεκμήριο 2 με οποιαδήποτε αντίστοιχα δείγματα γραφής δεν ήταν δυνατή λόγω της περιορισμένης σε ποσότητα γραφής αριθμών μόνο και λόγω του ότι αυτή παρουσιάζει και αρκετές διπλογραφίες (δηλ. πάνω από την αρχική γραφή έγινε δεύτερη γραφή), οι οποίες αλλοιώνουν τις λεπτομέρειες της γραφής και τα ιδιαίτερα ατομικά χαρακτηριστικά. Οι εν λόγω διπλογραφίες έγιναν στα 4 πρώτα και δύο τελευταία ψηφία-αριθμούς της ημερομηνίας δηλ. στη χρονολογία και στην μέρα (όχι στον μήνα). Οι εν λόγω διπλογραφίες είναι κατά τέτοιο τρόπο που είναι αδύνατος ο προσδιορισμός της αρχικής ημερομηνίας έκδοσης του τεκμηρίου 2 δηλ. της αρχικής γραφής. Όλη δε η γραφή συμπλήρωση του τεκμηρίου 2 ταυτίζεται απόλυτα με την αντίστοιχη γραφή συμπλήρωση του διπλοτύπου αυτού στο τεκμήριο 5, εκτός από την ημερομηνία έκδοσης που φαίνεται μόνο στο τεκμήριο 2, γεγονός που δείχνει ότι αυτά εκδόθηκαν ταυτόχρονα αλλά σε μεταγενέστερο χρόνο, που δεν μπορεί να προσδιορισθεί, έγινε προσθήκη της ημερομηνίας μόνο στο τεκμήριο
- Νομική πτυχή Το αδίκημα της πλαστογραφίας εδράζεται στα άρθρα 331, 333 και 334 του Ποινικού Κώδικα ενώ το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου στο άρθρο
- Οι εν λόγω διατάξεις έχουν ως εξής: «331.Πλαστογραφία είναι ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου με σκοπό καταδολίευσης
- Καταρτίζει πλαστό έγγραφο όποιος- (α) καταρτίζει έγγραφο που εμφανίζεται ως να μην είναι στην πραγματικότητα· (β) αλλοιώνει έγγραφο χωρίς εξουσία κατά τέτοιο τρόπο ώστε αν η αλλοίωση είχε εξουσιοδοτηθεί, αυτή θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου· (γ) κατά τη σύνταξη του εγγράφου, εισάγει κάτι σε αυτό χωρίς εξουσία το οποίο, αν εισαγόταν κατόπιν εξουσίας θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου· (δ) υπογράφει έγγραφο— (i) με το όνομα άλλου χωρίς την εξουσιοδότηση του, ανεξάρτητα αν το όνομα αυτό είναι το ίδιο με εκείνο που υπογράφει αυτός ή όχι· (ii) με το όνομα φανταστικού προσώπου που προβάλλεται ότι υπάρχει, ανεξάρτητα αν το φανταστικό πρόσωπο προβάλλεται ή όχι, ότι έχει το ίδιο όνομα με εκείνο που υπογράφει· ή (iii) με όνομα παριστάμενου ότι ανήκει σε πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο πού υπογράφει και που σκοπεύεται να θεωρηθεί ότι είναι το όνομα του εν λόγω προσώπου· (iv) με το όνομα προσώπου, πλαστοπροσωπουμένου από εκείνο που υπογράφει το έγγραφο, νοουμένου ότι οι συνέπειες του εγγράφου εξαρτώνται από την ταύτιση εκείνου του προσώπου που υπογράφει το έγγραφο με το πρόσωπο το οποίο αυτός ισχυρίζεται ότι είναι.
- Πρόθεση καταδολίευσης τεκμαίρεται, αν φαίνεται ότι κατά το χρόνο όταν καταρτίστηκε το πλαστό έγγραφο υπήρχε συγκεκριμένο πρόσωπο, εξακριβωμένο ή όχι, που δύναται να καταδολιευθεί με το έγγραφο, και το τεκμήριο αυτό δεν ανατρέπεται με την απόδειξη ότι ο υπαίτιος έλαβε ή προετίθετο να λάβει μέτρα για να αποτρέψει την καταδολίευση στην πράξη τέτοιου προσώπου. ή για το γεγονός ότι ο υπαίτιος είχε ή νόμιζε ότι είχε δικαίωμα στο πράγμα που θα αποκτώταν με το πλαστό έγγραφο.
- Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή, ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος». Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της πλαστογραφίας λοιπόν είναι:
- Ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου,
- Με σκοπό καταδολίευσης. Όσον αφορά το πότε ένα έγγραφο θεωρείται πλαστό, κατατοπιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Arcbold 2002 par. 22-8, σε σχέση με την ιστορία του αδικήματος της πλαστογραφίας στο κοινοδίκαιο: «The concept of forgery and the rationale of the offence were summarised in paragraphs 41 to 43 of the Law Commission report: "By the middle of the nineteenth century it was established that for the purpose of the law of forgery the fact that determined whether a document was false was not that it contained lies, but that it told a lie about itself. It was in R. v. Windsor
(1865)10 Cox 118, 123 that Blackburn J. said: 'Forgery is the false making of an instrument purporting to be that which it is not, it is not the making of an instrument which purports to be what it really is, but which contains false statements. Telling a lie does not become a forgery because it is reduced into writing.' This test was applied in the Court of Appeal in R. v. Dodge and Harris [1972] 1 Q.B. 416. ... As we have said ... the primary reason for retaining a law of forgery is to penalise the making of documents which, because of the spurious air of authenticity given to them are likely to lead to their acceptance as true statements of the facts related in them. We do not think that there is any need for the extension of forgery to cover falsehoods that are reduced to writing. ... The essential feature of a false instrument in relation to forgery is that it is an instrument which `tells a lie about itself' in the sense that it purports to be made by a person who did not make it (or altered by a person who did not alter it) or otherwise purports to be made or altered in circumstances in which it was not made or altered."» Πρέπει δε να λεχθεί ότι η ίδια ερμηνεία σε σχέση με το θέμα αυτό δίδεται και από τη δική μας νομολογία. Σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Georghiou v. The Republic
(1984)2 CLR 65 σελ. 91: «No forgery is committed unless the document tells a lie about itself. This proposition is generally sound in law and is reflected in the definition of "forgery" in R. v. Ritson [1869] L.R. 1 C.L.R. 200, defining the crime as the fraudulent making of an instrument which purports to be that which it is not». Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι το καθοριστικό στοιχείο για να θεωρείται ένα έγγραφο πλαστό δεν είναι το γεγονός ότι περιέχει ψέματα αλλά ότι λέει ψέματα για τον εαυτό του. Η έννοια της πρόθεσης καταδολίευσης δίδεται στο άρθρο 334 του Ποινικού Κώδικα, το οποίο ουσιαστικά δημιουργεί αμάχητο τεκμήριο. Περαιτέρω σύμφωνα με το σύγγραμμα Archbold Archbold 35th ed. σελ. σελ. 775, η έννοια αυτή, όπως έχει δοθεί στα πλαίσια του αγγλικού Forgery Act 1913 στην υπόθεση Welham v. D.P.P. [1960] 44 Cr. App.R. 12 (η οποία έχει υιοθετηθεί ουσιαστικά από τη δική μας νομολογίας στην Georghiou (ανωτέρω), έχει ως εξής: «'intend to defraud' means an intend to practice a fraud on someone and would therefore include an intend to deprive another person of a right, or to cause him to act in any way to his detriment or prejudice, or contrary to what would otherwise be his duty, notwithstanding that there was no intention to cause pecuniary or economic loss». Περαιτέρω εάν μπορεί να συναχθεί από τα περιστατικά της υπόθεσης ότι ήταν η πρόθεση του κατηγορούμενου να καταδολιεύσει δεν απαιτείται να αποδειχθεί ότι εξαπατήθηκε ή ότι υπήρχε πρόθεση εξαπάτησης κάποιου συγκεκριμένου προσώπου. Αντίθετα η πρόθεση καταδολίευσης αποδεικνύεται επαρκώς αν υπάρχει κάποιο άτομο γενικά που θα μπορούσε να καταδολιευτεί δηλ. οι ενέργειες του κατηγορούμενου να μπορούσαν να οδηγήσουν κάποιο πρόσωπο - όχι συγκεκριμένο - να ενεργήσει σε βλάβη του (βλ. Welham (ανωτέρω), Georghiou (ανωτέρω) και Ioannou v. The Police
(1985)2 CLR 14). Περαιτέρω η πρόθεση καταδολίευσης δεν περιορίζεται στην πρόκληση οικονομικής ζημιάς αλλά καλύπτει και οιανδήποτε άλλη βλάβη που πλήττει προσωπικά το θύμα ή τα δικαιώματα του σαν ατόμου ή σε σχέση με το αξίωμα του ή την άσκηση των καθηκόντων του. Δεν απαιτείται δηλ. η βλάβη να είναι χρηματικής ή οικονομικής φύσης. Ωστόσο δεν θα πρέπει η βλάβη να είναι τόσο επουσιώδης ώστε να καλύπτεται από τον κανόνα de minimis non curat lex. Ακόμη και η πιθανότητα ή ο κίνδυνος βλάβης δηλ. να ενεργήσει κάποιος εναντίον του συμφέροντος του είναι αρκετή (βλ. Archbold 37η έκδοση σελ. 670, Welham (ανωτέρω) και Georghiou (ανωτέρω). Όταν εξετάζεται το θέμα της ύπαρξης πρόθεσης καταδολίευσης δεν ενδιαφέρει ο λόγος για τον οποίο κάποιος προβαίνει σε πλαστογραφία ή το κίνητρο αυτού (βλ. πρωτόδικη απόφαση η οποία επικυρώθηκε στην Georghiou (ανωτέρω) και Τσιέλεπος ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.457). Δεν απαιτείται δηλ. η στοιχειοθέτηση κινήτρου εκ μέρους ενός κατηγορούμενου για την απόδειξη διάπραξης των επίδικων αδικημάτων (βλ. και άρθρο 9 του Ποινικού Κώδικα). Σύμφωνα με τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Fournides v. The Republic
(1986)2 CLR 73 το κίνητρο εφόσον στοιχειοθετηθεί είναι αποδεκτό ως περιστατική μαρτυρία σχετική με την πρόθεση ενός κατηγορουμένου, δεν μπορεί όμως από μόνο του να στηρίξει καταδίκη. Δεν ενδιαφέρει δε το απώτερο προσωπικό συμφέρον που επεδίωκε να προσκομίσει ο κατηγορούμενος για τον εαυτό του αλλά οι επιπτώσεις που έχουν ή είναι ενδεχόμενο να έχουν οι ενέργειες του κατηγορούμενου και το κατά πόσο θέλησε αυτές τις επιπτώσεις (βλ. Welham (ανωτέρω). Για την στοιχειοθέτηση πρόθεσης καταδολίευσης δεν χρειάζεται να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος ανέμενε να επιτύχει και κάποιο προσωπικό όφελος σαν αποτέλεσμα της πράξης του (βλ. αγγλική νομολογία στο σύγγραμμα Λ. Γ. Λουκαίδη, Θέματα Κυπριακού Δικαίου ΙΙ, (Λευκωσία - 1988) σελ. 105). Η σχετική πρόθεση δεν είναι πάντοτε στοιχείο δεκτικό θετικής και άμεσης μαρτυρίας αλλά ως αναγόμενο αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία ενός κατηγορουμένου μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (βλ. Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289). Τέλος στη Georghiou (ανωτέρω) διευκρινίστηκε ότι δεν είναι αναγκαίο το έγγραφο που πλαστογραφείται να παράγει έννομα αποτελέσματα για να στοιχειοθετηθεί το αδίκημα. Πριν προχωρήσω στην παρούσα θα πρέπει να αναφερθεί ότι η μαρτυρία που υπάρχει είναι κατά βάση περιστατική. Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία η περιστατική μαρτυρία παρομοιάζεται με τους κρίκους αλυσίδας. Όπως οι κρίκοι της αλυσίδας πρέπει να είναι συνεκτικοί και αλληλένδετοι με τους υπόλοιπους κρίκους έτσι και τα ιδιαίτερα τμήματα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει να συναρτώνται μεταξύ τους ως θέμα λογικής συνέπειας ώστε να συγκροτούν ένα αδιάσπαστο σώμα (Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 C.L.R. 172). Η περιστατική μαρτυρία δεν πρέπει να συμβιβάζεται μόνο με την εκδοχή ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά περιπλέον πρέπει τα γεγονότα να μην συμβιβάζονται με οποιοδήποτε άλλο συμπέρασμα εκτός από το συμπέρασμα ενοχής του κατηγορουμένου (Vrakas v. Republic
(1973)2 CLR 139, Vouniotis v. Republic
(1975)2 CLR 34, Anastasiadis v. Republic
(1977)2 CLR 97). Όταν όλες οι σημαντικές πτυχές της περιστατικής μαρτυρίας δεν συμβιβάζονται με οτιδήποτε άλλο παρά με συμπέρασμα ενοχής η περιστατική μαρτυρία μπορεί να οδηγήσει στην καταδίκη του κατηγορούμενου. Όταν όμως βασικά σημεία της περιστατικής μαρτυρίας συμβιβάζονται όχι μόνο με την εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε το αδίκημα αλλά και με μια άλλη λογική εξήγηση που προκύπτει από τη μαρτυρία, τότε η περιστατική μαρτυρία από μόνη της δεν μπορεί να θεμελιώσει την ενοχή του κατηγορούμενου (βλ. επίσης το Τ. Ηλιάδη, Το Δίκαιο της Απόδειξης σελ. 26-36). Όμως ως αναφέρθηκε στην Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 41 οι διαζευκτικές πιθανότητες πρέπει να είναι τέτοιες που να εξάγονται από την ολότητα της μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, άλλως πως τα Δικαστήρια θα καλούνται να εξετάζουν πιθανότητες ή θεωρίες, ως προς συμβάντα τα οποία δεν μπορούν εύλογα να εξαχθούν από το υλικό ενώπιον τους και αυτό δεν είναι έργο του Δικαστηρίου. Εκεί δε όπου χρειάζεται κάποια εξήγηση αυτή επίσης πρέπει να προκύπτει από τη μαρτυρία και όχι από απλές υποθέσεις (βλ. R. v. Mary Ann Ash
(1911)6 Cr.App.Rep. 225). Συμπεράσματα Η μαρτυρία η οποία έχει γίνει δεκτή στην παρούσα, ως έχει αναφερθεί είναι περιστατική και συνίσταται στα εξής:
- Όταν ο Μ.Κ.1 επισκέφθηκε την κατηγορούμενη στις 29.12.11 στην οικία όπου αυτή διέμενε και όταν την ρώτησε σε σχέση με το πότε παρέλαβε από αυτήν το κιβώτιο ο Suranga, η κατηγορούμενη του είπε ότι το παρέλαβε στις 19.12.11 κατά η ώρα 20:00-20:30 περίπου.
- Επίσης η κατηγορούμενη υπέδειξε σχετικά στον Μ.Κ.1 την απόδειξη-τιμολόγιο με αριθμό Α44669 (τεκμήριο 2) ως την απόδειξη που της έκδωσε εκείνη την ημέρα ο Suranga.
- Όπως διαπίστωσε ο Μ.Κ.1 στο τεκμήριο 2 αναγραφόταν καθαρά η ημερομηνία 19.12.
- Κατά την επίσκεψη του μάρτυρα αυτή ο Suranga τελούσε υπό κράτηση και βρισκόταν μέσα στο αυτοκίνητο έξω από την κατοικία της εργοδότριας της κατηγορούμενης με συνοδεία άλλου αστυνομικού. Ο λόγος που μεταφέρθηκε εκεί ήταν γιατί ήθελε να υποδείξει το σπίτι από το οποίο παρέλαβε το κιβώτιο από την κατηγορούμενη για να το στείλει στην Σριλάνκα. Εκείνη την ημέρα δεν επιτράπηκε στον Suranga οποιαδήποτε επαφή με κανένα πρόσωπο, ούτε με την κατηγορούμενη. Εκείνη δε την στιγμή ούτε η κατηγορούμενη γνώριζε ότι ο Suranga είχε δώσει ένα άλλοθι που την ενέπλεκε.
- Αργότερα την ίδια ημέρα όταν η κατηγορούμενη πήγε στα γραφεία του Τ.Α.Ε. Λεμεσού για να της ληφθεί κατάθεση με την βοήθεια διερμηνέα, παρέδωσε το τεκμήριο 2 στον Μ.Κ.1, ο οποίος εξετάζοντας το διαπίστωσε ότι η ημερομηνία σε αυτό είχε αλλοιωθεί και από 19.12.11 είχε διαμορφωθεί σε 17.12.
- Περαιτέρω η κατηγορούμενη είπε στον Μ.Κ.1 ότι ο Suranga πήγε να παραλάβει το κιβώτιο στις 17.12.11 μεταξύ των ωρών 18:00-18:30, αναφέροντας ότι είχε κάμει λάθος προηγουμένως λόγω του ότι συγχύστηκε.
- Από τη γραφολογική εξέταση διαπιστώθηκε ότι στην εν λόγω ημερομηνία υπήρχαν διπλογραφίες δηλ. πάνω από την αρχική γραφή γράφτηκε δεύτερη γραφή όσον αφορούσε την χρονολογία και την ημέρα (όχι τον μήνα).
- Το διπλότυπο του τεκμηρίου 2 στο τεκμήριο 5 έχει την ίδια ακριβώς συμπλήρωση πλην της ημερομηνίας που δεν υπάρχει στο διπλότυπο, γεγονός που δείχνει ότι αυτά εκδόθηκαν ταυτόχρονα αλλά σε μεταγενέστερο χρόνο, που δεν μπορεί να προσδιορισθεί, έγινε προσθήκη της ημερομηνίας μόνο στο τεκμήριο
- Βλέποντας κάποιος το τεκμήριο 2 ως είναι κατατεθειμένο στο Δικαστήριο διαπιστώνει ότι πράγματι ο αριθμός 19 έγινε προσπάθεια να φαίνεται ως
- Σύμφωνα δε με την κατηγορούμενη το τεκμήριο 2 βρισκόταν πάντα στην κατοχή της από την ημέρα που της δόθηκε εώς την ημέρα που το έδειξε για πρώτη φορά στον Μ.Κ.
- Η κατηγορούμενη δεν ανέφερε ότι στο διάστημα μεταξύ του χρόνου που έδειξε για πρώτη φορά το τεκμήριο 2 στον Μ.Κ.1 μέχρι την παράδοση αυτού αργότερα την ίδια ημέρα, το τεκμήριο 2 περιήλθε στην κατοχή οποιουδήποτε άλλου προσώπου. Η πιο πάνω περιστατική μαρτυρία είναι εμφανώς τέτοια που οδηγεί κατά την κρίση μου στο μόνο και αναμφίβολο συμπέρασμα ότι ήταν η κατηγορούμενη που προέβη στην αλλοίωση της ημερομηνίας στο τεκμήριο 2 με τρόπο ώστε η ημέρα από 19 να φαίνεται ως
- Δεν ήταν δε η θέση της ότι αυτή ανέγραψε την ημερομηνία ή ότι το πρόσωπο που την ανέγραψε την εξουσιοδότησε να την αλλάξει. Η αλλαγή δε της ημερομηνίας εάν εξουσιοδοτείτο προφανώς θα μετέβαλλε τις συνέπειες του τεκμηρίου 2 ως εγγράφου. Στοιχειοθετείται λοιπόν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η κατηγορούμενη κατήρτισε πλαστό έγγραφο. Περαιτέρω από την ίδια μαρτυρία προκύπτει ότι η εν λόγω ενέργεια της κατηγορούμενης μπορούσε να προκαλέσει βλάβη στον Μ.Κ.1 και συγκεκριμένα να τον οδηγήσει να ενεργήσει ή να παραλείψει να ενεργήσει σε σχέση με την άσκηση των καθηκόντων του και κατ' επέκταση στην Πολιτεία, εφόσον αυτός ως όργανο τήρησης της τάξης λάμβανε μέρος στην διερεύνηση σοβαρού ποινικού αδικήματος και θα μπορούσε να παραπλανηθεί σχετικά εφόσον έτσι θα επιβεβαιωνόταν το άλλοθι που προέβαλε ένας εκ των υπόπτων. Δεν μου διαφεύγει ότι κατά την επίσκεψη του Μ.Κ.1 στον χώρο όπου διέμενε η κατηγορούμενη αυτή δεν γνώριζε ότι ο Suranga είχε δώσει ένα άλλοθι που την ενέπλεκε. Παρόλα αυτά παραμένει ως γεγονός ότι αυτή αλλοίωσε το τεκμήριο 2 στο χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την ώρα που έφυγε από εκεί ο Μ.Κ.1 μέχρι που αυτή πήγε στο Τ.Α.Ε. την ίδια ημέρα. Η κατηγορούμενη δε δεν έδωσε οποιαδήποτε λογική εξήγηση ως προς τον λόγο που προέβη σε αυτό, αλλά ούτε και από τη μαρτυρία που έγινε δεκτή προκύπτει οποιαδήποτε τέτοια εξήγηση, η οποία να δείχνει ότι τα πιο πάνω στοιχεία δεν οδηγούν στο μόνο και αναμφίβολο συμπέρασμα ότι η κατηγορούμενη έκανε ότι έκανε με πρόθεση καταδολίευσης. Ως έχει προαναφερθεί δεν απαιτείται για σκοπούς απόδειξης των επίδικων κατηγοριών η στοιχειοθέτηση κινήτρου για διάπραξη τους εκ μέρους της κατηγορούμενης. Κρίνεται λοιπόν ότι έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και η ύπαρξη της απαιτούμενης από την κατηγορούμενη πρόθεσης καταδολίευσης. Περαιτέρω από το γεγονός ότι το τεκμήριο 2 παραδόθηκε από την κατηγορούμενη στον Μ.Κ.1 όταν αυτή πήγε στο Τ.Α.Ε. Λεμεσού για να της ληφθεί κατάθεση, εν γνώση της πλαστότητας του και με το σκοπό που προαναφέρθηκε, αβίαστα καταλήγω στο συμπέρασμα ότι έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και η κυκλοφορία του εν λόγω πλαστού εγγράφου. Ως φαίνεται από το ίδιο το άρθρο το άρθρο 333 ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου, που αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος της πλαστογραφίας, στοιχειοθετείται με διαφορετικούς τρόπους, οι οποίοι αναφέρονται διαζευκτικά στις παραγράφους και υποπαραγράφους του εν λόγω άρθρου. Κατ' επέκταση είναι άλλο το είδος της πλαστογραφίας που στοιχειοθετείται με βάση την παράγραφο (α) του άρθρου 333 και άλλο αυτό που στοιχειοθετείται με βάση την παράγραφο (β). Προκύπτει από τα ευρήματα του Δικαστηρίου ανωτέρω ότι ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου στην παρούσα συνίσταται στην αλλοίωση της ημερομηνίας στο τεκμήριο 2 η οποία από 19.12.11 έγινε 17.12.
- Συνεπώς δεν εμπίπτει στην περίπτωση της παραγράφου (α) του άρθρου 333 που αναφέρεται σε έγγραφο που εμφανίζεται ως να μην είναι στην πραγματικότητα αλλά στην περίπτωση της παραγράφου (β) του ίδιου άρθρου που αναφέρεται σε αλλοίωση εγγράφου χωρίς εξουσία κατά τέτοιο τρόπο ώστε αν η αλλοίωση είχε εξουσιοδοτηθεί, αυτή θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου. Στο κατηγορητήριο της παρούσας όμως δεν περιλαμβάνεται το αδίκημα της παραγράφου (β) του άρθρου 333 αλλά της παραγράφου (α) του ίδιου άρθρου. Συνεπώς κρίνεται ότι η κατηγορούμενη δεν μπορεί να καταδικασθεί στην κατηγορία 1 με βάση τη συγκεκριμένη έκθεση και λεπτομέρειες αδικήματος. Το ίδιο θα πρέπει να λεχθεί και ως προς την κατηγορία 2 εφόσον εκεί γίνεται αναφορά σε «τιμολόγιο που αναφέρεται στην 1η κατηγορία». Ενόψει των ανωτέρω χρήζει εξέτασης κατά πόσο είναι ορθό και δίκαιο με βάση το νόμο και τη σχετική νομολογία να προβώ στην προσθήκη τέταρτης και πέμπτης κατηγορίας εναντίον της κατηγορούμενης, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 85
(4)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155. Σύμφωνα με το λεκτικό του άρθρου αυτού και τις υποθέσεις Φουρής ν. Αστυνομίας
(1980)2 CLR 152 και Κυριάκου ν Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 458, για την εφαρμογή του πρέπει να συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις:
- Με την προσαχθείσα μαρτυρία πρέπει να αποδεικνύεται η διάπραξη από τον κατηγορούμενο ποινικού αδικήματος που δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο.
- Να είναι αδύνατη η καταδίκη του κατηγορουμένου για το εν λόγω αδίκημα χωρίς την τροποποίηση του κατηγορητηρίου.
- Με την καταδίκη του για το εν λόγω αδίκημα ο κατηγορούμενος να μην υπόκειται σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης που θα μπορούσε να του είχε επιβληθεί αν καταδικαζόταν βάσει του αρχικού κατηγορητηρίου, και
- Η μεταβολή του κατηγορητήριου δεν θα επηρέαζε δυσμενώς τον κατηγορούμενο στην υπεράσπιση του. Εξετάζοντας το θέμα στην παρούσα, κρίνω ότι πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις εφόσον δεν περιλαμβάνεται στο κατηγορητήριο η διάπραξη των συγκεκριμένων αδικημάτων με την υπό αναφορά νομική βάση και τις λεπτομέρειες, η καταδίκη της κατηγορούμενης για τα αδικήματα αυτά είναι αδύνατη χωρίς την τροποποίηση του κατηγορητηρίου και η ποινή που μπορεί να επιβληθεί δεν είναι μεγαλύτερη αλλά η ίδια με εκείνη που θα μπορούσε να της επιβληθεί βάσει των κατηγοριών 1 και
- Τέλος εξετάζοντας την υπόθεση στο σύνολο της κρίνω ότι η μεταβολή του κατηγορητηρίου δεν θα επηρέαζε δυσμενώς την κατηγορούμενη στην υπεράσπιση της, εφόσον στην ουσία τα γεγονότα δεν μεταβάλλονται, ήταν δε γνωστό εξ υπαρχής ότι η εκδοχή της κατηγορούσας αρχής ως προς την πλαστογραφία στηριζόταν σε αλλοίωση του περιεχομένου του τεκμηρίου 2 και η κατηγορούμενη διεξήγε την υπεράσπιση της γνωρίζοντας αυτά και με βάση αυτά. Για όλους τους πιο πάνω λόγους το κατηγορητήριο τροποποιείται με την προσθήκη των ακόλουθων κατηγοριών: ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Τέταρτη Κατηγορία Πλαστογραφία, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(β) και 335 του Ποινικού Κώδικα. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Η κατηγορούμενη στις 29.12.11 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, με σκοπό την καταδολίευση, κατήρτισε πλαστό έγγραφο δηλ. αλλοίωσε το τιμολόγιο με αρ. Α44669, χωρίς εξουσία κατά τέτοιο τρόπο ώστε αν η αλλοίωση είχε εξουσιοδοτηθεί, αυτή θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου. ΕΚΘΕΣΗ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Πέμπτη Κατηγορία Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου, κατά παράβαση των άρθρων 331, 333(β), 335 και 339 του Ποινικού Κώδικα. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ ΑΔΙΚΗΜΑΤΟΣ Η κατηγορούμενη στις 29.12.11 στη Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, εν γνώσει της και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο δηλ. το τιμολόγιο που αναφέρεται στην 4η κατηγορία. Ενόψει όλων των ανωτέρω κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων των κατηγοριών 4 και
- Ως εκ τούτου κρίνω την κατηγορούμενη ένοχη και στις δύο αυτές κατηγορίες ενώ αθωώνεται και απαλλάσσεται στις κατηγορίες 1 και
- (Υπ.) ....................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Πλαστογραφία - Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο