← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Λεύκιος Μιλτιάδους, Αρ. Υπόθεσης: 23186/14, 17/10/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Λεύκιος Μιλτιάδους, Αρ. Υπόθεσης: 23186/14, 17/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:B44 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 23186/14 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού v. Λεύκιος Μιλτιάδους Ημερομηνία: 17.10.2014. Για Κατηγορούσα Αρχή: κα Γ. Ιωαννίδου. Για κατηγορούμενο: κ. Μ. Ιωάννου. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος στην παρούσα αντιμετώπιζε αρχικά τρεις κατηγορίες. Στο στάδιο δε της αγόρευσης περί στοιχειοθέτησης εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής διέκοψε την κατηγορία 1, για αποστολή μηνύματος το οποίο ήταν απειλητικού χαρακτήρα, κατά παράβαση των άρθρων 4 και 149

(6)(α) του Νόμου 112(Ι)/2004, και έτσι ο κατηγορούμενος απαλλάγηκε της κατηγορίας αυτής. Μετά την εξέλιξη αυτή, το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφαση του κάλεσε τον κατηγορούμενο σε απολογία στις άλλες δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει και συγκεκριμένα σε κατηγορία απειλής βιαιοπραγίας, κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Ποινικού Κώδικα (κατηγορία 2) και σε κατηγορία άσκησης βίας στην τέως σύζυγο του, που προκάλεσε άμεσα ψυχική βλάβη σε αυτήν, κατά παράβαση των άρθρων 2 και 3
(1)
(4)του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000 (κατηγορία 3). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της κατηγορίας 2, ο κατηγορούμενος την 15ην Σεπτεμβρίου 2014, στην Λεμεσό, της Επαρχίας Λεμεσού, με σκοπό την υποκίνηση της Γεωργίας Ιωάννου από τη Λεμεσό να παραλείψει πράξη την οποία είχε νομικό δικαίωμα να τελέσει απείλησε αυτήν ότι ήθελε επαγάγει βλάβη στο πρόσωπο της λέγοντας της τα εξής «Τόλμα έμπα του καγκελιού και εγώ θα σε σκοτώσω». Σύμφωνα δε με τις λεπτομέρειες της κατηγορίας 3, ο κατηγορούμενος την 15ην Σεπτεμβρίου 2014, στη Λεμεσό της Επαρχίας Λεμεσού, με παράνομη πράξη ή συμπεριφορά προκάλεσε άμεσα ψυχική βλάβη στην τέως σύζυγο του Γεωργία Ιωάννου από τη Λεμεσό. Μαρτυρία Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο 6 μάρτυρες. Μετά την προαναφερόμενη ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός έδωσε ένορκη μαρτυρία και κάλεσε δύο μάρτυρες. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο Α/Αστ. 2253 Μαρίνος Χριστοφόρου, ο οποίος είναι τοποθετηµένος στον Αστ. Σταθµό Αγίου Ιωάννη Λεµεσού. Δεν είναι ο εξεταστής της παρούσας υπόθεσης. Ο ίδιος προέβη σε συγκεκριμένες ενέργειες στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης. Στις 15.9.14 περί ώρα 19:40 ο κατηγορούμενος κλήθηκε στο κινητό του τηλέφωνο από τον λοχία Γιώργο Γεωργίου και αμέσως παρουσιάστηκε αυτόβουλα στον Αστ. Σταθµό Αγίου Ιωάννη. Εκεί την ίδια ημέρα και ώρα 19:50 ο μάρτυρας συνέλαβε τον κατηγορούμενο δυνάµει εντάλµατος σύλληψης (τεκμήριο 4) σχετικά µε διερευνόµενα αδικήµατα γραπτών απειλών για θανάτωση, απειλής βιαιοπραγίας και ψυχολογικής βίας, κατά παράβαση του περί Βίας στην Οικογένεια Νόμου. Στη συνέχεια µεταξύ των ωρών 20:00-21:00 ο μάρτυρας έλαβε από τον κατηγορούμενο ανακριτική κατάθεση (τεκμήριο 2). Την ίδια ημέρα και µεταξύ των ωρών 21:15-21:25, δυνάμει εντάλµατος έρευνας, ο μάρτυρας διενήργησε έρευνα µαζί με συναδέλφους του, στην παρουσία του κατηγορούμενου και της μητέρας του, στην οδό Παπαφλέσσα αρ.64 στην Λεµεσό, όπου διαμένει ο κατηγορούμενος. Από την έρευνα δεν ανεβρέθηκε οτιδήποτε που να σχετίζεται µε την υπόθεση. Ο κατηγορούμενος στην ανακριτική του κατάθεση ανέφερε στον μάρτυρα ότι την οικία στην οδό Σαλαµίνος αρ. 21 στα Πάνω Πολεµίδια την ενοικίασε σε κάποιο φίλο του Παντελή Παντελή και παρουσίασε στον μάρτυρα ένα ενοικιαστήριο έγγραφο το οποίο δεν φέρει υπογραφές (τεκμήριο 3). Την ίδια ημέρα και µεταξύ των ωρών 21:40-21:55 ο μάρτυρας μετέβηκε στην οδό Σαλαµίνος αρ. 21 στα Πάνω Πολεµίδια όπου συνάντησε τον Παντελή Παντελή, ο οποίος διέμενε στην οικία εκεί. Κατόπιν γραπτής συγκατάθεσης του εν λόγω προσώπου και µε την βοήθεια συναδέλφων του, ο μάρτυρας διενήργησε, στην παρουσία του κατηγορούμενου, έρευνα στην οικία, όπου εντόπισε και παρέλαβε ένα πυροβόλο όπλο µε αρ. εγγραφής LL32458 και µε αρ. κάννης 5205941 - Α970479 και ένα πυροβόλο όπλο µε αρ. εγγραφής Ν65238 και µε αρ. κάννης
  1. Όσο αφορά το πυροβόλο όπλο µε αρ. εγγραφής 107109 και µε αρ. κάννης 144062, από εξετάσεις που διενήργησε ο μάρτυρας διαπίστωσε ότι αυτό κρατείται από τον Αστ. Σταθµού Επισκοπής σχετικά µε υπόθεση λαθροθηρίας που εξετάζεται εναντίον του κατηγορούμενου. Από την έρευνα δεν ανεβρέθηκε οτιδήποτε άλλο που να σχετίζεται µε την παρούσα υπόθεση. Τα δύο όπλα που βρέθηκαν ήταν εγγεγραμμένα, ως δε του ανέφερε ο κατηγορούμενος, ήταν ιδιοκτησίας του. Η κατάθεση της παραπονούμενης δεν λήφθηκε από τον μάρτυρα. Αρμόδιος Αστυνομικός Σταθμός για την οδό Παπαφλέσα 64 είναι ο Αστ. Σταθμός Αγ. Ιωάννη ενώ για την οδό Σαλαμίνος 21 στα Πάνω Πολεμίδια, ο Αστ. Σταθμός Πολεμιδιών. Δεν γνωρίζει ο μάρτυρας γιατί η παρούσα διερευνήθηκε από τον Αστ. Σταθμό Αγίου Ιωάννη και όχι των Πολεμιδιών. Δεν γνωρίζει εάν η παραπονούμενη κατήγγειλε τον Ιούνιο του 2011 τον κατηγορούμενο για περιστατικά βίας στην οικογένεια καθότι τότε δεν υπηρετούσε στον πιο πάνω Αστ. Σταθμό. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε η παραπονούμενη Γεωργία Ιωάννου, η οποία ανέφερε τα ακόλουθα: Ήταν παντρεμένη με τον κατηγορούμενο με τον οποίο απέκτησαν μια κόρη, η οποία τώρα είναι 13 ετών. Χώρισαν τον Ιούνιο του 2014 λόγω του ότι υπήρξαν περιστατικά βίας στην οικογένεια. Αυτά τα περιστατικά βρίσκονται ήδη στο Δικαστήριο και εκκρεμούν υποθέσεις εναντίον του κατηγορούμενου. Ενόσω ήταν σύζυγοι με τον κατηγορούμενο διέμεναν σε οικία στην οδό Σαλαμίνος 21 στα Πάνω Πολεμίδια. Όσον αφορά το εν λόγω ακίνητο η παραπονούμενη είπε ότι δεν υπάρχει τίτλος και ότι η ίδια είναι με βάση συμβόλαιο δικαιούχος, ούσα πρόσφυγας. Πέραν δε του ότι της είχε παραχωρηθεί το οικόπεδο, της παραχωρήθηκε από τον Έπαρχο και ένα χρηματικό ποσό ύψους Λ.Κ.8,
  2. Στο συμβόλαιο δε αυτό δεν αναφέρεται το όνομα του κατηγορούμενου. Την κατοικία εκεί δεν την έκτισε μόνος του ο κατηγορούμενος αλλά την έκτισαν μαζί και έγιναν και δάνεια για το σκοπό αυτό. Κατοικούσαν εκεί ως σύζυγοι από το 2008 μέχρι που εκδόθηκε ένα διάταγμα με το οποίο ο κατηγορούμενος διατασσόταν να φύγει από το σπίτι λόγω βίας στην οικογένεια. Έτσι από το 2011 περίπου ήταν σε διάσταση. Ο κατηγορούμενος την απείλησε αρκετές φορές με την τελευταία να είναι στις 15.9.
  3. Σε σχέση με την εν λόγω ημερομηνία είπε ότι είχε εξασφαλίσει διάταγμα Δικαστηρίου (τεκμήριο 8) σύμφωνα με το οποίο ο κατηγορούμενος έπρεπε να εγκαταλείψει την πιο πάνω οικία εντός 15 ημερών. Το εν λόγω διάταγμα, ως ενημερώθηκε η παραπονούμενη, επιδόθηκε στις 29.8.14 στον κατηγορούμενο, ο οποίος καθυστερούσε να το παραλάβει. Η παραπονούμενη ενημερώθηκε από τη δικηγόρο της και τον επιδότη ότι η τελευταία μέρα που θα μπορούσε ο κατηγορούμενος να είναι στο σπίτι ήταν η 14.9.
  4. Την προηγούμενη Παρασκευή δε το πρωί ο κατηγορούμενος ειδοποιήθηκε και από γυναίκα λοχία του Αστ. Σταθμού Πολεμιδιών ότι υπήρχε το διάταγμα και ότι έπρεπε μέχρι την Κυριακή το βράδυ να φύγει από την οικία. Ο κατηγορούμενος δεν ανέφερε ότι δεν είχε το διάταγμα αλλά αρνήθηκε να φύγει από το σπίτι διότι, ως ανέφερε στη λοχία, υπάρχει μια έφεση, δεν του απαγόρευε κανένας και δεν θα φύγει. Μάλιστα είπε στην λοχία ότι θα πήγαινε να της πάρει την έφεση. Στις 15.9.14 το πρωί η παραπονούμενη μετέβηκε στην προαναφερόμενη οικία μαζί με την κόρη της και μια φίλη της. Πήγε με τη φίλη της γιατί φοβόταν να πάει μόνη της. Κατέβηκε από το αυτοκίνητο με τη φίλη της και ενώ βρισκόταν έξω από το καγκέλι της οικίας, ο κατηγορούμενος που βρισκόταν στην αυλή του σπιτιού σε απόσταση 3-4 μέτρα από αυτήν την απείλησε με την φράση: «Τόλμα έμπα του καγκελιού και εγώ θα σε σκοτώσω». Η παραπονούμενη φοβήθηκε και αμέσως μπήκε στο αυτοκίνητο με τη φίλη της και έφυγαν από το μέρος. Όταν έγινε το πιο πάνω περιστατικό η παραπονούμενη εκεί είδε μόνο τον κατηγορούμενο και κανένα άλλο πρόσωπο. Δεν ενημέρωσε τον κατηγορούμενο ότι θα πήγαινε στην οικία στις 15.9.
  5. Δεν χρειαζόταν να του ζητήσει κλειδιά της οικίας γιατί ο κατηγορούμενος τα προηγούμενα Χριστούγεννα παρέδωσε στον Αστ. Σταθμό τέτοια κλειδιά, τα οποία είχε η παραπονούμενη. Είπε δε σχετικά ότι μετά από απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην Αίτηση 49/21, ημερ. 11.12.13, ο κατηγορούμενος πήγε αμέσως στο σπίτι άλλαξε τις κλειδαρίες και η παραπονούμενη με το παιδί τους έμεινε έξω χωρίς ρούχα ή οτιδήποτε άλλο. Ο κατηγορούμενος δεν ήταν συνεργάσιμος για να μπορέσουν να πιάσουν τα πράγματα ή τα ρούχα τους και να φύγουν από το σπίτι, γιατί δεν μπορούσαν να ζήσουν μαζί του. Απειλούσε ότι δεν θα μπει κανένας στο σπίτι γιατί εν θα ζήσει κανένας. Έτσι η παραπονούμενη αναγκάσθηκε να ενημερώσει σχετικά την Αστυνομία. Ειδοποίησαν την κοινωνική λειτουργό που είναι στην ομάδα της βίας στην οικογένεια και μετά από συζήτηση που είχε ο υπεύθυνος του Σταθμού, ο κατηγορούμενος πήγε στο Σταθμό και πήρε κλειδιά. Όμως η παραπονούμενη δεν τα χρησιμοποίησε γιατί λόγω του ότι ήταν πολύ έντονη η συμπεριφορά του κατηγορούμενου όταν του ζητούσε η Αστυνομία να δώσει τα κλειδιά, όταν μίλησε η παραπονούμενη με την κοινωνική λειτουργό, η τελευταία της ζήτησε να μην δοκιμάσει να πάει στο σπίτι μόνη της μήπως και τους κάνει κάποιο κακό αλλά μόνο με συνοδεία της Αστυνομίας. Και έτσι πήγαν στην αδελφή της. Την επόμενη ή μεθεπόμενη πήγαν με την Αστυνομία στο σπίτι και πήραν ορισμένα ρούχα ενώ ο κατηγορούμενος δεν δεχόταν να δώσει τίποτα άλλο από το σπίτι. Δεν δέχθηκε υποβολή ότι εγκατέλειψε οικειοθελώς την κατοικία και ότι ουδέποτε την έδιωξε ο κατηγορούμενος, λέγοντας ότι όταν βγαίνει μια απόφαση και αποφασίζει ο κατηγορούμενος να αλλάξει τις κλειδωνιές του σπιτιού και πρέπει να επέμβει η Αστυνομία για να πάρει κλειδί του σπιτιού της, δεν νομίζει ότι εγκατέλειψε τη συζυγική εστία. Σε ερώτηση κατά πόσο γνωρίζει εάν στο σπίτι διέμενε οποιοδήποτε πρόσωπο τον Αύγουστο και Σεπτέμβρη του 2014 είπε ότι από ότι άκουσε από την Αστυνομία το σπίτι της ενοικιάστηκε. Η ίδια ως ιδιοκτήτης δεν γνωρίζει να υπήρχε οποιοδήποτε ενοικιαστήριο έγγραφο. Όταν ρωτήθηκε στην αντεξέταση της εάν επισκέφθηκε γιατρό είπε ότι το απόγευμα της 15.9.14 επισκέφθηκε τον Δρα Αργυρίου, ο οποίος διαπίστωσε ότι ήταν αναστατωμένη και ότι φοβήθηκε για τα γεγονότα που συνέβαιναν τον τελευταίο καιρό και για την τελευταία απειλή του κατηγορούμενο. Δεν είπε στην κατάθεση της ότι θα επισκεπτόταν γιατρό καθότι δεν θεώρησε ότι έπρεπε να το ξέρει η Αστυνομία. Το βράδυ της 15.9.14 έμαθε ότι ο κατηγορούμενος συνελήφθη, ως την ενημέρωσαν από την Αστυνομία. Στις 16.9.14 το πρωί αφού γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος είχε συλληφθεί και ένιωθε ασφάλεια εφόσον δεν μπορούσε να της κάνει κάτι, πήγε στην προαναφερόμενη οικία με κλειδαρά, πιστοποιούντα υπάλληλο και με δύο φίλους της. Τον κλειδαρά τον πήρε για να αλλάξει τις κλειδαριές και να μην έχει ο κατηγορούμενος τα ίδια κλειδιά με αυτή γιατί φοβάται τι θα συμβεί όταν ο κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος. Ερωτώμενη στην αντεξέταση της αφού φοβάται γιατί έκανε τα πιο πάνω είπε ότι το έκανε γιατί έχει ένα διάταγμα και πιστεύει ότι η Αστυνομία θα τις προστατεύσει και γιατί η κόρη της από τα Χριστούγεννα θέλει να επιστρέψει στο σπίτι τους και στο δωμάτιο της. Εκεί στο σπίτι συνάντησαν ένα νεαρό, ο οποίος της είπε ότι ήταν γιος του κατηγορούμενου και όταν αυτή τον ρώτησε εάν ξέρει ποια είναι και ο πιστοποιών υπάλληλος του είπε ότι το σπίτι είναι της παραπονούμενης και αυτός μπορεί να μην δικαιούται να είναι εκεί, ο νεαρός έφυγε. Μπήκαν στην οικία και ο πιστοποιών υπάλληλος κατέγραψε τα προσωπικά αντικείμενα που υπήρχαν εκεί. Σε υποβολή ότι παράνομα μπήκε στην οικία είπε ότι από τη στιγμή που έχει το συμβόλαιο με τη Μέριμνα και το διάταγμα δεν θεωρεί ότι είναι παράνομα που έπραξε. Είπε δε ότι ο μόνος λόγος που δεν μπορούσε να μπει στο σπίτι πριν ήταν ότι ο κατηγορούμενος τους τρομοκρατεί και τους φοβερίζει. Ο αξιωματικός που υπηρετεί στον Αστ. Σταθμό Πολεμιδιών Ανδρέας Φιακάς βάφτισε την αδελφή της και ήταν παντρεμένος με τη θεία της αλλά χώρισαν πριν από πολλά χρόνια. Δεν δέχθηκε ότι όλες τις υποθέσεις καταγγελιών που έκανε στην Αστυνομία τις χειρίστηκε ο πιο πάνω αξιωματικός. Όταν έκανε καταγγελίες, κατάθεση της έπαιρνε ο αστυνομικός που ήταν υπηρεσία εκείνη την ώρα και η ίδια δεν είχε επαφή με τον Φιακά. Μεγάλο δε μέρος της αντεξέτασης της επικεντρώθηκε στις καταγγελίες που έκανε εναντίον του κατηγορούμενου στην Αστυνομία και στην πορεία των σχετικών υποθέσεων που καταχωρήθηκαν καθώς και στις διάφορες διαδικασίες που έλαβαν χώρα μεταξύ τους στο Οικογενειακό Δικαστήριο στο μέτρο που μπορούσε να πει εφόσον ως ουσιαστικά ανέφερε έγιναν πολλές τέτοιες. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο ιδιώτης επιδότης, Μαρίνος Βασιλείου. Ο μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήριο 22, ένορκη δήλωση επίδοσης ημερομηνίας 1.9.14 με επισυναπτόμενο πιστό αντίγραφο διατάγματος ημερομηνίας 5.8.
  6. Ανέφερε δε ότι αυτή είναι η επίδοση που προσπάθησε να κάνει στον κατηγορούμενο. Εξήγησε σχετικά ότι είχε πάρει τη διεύθυνση αυτού από τη δικηγόρο που του είχε αναθέσει να κάνει την επίδοση, πήγε επανειλημμένα στη διεύθυνση στα Πολεμίδια δίπλα από το Νοσοκομείο και δεν βρήκε κανένα. Την τελευταία φορά που πήγε εκεί, στο σπίτι βρήκε μέσα ένα κύριο, o οποίος του είπε και του έδειξε ενοικιαστήριο έγγραφο και τον παρακάλεσε να μην τον ξαναενοχλήσει εκεί διότι αυτός ήταν o ένοικος. Αναγνώρισε από τα τεκμήρια το ενοικιαστήριο έγγραφο που του έδειξε τον εν λόγω πρόσωπο. Μετά ο μάρτυρας μίλησε ξανά με τη δικηγόρο και εκείνη του έδωσε άλλη διεύθυνση του κατηγορούμενου στο χώρο που αυτός εργάζεται. Ο μάρτυρας πήγε εκεί στις 29.8.14 η ώρα 11 το βράδυ. Είδε τον κατηγορούμενο έξω και του φώναξε ότι τον θέλει. Στη συνέχεια ο μάρτυρας στάθμευσε το όχημα του και μπήκε στο χώρο που ήταν μπαρ και υπήρχαν γύρω στα δέκα άτομα. Ενώ περίμενε αρκετή ώρα δεν είδε τον κατηγορούμενο και έτσι άφησε την επίδοση στο γραφείο που του υπέδειξαν τα άλλα άτομα που ήταν εκεί, ότι ήταν του κατηγορούμενου, και έφυγε. Γνώριζε τον κατηγορούμενο από πριν γιατί του είχε κάνει επίδοση περίπου ένα μήνα προηγουμένως στο πιο πάνω μπαρ. Σε ερώτηση εάν συμφωνεί ότι ουδέποτε επέδωσε προσωπικά στον κατηγορούμενο το τεκμήριο 22 είπε ότι ο κατηγορούμενος ήταν στο χώρο εργασίας του αλλά δεν του το επέδωσε προσωπικά αφού δεν πήγαινε να το παραλάβει. Ως Μ.Κ.4 κατέθεσε ο υπεύθυνος του Τμήματος Ποινικών Υποθέσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, Χαράλαμπος Σκορδής. Ο μάρτυρας έχοντας της φύλαξη των φακέλων του εν λόγω Τμήματος κατέθεσε τα ακόλουθα: Από τον φάκελο της ποινικής υπόθεσης 16402/12, όπου κατηγορούμενος ήταν ο κατηγορούμενος στην παρούσα, αντίγραφο του κατηγορητηρίου (τεκμήριο 23) το οποίο καταχωρήθηκε στις 12.7.
  7. Σύμφωνα με πρακτικό ημερομηνίας 19.5.14 (τεκμήριο 24) η υπόθεση απορρίφθηκε και ο κατηγορούμενος απαλλάχθηκε. Από τον φάκελο της ποινικής υπόθεσης 11411/13, όπου κατηγορούμενος ήταν ο κατηγορούμενος στην παρούσα, αντίγραφο του κατηγορητηρίου (τεκμήριο 25) το οποίο καταχωρήθηκε στις 4.6.
  8. Σύμφωνα με πρακτικό ημερομηνίας 19.5.14 (τεκμήριο 26) η υπόθεση απορρίφθηκε και ο κατηγορούμενος απαλλάχθηκε. Από τον φάκελο της ποινικής υπόθεσης 28974/12, όπου κατηγορούμενος ήταν ο κατηγορούμενος στην παρούσα, αντίγραφο του κατηγορητηρίου (τεκμήριο 27) το οποίο καταχωρήθηκε στις 14.11.
  9. Σύμφωνα δε με πρακτικό ημερομηνίας 12.9.13 στην εν λόγω υπόθεση οι κατηγορίες διακόπηκαν και ο κατηγορούμενος απαλλάχθηκε. Πριν τις 12.9.13 η εν λόγω υπόθεση ήταν ορισμένη στις 3.7.13 για έλεγχο του εντάλματος σύλληψης του κατηγορούμενου. Για τις πιο πάνω υποθέσεις δεν γνωρίζει τους λόγους απαλλαγής του κατηγορούμενου καθότι τα πρακτικά δεν αποστενογραφημένα όσον αφορά το θέμα αυτό. Από τον φάκελο της ποινικής υπόθεσης 8230/13, όπου κατηγορούμενος είναι ο κατηγορούμενος στην παρούσα, κατέθεσε αντίγραφο του κατηγορητηρίου (τεκμήριο 28) το οποίο καταχωρήθηκε στις 10.4.
  10. Σύμφωνα με πρακτικό ημερομηνίας 16.5.14 η εν λόγω υπόθεση είναι ορισμένη για ακρόαση στις 21.10.
  11. Από τον φάκελο της ποινικής υπόθεσης 18255/14, όπου κατηγορούμενος είναι ο κατηγορούμενος στην παρούσα, αντίγραφο του κατηγορητηρίου (τεκμήριο 29) το οποίο καταχωρήθηκε στις 8.7.
  12. Η υπόθεση αυτή σύμφωνα με τα όσα αναφέρονται στο κατηγορητήριο αφορά τους ποινικούς φακέλους «Σταθμός Αριθμός Ποινικού Μητρώου Πολεμίδια Μ/123/12», «ΠΦ Πολεμίδια Μ/51/12» και «ΠΦ Πολεμίδια Μ/157/12». Η εν λόγω υπόθεση είναι ορισμένη για απάντηση στις 13.10.
  13. Ως Μ.Κ.5 κατέθεσε ο επί 25ετίας ψυχίατρος Αργύρης Αργυρίου. Ο μάρτυρας αυτός αναγνώρισε ως έγγραφο το οποίο έχει συντάξει και υιοθέτησε, την ιατρική έκθεση του τεκμήριο 30, στην οποία αναφέρει βασικά τα ακόλουθα: Εξέτασε την παραπονούμενη στις 16.9.14 στο ιατρείο του στη Λεμεσό. Διαπίστωσε ότι εκείνη βρισκόταν σε κατάσταση πανικού και κατάθλιψης με συμπτώματα έντονου άγχους, ταχυκαρδία και εφίδρωση. Η διάθεση και η ενέργεια της ήταν πτωχές και ανέφερε επιμένουσα αϋπνία και εφιάλτες. Η κατάσταση της υγείας της συνδέεται άμεσα με αναφερόμενες απειλητικές συμπεριφορές και πράξεις του πρώην συζύγου της με τον οποίο περίγραψε χρονίζουσες διενέξεις. Ανέφερε επανειλημμένες κακοποιήσεις στο παρελθόν από τον πρώην σύζυγο της, τα βιώματα των οποίων της προκαλούν έντονο ψυχικό πόνο, ανασφάλεια, φόβο για τη ζωή της ίδιας και της κόρης της αλλά και για απειλούμενη αυτοκτονία του πρώην συζύγου της. Θεωρεί ο μάρτυρας ότι η παραπονούμενη βιώνει μια κατάσταση κατάθλιψης και πανικού υπό το βάρος της τρομοκρατικής συμπεριφοράς του πρώην συζύγου. Συνέστησε στην παραπονούμενη τη μέγιστη δυνατή εξασφάλιση της ασφάλειας της ίδιας και της κόρης της και να επανεκτιμηθεί στο ιατρείο του σε μια εβδομάδα η κατάσταση της υγείας της. Όπως δε εξήγησε περαιτέρω στην μαρτυρία του, κατά την εν λόγω εξέταση διαπίστωσε ότι η παραπονούμενη ήταν φοβισμένη, το πρόσωπο της ήταν συσπασμένο, είχε τρόμο, τρέμουλα στα άκρα, κυρίως στα χέρια, εφίδρωση και ταχυκαρδία. Ο λόγος της δε ήταν διακοπτόμενος, κάτι που χαρακτηρίζει άτομα που είναι υπό έντονο άγχος και κάτω από φόβο. Η διάθεση και οι εκφράσεις της ήταν καταθλιπτικές. Οι δε κινήσεις και οι μιμητικές της εκφράσεις ήταν αργές, χαρακτηριστικά μιας φτωχής διάθεσης και ενέργειας. Εξήγησε επίσης όσον αφορά τα ευρήματα του από την κλινική εξέταση της παραπονούμενης ότι η εφίδρωση, η ταχυκαρδία, ο τρόμος και η βαθμολογία της κατάθλιψης είναι αντικειμενικά συμπτώματα-ευρήματα ενώ άλλα όπως η πτωχή ενέργεια, η διάθεση, η αντίληψη της ροής και της χροιάς του λόγου είναι υποκειμενικά ευρήματα. Τα συμπτώματα αυτά φαίνεται ότι διαρκούσαν από αρκετό καιρό. Τουλάχιστον από μέρες ή εβδομάδες. Σε ερώτηση εάν η παραπονούμενη έδωσε κάποια δικαιολογία γιατί δεν τον επισκέφθηκε προηγουμένως απάντησε αρνητικά ενώ ανέφερε επίσης ότι είναι σύνηθες κάποιος ασθενής να έρχεται όχι πάντα έγκαιρα. Σύμφωνα πάντα με το μάρτυρα η κατάθλιψη μπορεί να προκληθεί από διάφορους λόγους, είτε εσωτερικούς, είτε εξωτερικούς, είτε βιολογικούς. Η κατάθλιψη στην παραπονούμενη φαίνεται, από τις αναφορές της, να οφειλόταν στα γεγονότα που αντιμετώπιζε τον τελευταίο καιρό αλλά και που συσσωρεύτηκαν και από το παρελθόν. Όσον αφορά τις συμπεριφορές και πράξεις του κατηγορούμενου έναντι της και την κακοποίηση που η παραπονούμενη του ανέφερε, δεν του ανέφερε λεπτομέρειες αυτών αλλά γεγονότα και περιστατικά που είχε υποστεί βία, απειλές και πιέσεις. Σε σχέση με το πότε άρχισαν αυτά του είπε ότι άρχισαν πριν χρόνια στο πρόσφατο και πιο παλιό παρελθόν αλλά δεν συγκράτησε ακριβώς από πότε. Ο μάρτυρας εξήγησε επίσης που απέκτησε την ιδιότητα του ψυχιάτρου και με τι προβλήματα ασχολείται η ψυχιατρική ήτοι με οποιαδήποτε ψυχική διαταραχή και οποιοδήποτε ψυχικό προσωρινό πρόβλημα δίδοντας ως παράδειγμα τα πιο συνηθισμένα εξ αυτών δηλ. τις αγχώδεις καταστάσεις, την κατάθλιψη, τις ψυχώσεις, τις διαταραχές της προσωπικότητας και τις εξαρτήσεις. Είπε δε ότι στις 16.9.14 η εξέταση της παραπονούμενης έγινε περί τις 7 μ.μ. και διήρκησε μια ώρα. Τότε της συνέστησε φαρμακευτική αγωγή, να τύχει επανεξέτασης σε μια εβδομάδα και να έχει όσο το δυνατό την εξασφάλιση μιας καλύτερης ασφάλειας για τα πράγματα που φοβόταν. Εξήγησε ότι με το τελευταίο εννοούσε ότι της συνέστησε να ζητήσει από γνωστούς, φίλους, συγγενείς να έχει παρέα, να είναι κάπου που να νιώθει πιο ασφαλής η ίδια και η κόρη της και να ζητήσει από την Αστυνομία να της εξασφαλιστεί τη δυνατή ασφάλεια. Δεν ανέφερε η παραπονούμενη ότι την ιατρική έκθεση τεκμήριο 30 της την ζήτησε η Αστυνομία. Η παραπονούμενη επανεξετάσθηκε στις 23.9.
  14. Διαπιστώθηκε δε τότε ότι υπήρχε μια σχετική βελτίωση, ήταν πιο ήρεμη, είχε καλύτερη δυνατότητα επικοινωνίας και λόγου. Μετριάστηκαν κάποια συμπτώματα αλλά παρέμειναν τα στοιχεία της κατάθλιψης και της πτωχής ενέργειας. Ανέφερε δε ο μάρτυρας ότι η παραπονούμενη χρήζει περαιτέρω ψυχιατρικής επανεκτίμησης και θεραπείας. Όταν του ζητήθηκε να σχολιάσει ως ιατρός ουσιαστικά εάν, με τα συμπτώματα που είχε η παραπονούμενη εκείνη την ημέρα, μπορούσε μετά που έφυγε από το ιατρείο του στις 16.9.14 να πήγε κατ' ευθεία σε ένα σπίτι που είχε διαφορές με το σύζυγο της, να μπήκε μέσα με κλειδαρά, να άλλαξε όλες τις κλειδαριές και έδιωξε τον ενοικιαστή, απάντησε ότι η παραπονούμενη παρά τα αναφερόμενα συμπτώματα ήταν μια ασθενής, η οποία περπατούσε, λειτουργούσε και θα μπορούσε να ανταποκριθεί σε πάρα πολλές άλλες ενέργειες. Δεν ήταν κλινήρης. Δεν ήταν ανάπηρη. Δεν ήταν αδρανής. Ως Μ.Κ.6 κατέθεσε η Παντελίτσα Μουζούρη, Πρώτη Γραμματέας στην Επαρχιακή Διοίκηση Λεμεσού. Από τον φάκελο που είχε στην κατοχή της και αφορά την άδεια χρήσης που παραχώρησε ο Έπαρχος για το ακίνητο που βρίσκεται στην οδό Σαλαμίνος 21 στα Πάνω Πολεμίδια, ανέφερε ότι υπήρξε συμφωνία (τεκμήριο 31) με βάση την οποία δικαιούχος είναι η παραπονούμενη. Η άδεια παραχωρήθηκε στις 14.6.01 στην παραπονούμενη γιατί ήταν εκτοπισθείσα και επωφελήθηκε από τα σχέδια βοήθειας προς τους εκτοπισθέντες. Το ακίνητο τότε ήταν χωράφι σύμφωνα με το φάκελο και δεν υπήρχε κατοικία. Δόθηκε δε για να ανεγερθεί κατοικία. Σε ερώτηση εάν συμφωνεί ότι ιδιοκτήτης του εν λόγω ακινήτου είναι η Κυπριακή Δημοκρατία είπε ότι τα εν λόγω σχέδια αφορούν Τουρκοκυπριακή γη και για αυτό υπάρχουν στην εξέλιξη τα πιστοποιητικά μίσθωσης τα οποία δίδονται στους δικαιούχους. Εξήγησε περαιτέρω ότι η Κυπριακή Δημοκρατία διαχειρίζεται αυτό το ακίνητο μέσω του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών και για αυτό το εν λόγω συμβόλαιο διαμορφώθηκε αναφέροντας ως ιδιοκτήτη την Κυπριακή Δημοκρατία. Η παραπονούμενη δεν θεωρείται ιδιοκτήτρια του ακινήτου αλλά αδειούχος. Από το φάκελο φαίνεται επίσης ότι ο κατηγορούμενος σε σχέση με το εν λόγω ακίνητο έκανε κάποιες παραστάσεις τόσο στην Επαρχιακή Διοίκηση όσο και στην Υπηρεσία Μέριμνας αλλά η μάρτυρας δεν γνωρίζει ακριβώς σε τι συνίσταντο αυτές. Η εκδοχή του κατηγορούμενου ήταν βασικά η ακόλουθη: Στις 15.9.14 κατά τις 10 το πρωί μετέβηκε στην κατοικία στην οδό Σαλαμίνος 21 στα Πάνω Πολεμίδια, την οποία έχει ενοικιάσει στον Παντελή Παντελή. Πήρε το ενοίκιο, τάισε τους σκύλους που έχει πίσω στην αυλή και ενώ ήταν στα 10 πόδια του σπιτιού άκουσε το θυροτηλέφωνο να κτυπά. Πήγε προς την είσοδο της κατοικίας, όπου είδε το αυτοκίνητο της πρώην συζύγου του σταθμευμένο στο πεζοδρόμιο, την κόρη του να κάθεται στο πίσω κάθισμα και μια άγνωστη κοπέλα, η οποία ήταν μπροστά από το αυτοκίνητο. Καθώς προχωρούσε προς την είσοδο του σπιτιού συνάντησε την πρώην σύζυγο του στην είσοδο της κατοικίας να κρατά ένα άσπρο χαρτί. Την ρώτησε τι θέλει, του απάντησε έχω ένα διάταγμα και πότε θα φύγεις από το σπίτι. Της είπε ότι δεν πήρε κανένα διάταγμα στα χέρια του και ούτως ή άλλως το σπίτι είναι ενοικιασμένο. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος πήγε, μπήκε στο αυτοκίνητο του, έφυγε από το σπίτι και πήγε στον Αστυνομικό Σταθμό Επισκοπής, όπου το ένα από τα δυο του κυνηγετικά όπλα ήταν εκεί, για να το καθαρίσει. Στη συνέχεια μετέβηκε στο Δημαρχείο Λεμεσού. Στις 13:00 ακριβώς δέχτηκε τηλεφώνημα από τον Αστυνόμο των Πολεμιδιών Αντρέα Φιακά, ο οποίος είναι μυρωτικός κουμπάρος του πρώην πεθερού του και ήταν νυμφευμένος με τη θεία της πρώην γυναίκας του. Το πρόσωπο αυτό τον ρώτησε τι έχει συμβεί και ο κατηγορούμενος του απάντησε «Τίποτε, ήρθε η Γεωργία στην κατοικία, της εξήγησα τι συμβαίνει και έφυγα». Ο Φιακάς τον ρώτησε εάν λογομάχησαν και εάν συνέβηκε κάτι και ο κατηγορούμενος του είπε ότι δεν συνέβηκε τίποτε, η συζήτηση δεν κράτησε πάνω από 3 δευτερόλεπτα και ότι έφυγε ο κατηγορούμενος και άφησε την παραπονούμενη στην είσοδο της κατοικίας και δεν ξέρει τι έκανε μετά. Γύρω στις 7 το απόγευμα ο κατηγορούμενος βρισκόταν σε ένα καφενείο. Χτύπησε το τηλέφωνο του. Ήταν από τον Αστ. Σταθμό Αγίου Ιωάννη. Το πρόσωπο στο τηλέφωνο του ανέφερε ότι ήταν ο λοχίας Γιώργος Γεωργίου και ότι τον ήθελε 5 λεπτά για κάποια υπόθεση. Ο κατηγορούμενος τον ρώτησε εάν μπορούσε να του αναφέρει από το τηλέφωνο το θέμα τη υπόθεσης αλλά εκείνος του απάντησε αρνητικά και ότι έπρεπε να πάει στον Σταθμό. Ο κατηγορούμενος του είπε ότι θα βρίσκεται εκεί σε 10 λεπτά αλλά ο λοχίας του είπε να πάει γύρω στις 8 η ώρα γιατί είχε κάποια δουλειά. Στο καφενείο ο κατηγορούμενος ήταν με τον δικηγόρο του, ο οποίος προσφέρθηκε να πάνε αμέσως, όπως και έκαναν. Γύρω στις 7:20 ήταν στον Αστ. Σταθμό Αγίου Ιωάννη με τον δικηγόρο του και του ανέφεραν το θέμα της υπόθεσης ότι απείλησε τη γυναίκα του να τη σκοτώσει. Σχολιάζοντας την κατηγορία 3 είπε ότι δεν μπορεί να ξέρει πώς προκάλεσε ψυχική βλάβη και ούτε μπορεί να γνωρίζει πώς μπορεί να πάθει ψυχική βλάβη ένας άνθρωπος, χωρίς να έρθεις σε αντιπαράθεση μαζί του. Σε σχέση με την αναφορά στο τεκμήριο 30 ότι η παραπονούμενη ανέφερε στον γιατρό ότι ο κατηγορούμενος την κακοποίησε στο παρελθόν επανειλημμένα είπε ότι οι κατηγορίες της παραπονούμενης εναντίον του άρχισαν από το
  15. Επέστρεψε από παγκόσμιους αγώνες από Ισπανία, βρήκε ένα διάταγμα το οποίο του απαγόρευε να εισέλθει στην κατοικία του. Μετά το διάταγμα αυτό η παραπονούμενη συνεχώς ενοχλούσε την Αστυνομία ότι ο κατηγορούμενος την απειλεί. Αρκετά Δικαστήρια τον έχουν απαλλάξει, 4 παρακοές στο Οικογενειακό τις απέσυρε η παραπονούμενη και όταν αποφάσισε το Δικαστήριο να τελειώσει το διάταγμα δεν υπήρχε καμία καταγγελία εναντίον του. Όταν εκδόθηκε το δεύτερο διάταγμα ο κατηγορούμενος βρισκόταν στην κατοικία του μαζί με τον πατέρα του. Μετέβηκε η παραπονούμενη εκεί με τις δύο αδελφές της, έσπρωξε τον κατηγορούμενο και τον χτύπησε στο πόδι για να φύγει από την κατοικία. Για την υπόθεση αυτή υπάρχει και καταγγελία και είναι η υπόθεση σε εξέλιξη στο Δικαστήριο. Όσα ανέφερε η παραπονούμενη στον Μ.Κ.5 για τη συμπεριφορά του κατηγορούμενου είναι ψέματα γιατί στις 11.12.13 ακυρώθηκε το διάταγμα, ο κατηγορούμενος μετέβηκε στον Αστ. Σταθμό Πολεμιδιών, πήρε την απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου, την έδωσε στον Υπαστυνόμο εκεί, του παρέδωσε 2 κλειδιά της κατοικίας του, της μπροστινής και της πίσω πόρτας, του εξήγησε εν συντομία τα γεγονότα και τον παρακάλεσε να υπάρχει καταχώρηση στην Αστυνομία. Η παραπονούμενη μετέβηκε στον Αστ. Σταθμό, και ζήτησε από την Αστυνομία να τον εκδιώξουν από το σπίτι. Της εξήγησε ο Υπαστυνόμος ότι δεν μπορούσε να κάμει κάτι και είναι απόφαση του Δικαστηρίου. Γύρω στις 7 το απόγευμα η παραπονούμενη μετέβηκε με γυναίκα λοχία του Αστ. Σταθμού Πολεμιδιών, με τον άντρα της αδελφής της και την αδελφή, έπιασαν τα πράγματα τους παρουσία και των δυο αστυνομικών και έφυγαν από το σπίτι. Ουδέποτε του επιδόθηκε το διάταγμα τεκμήριο 8 προσωπικά. Αναγνώρισε και καταχωρήθηκε ως τεκμήριο 32 το ενοικιαστήριο έγγραφο, το οποίο ανέφερε ότι έκανε με τον Παντελή Παντελή. Εξήγησε ότι ο λόγος που ενοικίασε την κατοικία ήταν γιατί υπάρχει υποθηκευμένο ένα χωράφι στην Ελληνική Τράπεζα για το ποσό των €50,000 και λόγω του ότι δεν πληρώνεται και ούτε ενδιαφέρεται η παραπονούμενη, ήδη υπάρχει και αγωγή εναντίον τους. Έτσι ο κατηγορούμενος αποφάσισε να ενοικιάσει την κατοικία και να διαπραγματευτεί με την τράπεζα για να σταματήσει η αγωγή, να πληρώνεται το δάνειο. Το ποσό που πήραν ως δάνειο χρησιμοποιήθηκε για την ανέγερση της κατοικίας στην οδό Σαλαμίνος 21 στα Πάνω Πολεμίδια. Κανένα από τα δύο διάταγμα που έκδωσε το Οικογενειακό Δικαστήριο δεν ισχύει πλέον. Για το σπίτι αυτό που έχτισε ο κατηγορούμενος και του το πήρε η παραπονούμενη, κατόπιν συνεννόησης με τον δικηγόρο του, κινήθηκε νομικά εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, της Επαρχιακής Διοίκησης Λεμεσού, της παραπονούμενης, του Αστυνόμου Αντρέα Φιακά και του Αστυνόμου Μιχαλάκη Μιχαήλ. Ως Μ.Υ.1 κατέθεσε η Άννα Στυλιανού, Πρωτοκολλητής στο Τμήμα Αστικών Υποθέσεων του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Η μάρτυρας είχε στην κατοχή της τον φάκελο της Αγωγής 2018/
  16. Ανέφερε από το περιεχόμενο του φακέλου ότι σε αυτόν υπήρχε διάταγμα ως το τεκμήριο 8 αλλά δεν υπήρχε οποιαδήποτε αίτηση παρακοής του εν λόγω διατάγματος. Περαιτέρω μέσα στον φάκελο δεν υπήρχε επίδοση του διατάγματος αυτού. Εξήγησε δε ουσιαστικά ότι αυτό δεν σημαίνει ότι δεν έγινε επίδοση εφόσον τέτοια μπορεί να έγινε αλλά να μην μπήκε στο φάκελο, κάτι που συμβαίνει. Τέλος αναγνώρισε το τεκμήριο Β προς αναγνώριση (και το κατέθεσε ως τεκμήριο 33) ως την έφεση που καταχωρήθηκε από τον κατηγορούμενο εναντίον του πιο πάνω διατάγματος στις 13.8.14 και πρόσθεσε ότι η έφεση αυτή εκκρεμεί. Τέλος ως Μ.Υ.2 κατέθεσε ο Παντελής Παντελή, ο οποίος ανέφερε τα εξής: Γνωρίζει τον κατηγορούμενο εδώ και 25 χρόνια και είναι φίλοι. Μέσα Ιουλίου του 2014 ο κατηγορούμενος του ανέφερε ότι ήθελε να ενοικιάσει το σπίτι του στην οδό Σαλαμίνος 21, Πάνω Πολεμίδια, στη Λεμεσό για το λόγο ότι είχε οικονομικά προβλήματα, είχε δάνειο στην Ελληνική Τράπεζα, το οποίο χρησιμοποίησε για την ανέγερση της κατοικίας και είχε υποθηκευμένο ακίνητο και επειδή δεν πλήρωνε τις δόσεις η εν λόγω τράπεζα του έκανε αγωγή για να του πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο. Επίσης όπως του είπε ο κατηγορούμενος, η σύζυγος του από τις διατροφές που της έδινε δεν πλήρωνε το σχολείο της κόρης τους με αποτέλεσμα να οφείλεται το ποσό των €4,000 ως δίδακτρα και με την νέα σχολική περίοδο το παιδί θα αντιμετώπιζε πρόβλημα στην φοίτηση της στο σχολείο. Ο μάρτυρας ήθελε να ενοικιάσει κατοικία για να διαμένει με τα 2 παιδιά του Ευαγόρα Παντελή και Παρασκευά Παντελή. Παρά το ότι η κατοικία ήταν λίγο μακριά εντούτοις την ενοικίασε για να βοηθήσει τον φίλο του. Ο κατηγορούμενος πήγε στον δικηγόρο του, όπως είπε στον μάρτυρα, ετοίμασε ένα ενοικιαστήριο έγγραφο με το ποσό που είπαν δηλ. €500 μηνιαίως και η πληρωμή θα άρχιζε από την 1.8.
  17. Συναντήθηκαν στις 25.7.14 στην κατοικία, υπέγραψαν ένα ενοικιαστήριο, ο κατηγορούμενος παρέλαβε κάποια προσωπικά του αντικείμενα ενώ κάποια άλλα άφησε μέσα και ο μάρτυρας μετακόμισε στην κατοικία μαζί με τα παιδιά του. Μέσα στον Αύγουστο είχαν πάει κυνήγι και όταν επέστρεψαν ο κατηγορούμενος άφησε ένα κυνηγετικό όπλο στην κατοικία. Εκείνη την ημέρα ο κατηγορούμενος ζήτησε από το μάρτυρα το ποσό των €5,000 για να διευθετήσει το πρόβλημα με την κόρη του και να πληρώσει και κάποια ενοίκια στο μαγαζί του. Την 15.9.14 περί ώρα 10 το πρωί ο κατηγορούμενος επισκέφθηκε την κατοικία γιατί είχαν συνεννοηθεί να του πληρώσει ο μάρτυρας το ενοίκιο του Σεπτέμβρη. Ο μάρτυρας του έδωσε το ενοίκιο €500 και ο κατηγορούμενος πήγε πίσω και περιποιήθηκε τους σκύλους του. Χτύπησε το κουδούνι της κατοικίας, ο μάρτυρας βγήκε έξω και είδε την παραπονούμενη πάνω στην βεράντα μπροστά από την κύρια είσοδο. Ο μάρτυρας δεν πρόλαβε να πει οτιδήποτε γιατί ο κατηγορούμενος της είπε «Τι θέλεις δαμέ;», εκείνη του είπε να φύγει από το σπίτι οπόταν ο κατηγορούμενος απάντησε ότι το σπίτι είναι ενοικιασμένο. Η συζήτηση κράτησε μερικά δευτερόλεπτα και οι δυο έφυγαν με τα δικά τους αυτοκίνητα ενώ ο μάρτυρας ουδεμία ανάμειξη είχε. Ουδέποτε άκουσε τον κατηγορούμενο να λέει στην σύζυγο του «Αν μπεις μέσα από το καγκέλι θα σε σκοτώσω», ούτε φωνές άκουσε, ούτε φασαρία και έκαναν μια συζήτηση σε πολύ ήρεμους τόνους. Το πρωί της 16.9.14 ενώ ο μάρτυρας βρισκόταν στην εργασία του επικοινώνησε μαζί του τηλεφωνικά ο γιος του Παρασκευάς και του ανέφερε ότι η σύζυγος του κατηγορούμενου, μαζί με ένα κλειδαρά, μετέβηκε στην κατοικία και τον εκδίωξαν από εκεί χωρίς να του επιτρέψουν να πάρει οτιδήποτε. Ο μάρτυρας άφησε την εργασία του, μετέβηκε στην κατοικία. Εκεί ήταν η σύζυγος του κατηγορούμενου με ένα άλλο άτομο. Ο μάρτυρας ζήτησε να του παραδώσουν τα προσωπικά του αντικείμενα και των παιδιών του αλλά εκείνοι αρνήθηκαν. Ο μάρτυρας δεν ήθελε να αναμιχθεί στις οικογενειακές τους διαφορές. Πήγε στην Αστυνομία Πολεμιδιών να καταγγείλει την υπόθεση και οι αστυνομικοί του είπαν ότι αυτή η ιστορία είναι παλιά και να πάνε στα Δικαστήρια να λύσουν τις διαφορές τους. Μέχρι σήμερα δεν παρέλαβε τα αντικείμενα. Αξιολόγηση της μαρτυρίας Ο Μ.Κ.1 μου έκανε καλή εντύπωση. Κατά τη μαρτυρία του περίγραψε με αμεσότητα και λεπτομέρεια όλες τις ενέργειες που έκανε στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης και ανέφερε όλα όσα γνώριζε για αυτήν, χωρίς να αποκρύψει οτιδήποτε. Άλλωστε θα πρέπει να λεχθεί ότι η μαρτυρία του βασικά δεν αμφισβητήθηκε. Το γεγονός δε ότι δεν ήταν σε θέση να εξηγήσει γιατί ενώ η Αστυνομία διερευνούσε εναντίον του κατηγορούμενου και αδίκημα γραπτών απειλών για θανάτωση κατά παράβαση του άρθρου 216 του Κεφ. 154, στο κατηγορητήριο της υπόθεσης δεν υπάρχει τέτοιο αδίκημα, δεν μεταβάλλει τα πιο πάνω και την όλη εικόνα για την αξιοπιστία του μάρτυρα, γιατί προφανώς δεν ήταν το πρόσωπο που συνέταξε το κατηγορητήριο. Εν πάση δε περιπτώσει θα πρέπει να λεχθεί σχετικά ότι στο κατηγορητήριο τέθηκε αντί του πιο πάνω, το αδίκημα της αποστολής μηνύματος απειλητικού χαρακτήρα (κατηγορία 1). Ο δε κατηγορούμενος δεν φαίνεται να επηρεάσθηκε με οποιονδήποτε τρόπο στην υπεράσπιση του από το πιο πάνω εφόσον αυτή διεξήχθη με εξ αρχής δεδομένη την αναφερόμενη στο κατηγορητήριο κατηγορία. Το ότι τόσο το ένταλμα σύλληψης όσο και τα εντάλματα έρευνας (τεκμήρια 5 και 6) εκδόθηκαν στη βάση και του αδικήματος των γραπτών απειλών για θανάτωση επίσης δεν μεταβάλει τα πιο πάνω. Άλλωστε τα εν λόγω εντάλματα δεν είναι υποκείμενα σε κρίση από το παρόν πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, σε σχέση με την νομιμότητα έκδοσης τους. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του Μ.Κ.1 γίνεται δεκτή. Ο Μ.Κ.3 μου έκανε επίσης καλή εντύπωση. Περιέγραψε και αυτός με λεπτομέρεια τις ενέργειες που έκανε προς επίδοση του διατάγματος (τεκμήριο 8) στον κατηγορούμενο και βασικά ούτε αυτού η μαρτυρία αμφισβητήθηκε. Συνεπώς και αυτή η μαρτυρία γίνεται δεκτή. Μη αμφισβητηθείσα και συνεπώς δεκτή είναι και η μαρτυρία της Μ.Κ.6, η οποία απάντησε στις ερωτήσεις που της τέθηκαν με βάση τα όσα προέκυπταν από το φάκελο αναφορικά με το ακίνητο στην οδό Σαλαμίνος 21 στα Πάνω Πολεμίδια. Καλή εντύπωση μου έκανε και ο Μ.Κ.4 του οποίου βασικά η μαρτυρία ήταν τυπική εφόσον περιορίσθηκε στο να αναφέρει, με βάση συγκεκριμένους φακέλους ποινικών υποθέσεων που είχε στην κατοχή του, τα διάφορα δεδομένα που του ζητήθηκαν σε σχέση με την καταχώρηση και πορεία των ποινικών υποθέσεων. Εξήγησε δε ουσιαστικά και πολύ λογικά στην αντεξέταση, ότι γνώριζε και μπορούσε να απαντήσει σε ερωτήσεις που του τέθηκαν για τις εν λόγω υποθέσεις, μόνο με βάση το περιεχόμενο των φακέλων και στο μέτρο που τα πρακτικά είχε ζητηθεί και είχαν αποστενογραφηθεί. Δεν έχει αφεθεί δε από τη μαρτυρία αυτού καμία αμφιβολία ως προς τα πιο πάνω και ότι κατάθεσε σαν ένας ανεξάρτητος λειτουργός του Δικαστηρίου. Από πουθενά δεν προκύπτει η θέση που του υποβλήθηκε στην αντεξέταση ουσιαστικά ότι δεν προετοιμάσθηκε ώστε να διαφωτίσει το Δικαστήριο σε σχέση με το τι προηγήθηκε της απόρριψης των υποθέσεων εκείνων που απορρίφθηκαν, γιατί αυτό του το υπέβαλε η κατηγορούσα αρχή. Συνεπώς και αυτού του μάρτυρα η μαρτυρία γίνεται δεκτή. Ο Μ.Κ.5 Δρ. Αργυρίου κατέθεσε ουσιαστικά ως εμπειρογνώμονας ψυχίατρος. Όσον αφορά την προσέγγιση και εξέταση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα υπάρχει πληθώρα νομολογίας (βλ. Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 C.L.R 1, Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ 984, Ευαγγέλου ν. Αμπίζας
(1982)1 C.L.R. 41, Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 (Β) ΑΑΔ 746, R v. Turner
(1975)1 All.E.R. 70 και Χ' Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 104). Σύμφωνα με την νομολογία αυτή το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να πεισθεί ότι ο μάρτυρας είναι εμπειρογνώμονας στο τομέα που καταθέτει και στη συνέχεια να εξετάσει αν με τη μαρτυρία του έχει δώσει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια έτσι ώστε να το καταστήσει ικανό να ελέγξει την ακρίβεια των συμπερασμάτων του, προκειμένου να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία. Αναφορικά με το πρώτο θέμα αφού έλαβα υπόψην τα προσόντα και την πείρα του εν λόγω μάρτυρα καθώς και τις αρχές που καθορίζουν πότε ένας μάρτυρας θεωρείται εμπειρογνώμονας κρίνεται ότι αυτός είναι εμπειρογνώμονας σε σχέση με τα θέματα για τα οποία έδωσε μαρτυρία. Άλλωστε αυτό δεν αμφισβητήθηκε ουσιαστικά από την υπεράσπιση. Επομένως η μαρτυρία του θα προσεγγιστεί και θα αξιολογηθεί με βάση τις αρχές που διέπουν την αξιολόγηση και προσέγγιση εμπειρογνωμόνων μαρτύρων. Ο Μ.Κ.5 μου έκανε επίσης καλή εντύπωση. Το γεγονός δε ότι δεν είχε μαζί του κατά την μαρτυρία του τις σημειώσεις που κράτησε ή την κάρτα ασθενούς της παραπονούμενης δεν καθιστά τα όσα είπε μη αποδεκτά εφόσον περιέγραψε με λεπτομέρεια, απλότητα και σαφήνεια τα υποκειμενικά και αντικειμενικά ευρήματα του κατά την εξέταση της παραπονούμενης και ανέφερε όλα τα δεδομένα τα οποία χρησιμοποίησε και στα οποία στηρίχθηκε για να καταλήξει στα συμπεράσματα του, τα οποία φαίνονται στην ιατρική του έκθεση (τεκμήριο 30). Ενόψει όλων των ανωτέρω κρίνω ότι η μαρτυρία του ήταν αρκούντως τεκμηριωμένη και αξιόπιστη και συναφώς κρίνεται ότι το Δικαστήριο μπορεί να στηριχτεί σε αυτήν προκειμένου να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση, στην βάση των γεγονότων που θα κριθεί ότι έχουν αποδειχθεί με την μαρτυρία που θα γίνει δεκτή. Η παραπονούμενη (Μ.Κ.2) μου έκανε επίσης καλή εντύπωση. Απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις, περιέγραψε με λεπτομέρεια τα επίδικα γεγονότα και η εκδοχή της χαρακτηριζόταν από λογική και συνέχεια, οι δε θέσεις της ήταν σταθερές και συνεπείς, δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις και γενικά η αξιοπιστία της δεν κλονίσθηκε παρά την μακρά αντεξέταση της. Ως έχει δε προαναφερθεί μεγάλο μέρος της αντεξέτασης της επικεντρώθηκε και σε καταγγελίες που έκανε στο παρελθόν εναντίον του κατηγορούμενου στην Αστυνομία. Φαίνεται δε τόσο από την μαρτυρία της όσο και από τη μαρτυρία του Μ.Κ.4 ότι σε σχέση με τις καταγγελίες αυτές καταχωρήθηκαν εναντίον του κατηγορούμενου στις 12.7.12, 4.6.13 και 14.11.12 οι ποινικές υποθέσεις 16402/12, 11411/13 και 28974/12 αντίστοιχα (βλ. τεκμήρια 23, 25 και 27), στις οποίες ο κατηγορούμενος απαλλάχθηκε στις 19.5.14 (βλ. τεκμήρια 24 και 26 για τις πρώτες δύο) και στις 12.9.13 για την τελευταία. Περαιτέρω στις 10.4.13 καταχωρήθηκε η υπόθεση 8210/13 (τεκμήριο 28), η οποία είναι ορισμένη για ακρόαση στις 21.10.14 ενώ στις 8.7.14 καταχωρήθηκε η υπόθεση 18255/14 (τεκμήριο 29) στην οποία περιλαμβάνονται τα αδικήματα των υποθέσεων 16402/12, 11411/13 και 28974/12 και η οποία ήταν ορισμένη για απάντηση στις 13.10.
  1. Με δεδομένο λοιπόν ότι εκκρεμούν ακόμη εναντίον του κατηγορούμενου οι υποθέσεις 8210/13 και 18255/14 δεν μπορεί το παρόν Δικαστήριο και ούτε και επιτρέπεται άλλωστε νομικά να προβεί σε οποιαδήποτε σχετικά ευρήματα για τις εν λόγω υποθέσεις, στις οποίες και θα αποφασισθεί μετά από ακροαματική διαδικασία κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή θα πετύχει να αποδείξει στον απαραίτητο βαθμό τις σχετικές κατηγορίες. Το κατά πόσο λοιπόν τα διατάγματα του Οικογενειακού Δικαστηρίου για την παρακοή των οποίων ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κάποιες κατηγορίες στις εν λόγω υποθέσεις, ακυρώθηκαν ή όχι και το κατά πόσο θα αποδειχθούν οι κατηγορίες θα αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης στα πλαίσια των υποθέσεων που εκκρεμούν και όχι στην παρούσα. Περαιτέρω τα πιο πάνω δεν μπορούν ούτε και θα ληφθούν υπόψην στα πλαίσια εξέτασης του κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή απέδειξε της επίδικες στην παρούσα κατηγορίες. Γίνεται αναφορά σε αυτά μόνο και μόνο γιατί αποτέλεσε θέση της υπεράσπισης (η οποία ήταν άλλωστε αυτή που έθεσε το θέμα στην αντεξέταση της παραπονούμενης) ότι οι εν λόγω καταγγελίες για παρόμοιας φύσης με την παρούσα αδικήματα σε άλλες ημερομηνίες, ήταν ψευδείς με σκοπό να διασύρει τον κατηγορούμενο στα Δικαστήρια, κάτι που σύμφωνα με την ίδια θέση προκύπτει και από το ότι ο κατηγορούμενος δεν καταδικάσθηκε στις υποθέσεις εκείνες που απορρίφθηκαν. Η σχετική μαρτυρία που προσκόμισε η κατηγορούσα αρχή καλώντας τον Μ.Κ.4 προφανώς σκοπό είχε να καταρρίψει αυτή την θέση της υπεράσπισης. Φαίνεται λοιπόν από τα πιο πάνω ότι ο κατηγορούμενος δεν αθωώθηκε αλλά απλά απαλλάχθηκε στις εν λόγω υποθέσεις και συνεπώς δεν μπορεί να γίνει δεκτή η θέση της υπεράσπισης ότι από το αποτέλεσμα αυτών φαίνεται ότι οι σχετικές καταγγελίες της παραπονούμενης ήταν ψευδείς. Αποτελεί δε θέση της υπεράσπισης ότι η μαρτυρία της παραπονούμενης θα πρέπει να κριθεί ως αναξιόπιστη στο σύνολο της γιατί δεν καταχωρήθηκε αίτηση παρακοής του διατάγματος τεκμήριο 8, ως αυτή είπε. Σε σχέση με αυτό θα πρέπει να λεχθεί κατ' αρχήν ότι η παραπονούμενη δεν είπε με βεβαιότητα ότι έγινε τέτοια αίτηση αλλά ότι η δικηγόρος της προχώρησε να κάνει τέτοια, νομίζει ότι πρέπει να προχώρησε και ότι δεν γνωρίζει σε ποιο στάδιο βρίσκεται. Εν πάση δε περιπτώσει κάτι τέτοιο δεν είναι ουσιώδες εφόσον δεν αποτελεί επίδικο θέμα στην παρούσα το κατά πόσο στοιχειοθετείται παρακοή του εν λόγω διατάγματος εκ μέρους του κατηγορούμενου και η γνώση ή όχι του περιεχομένου του διατάγματος από τον κατηγορούμενο δεν θα εξετασθεί σε σχέση με κάτι τέτοιο. Δεν μου διαφεύγει ότι στην κατάθεση της στην Αστυνομία (τεκμήριο 7) η παραπονούμενη ανέφερε ότι όταν την ημέρα εκείνη την απείλησε ο κατηγορούμενος, αυτή φοβήθηκε και έφυγε από το μέρος και πήγε στην Αστυνομία να καταγγείλει το γεγονός ενώ φαίνεται ότι δεν πήγε αμέσως στην Αστυνομία αφού το συμβάν έλαβε χώρα το πρωί ενώ η κατάθεση της άρχισε να λαμβάνεται στις 13:30 την ίδια ημέρα. Θα πρέπει όμως να λεχθεί ότι η ίδια κατά την αντεξέταση της αποκάλυψε ότι αμέσως μετά το περιστατικό φοβήθηκε και έφυγε και πήγε σπίτι γιατί δεν ένιωθε καλά. Όταν δε της τέθηκε το πιο πάνω δεν το αρνήθηκε αλλά είπε ότι αμέσως μετά πήγε σπίτι γιατί ήταν πάρα πολύ αναστατωμένη και μετά πήγε στην Αστυνομία. Δεν θεωρώ λοιπόν ότι το πιο πάνω δεικνύει πρόθεση της παραπονούμενης να πει ψέματα αλλά είναι λογικό ότι κάποιο πρόσωπο που βρίσκεται σε τέτοια κατάσταση δεν έχει απαραίτητα ως πρώτη έγνοια του να πάει στην Αστυνομία. Άλλωστε η καταγγελία δεν έγινε πολύ αργότερα αλλά την ίδια ημέρα το μεσημέρι. Το μόνο μέρος της μαρτυρίας της παραπονούμενης που δεν γίνεται δεκτό είναι ότι η επίσκεψη της στον Μ.Κ.5 έγινε στις 15.9.14 το απόγευμα. Αυτό γιατί ο Μ.Κ.5 είπε ότι η εν λόγω εξέταση έγινε στις 16.9.14 περί τις 7 μ.μ. και όχι στις 15.9.
  2. Φυσικά θα πρέπει να λεχθεί ότι η παραπονούμενη δεν αναφέρθηκε στην επίσκεψη της αυτή στην κυρίως εξέταση αλλά μόνο όταν ρωτήθηκε σχετικά στην αντεξέταση. Εν πάση δε περιπτώσει λαμβάνοντας υπόψην το σύνολο της μαρτυρίας της και όχι αυτή αποσπασματικά δεν κρίνω ότι το πιο συνιστά στοιχείο που πλήττει καίρια την αξιοπιστία της καθιστώντας μάλιστα την μαρτυρία της μη αποδεκτή στο σύνολο της. Άλλωστε από τη μαρτυρία του Μ.Κ.5, η οποία έχει γίνει δεκτή προκύπτει ότι η παραπονούμενη πράγματι τον επισκέφθηκε. Το ότι η παραπονούμενη ανέφερε ότι αυτό έγινε την προηγούμενη μέρα δεν μεταβάλλει λοιπόν το γεγονός ότι έγινε. Ως εκ των άνω η μαρτυρία της παραπονούμενης, με τις διευκρινίσεις που έγιναν ανωτέρω, γίνεται δεκτή. (Αναφορικά με την αποδοχή μέρους μαρτυρίας ενός μάρτυρα και απόρριψης άλλου μέρους παραπέμπω στη Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 39). Όσον αφορά τους μάρτυρες υπεράσπισης τυπική και μη αμφισβητηθείσα ήταν η μαρτυρία της Μ.Υ.1, η οποία κατέθεσε με βάση το περιεχόμενο του φακέλου της Αγωγής 2018/14 και για το διάταγμα τεκμήριο 8 που εκδόθηκε στα πλαίσια της εν λόγω υπόθεσης. Συνεπώς αυτή η μαρτυρία γίνεται δεκτή. Ο κατηγορούμενος θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Προσπάθησε κατά τη μαρτυρία του να πείσει ότι η δική του εκδοχή είναι η πραγματική και ότι τα όσα ανέφερε η παραπονούμενη είναι ψευδή και κατασκευασμένα με σκοπό να του πάρει την οικία στην οδό Σαλαμίνας 21, στα Πάνω Πολεμίδια, για την οποία ερίζουν εδώ και χρόνια. Στα πλαίσια αυτά επικαλέσθηκε ουσιαστικά ότι δεν γνώριζε ούτε και έλαβε προσωπική επίδοση του διατάγματος τεκμήριο 8 και ουσιαστικά ότι για άλλο λόγο βρέθηκε στις 15.9.14 στην εν λόγω οικία και «τυχαία» συνάντησε την παραπονούμενη αλλά χωρίς να την απειλήσει. Η όλη εκδοχή του όμως δεν ήταν πειστική, περιέπεσε σε ουσιώδη αντίφαση, κάποιες ουσιώδεις θέσεις του διαψεύδονται ή έρχονται σε αντίθεση με την μαρτυρία του Μ.Υ.2 ενώ άλλες δεν βρίσκουν έρεισμα στη λογική. Συγκεκριμένα: Η εκδοχή του ως προς το τι συνέβηκε στις 15.9.14 ήταν στην κυρίως εξέταση του ότι εκείνη την ημέρα κατά τις 10 το πρωί μετέβηκε στην κατοικία στην οδό Σαλαμίνος 21 στα Πάνω Πολεμίδια, την οποία είχε ενοικιάσει στον Παντελή Παντελή, πήρε το ενοίκιο τάισε τους σκύλους που έχει πίσω στην αυλή και ενώ βρισκόταν στα 10 πόδια του σπιτιού άκουσε το θυροτηλέφωνο να κτυπά. Πήγε προς την είσοδο της κατοικίας, όπου είδε το αυτοκίνητο της παραπονούμενης σταθμευμένο στο πεζοδρόμιο, την κόρη του να κάθεται μέσα και μια άγνωστη κοπέλα να βρίσκεται μπροστά από το αυτοκίνητο. Προχωρώντας προς την είσοδο του σπιτιού συνάντησε την παραπονούμενη στην είσοδο να κρατά ένα άσπρο χαρτί. Την ρώτησε τι θέλει και εκείνη του απάντησε ότι έχει ένα διάταγμα και τον ρώτησε πότε θα φύγει από το σπίτι. Της απάντησε ότι δεν πήρε κανένα διάταγμα στα χέρια του και ούτως ή άλλως το σπίτι είναι ενοικιασμένο. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος μπήκε στο αυτοκίνητο του και έφυγε. Όσον αφορά το ότι στις 15.9.14 πήγε στο σπίτι για να εισπράξει και είσπραξε το ενοίκιο του μήνα Σεπτέμβρη πρέπει να λεχθεί ότι είπε ότι υπήρχε απόδειξη για το ενοίκιο αλλά δεν την είχε μαζί του και ότι μπορεί να την προσκομίσει. Στην επόμενη δικάσιμο προς ολοκλήρωση της μαρτυρίας του έμεινε αυτό το θέμα. Εκείνη την ημέρα ο συνήγορος του είπε ότι για να διευκολύνει και τη διαδικασία και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης και για να φανεί η αλήθεια στο Δικαστήριο, ο ίδιος βρήκε τον ενοικιαστή, ο οποίος θα δώσει μαρτυρία και θα δώσει και τις αποδείξεις. Το εν λόγω πρόσωπο ήταν ο Παντελής Παντελή (Μ.Υ.2). Κατά την κυρίως εξέταση αυτού όμως δεν του ζητήθηκε από το συνήγορο υπεράσπισης να καταθέσει οποιαδήποτε απόδειξη. Στην αντεξέταση του δε όταν το πρόσωπο αυτό ρωτήθηκε κατά πόσο έχει αποδείξεις για τις πληρωμές ενοικίων που έκανε στον κατηγορούμενο αρχικά απάντησε καταφατικά. Όταν όμως του ζητήθηκε να τις παρουσιάσει είπε ότι είχε μαζί του αυτήν του Αυγούστου που ανέφερε ότι είναι η πρώτη. Πολύ βολικά δε δεν είχε αυτήν του Σεπτέμβρη που κατ' ισχυρισμό του κατηγορούμενου αλλά και του ίδιου δόθηκε στις 15.9.14 που έλαβε χώραν το επίδικο επεισόδιο. Ενώ δε στην κυρίως εξέταση του για πρώτη φορά ανέφερε ότι εκείνη την ημέρα η παραπονούμενη κρατούσε ένα χαρτί και του έκανε λόγο για διάταγμα (να σημειωθεί ότι στην κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία δεν ανέφερε κάτι τέτοιο ούτε ότι του είπε ότι είχε ένα διάταγμα αλλά αντίθετα είπε ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε ούτε και έχει στην κατοχή του οποιοδήποτε χαρτί σε σχέση με διάταγμα απομάκρυνσης του από την οικία) στην αντεξέταση του ουσιαστικά δεν δέχθηκε ότι η παραπονούμενη, όταν την ρώτησε τι θέλει, του απάντησε ότι έχει ένα διάταγμα αλλά είπε ότι απλά τον ρώτησε πότε θα φύγει από το σπίτι. Προσπαθώντας όμως στη συνέχεια να δικαιολογήσει την αντίφαση αυτή είπε ουσιαστικά ότι την είδε να κρατά ένα άσπρο χαρτί και ότι από αυτό και μόνο δεν μπορούσε να γνωρίζει τι είχε στην κατοχή της. Όταν δε ρωτήθηκε σχετικά είπε ότι δεν την ρώτησε τι ήταν αυτό το χαρτί λέγοντας ότι δεν μπαίνει σε διάλογο μαζί της γιατί όποτε τον συναντήσει στη συνέχεια τον καταγγέλλει ψευδώς στην αστυνομία. Όταν όμως ρωτήθηκε στη συνέχεια πολύ λογικά ουσιαστικά γιατί της απάντησε ότι δεν πήρε κανένα διάταγμα εφόσον δεν του έκανε λόγο για διάταγμα έδωσε τη μη πειστική απάντηση ότι το είπε αυτό γιατί δεν πήρε διάταγμα και ότι εάν έπαιρνε θα συμμορφωνόταν. Ως προαναφέρθηκε, στην κατάθεση του στην Αστυνομία είπε ότι δεν γνωρίζει οτιδήποτε σε σχέση με διάταγμα απομάκρυνσης του από την προαναφερόμενη οικία. Για να πείσει δε ότι ουδέποτε έλαβε γνώση του διατάγματος και για να διαψεύσει τον Μ.Κ.3 ότι άφησε το διάταγμα σε γραφείο του κατηγορούμενου που του υπέδειξαν πρόσωπα που ήταν εκεί, σε υποστατικό μπαρ που αυτός διατηρεί, στην αντεξέταση του περιγράφοντας τον χώρο είπε ότι εκεί δεν έχει γραφείο και ότι ο ίδιος εάν έχει κάτι να γράψει ή να κάνει σαν διευθυντής το κάνει στο μπαρ κοντά στην ταμειακή μηχανή όπου έχει και τα τιμολόγια του. Δεν ήταν δε η θέση του ότι υπήρχε στο παρελθόν τέτοιο γραφείο στον χώρο. Είπε μάλιστα ότι ο Μ.Κ.3 είπε ψέματα για το γραφείο. Αυτό όμως διαψεύδεται από την μαρτυρία του Μ.Υ.2, ο οποίος ανέφερε ότι ως φίλος του κατηγορούμενου επισκέφθηκε πάρα πολλές φορές το εν λόγω υποστατικό και περιγράφοντας αυτό είπε ότι εκεί υπήρχε χώρος τον οποίο ο κατηγορούμενος χρησιμοποιούσε ως γραφείο του. Μάλιστα ο Μ.Υ.2 ανέφερε περαιτέρω ότι ο ίδιος μπήκε αρκετές φορές στο γραφείο αυτό όταν εκεί βρισκόταν ο κατηγορούμενος, ο οποίος μιλούσε στο τηλέφωνο ή έπαιρνε σημειώσεις. Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι ήταν θέση της υπεράσπισης, η οποία υποβλήθηκε, κατά την αντεξέταση του, στον Μ.Κ.3 ότι άφησε το τεκμήριο 22 σε συγκεκριμένο γραφείο και εγκατέλειψε το χώρο, κάτι που ο Μ.Κ.3 δέχθηκε. Όσον δε αφορά το κατά πόσο ο κατηγορούμενος γνώριζε για το προσωρινό διάταγμα τεκμήριο 8, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του δέχθηκε αρχικά ότι τον ενημέρωσε τηλεφωνικά ο δικηγόρος του την ίδια ημέρα που αυτό εκδόθηκε. Όταν δε του υποβλήθηκε ότι γνώριζε για το εν λόγω διάταγμα τόσο από το ότι το άφησε ο επιδότης στο γραφείο του όσο και από τον δικηγόρο του και ότι όφειλε από τη στιγμή που θα έπαιρνε την επίδοση να φύγει από το σπίτι, είπε ότι ο δικηγόρος του τον ενημέρωσε ότι βγήκε ένα διάταγμα και ότι έκαναν νομικές ενέργειες για ακύρωση του και ότι πέραν αυτού δεν γνωρίζει τίποτε παραπάνω και δεν μπορεί να πει κάτι περισσότερο. Δεν είναι όμως λογικό να ενημερώθηκε από τον δικηγόρο του για το διάταγμα, να άσκησε αίτηση για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari και στην συνέχεια μετά που αυτή απορρίφθηκε στις 12.8.14, την επόμενη μέρα να άσκησε έφεση και όμως να μην γνώριζε το περιεχόμενο του διατάγματος τεκμήριο
  1. Όσον αφορά το ιδιοκτησιακό καθεστώς της οικίας στην οδό Σαλαμίνος 21, στα Πάνω Πολεμίδια, στην κυρίως εξέταση του ο κατηγορούμενος αναφερόταν σε «σπίτι του». Στην αντεξέταση του δέχθηκε όμως ότι δεν έκανε οποιανδήποτε σχετική αίτηση στο Οικογενειακό Δικαστήριο για περιουσιακές διαφορές. Όταν δε ρωτήθηκε υπό ποια ιδιότητα έκανε το ενοικιαστήριο έγγραφο της οικίας (τεκμήριο 32) είπε ότι το έκανε σαν κάτοχος της οικίας και ότι στόχος του ήταν να εξοφλήσει την Ελληνική Τράπεζα και να πληρωθεί το ιδιωτικό σχολείο της κόρη του. Εδώ όμως θα πρέπει να λεχθεί ότι στο τεκμήριο 32 δεν αναγράφεται ως κάτοχος της οικίας αλλά ως ιδιοκτήτης αυτής. Δέχθηκε επίσης ότι ο ίδιος δεν έκανε οποιοδήποτε συμβόλαιο με τη Μέριμνα ή την Επαρχιακή Διοίκηση για να έχει οποιαδήποτε ιδιότητα για το συγκεκριμένο ακίνητο απαντώντας μάλιστα ότι εάν έκανε δεν θα βρισκόταν σήμερα στο Δικαστήριο. Δέχθηκε επίσης ότι δεν είναι πρόσφυγας. Είπε δε ότι ακόμα και εκεί ξεγελάστηκε με την Μέριμνα για το οικόπεδο που δόθηκε μετά το γάμο και ότι δεν θα έκτιζε μέσα σε προσφυγική γη για να πετάξει τα λεφτά του στον αέρα. Όταν λοιπόν ρωτήθηκε ποιος του έδωσε την ιδιότητα του ιδιοκτήτη της κατοικίας, ως αναγράφεται στο ενοικιαστήριο έγγραφο, είπε ότι το έκανε σαν κάτοχος της κατοικίας και ως υπεύθυνος για την αυτήν. Σε άλλο σημείο της αντεξέτασης συμφώνησε και μάλιστα απόλυτα, ως είπε, ότι δικαιούχος της κατοικίας δεν ήταν ο ίδιος αλλά ότι η συμφωνία ήταν μεταξύ Κυπριακής Δημοκρατίας και της παραπονούμενης και πρόσθεσε ότι είναι για αυτό το λόγο που τώρα κινείται νομικά για εξαπάτηση προς το άτομο του για να διεκδικήσει πίσω τα λεφτά του. Επίσης σε επόμενη υποβολή ότι στις 15.9.14 απείλησε την πρώην σύζυγο του για να την παρεμποδίσει να εισέλθει σε μια κατοικία στην οποία είχε δικαίωμα να εισέλθει, δεν αμφισβήτησε ότι αυτή είχε τέτοιο δικαίωμα λέγοντας ότι τέτοιο δικαίωμα είχε και από τις 11.12.13 όταν αυτός μετέβηκε στον Αστ. Σταθμό Πολεμιδιών και της έδωσε το κλειδί και της μπροστινής πόρτας και της πίσω πόρτας αλλά εκείνη με τη θέληση της εγκατέλειψε το σπίτι, άφησε τα οικονομικά όλα να εκκρεμούν και ο στόχος της ήταν να τον διασύρει στα Δικαστήρια για να κερδίσει εκείνο το σπίτι. Εδώ θα πρέπει να λεχθεί όμως ότι δεν είναι λογική η θέση του κατηγορούμενου ότι η παραπονούμενη έκανε ψευδείς καταγγελίες στην Αστυνομία με σκοπό να του πάρει το σπίτι εφόσον από τα όσα ο ίδιος είπε αυτή είχε δικαίωμα να διαμένει σε αυτό και πριν την έκδοση του διατάγματος τεκμήριο
  2. Εν πάση δε περιπτώσει τα πιο πάνω δείχνουν ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι δεν ήταν ιδιοκτήτης της κατοικίας και ότι με βάση το συμβόλαιο τεκμήριο 31 η παραπονούμενη είχε δικαίωμα ως αδειούχος χρήσης, να εισέλθει στην κατοικία είτε υπήρχε διάταγμα είτε όχι. Όσον αφορά δε το ενοικιαστήριο έγγραφο, στην κυρίως εξέταση αναγνώρισε και καταχωρήθηκε ως τεκμήριο 32 το ενοικιαστήριο έγγραφο το οποίο ανέφερε ότι έκανε με τον Παντελή Παντελή. Εξήγησε ότι ο λόγος που ενοικίασε την κατοικία ήταν γιατί υπάρχει δάνειο και είναι υποθηκευμένο ένα χωράφι στην Ελληνική Τράπεζα για το ποσό των €50,000, το οποίο χρησιμοποιήθηκε για την ανέγερση της κατοικίας και λόγω του ότι δεν πληρώνεται το δάνειο και ούτε ενδιαφέρεται η παραπονούμενη υπάρχει και αγωγή εναντίον τους. Έτσι αποφάσισε να ενοικιάσει την κατοικία και να διαπραγματευτεί με την τράπεζα για να σταματήσει η αγωγή, να πληρώνεται το δάνειο. Στην αντεξέταση του είπε δε ότι λόγω μακρόχρονης 20ετούς φιλίας με τον Παντελή και να μην έκανε το έγγραφο αυτό του είχε πλήρη εμπιστοσύνη ότι θα του έδινε τα ενοίκια. Εδώ τίθεται λοιπόν το εύλογο ερώτημα προς τι συντάχθηκε το εν λόγω έγγραφο. Όταν στη συνέχεια του τέθηκε το ερώτημα αυτό έδωσε τη μη πειστική απάντηση ότι το έκανε για να είναι και ο ίδιος κατοχυρωμένος και ότι ήταν τυπική διαδικασία. Είπε επίσης ότι είσπραξε από το εν λόγω πρόσωπο ενοίκια αλλά, πολύ βολικά, δεν θυμόταν ακριβώς τι ενοίκια πήρε γιατί ως ανέφερε ο Παντελής του έδωσε και περισσότερα χρήματα αφού του το ζήτησε ο κατηγορούμενος γιατί είχε οικονομικά προβλήματα με το μαγαζί του. Είπε επίσης ότι ο Παντελής ήταν τυπικός στις υποχρεώσεις του. Όταν λοιπόν στη συνέχεια ρωτήθηκε και πάλι πολύ λογικά γιατί ενώ στο ενοικιαστήριο έγγραφο αναφέρεται ως ημερομηνία είσπραξης των ενοικίων η πρώτη μέρα κάθε μήνα ο κατηγορούμενος πήγε στις 15.9.14 να εισπράξει το ενοίκιο, απάντησε ότι με τον Παντελή τους συνδέει μακροπρόθεσμη φιλία και το ενοικιαστήριο είναι καθαρά τυπικά που έγινε. Ως έχει προαναφερθεί δε η απόδειξη που κατ' ισχυρισμό του κατηγορούμενου εκδόθηκε στις 15.9.14 δεν παρουσιάσθηκε τελικά ούτε από τον Μ.Υ.
  3. Ενώ δε πριν δεν θυμόταν τι λεφτά του πλήρωσε ο Παντελής, στη συνέχεια ερωτώμενος για τις €5,000 που αναγράφεται στο τεκμήριο 32 ότι πήρε ως ενοίκιο για το μήνα Αύγουστο, ο κατηγορούμενος είπε ότι αυτά ήταν τα έξτρα χρήματα που του έδωσε ο Παντελής. Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι ο κατηγορούμενος στις 15.9.14 μετά την κατάθεση του παρουσίασε στον Μ.Κ.1 ένα ανυπόγραφο αντίγραφο του ενοικιαστηρίου (τεκμήριο 3) αντί το υπογραμμένο πρωτότυπο (τεκμήριο 32). Δικαιολογώντας αυτό ο κατηγορούμενος στην αντεξέταση του είπε ότι το υπογραμμένο το κρατούσε ο Παντελής και ότι αυτός κρατούσε το αντίγραφο. Το πιο πάνω όμως έρχεται σε αντίθεση με τα όσα είπε ο Μ.Υ.2 σχετικά και συγκεκριμένα ότι αυτός είχε επιστρέψει στον κατηγορούμενο υπογραμμένο το ενοικιαστήριο. Χωρίς λοιπόν ο κατηγορούμενος να είναι ιδιοκτήτης της κατοικίας αλλά ούτε και δικαιούχος ως προς τη χρήση του ακινήτου και ενώ εκκρεμούσε η αίτηση της παραπονούμενης προς έκδοση του διατάγματος τεκμήριο 8, ο κατηγορούμενος προχώρησε σε ενοικίαση της κατοικίας χωρίς καν να ενημερώσει την παραπονούμενη. Το γεγονός λοιπόν ότι το ενοικιαστήριο έγγραφο έγινε στις 25.7.14 δηλ. 9 μέρες πριν έκδοση του διατάγματος τεκμήριο 8 (από το οποίο φαίνεται ότι εκδόθηκε μετά από ακρόαση της σχετικής αίτησης και των ισχυρισμών των διαδίκων, η δε αίτηση ως φαίνεται από το τεκμήριο 33 όπου επισυνάπτεται η απόφαση ήταν ημερομηνίας 5.5.14) δείχνει ότι πρόθεση του κατηγορούμενου δεν ήταν να ενοικιάσει την οικία για τους λόγους που ανέφερε αλλά να θέσει εμπόδιο στην παραπονούμενη από του να εισέλθει και να λάβει κατοχή της οικίας σε περίπτωση έκδοσης του διατάγματος τεκμήριο
  4. Αυτό αποτελεί δε χαρακτηριστικό της στάσης του κατηγορούμενου έναντι της παραπονούμενης σε σχέση με το θέμα αυτό, κάτι που συνδέεται άμεσα με το επίδικο συμβάν στις 15.9.
  5. Προκύπτει δε ότι η όλη αναφορά του ότι στις 15.9.14 βρέθηκε στην εν λόγω οικία για να εισπράξει το ενοίκιο και να ταίσει τους σκύλους τους αποσκοπούσε στο να δείξει ότι «τυχαία» συνάντησε εκεί την παραπονούμενη. Η εκδοχή όμως αυτή ως φαίνεται από τα πιο πάνω δεν μπορεί να ευσταθεί. Άλλωστε ο κατηγορούμενος φαίνεται ότι γνώριζε για το διάταγμα τεκμήριο 8 και ότι η παραπονούμενη θεωρούσε ότι στις 14.9.14 έληγε η προθεσμία των 15 ημερών και έτσι είχε υπόψην του το ενδεχόμενο η παραπονούμενη να πήγαινε στην οικία στις 15.9.
  6. Μάλιστα αποτέλεσε θέση της υπεράσπισης, η οποία υποβλήθηκε στην παραπονούμενη κατά την αντεξέταση της ότι στις 15.9.14 το πρωί ο Αστυνόμος Φιακάς επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον κατηγορούμενο και τον ρώτησε εάν έχει κανένα πρόβλημα να πάει η παραπονούμενη στην οικία και ότι ο κατηγορούμενος απάντησε αρνητικά αλλά ανέφερε στον Φιακά ότι το πρόβλημα ήταν ότι το σπίτι ήταν ενοικιασμένο. Από αυτό λοιπόν συνάγεται ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι εκείνη την ημέρα η παραπονούμενη θα πήγαινε στην οικία. Ενόψει όλων των ανωτέρω κρίνω ότι ο κατηγορούμενος δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και συνεπώς η μαρτυρία του δεν γίνεται δεκτή. Αναφορά θα πρέπει να γίνει στο σημείο αυτό στην θέση του συνηγόρου υπεράσπισης την οποία ήγειρε ιδιαίτερα στα πλαίσια των ενστάσεων του στα αιτήματα της κατηγορούσας αρχής για να παραμείνει ο κατηγορούμενος υπό κράτηση στα πλαίσια της παρούσας, ότι η παρούσα υπόθεση είναι κατασκευασμένη από αξιωματικό της Αστυνομίας και συγκεκριμένα από τον Αστυνόμο Αντρέα Φιακά, με σκοπό να βοηθηθεί η παραπονούμενη να πάρει κατοχή της οικίας και να εκδιώξει τον κατηγορούμενο. Σε σχέση με αυτά πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Κατ' αρχήν η θέση αυτή δεν τέθηκε καν στον Μ.Κ.
  7. Ούτε όμως στην παραπονούμενη τέθηκε κάτι τέτοιο. Εκείνο που της τέθηκε είναι ότι η παρούσα είναι κατασκευασμένη από την ίδια και κάποιον πρόσωπο, που ο συνήγορος υπεράσπισης, απεκάλεσε συμβίο της, στην προσπάθεια της να διώξει τον κατηγορούμενο από την κατοικία. Εν πάση περιπτώσει η πιο πάνω θέση δεν προβλήθηκε ούτε από τον ίδιο τον κατηγορούμενο. Έχουν ήδη εκτεθεί ανωτέρω τα όσα είπε σχετικά ο κατηγορούμενος στην κυρίως εξέταση του σε σχέση με τηλεφώνημα που δέχθηκε από τον Αστυνόμο Φιακά στις 15.9.14 η ώρα 13:
  8. Στην αντεξέταση του ο κατηγορούμενος δεν άλλαξε στάση για το θέμα. Είπε μάλιστα ότι δεν απόρησε που του τηλεφώνησε ο Φιακάς γιατί δεν είχε λόγο να απορήσει. Ανέφερε επίσης ότι με το εν λόγω πρόσωπο είχε επικοινωνία από τις 11.12.13 γιατί μετέβαινε στον Αστυνομικό Σταθμό και πλήρωνε τις διατροφές. Και μιλούσαν και μάλιστα ο κατηγορούμενος αρκετές φορές τον παρακάλεσε, αφού το θέμα είναι οικονομικό και είχε επαφή με την οικογένεια της παραπονούμενης, να της μιλήσει, να λύσουν το οικονομικό και να σταματήσουν τα προβλήματα και τα ρεζιλίκια στα Δικαστήρια. Είπε επίσης ότι ο Φιακάς συνέστησε μάλιστα στον κατηγορούμενο εφόσον έδωσε στην παραπονούμενη κλειδιά και εκείνη δεν πήγαινε στο σπίτι να μείνει, να αλλάξει τις κλειδωνιές μήπως και η παραπονούμενη του βάλει κάτι στο σπίτι και βρεθεί εκτεθειμένος. Αυτό σύμφωνα με τον κατηγορούμενο λέχθηκε σε φιλική συζήτηση στο γραφείο του Φιακά στον Αστ. Σταθμό Πολεμιδιών και είχαν αρκετές τέτοιες συζητήσεις. Δεν προκύπτει λοιπόν από τα πιο πάνω οποιοδήποτε παράπονο του κατηγορούμενου περί κατασκευής της υπόθεσης από τον εν λόγω αξιωματικό για να βοηθήσει την παραπονούμενη να πάρει την οικία. Το μόνο που ανέφερε σχετικά ο κατηγορούμενος και μάλιστα γενικά και αόριστα ήταν όταν, σχολιάζοντας τη μαρτυρία του Μ.Κ.5, είπε ότι ο γιατρός έδειξε τη σκηνοθεσία της Αστυνομίας εις βάρος του για να έχει προστασία από την Αστυνομία η παραπονούμενη. Όταν όμως στη συνέχεια του τέθηκε γιατί τα είχε μαζί του η Αστυνομία απάντησε υπεκφεύγοντας ότι για τις καταγγελίες που έκανε η παραπονούμενη και στο Οικογενειακό και στο Επαρχιακό Δικαστήριο ποτέ αυτή δεν έφερε άλλο μάρτυρα εκτός από την ίδια. Τέλος εξετάζοντας την μαρτυρία του Μ.Υ.2 θα πρέπει κατ' αρχήν να λεχθεί ότι αυτή δεν μπορεί παρά να εξετασθεί με μεγάλη προσοχή λαμβανομένης υπόψην την σχέσης του με τον κατηγορούμενο αλλά και την επαφή που είχε μαζί του κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας στην παρούσα. Σχετικά ο μάρτυρας είπε ότι γνωρίζει τον κατηγορούμενο εδώ και 25 χρόνια και είναι φίλοι. Μάλιστα ανέφερε ότι λόγω του ότι ο κατηγορούμενος τελεί υπό κράτηση στα πλαίσια της παρούσας έδωσε στον μάρτυρα από την ημέρα της σύλληψης του τα κλειδιά του μπαρ που διατηρεί και ζήτησε από αυτόν να έλθει σε επαφή με τους συνεργάτες του για να μην κλείσει το μαγαζί. Είπε επίσης ότι για τον σκοπό αυτό ο μάρτυρας ερχόταν σε επαφή με τον κατηγορούμενο στον χώρο του Δικαστηρίου όταν ο τελευταίος ερχόταν για την παρούσα, ώστε να του δώσει οδηγίες για το πιο πάνω. Μάλιστα όταν ρωτήθηκε γιατί ενώ κατέθετε ο κατηγορούμενος στις 6.10.14 αυτός στεκόταν ακριβώς έξω από την πόρτα της αίθουσας του Δικαστηρίου και άκουγε τα όσα λέγονταν, δεν το αρνήθηκε και λέγοντας ότι όντας φίλοι για 25 χρόνια είναι όπως τα αδέλφια και είναι φυσικό να ενδιαφέρεται για να δει τι συμβαίνει στον κατηγορούμενο. Είπε δε ότι άκουσε μόνο 2-3 πράγματα εκείνη την ημέρα γιατί βιαζόταν να πάει στη δουλειά του. Εν πάση δε περιπτώσει πρέπει να λεχθεί ότι ανεξάρτητα των πιο πάνω ο Μ.Υ.2 δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Προσπάθησε να εναρμονίσει τη μαρτυρία του ώστε να ταιριάζει αλλά και να ενισχύει αυτήν του κατηγορούμενου. Η μαρτυρία του όμως στερείτο πειστικότητας και λογικής, κάποια ουσιώδη σημεία της δεν υποστηρίχθηκαν από τον κατηγορούμενο, περιείχε αντιφάσεις και ήταν εμφανές ότι αυτός δεν ήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια αλλά για να βοηθήσει τον φίλο του κατηγορούμενο να πείσει για την εκδοχή του. Συγκεκριμένα: Όσον αφορά την εκδοχή του ότι στις 15.9.14 ήταν στην οικία και άκουσε τι λέχθηκε μεταξύ παραπονούμενης και κατηγορούμενου θα πρέπει να λεχθεί αρχικά ότι ο κατηγορούμενος δεν ανέφερε στη μαρτυρία του στο Δικαστήριο κάτι τέτοιο ενώ ήταν πολύ λογικό να το πράξει εφόσον ουσιαστικά αυτό αποτελεί πολύ σημαντικό στοιχείο για την υπεράσπιση του. Ήταν δε λογικό ο κατηγορούμενος να γνώριζε αυτό όταν κατέθετε καθότι ακόμη και εάν δεν το γνώριζε όταν έδιδε την κατάθεση του στην Αστυνομία, εάν ίσχυε θα του το ανέφερε ο Μ.Υ.2, ο οποίος είπε ότι είχε επαφή και επικοινωνία με τον κατηγορούμενο όταν ο τελευταίος ερχόταν στο Δικαστήριο στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας στην παρούσα. Όσον δε αφορά το τι λέχθηκε την ημέρα εκείνη μεταξύ κατηγορούμενου και παραπονούμενης στην αντεξέταση του διευκρίνισε ότι τα όσα άκουσε και είδε, τα είδε και άκουσε από ψηλά, εβρισκόμενος πάνω μέσα στο σπίτι. Στην κυρίως εξέταση του είπε δε αρχικά ότι ο κατηγορούμενος είπε στην παραπονούμενη «Τι θέλεις δαμέ;» οπόταν εκείνη του είπε να φύγει από το σπίτι και στη συνέχεια ο κατηγορούμενος απάντησε ότι το σπίτι είναι ενοικιασμένο ενώ στην αντεξέταση του ότι ήταν η παραπονούμενη που μίλησε πρώτη λέγοντας στον κατηγορούμενο «Πότε θα φύγεις από το σπίτι» οπόταν ο κατηγορούμενος της απάντησε «Ίνταμπου θέλεις δαμέ, το σπίτι είναι ενοικιασμένο". Στην αντεξέταση του επίσης αρχικά είπε ότι στη συνέχεια ο κατηγορούμενος έφυγε με το δικό του αυτοκίνητο και ότι η παραπονούμενη την ώρα που αυτός βγήκε έξω δεν ήταν κάτω ενώ σε άλλο σημείο είπε ότι όταν βγήκε έξω το αυτοκίνητο της παραπονούμενης ήταν στον δρόμο. Για πρώτη δε φορά στην αντεξέταση του και προφανώς για να συνάδει με την εκδοχή του κατηγορούμενου είπε χωρίς να ρωτηθεί σχετικά ότι είδε την παραπονούμενη να κρατά ένα χαρτί αλλά δεν ξέρει τι ήταν. Περαιτέρω θα πρέπει να λεχθεί ότι ο μάρτυρας στην αντεξέταση του είπε ότι διατηρεί εστιατόριο με ένα από τους γιούς του και παράλληλα εργάζεται στις οικοδομές. Σε άλλο μέρος της αντεξέτασης του είπε ότι όταν πηγαίνει στις οικοδομές φεύγει από το σπίτι μεταξύ των ωρών 6-6:30 π.μ. ενώ όταν δεν πηγαίνει στις οικοδομές ξεκινά από το σπίτι η ώρα 8:30 π.μ. Δεν είναι δε λογικό στις 15.9.14 να μην πήγε σε καμία από τις εργασίες του και να περίμενε μέχρι η ώρα 10 π.μ. μόνο και μόνο για να δώσει το ενοίκιο στον κατηγορούμενο, με δεδομένη μάλιστα τη σχέση τους που λογικά τους επέτρεπε να συναντηθούν οποιαδήποτε ώρα και σε οποιοδήποτε μέρος για το σκοπό αυτό αλλά και το ότι στο ενοικιαστήριο έγγραφο αναγράφεται ως ημερομηνία καταβολής του ενοικίου η πρώτη μέρα κάθε μήνα καθώς και ότι για τον μήνα Αύγουστο δόθηκε ως ενοίκιο το ποσό των €5,
  9. Όταν δε ρωτήθηκε ο Μ.Υ.2 κατά πόσο έχει αποδείξεις για τις πληρωμές ενοικίων που έκανε στον κατηγορούμενο αρχικά απάντησε καταφατικά. Όταν του ζητήθηκε να τις παρουσιάσει είπε ότι είχε μαζί του αυτήν του Αυγούστου που ανέφερε ότι είναι η πρώτη. Θα πρέπει όμως εδώ να σημειωθεί ότι, ως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με το τεκμήριο 32 για τον Αύγουστο πληρώθηκε ως ενοίκιο το ποσό των €5,000 και ως ντεπόζιτο το ποσό των €
  10. Στην αντεξέταση του δε ο μάρτυρας είπε ότι στις 25.7.14 έδωσε στον κατηγορούμενος αυτές τις €5,000 ως ντεπόζιτο για τα ενοίκια. Όταν του τέθηκε όμως ουσιαστικά ότι το ποσό αυτό σύμφωνα με το ενοικιαστήριο δεν ήταν για ντεπόζιτο αλλά για ενοίκια αμέσως άλλαξε την απάντηση του και είπε ότι είναι για ενοίκιο. Όσον δε αφορά το ποσό αυτό ο μάρτυρας είπε ότι δεν είχε απόδειξη αλλά ο κατηγορούμενος του είπε ότι θα του έκανε γραμμάτιο στο δικηγόρο του και θα το έπαιρνε να το υπογράψουν αλλά δεν πρόλαβε καθότι έμεινε υπό κράτηση για την παρούσα. Εδώ να σημειωθεί ότι ο κατηγορούμενος δεν ανέφερε κάτι τέτοιο και με δεδομένη τη θέση του κατηγορούμενου αλλά και του μάρτυρα ότι μεταξύ των δύο υπήρχε εμπιστοσύνη και το ενοικιαστήριο ήταν τυπικό εύλογα γεννάται το ερώτημα γιατί να γίνει γραμμάτιο. Μη πειστική επίσης είναι η θέση ότι ο κατηγορούμενος δεν πρόλαβε να κάνει γραμμάτιο με δεδομένο ότι το ενοικιαστήριο έγγραφο υπογράφτηκε κατ' ισχυρισμό στις 25.7.14 δηλ. δύο περίπου μήνες πριν την σύλληψη του κατηγορούμενου. Θα πρέπει δε να σημειωθεί ότι στην κυρίως εξέταση του ο μάρτυρας είπε ότι το ποσό των €5,000 δόθηκε τον Αύγουστο μετά που επέστρεψαν με τον κατηγορούμενο στην κατοικία από κυνήγι, κάτι που έρχεται σε αντίθεση με τα πιο πάνω. Πολύ δε βολικά και προφανώς για να μην καταρρεύσει η εκδοχή του κατηγορούμενου περί του ότι εκείνη την ημέρα στις 15.9.14 πήγε στην επίδικη οικία για να πάρει και πήρε το ενοίκιο και ενώ είχε κληθεί από τον συνήγορο υπεράσπισης για να προσκομίσει τις σχετικές αποδείξεις, δεν είχε μαζί του την απόδειξη που εκδόθηκε στις 15.9.
  11. Μάλιστα όταν σε κάποιο στάδιο ρωτήθηκε εάν έχει και τις αποδείξεις των άλλων μηνών (πλην του Αυγούστου που ανέφερε) είπε ότι «πρέπει» να τις έχει. Όσον δε αφορά το ενοικιαστήριο έγγραφο είπε ότι υπογράφηκε από τον ίδιο και τον κατηγορούμενο στις 25.7.14 και στη συνέχεια ο μάρτυρας το πήρε στο εστιατόριο που διατηρεί όπου υπέγραψαν ως μάρτυρες δύο από τους θαμώνες εκεί. Όταν δε το πήρε στον κατηγορούμενο αυτός δεν του ζήτησε περισσότερα στοιχεία των μαρτύρων. Εδώ να λεχθεί ότι, ως έχει προαναφερθεί, ο κατηγορούμενος αντίθετα στη μαρτυρία του δικαιολογώντας γιατί δεν έδωσε στην Αστυνομία το πρωτότυπο είπε ότι αυτό το είχε ο μάρτυρας. Όσον δε αφορά την ενοικίαση της οικίας στην αντεξέταση του είπε ότι γνωρίζει και την παραπονούμενη πρώην σύζυγο του κατηγορούμενου αλλά η σχέση τους ήταν τυπική. Γνώριζε δε ότι ο κατηγορούμενος είχε με την παραπονούμενη διάφορα προβλήματα οικονομικής φύσεως και θέματα επικοινωνίας με την κόρη του. Γνώριζε επίσης ότι το ακίνητο στην οδό Σαλαμίνος 21 δόθηκε στην παραπονούμενη από την Κυπριακή Δημοκρατία γιατί αυτή είναι πρόσφυγας. Πρόσθεσε όμως για να δικαιολογηθεί και σε αντίθεση με το πιο πάνω ότι γνωρίζει ότι το σπίτι ανήκε στον κατηγορούμενο. Είπε δε μάλιστα ότι δέχθηκε να το ενοικιάσει γιατί υπήρχε ένα διάταγμα που έλεγε ότι ήταν στην κατοχή του κατηγορούμενου και επίσης γνώριζε ποιος έχτισε το σπίτι. Σχετικά ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος πριν από τον Ιούλιο είχε στην κατοχή του ένα διάταγμα. Ο μάρτυρας δεν το διάβασε ακριβώς αλλά είπε ότι απλά έλεγε ότι ήταν στην κατοχή του το ακίνητο με απόφαση Δικαστηρίου. Πρέπει όμως εδώ να σημειωθεί ότι πουθενά από τη μαρτυρία δεν προέκυψε αλλά ούτε και ο κατηγορούμενος υποστήριξε ότι είχε οποτεδήποτε διάταγμα που του έδινε την κατοχή του σπιτιού. Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι στο ίδιο το ενοικιαστήριο έγγραφο τεκμήριο 32 ο κατηγορούμενος δεν παρουσιάζεται ως κάτοχος αλλά ως ιδιοκτήτης της κατοικίας. Παρά δε τα πιο πάνω και ενώ ο μάρτυρας γνώριζε ότι κατηγορούμενος και παραπονούμενη είχαν διαφορές ο ίδιος πριν υπογράψει το ενοικιαστήριο έγγραφο και μπει στην οικία δεν μίλησε καθόλου με την παραπονούμενη. Σε άλλο δε σημείο της αντεξέτασης του όταν ρωτήθηκε και πάλι γιατί δεν μίλησε με την παραπονούμενη εφόσον ήξερε τα προβλήματα τους είπε ότι ήταν προσωπικά τους προβλήματα και δεν υπήρχε λόγος να μιλήσει με οποιονδήποτε εκτός από τον κατηγορούμενο που ήξερε ότι «η κατοικία ήταν δική του». Τα πιο πάνω πέραν των θεμάτων που εγείρονται για την αξιοπιστία του Μ.Υ.2 καταδεικνύουν ότι και για το θέμα αυτό ο μάρτυρας έκανε ότι έκανε με σκοπό να βοηθήσει τον φίλο του κατηγορούμενο να επιτύχει τον δικό του σκοπό ανεξάρτητα του εάν αυτός είχε δικαίωμα να ενοικιάσει το σπίτι ή όχι. Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην όλα τα ανωτέρω κρίνω ότι ούτε ο Μ.Υ.2 είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και συναφώς ούτε αυτού η μαρτυρία γίνεται δεκτή. Ευρήματα Με βάση τη μαρτυρία την οποία έχω κάνει δεκτή καταλήγω στα ακόλουθα: Κατηγορούμενος και παραπονούμενη είναι πρώην σύζυγοι. Παντρεύτηκαν στις 10.6.00 και ο γάμος τους λύθηκε με διαζύγιο στις 12.2.
  12. Από το γάμο τους απέκτησαν μια κόρη, σήμερα 13 ετών. Όταν ήταν σύζυγοι και μέχρι το 2011, που άρχισε η διάσταση τους, διέμεναν με το παιδί τους σε οικία στην οδό Σαλαμίνος 21 στα Πάνω Πολεμίδια. Η εν λόγω οικία (στο εξής η οικία) αποτέλεσε και αποτελεί από το 2011 το μήλον της έριδος μεταξύ τους. Στις 14.6.01 δυνάμει συμφωνίας μεταξύ του Επάρχου Λεμεσού εκ μέρους της Κυπριακής Δημοκρατίας και της παραπονούμενης (τεκμήριο 31) παραχωρήθηκε στην τελευταία, η οποία είναι εκτοπισθείσα και έτσι είχε δικαίωμα να επωφεληθεί από ανάλογα σχέδια βοήθειας, άδεια χρήσης του ακινήτου στην πιο πάνω οδό και το ποσό των Λ.Κ.8,510 έναντι διαπάνης για την ανέγερση οικίας. Στη συνέχεια ανεγέρθηκε στο ακίνητο η προαναφερόμενη οικία. Ο κατηγορούμενος γνώριζε την ύπαρξη της πιο πάνω συμφωνίας και ότι δικαιούχος ήταν η παραπονούμενη. Περί το 2011 με διάταγμα Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος έφυγε από την οικία. Ακολούθησαν δε μεταξύ τους διάφορες διαδικασίες στο Οικογενειακό Δικαστήριο. Μετά δε από απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην Αίτηση 49/21, ημερ. 11.12.13 ο κατηγορούμενος πήγε αμέσως στην οικία, άλλαξε τις κλειδαριές και η παραπονούμενη με το παιδί τους έμεινε έξω χωρίς ρούχα ή οτιδήποτε άλλο. Ο κατηγορούμενος δεν ήταν συνεργάσιμος για να μπορέσουν να πιάσουν τα πράγματα ή τα ρούχα τους. Απειλούσε ότι δεν θα μπει κανένας στο σπίτι γιατί εν θα ζήσει κανένας. Έτσι η παραπονούμενη αναγκάσθηκε να ενημερώσει σχετικά την Αστυνομία. Ειδοποίησαν επίσης την κοινωνική λειτουργό που είναι στην ομάδα της βίας στην οικογένεια και μετά από συζήτηση που είχε ο υπεύθυνος του Σταθμού, ο κατηγορούμενος πήγε στο Σταθμό και πήρε κλειδιά. Όμως η παραπονούμενη δεν τα χρησιμοποίησε γιατί λόγω του ότι ήταν πολύ έντονη η συμπεριφορά του κατηγορούμενου όταν του ζητούσε η Αστυνομία να δώσει τα κλειδιά, όταν μίλησε η παραπονούμενη με την κοινωνική λειτουργό, η τελευταία της ζήτησε να μην δοκιμάσει να πάει στην οικία μόνη της μήπως και τους κάνει κάποιο κακό αλλά μόνο με συνοδεία της Αστυνομίας. Έτσι πήγαν στην αδελφή της. Την επόμενη ή μεθεπόμενη πήγαν με την Αστυνομία στην οικία και πήραν ορισμένα ρούχα ενώ ο κατηγορούμενος δεν δεχόταν να δώσει τίποτα άλλο από το σπίτι. Ο κατηγορούμενος δεν ήγειρε ποτέ ενώπιον του Οικογενειακού Δικαστηρίου οποιαδήποτε αίτηση για ρύθμιση περιουσιακών διαφορών και ιδιαίτερα σε σχέση με την οικία. Η παραπονούμενη ήγειρε εναντίον του κατηγορούμενου στις 5.5.14 την Αγωγή 2018/14 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, με την οποία ζητά, μεταξύ άλλων, την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία ο κατηγορούμενος να διατάσσεται να εγκαταλείψει την οικία, να του απαγορεύεται να εισέρχεται ή να επεμβαίνει σε αυτήν καθώς και να παρενοχλεί ή να διαταράσσει την ησυχία της παραπονούμενης (βλ. τεκμήριο 33). Στα πλαίσια της Αγωγής αυτής την ίδια ημέρα δηλ. στις 5.5.14 η παραπονούμενη αιτήθηκε την έκδοση και προσωρινού διατάγματος. Κατόπιν ακρόασης της αίτησης και αφού ακούσθηκαν και οι δύο πλευρές το Δικαστήριο εξέδωσε στις 5.8.14 προσωρινό διάταγμα (μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής ή νεώτερης διαταγής) (τεκμήριο 8) σύμφωνα με το οποίο ο κατηγορούμενος διατάσσεται όπως «εντός 15 ημερών από την επίδοση σε αυτόν του διατάγματος εγκαταλείψει την κατοικία της Ενάγουσας επί της οδού Σαλαμίνος 21, Πάνω Πολεμίδια, στην επαρχία Λεμεσού». Περαιτέρω με το ίδιο διάταγμα απαγορεύεται στον κατηγορούμενο και/ή τους αντιπροσώπους του «από του να εισέρχονται στην οικία της Ενάγουσας επί της οδού Σαλαμίνος 21, Πάνω Πολεμίδια «και/ή παρενοχλεί, παρεμβαίνει ή καθ' οιονδήποτε άλλο τρόπο επεμβαίνει και/ή διαταράσσει την ακεραιότητα, ειρήνη και ησυχία της Ενάγουσας». Εν τω μεταξύ και παρά το ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε τα πιο πάνω, προχώρησε στις 25.7.14, χωρίς να ενημερώσει την παραπονούμενη, στην σύνταξη ενοικιαστηρίου εγγράφου προς ενοικίαση της οικίας στον φίλο του (Μ.Υ.2). Ο κατηγορούμενος γνώριζε δε για το περιεχόμενο του διατάγματος τεκμήριο 8 εφόσον ενημερώθηκε σχετικά από το δικηγόρο του. Το ότι γνώριζε προκύπτει και από το ότι καταχώρησε εναντίον του διατάγματος αίτηση για έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari και μετά την απόρριψη αυτής, έφεση στις 13.8.
  13. Περαιτέρω αντίγραφο αυτού αφέθηκε από τον επιδότη Μ.Κ.3, στις 29.8.14 στο γραφείο του κατηγορούμενου σε υποστατικό που αυτός λειτουργούσε ως μπαρ. Συγκεκριμένα εκείνη την ημέρα ο Μ.Κ.3 πήγε στο εν λόγω υποστατικό και πριν εισέλθει είδε τον κατηγορούμενο, ο οποίος τον γνώριζε από προηγούμενη επίδοση που του έκανε, και του φώναξε ότι τον θέλει αλλά ενώ ο Μ.Κ.3 εισήλθε στο μπαρ και περίμενε ο κατηγορούμενος δεν εμφανίσθηκε, οπόταν ο Μ.Κ.3 άφησε το διάταγμα σε γραφείο που του υποδείχθηκε ότι ήταν του κατηγορούμενου, από άτομα που βρίσκονταν εκεί. Επίσης την Παρασκευή πριν την 15.9.14, ο κατηγορούμενος ειδοποιήθηκε και από γυναίκα λοχία του Αστ. Σταθμού Πολεμιδιών ότι υπήρχε το διάταγμα και ότι έπρεπε μέχρι την Κυριακή το βράδυ να φύγει από την οικία. Ο κατηγορούμενος δεν ανέφερε ότι δεν είχε το διάταγμα αλλά αρνήθηκε να φύγει από το σπίτι διότι, ως ανέφερε στη λοχία, υπάρχει έφεση, δεν του απαγόρευε κανένας και δεν θα φύγει. Η παραπονούμενη ενημερώθηκε ότι το διάταγμα επιδόθηκε στις 29.8.14 στον κατηγορούμενο και ότι η τελευταία μέρα που θα μπορούσε ο κατηγορούμενος να είναι στο σπίτι ήταν η 14.9.
  14. Έτσι στις 15.9.14 το πρωί η παραπονούμενη μετέβηκε στην προαναφερόμενη οικία μαζί με την κόρη της και μια φίλη της. Πήγε με τη φίλη της γιατί φοβόταν να πάει μόνη της. Κατέβηκε από το αυτοκίνητο με τη φίλη της και ενώ βρισκόταν έξω από το καγκέλι της οικίας, ο κατηγορούμενος που βρισκόταν στην αυλή του σπιτιού σε απόσταση 3-4 μέτρα από αυτήν την απείλησε με την φράση: «Τόλμα έμπα του καγκελιού και εγώ θα σε σκοτώσω». Η παραπονούμενη φοβήθηκε και αναστατώθηκε και αμέσως μπήκε στο αυτοκίνητο με τη φίλη της και έφυγαν από το μέρος. Το βράδυ της 15.9.14 η παραπονούμενη ενημερώθηκε από την Αστυνομία ότι ο κατηγορούμενος συνελήφθη. Η παραπονούμενη δεν γνώριζε ότι στην εν λόγω οικία διέμενε οποιοδήποτε πρόσωπο αλλά από ότι άκουσε από την Αστυνομία η οικία ενοικιάστηκε. Στις 16.9.14 το πρωί αφού η παραπονούμενη γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος είχε συλληφθεί και ένιωθε ασφάλεια εφόσον δεν μπορούσε να της κάνει κάτι, πήγε στην προαναφερόμενη οικία με κλειδαρά, πιστοποιούντα υπάλληλο και με δύο φίλους της. Τον κλειδαρά τον πήρε για να αλλάξει τις κλειδαριές και να μην έχει ο κατηγορούμενος τα ίδια κλειδιά με αυτή γιατί φοβάται τι θα συμβεί όταν ο κατηγορούμενος αφεθεί ελεύθερος. Εκεί στο σπίτι συνάντησαν ένα νεαρό, ο οποίος της είπε ότι ήταν γιος του κατηγορούμενου και όταν αυτή τον ρώτησε εάν ξέρει ποια είναι και ο πιστοποιών υπάλληλος του είπε ότι το σπίτι είναι της παραπονούμενης και αυτός μπορεί να μην δικαιούται να είναι εκεί, ο νεαρός έφυγε. Μπήκαν στην οικία, άλλαξαν τις κλειδαριές και ο πιστοποιών υπάλληλος κατέγραψε τα προσωπικά αντικείμενα που υπήρχαν εκεί. Τέλος στις 16.9.14 περί ώρα 7 μ.μ. η παραπονούμενη επισκέφθηκε τον ψυχίατρο Μ.Κ.5, ο οποίος αφού την εξέτασε συνέταξε ιατρική έκθεση (τεκμήριο 30). Νομική πτυχή Το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας βασίζεται στο άρθρο 91(γ) του Ποινικού Κώδικα, το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα: «Όποιος με σκοπό υποκίνησης οποιουδήποτε προσώπου για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτό δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει ή για να παραλείψει πράξη την οποία αυτό έχει νομικό δικαίωμα να διενεργήσει, απειλεί άλλον ότι δυνατόν να προξενήσει βλάβη στο πρόσωπο, την υπόληψη, ή την περιουσία του ή στο πρόσωπο ή την υπόληψη οποιουδήποτε για τον οποίο ενδιαφέρεται εναντίον του οποίου γίνονται οι απειλές, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων». Στην υπόθεση Νετζιήπ ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ 16 σε σχέση με τα συστατικά στοιχεία του εν λόγω αδικήματος λέχθηκε ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ αντικειμένου την δυνατότητα εκφοβισμού προς τον σκοπό αποφυγής εκτέλεσης καθήκοντος. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού. Ως φαίνεται δε από την πιο πάνω υπόθεση το κριτήριο δεν είναι υποκειμενικό. Δεν απαιτείται δηλαδή να προκληθεί στην πραγματικότητα φόβος στον παραπονούμενο ότι οι απειλές θα πραγματοποιηθούν. Αρκεί η απειλή να δημιουργεί εξ αντικειμένου δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. Στην υπόθεση Βοσκού ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 510, λέχθηκε ότι πέραν από τα απειλητικά λόγια, συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η απειλή να αποσκοπεί στο να εκφοβίσει κάποιον για να μην διενεργήσει πράξη την οποία δικαιούται νόμιμα να διενεργήσει ή για να διενεργήσει πράξη την οποία δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει. Αν λείπει το τελευταίο αυτό στοιχείο, τα απειλητικά λόγια δεν στοιχειοθετούν το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας (βλ. Kallenos v. The Police
(1969)2 C.L.R 210). Το δε αδίκημα της άσκησης βίας προκαλούσας ψυχική βλάβη, προκύπτει από τον συνδυασμό των άρθρων 2 και 3
(1)
(4)του περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμου 119(Ι)/2000. Σύμφωνα δε με το άρθρο 3
(1): «Βία, για τους σκοπούς του Νόμου αυτού, σημαίνει οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του». Τα συστατικά στοιχεία λοιπόν του εν λόγω αδικήματος είναι:
  1. Οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά,
  2. Ενός μέλους της οικογένειας εναντίον άλλου μέλους της οικογένειας,
  3. Η οποία έχει ως αποτέλεσμα την πρόκληση σωματικής, σεξουαλικής ή ψυχικής βλάβης, περιλαμβανομένης της βίας που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του. Μέλος της οικογένειας σύμφωνα με το άρθρο 2 του εν λόγω Νόμου περιλαμβάνει άντρα και γυναίκα που έχουν συνάψει νόμιμο γάμο ανεξάρτητα αν ο γάμος υφίσταται ή όχι. Συμπεράσματα Έχοντας υπόψη τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε συνδυασμό με τις πιο πάνω νομικές αρχές καταλήγω στα ακόλουθα: Ήταν εις γνώση του κατηγορούμενου ότι η παραπονούμενη είχε δικαίωμα να εισέλθει στην οικία, εφόσον πέραν και ανεξάρτητα του κατά πόσο είχε γνώση του διατάγματος (τεκμήριο 8), γνώριζε ότι δυνάμει συμφωνίας με την Κυπριακή Δημοκρατία (τεκμήριο 31) η παραπονούμενη είχε την άδεια χρήσης του ακινήτου. Άλλωστε ο κατηγορούμενος στην αντεξέταση του δέχθηκε ότι η παραπονούμενη είχε δικαίωμα να εισέλθει στην οικία και ότι αυτό το είχε και πριν την έκδοση του διατάγματος. Εν πάση δε περιπτώσει το κατά πόσο του έγινε ορθή επίδοση του διατάγματος ή όχι δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι γνώριζε και την ύπαρξη και το περιεχόμενο του διατάγματος. Παρόλα αυτά και ενώ εκκρεμούσε η αίτηση της παραπονούμενης προς έκδοση του διατάγματος, ο κατηγορούμενος προχώρησε σε ενοικίαση της κατοικίας 9 μέρες πριν την έκδοση του διατάγματος, χωρίς καν να ενημερώσει την παραπονούμενη, γεγονός που δείχνει, λαμβάνοντας υπόψην και την όλη αντιδικίας τους για το θέμα, ότι αυτό το έπραξε ώστε να θέσει εμπόδιο στην παραπονούμενη από του να εισέλθει και να λάβει κατοχή της οικίας σε περίπτωση έκδοσης του εν λόγω διατάγματος. Το γεγονός δε της ενοικίασης αυτής, ως προκύπτει από τα πιο πάνω, δεν μεταβάλει το δικαίωμα που είχε η παραπονούμενη να εισέλθει στην οικία. Τα λόγια δε που ο κατηγορούμενος είπε στην παραπονούμενη στις 15.9.14 δηλ. «Τόλμα έμπα του καγκελιού και εγώ θα σε σκοτώσω» αναμφίβολα αποτελούν απειλή για πρόκληση βλάβης στο πρόσωπο της παραπονούμενης. Η πρόθεση εκφοβισμού προκύπτει δε αντικειμενικά από τα λόγια αυτά τα οποία είχαν ως σκοπό να υποκινήσουν την παραπονούμενη να παραλείψει πράξη την οποία, ως έχει προαναφερθεί, αυτή είχε νομικό δικαίωμα να διενεργήσει και συγκεκριμένα να μην μπει στον χώρο της οικίας ενώ είχε τέτοιο δικαίωμα, εφόσον πέραν και ανεξάρτητα του διατάγματος που είχε εξασφαλίσει, ήταν δυνάμει συμφωνίας με την Κυπριακή Δημοκρατία η αδειούχος χρήσης του ακινήτου. Προκύπτει επίσης από τα ευρήματα ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι η παραπονούμενη θεωρούσε ότι η προθεσμία του διατάγματος έληγε την 14.9.14 και συνεπώς ότι ήταν ενδεχόμενο την επόμενη μέρα αυτή να μεταβεί στην οικία. Ήταν δε μάλιστα θέση της υπεράσπισης που υποβλήθηκε στην παραπονούμενη ότι στις 15.9.14 ο κατηγορούμενος ρωτήθηκε από τον Αστυνόμο Φιακά εάν μπορούσε η παραπονούμενη να πάει στο σπίτι. Άρα ο κατηγορούμενος δεν βρέθηκε εκεί για τους άλλους λόγους που ανέφερε κατά τη μαρτυρία του, η οποία δεν έγινε δεκτή. Με βάση δε το ότι ως έχει προαναφερθεί η εν λόγω οικία ήταν το μήλον της έριδος μεταξύ του κατηγορούμενου και της παραπονούμενης και τα όσα έλαβαν χώραν σε σχέση με αυτήν από το 2011 που επήλθε η διάσταση των δύο αλλά και την σχετική με το θέμα συμπεριφορά του κατηγορούμενου, ως περιγράφηκε στα πιο πάνω ευρήματα, κρίνεται ότι η εν λόγω απειλή είχε πραγματικό έρεισμα και δεν επρόκειτο για κενή απειλή. Περαιτέρω η απειλή αυτή είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση εύλογου φόβου στην παραπονούμενη, η οποία συνεπεία αυτής φοβήθηκε και αναστατώθηκε και για αυτό αμέσως μπήκε στο αυτοκίνητο και έφυγε από το μέρος ενώ το μεσημέρι της ίδιας ημέρας μετέβηκε στην Αστυνομία και κατήγγειλε την υπόθεση. Τέλος πρέπει να λεχθεί ότι η απειλή του κατηγορουμένου κρινόμενη και αντικειμενικά ενείχε αυτή την δυνατότητα εκφοβισμού προς τον σκοπό υποκίνησης της παραπονούμενης να μην εισέλθει στο χώρο της οικίας. Ενόψει όλων των ανωτέρω κρίνω ότι έχουν αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κατηγορίας
  4. Όσον αφορά την κατηγορία 3 με βάση τα ευρήματα και συμπεράσματα του Δικαστηρίου κρίνεται ότι έχει αποδειχθεί ότι στις 15.9.14 όταν η παραπονούμενη πήγε στην οικία ο κατηγορούμενος, πρώην σύζυγος της, την απείλησε λέγοντας της «Τόλμα έμπα του καγκελιού και εγώ θα σε σκοτώσω». Συνεπώς έχουν αποδειχθεί τα δύο πρώτα συστατικά στοιχεία του υπό εξέταση αδικήματος. Αυτό που απομένει να εξετασθεί είναι κατά πόσο η πιο πάνω συμπεριφορά του κατηγορούμενου δηλ. η απειλή βιαιοπραγίας εναντίον της παραπονούμενης είχε ως αποτέλεσμα την πρόκληση σε αυτήν ψυχικής βλάβης και μάλιστα άμεσης, ως αποδίδεται σε αυτόν στην κατηγορία
  5. Η σχετική μαρτυρία προέρχεται από τον Μ.Κ.5 και από την παραπονούμενη. Η παραπονούμενη ανέφερε και έγινε δεκτό ότι η απειλή αυτή της προκάλεσε φόβο και αναστάτωση. Δεν επισκέφθηκε τον Μ.Κ.5 στις 15.9.14 αλλά την επομένη μέρα περί ώρα 7 μ.μ. Το μόνο δε που ανέφερε σχετικά ήταν ότι ο Μ.Κ.5 διαπίστωσε ότι ήταν αναστατωμένη και ότι φοβήθηκε για «τα γεγονότα που συνέβαιναν τον τελευταίο καιρό και για την τελευταία απειλή του κατηγορούμενου». Ο Μ.Κ.5 όταν την εξέτασε διαπίστωσε ότι βρισκόταν σε κατάσταση πανικού και κατάθλιψης με συμπτώματα έντονου άγχους, ταχυκαρδία και εφίδρωση. Η διάθεση και η ενέργεια της ήταν πτωχές και ανέφερε επιμένουσα αϋπνία και εφιάλτες. Πιο συγκεκριμένα ανέφερε ότι η παραπονούμενη ήταν φοβισμένη, το πρόσωπο της ήταν συσπασμένο, είχε τρέμουλα στα άκρα, εφίδρωση και ταχυκαρδία. Ο λόγος της ήταν διακοπτόμενος, κάτι που χαρακτηρίζει άτομα που είναι υπό έντονο άγχος και κάτω από φόβο, η διάθεση και οι εκφράσεις της ήταν καταθλιπτικές ενώ οι κινήσεις και οι μιμητικές της εκφράσεις ήταν αργές, χαρακτηριστικά μιας φτωχής διάθεσης και ενέργειας. Ήταν δε η διάγνωση του Μ.Κ.5 ότι η παραπονούμενη βιώνει μια κατάσταση κατάθλιψης και πανικού υπό το βάρος της τρομοκρατικής συμπεριφοράς του πρώην συζύγου της. Η προαναφερόμενη ψυχική κατάσταση της παραπονούμενης με τα ενδεικτικά αυτής σωματικά συμπτώματα στοιχειοθετούν κατά την κρίση μου την ύπαρξη ψυχικής βλάβης. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Θα πρέπει να εξετασθεί περαιτέρω κατά πόσο έχει αποδειχθεί ότι η βλάβη αυτή ήταν το άμεσο αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του κατηγορούμενου στις 15.9.14, ως του αποδίδεται με την κατηγορία
  6. Ο Μ.Κ.5 προφανώς κατέληξε στο ότι η κατάσταση της παραπονούμενης είναι αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του πρώην συζύγου της με βάση τα όσα του ανέφερε η πρώτη. Πρέπει λοιπόν να εξετασθεί τι δεδομένα έδωσε σχετικά η παραπονούμενη στον Μ.Κ.
  7. Για το θέμα αυτό λοιπόν ο μάρτυρας είπε ότι η παραπονούμενη του ανέφερε απειλητικές συμπεριφορές και πράξεις του πρώην συζύγου της με τον οποίο περίγραψε «χρονίζουσες διενέξεις». Του ανέφερε επίσης επανειλημμένες κακοποιήσεις «στο παρελθόν», τα βιώματα των οποίων της προκαλούν έντονο ψυχικό πόνο, ανασφάλεια, φόβο για τη ζωή της ίδιας και της κόρης της αλλά και για απειλούμενη αυτοκτονία του πρώην συζύγου της. Όσον αφορά δε τις συμπεριφορές του πρώην συζύγου της και τις κακοποιήσεις που υπέστη η παραπονούμενη δεν ανέφερε στον Μ.Κ.5 λεπτομέρειες αυτών αλλά γεγονότα και περιστατικά που είχε υποστεί βία, απειλές και πιέσεις. Σε σχέση με το πότε άρχισαν αυτά του είπε ότι άρχισαν «πριν χρόνια, στο πρόσφατο και πιο παλιό παρελθόν» αλλά ο Μ.Κ.5 δεν συγκράτησε ακριβώς από πότε. Είπε επίσης ότι τα συμπτώματα που είχε η παραπονούμενη φαίνεται ότι διαρκούσαν από αρκετό καιρό, τουλάχιστον από μέρες ή εβδομάδες. Η δε κατάθλιψη της φαίνεται, από τις αναφορές της, να οφειλόταν στα γεγονότα που αντιμετώπιζε «τον τελευταίο καιρό αλλά και που συσσωρεύτηκαν και από το παρελθόν». Λαμβάνοντας λοιπόν υπόψην τα πιο πάνω κρίνεται ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει με ασφάλεια σε συμπέρασμα ότι η ψυχική βλάβη που παρουσιάζει η παραπονούμενη είναι τον άμεσο αποτέλεσμα της συμπεριφορά του κατηγορούμενου στις 15.9.14 δηλ. μόνο της απειλής βιαιοπραγίας εναντίον της. Να υπομνησθεί ότι ο κατηγορούμενος δεν δικάζεται στην παρούσα για όλες τις συμπεριφορές του έναντι της κατηγορούμενης αλλά μόνο για την προαναφερόμενη. Από την πιο πάνω μαρτυρία δεν μπορεί μεν να αποκλειστεί ότι η ψυχική αυτή βλάβη ήταν το αποτέλεσμα της συνολικής συμπεριφοράς του κατηγορούμενου έναντι της παραπονούμενης αλλά από την άλλη δεν κρίνεται ότι έχει αποδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, εάν και σε ποιο βαθμό, η συμπεριφορά που αυτός επέδειξε στις 15.9.14, ήταν η αιτία ή συνέδραμε έστω στην πρόκληση της βλάβης αυτής. Συνεπώς κρίνεται ότι δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας ότι η ψυχική βλάβη της παραπονούμενης ήταν το άμεσο αποτέλεσμα της απειλής βιαιοπραγίας που διέπραξε εναντίον της ο κατηγορούμενος στις 15.9.
  8. Ενόψει των ανωτέρω ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία 2 ενώ αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία
  9. (Υπ.) ....................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Απειλή βιαιοπραγίας - Άσκηση βίας προκαλούσας ψυχική βλάβη). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.