← Κύπρος

Κύπρος Κυπριανού ν. Cyprus Popular Bank Public Company Ltd κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 31257/2012, 22/10/2014

Κύπρος Κυπριανού ν. Cyprus Popular Bank Public Company Ltd κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 31257/2012, 22/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:B45 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 31257/2012 Κατηγορητήριο καταχωρηθέν υπό: Κύπρος Κυπριανού Κατηγορούσα Αρχή v.

  1. Cyprus Popular Bank Public Company Ltd
  2. Ανδρέας Βγενόπουλος
  3. Νεοκλής Λυσάνδρου
  4. Ευθύμιος Μπουλούτας
  5. Χρίστος Στυλιανίδης
  6. Παναγιώτης Κουννής
  7. Αθανάσιος Ορφανίδης
  8. Αντρέας Καλησπερίδης
  9. Σπύρος Γεωργίου Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 22.10.2014 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή/Καθ'ών η Αίτηση: κος. Κώστας Μελάς Για τον Κατηγορούμενο αρ. 2 - αιτητή: κος. Α. Γιωρκάτζης με κο. Θρασυβούλου και Δρ. Φ. Καρατζένης. Για τον κατηγορούμενο αρ. 4 - αιτητή: κος. Χαβιαράς ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 07/12/2012 εναντίον 9 συνολικά προσώπων, ως αυτοί αναφέρονται στο κατηγορητήριο. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν τις κατηγορίες της συνομωσίας προς καταδολίευση κατά παράβαση των άρθρων 302, 20 και 26 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154, της απάτης κατά παράβαση των άρθρων 300, 20 και 26 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 και την κατηγορία της ανακριβής δήλωσης κατά παράβαση των άρθρων 2, 11

(1)(α) (ι) και 16
(1)(δ)
(2)του Περί Εμπορικών Περιγραφών Νόμου 5/87 όπως τροποποιήθηκε από τον Νόμο 3/92 και την ΚΔΠ 7/
  1. Παρενθετικά και προτού υπεισέρθω στα επίδικα ζητήματα που αφορά η παρούσα ενδιάμεση απόφαση, πρέπει να αναφέρω τα εξής: Μετά την επίδοση του κατηγορητήριου στους κατηγορούμενους 1, 6, 7, 8 και 9 αυτοί εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, απάντησαν στις κατηγορίες και καταχώρησαν μή παραδοχή και ως εκ τούτου η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 3/11/2014 ενώ οι κατηγορούμενοι 3 και 5 απηλλάγησαν των κατηγοριών που αντιμετώπιζαν στις 14/11/
  2. Αναφορικά με τους κατηγορούμενους 2 και 4, όπως προκύπτει από τα στοιχεία που υπάρχουν εντός του φακέλου του Δικαστηρίου αλλά και από προηγούμενα πρακτικά, λόγω απουσίας τους στο εξωτερικό και συγκεκριμένα στην Ελλάδα, φαίνεται να έγιναν προσπάθειες επίδοσης στην χώρα αυτή με βάση διάφορες συνθήκες και τρόπους στις οποίες δεν χρειάζεται να αναφερθώ, εφόσον ο συνήγορος του παραπονούμενου στις 17/3/2014 εγκατέλειψε τις προσπάθειες αυτές και ζήτησε εκ νέου χρόνο για επίδοση του κατηγορητηρίου στους κατηγορούμενους 2 και 4 σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κυρωτικού Νόμου της Σύμβασης Νομικής Συνεργασίας μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ελληνικής Δημοκρατίας σε θέματα Αστικού, Οικογενειακού, Εμπορικού και Ποινικού Δικαίου Νόμου του 1984, Ν.55/84(στο εξής καλούμενη ως «η Σύμβαση»). Το αίτημα αυτό του συνηγόρου του παραπονούμενου για ημερομηνία επίδοσης εγκρίθηκε από το Δικαστήριο και ως εκ τούτου η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για επίδοση αναφορικά με τους κατηγορούμενους 2 και 4 στις 21/05/
  3. Σημειώνω στο σημείο αυτό ότι ως φαίνεται και από τα πρακτικά που ευρίσκονται στον φάκελο του Δικαστηρίου ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούσας αρχής αιτήθηκε από το Δικαστήριο ημερομηνία επίδοσης με σκοπό να επιδώσει το κατηγορητήριο στους κατηγορούμενους 2 και 4 με την «ορθή διαδικασία», ως ο ίδιος ανέφερε και φαίνεται από το πρακτικό ημερ.17/03/
  4. Στις 21/05/2014 εντός του φακέλου του Δικαστηρίου υπήρχαν κατατεθειμένα έγγραφα και συγκεκριμένα διαβιβαστική επιστολή του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας ημερ.20/5/2014 η οποία απευθύνεται στον κο. Χαράλαμπο Σκορδή, Πρωτοκολλητή Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού και αναφέρει ότι επιστρέφει συνημμένα έγγραφα ήτοι επιστολή της Εισαγγελείας Εφετών Αθηνών, Τμήμα Διοικητικού, Γραφείο Δικαστικής Συνδρομής και επιδόσεων, ημερ.07-05-2014 και τα συνημμένα στην τελευταία 2 έγγραφα τα οποία φέρουν τον τίτλο ΦΔΣ4187 ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΟ. Η επιστολή που φέρεται να στάληκε στις 7/5/2014 από την Εισαγγελεία Εφετών Αθηνών αναφέρει τα ακόλουθα απευθυνόμενη στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας: «Σας διαβιβάζουμε τα από 07-05-2014 δύο
(2)αποδεικτικά επίδοσης του Αστυφύλακα του Α.Τ. Νέας Ερυθραίας, με τα συνημμένα σε αυτό έγγραφα και σας κάνουμε γνωστό ότι το εν θέματι αίτημα σας για παροχή δικαστικής συνδρομής από τις ελληνικές αρχές ικανοποιήθηκε προσηκόντως.» Θα πρέπει στο σημείο αυτό να αναφερεθεί ότι τα ανωτέρω αναφερόμενα έγγραφα κατατέθησαν στον φάκελο του Δικαστηρίου υπό μορφή αντιγράφου και ως φαίνεται λήφθησαν δια τηλεμοιοτύπου. Μετά την εξέλιξη αυτή η πλευρά των συνηγόρων των κατηγορουμένων 2 και 4 ήγειρε θέμα εγκυρότητας και νομιμότητας της επίδοσης αυτής και προς τούτου ζήτησε ημερομηνία για να ακουσθεί από το Δικαστήριο. Να σημειωθεί στο σημείο αυτό ότι κατά την πιο πάνω ημερομηνία που τα προαναφερθέντα έγγραφα τα οποία φαίνονται να αναφέρουν ότι έγινε η επίδοση των κατηγορητηρίων, οι κατηγορούμενοι 2 και 4 δεν εμφανίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Των πιο πάνω ακολούθησε ορισμός της υπόθεσης για αγορεύσεις επί του ζητήματος της επίδοσης στις 23/6/2014, ημερομηνία κατά την οποία η πλευρά των κατηγορουμένων 2 και 4 ήγειρε προφορικό αίτημα για να λάβει άδεια, όπως προτού αγορεύσει για το πιο πάνω ζήτημα της εγκυρότητας και ισχύος της φερόμενης ως επίδοσης ημερ.7/5/2014, παρουσιάσει προφορική και/ή γραπτή μαρτυρία με απώτερο σκοπό να καταδείξει ότι η επίδοση δεν έγινε με βάση το ελληνικό ισχύον δίκαιο, προυπόθεση που τάσσει η ίδια η Σύμβαση αναφορικά με την επίδοση Ποινικών υποθέσεων. Η πλευρά του παραπονούμενου έφερε ένσταση στο αίτημα αυτό και η υπόθεση ορίστηκε εκ νέου για αγορεύσεις αναφορικά με το εγερθέν ζήτημα στις 10/09/
  1. Μετά τις αγορεύσεις των μερών το παρών Δικαστήριο στις 19/09/2014 με ενδιάμεση απόφαση του απέρριψε το αίτημα των συνηγόρων των κατηγορουμένων 2 και 4 για να παρουσιάσουν προφορική ή γραπτή μαρτυρία αναφορικά με το ελληνικό ισχύον δίκαιο στο ζήτημα της επίδοσης ως εκ τούτου δόθηκε ημερομηνία για να ακουστούν οι συνηγόροι αναφορικά με το ζήτημα της εγκυρότητας ή μη της επίδοσης ως αυτή φαίνεται ότι έλαβε χώρα με τα πιο πάνω αναφερόμενα έγγραφα. Κατά την ημερομηνία που δόθηκε η προηγούμενη ενδιάμεση αποφαση, ήτοι στις 19/9/2014 είχαν εν τω μεταξύ καταχωρηθεί στον φάκελο του Δικαστηρίου από το Πρωτοκολλητείο 2 πρωτότυπες επιστολές ημερομηνίας 30 Ιουλίου 2014 από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας προς τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού συνοδευόμενες από επιστολές της Ελληνικής Δημοκρατίας, Εισαγελία Εφετών Αθηνών, Τμήμα Εκδόσεων και Δικαστικών Συνδρομών ημερ.07-05-2014 προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας επίσης συνοδευόμενες από τα αποδεικτικά επίδοσης του Αστυφύλακα Μπιτζηλαίου Ν. Κωνσταντίνου ημερ.7/5/2014 αναφορικά με την επίδοση του κατηγορητηρίου της παρούσας υπόθεσης προς τους κατηγορούμενους αρ.2 και
  2. Τα έγγραφα αυτά είναι πανομοιότυπα με τα έγγραφα που ήδη βρίσκονταν ενώπιον του Δικαστηρίου και εις γνώση των συνηγόρων με τις ακόλουθες διαφοροποιήσεις: Α. Η επιστολή του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξης προς τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού είναι σε πρωτότυπη μορφή και φέρει ημερομηνία 30/07/2014 με πανομοιότυπο περιεχόμενο με την επιστολή ημερ. 20/05/
  3. Β. Τα έγγραφα που επισυνάπτονται είναι τα ίδια με τα έγγραφα που συνόδευαν την επιστολή ημερ.20/05/14, τα οποία φαίνεται να είχαν τότε ληφθεί μετά τηλεμοιοτύπου και έφεραν σφραγίδα ότι λήφθησαν στις 09/05/2014 ενώ τώρα φαίνεται να στάλησαν δια ταχυδρομείου και φέρουν σφραγίδα ότι λήφθησαν από το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας στις 22/05/
  4. Τα έγγραφα όμως αυτά βρίσκονται στον φάκελο του Δικαστηρίου σε μορφή αντιγράφων και όχι στην πρωτότυπη τους μορφή. Με οδηγίες του Δικαστηρίου αντίγραφα των πιο πάνω εγγράφων δόθησαν στους συνήγορους των δύο πλευρών. Στις 09/10/2014 το παρών Δικαστήριο άκουσε τις αγορεύσεις των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων αναφορικά με την εγκυρότητα της επίδοσης των κατηγορητηρίων στους κατηγορούμενους 2 και
  5. Συνεπώς αντικείμενο της παρούσας απόφασης είναι να αποφασίστεί η εγκυρότητα ή μη της επίδοσης προς τους κατηγορούμενους 2 και 4 ως αυτή φαίνεται να έλαβε χώρα από τα πιο πάνω αναφερόμενα έγγραφα που ευρίσκονται στον φάκελο του Δικαστηρίου. Θα πρέπει να αναφερθεί εδώ ότι ως φαίνεται από τον φάκελο του Δικαστηρίου ο συνήγορος του παραπονούμενου αφότου έλαβε νέα ημερομηνία επίδοσης αναφορικα με τους κατηγορούμενους 2 και 4 στις 17/3/2014, απευθύνθηκε στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ο οποίος με την σειρά του με επιστολή ημερ.19/3/2014 προς τον Γενικό Διευθυντή του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως διαβίβασε 4 πιστοποιημένα αντίγραφα των κατηγορητηρίων και ζητά όπως προωθηθεί η επίδοση αυτών στους κατηγορούμενους 2 και 4 στις διευθύνσεις που δίδονται με την ίδια επιστολή και τηρουμένων των προνοιών του άρθρου 3 της Σύμβασης. Στα πλαίσια της πιο πάνω ακρόασης κατά την 09ην Οκτωβρίου 2014 οι συνήγοροι των κατηγορουμένων 2 και 4 προς υποστήριξη του αιτήματος τους κατέθεσαν αμφότεροι γραπτές αγορεύσεις το περιεχομενο των οποίων υιοθέτησαν ενω ο συνήγορος του παραπονούμενου κατέθεσε για σκοπούς αγόρευσης του την ενδιάμεση απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ημερ.22/05/2014 στην Ποινική υπόθεση με αριθμό 18567/12 η οποια αφορά πανομοιότυπο με το επίδικο αίτημα των κατηγορουμένων 2 και
  6. Θεωρώ αχρείαστο να επαναλάβω τα όσα οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των κατηγορούμενων 2 και 4 αναφέρουν στις αγορεύσεις τους εφόσον αυτές βρίσκονται ήδη κατατεθειμένες στον φάκελο του Δικαστηρίου και έχουν μελετηθεί και ληφθεί υπόψην στο σύνολο τους από το Δικαστήριο για σκοπούς έκδοσης της παρούσας απόφασης. Συνοπτικά και επιγραμματικά είναι απαραίτητο να αναφέρω τα σημεία επί των οποίων οι συνήγοροι των κατηγορουμένων 2 και 4 βασίζουν το αίτημα τους για απόρριψη της εγκυρότητας της επίδοσης. Σύμφωνα με τις αγορεύσεις και θέσεις αυτών το Δικαστήριο θα πρέπει να κρίνει την επίδοση των κατηγορητηρίων στους κατηγορούμενους 2 και 4 ως μη έγκυρη και ότι δεν πραγματοποιήθηκε νομότυπα για τους κάτωθι λόγους: Ενώπιον του Δικαστηρίου τέθησαν αντίγραφα και όχι πρωτότυπα αποδεικτικά. Το αίτημα για νομική αρωγή διαβιβάστηκε στις ελληνικές αρχές χωρίς διαταγή του Δικαστηρίου. Το αίτημα για νομική αρωγή διαβιβάστηκε από όργανο που δεν είναι δικαστική αρχή ως αυτή ορίζεται στον Κυρωτικό Νόμο και στην Σύμβαση αλλά από τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Τα έγγραφα που τέθησαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως αποδεικτικά επίδοσης δεν συνοδεύονται από αντίγραφο των κατηγορητηρίων ως εκ τούτου υπάρχει κενό στην αλυσίδα διαβίβασης. Το Δικαστήριο δεν μπορεί να κρίνει κατά πόσο έγινε νομότυπη επίδοση καθότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να αναφέρει στην βάση ποιού Νόμου έχουν πραγματοποιηθεί οι ισχυριζόμενες επιδόσεις για να μπορεί να ελέγξει κατά πόσο έχουν τηρηθεί οι πρόνοιες του εν λόγω άγνωστου Νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 3 της Σύμβασης μόνο οι εκάστοτε Δικαστικές αρχές νομιμοποιούνται να επικοινωνούν μεταξύ τους για σκοπούς της Σύμβασης μέσω των αντίστοιχων Υπουργείων Δικαιοσύνης ενώ στην περίπτωση μας κατά παράβαση των σχετικών προνοιών φαίνεται να επικοινωνεί το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Κυπριακής Δημοκρατίας με την εισαγγελία Εφετών Αθηνών και όχι με το Ελληνικό Υπουργείο Δικαιοσύνης. Προς υποστήριξη των πιο πάνω θέσεων τους οι συνήγοροι των κατηγορουμένων 2 και 4 έθεσαν μέσα από τις αγορεύσεις τους νομολογία αναφορικά με την έννοια της δικαστικής αρχής και ειδικότερα αναφέρθησαν στο ότι ο Πρωτοκολλητής δεν δύναται να θεωρείται δικαστική αρχή και παράτυπα ο συνήγορος του παραπονούμενου αποτάθηκε απευθείας στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού χωρίς να λάβει άδεια και σχετική διαταγή από το Δικαστήριο. Από την άλλη πλευρά ο συνήγορος του παραπονούμενου για σκοπούς της αγόρευσης του υιοθέτησε το περιεχόμενο της απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου ημερ.22/5/2014 η οποία δόθηκε στα πλαίσια της υπόθεσης 18567/12 και με βάση την οποία η επίδοση των κατηγορητηρίων στους ίδιους κατηγορούμενους κρίθηκε έγκυρη και σύμφωνη με τις πρόνοιες της Σύμβασης. Νομική Βάση: Άρθρο 2 της Σύμβασης: «Δικαστική Αρωγή» Οι δικαστικές αρχές των δύο συμβαλλομένων μερών θα παρέχουν αμοιβαία δικαστική αρωγή σε αστικές, οικογενειακές, εμπορικές και ποινικές υποθέσεις» Οι δικαστικές αρχές θα παρέχουν δικαστική αρωγή και στις άλλες αρχές που η αρμοδιότητα τους επεκτείνεται στις υποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 1 αυτού του άρθρου.» Αναφορικά με την αίτηση για δικαστική αρωγή και την επίδοση σχετικά είναι τα άρθρα 6 και 7 της Σύμβασης τα οποία αναφέρουν τα ακόλουθα: Άρθρο 6: Εκτέλεση της αίτησης δικαστικής αρωγης Για την εκτέλεση της δικαστικής αρωγής, το όργανο προς το οποίο απευθύνεται, εφαρμόζει την εθνική του νομοθεσία. Αν το όργανο στο οποίο απευθύνεται η αίτηση δεν είναι αρμόδιο για την εκτέλεση της οφείλει να τη διαβιβασει στην αρμόδια αρχή. Αν το αναφερόμενο στην αίτηση πρόσωπο δεν βρέθηκε στη διεύθυνση που δόθηκε ή είναι άγνωστο, τότε το όργανο στο οποίο απευθύνεται η αίτηση οφείλει να πάρει τα απαραίτητα μέτρα για να βρεί την πραγματική του διεύθυνση. Αν τελικά το πρόσωπο αυτό δε βρεθεί, τα σχετικά έγγραφα επιστρέφονται στην αιτούσα αρχή με γνωστοποίηση του γεγονότος αυτού. Μετά την εκτέλεση της αίτησης, η αρχή προς την οποία απευθύνεται επιστρέφει τα σχετικά έγγραφα στην αιτούσα αρχή γνωστοποιώντας τον χρόνο της εκτέλεσης της αίτησης. Αν η αίτηση δεν έγινε δυνατό να εκτελεστεί για λόγο άλλο εκτός από εκείνο που αναφέρεται στην παράγραφο 3, γνωστοποιεί το λογο αυτό. Άρθρο 7: Επίδοση και απόδειξη της επίδοσης
  7. Η αρχή στην οποία απευθύνεται η αίτηση πραγματοποιεί την επίδοση εγγράφων σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν στο Κράτος όπου έχει γίνει η επίδοση. Η επίδοση γίνεται αν το σχετικό έγγραφο έχει συνταχθεί στην επίσημη γλώσσα της αρχής στην οποία απευθύνεται η αίτηση ή συνοδεύεται από κυρωμένη μετάφραση σε αυτή την γλώσσα.
  8. Η επίδοση αποδεικνύεται σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν στο Κράτος στο οποίο γίνεται. Είναι σαφές ότι το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει την εγκυρότητα ή μη της επίδοσης συνδυάζοντας και ερμηνεύοντας τις πρόνοιες της εν λόγω Σύμβασης σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των εγγράφων που βρίσκονται κατατεθειμένα ενώπιον του. Στην παρούσα υπόθεση το Δικαστήριο καλείται από την μια να αποφασίσει κατά πόσο εφαρμόστηκαν ορθά και νομότυπα οι πρόνοιες της Σύμβασης και από την άλλη κατά πόσο με τα έγγραφα που βρίσκονται ενώπιον του αποδεικνύεται η επίδοση των κατηγορητηρίων στους κατηγορούμενους 2 και
  9. Ευρήματα: Μέσα από την μελέτη τόσο των προνοιών της Σύμβασης όσο και των εγγράφων που βρίσκονται ενώπιον μου καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Ο Δικηγόρος του παραπονούμενου απευθύνθηκε στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού από τον οποίο ζήτησε να ενεργήσει τα δέοντα ώστε να επιδοθούν τα κατηγορητήρια στους κατηγορούμενους 2 και 4 στην Ελλάδα. Ο Πρωτοκολλητής με έναυσμα την επιστολή του Δικηγόρου του παραπονούμενου απέστειλε επιστολή προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξης καλώντας τους να προωθήσουν επίδοση των κατηγορητηρίων στους κατηγορούμενους 2 και 4 στην Ελληνική Δημοκρατία μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Ελληνικής Δημοκρατίας. Τα έγγραφα που επεστράφησαν από την Ελληνική Δημοκρατία και ευρίσκονται εντός του φακέλου είναι αντίγραφα με εξαίρεση την παραπεμπτική αυτών επιστολή του Υπουργείου Δικαιοσύνης της Κυπριακής Δημοκρατίας ημερ.30/07/
  10. Τα γεγονότα της υπόθεσης με αριθμό 18567/12 Ε. Δ. Πάφου και συγκεκριμένα τα γεγονότα που αφορούν την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ.22/5/2014 διαφοροποιούνται σημαντικά από τα γεγονότα της παρούσας με κύρια αναφορά στα κάτωθι: - Η επίδοση των κατηγορητηρίων στους κατηγορούμενους 2 και 4 στην ποινική υπόθεση 18567/12 μέσω των προνοιών της Σύμβασης έγινε κατόπιν σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 27/2/2014 σύμφωνα με το οποίο το αίτημα του συνηγόρου του παραπονούμενου για να δοθούν οδηγίες σε σχέση με την επίδοση με βάση τις πρόνοιες της Σύμβασης εγκρίθηκε. - Του πιο πανω διατάγματος ακολούθησε αίτημα του Δικαστηρίου προς τις αρχές της Ελληνικής Δημοκρατίας για παροχή Δικαστικής Συνδρομής η οποία συνίστατο στην επίδοση του κατηγορητηρίου στους κατηγορούμενους 2 και
  11. - Περαιτέρω και στο ίδιο πρακτικό/απόφαση του Δικαστηρίου δόθησαν οδηγίες προς τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου όπως διαβιβάσει το ανωτέρο αίτημα στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας για να επιληφθεί των περαιτέρω. Συμπεράσματα: Η εισήγηση των συνηγόρων των κατηγορούμενων 2 και 4 ότι ελλείπει οποιαδήποτε μαρτυρία που να αναφέρεται στην βάση ποιού νόμου πραγματοποιήθησαν οι ισχυριζόμενες επιδόσεις δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή καθότι μέσα από την επιστολή του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξης γίνεται σαφής αναφορά στην Σύμβαση και στις πρόνοιες αυτής, ώστε θεωρώ ότι τα όσα επακολούθησαν έγιναν επί τη βάση της συγκεκριμένης Σύμβασης ξεκαθαρίζοντας έτσι την εφαρμογή ποιού νομοθετικού πλαισίου καλούμαι να εξετάσω. Όσον αφορά το παράπονο των συνηγόρων των παραπονουμένων 2 και 4 ότι η αλληλογραφία και επικοινωνία δεν έγινε μέσω των αρμόδιων Υπουργείων Δικαιοσύνης επίσης κρίνω ότι δεν ευσταθεί καθότι η επιστολή του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού απευθύνεται προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η διαδικασία ξεκίνησε μέσω του ημεδαπού αρμόδιου Υπουργείου Δικαιοσύνης. Το γεγονός ότι η βεβαίωση για την εκτέλεση της δικαστικής συνδρομής έγινε από την Εισαγγελεία Εφετών Αθηνών και όχι το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Ελληνικής Δημοκρατίας δεν δημιουργεί οιοδήποτε κώλυμα καθότι στο άρθρο 6.4 της Σύμβασης ορίζεται ότι τα έγγραφα επιστρέφονται από την αρχή προς την οποία απευθύνεται η αίτηση και δεν αναφέρει ότι πρέπει να γίνει από το αντίστοιχο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Η επιστολή του πρωτοκολλητή του Ε. Δ. Λεμεσού αποστέλλεται προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Κυπριακής Δημοκρατίας και αναφέρεται ρητά σε προώθηση του αιτήματος στο Ελληνικό Υπουργείο Δικαιοσύνης. Δικαστική αρχή βεβαίως αποτελεί και η Εισαγγελεία εφετών ως εκ τούτου ο πιο πάνω ισχυρισμός των συνηγόρων των κατηγορουμένων δεν με βρίσκει σύμφωνη. Περαιτέρω και σε σχέση με τον ισχυρισμό των συνηγόρων των κατηγορουμένων 2 και 4 αναφορικά με το ότι τα αποδεικτικά επίδοσης δεν συνοδεύονται από τα κατηγορητήρια που επιδόθησαν παραπέμπω στο άρθρο 6.4 στο οποίο αναφέρεται ότι η αρχή προς την οποία απευθύνεται η αίτηση επιστρέφει τα σχετικά έγγραφα στην αιτούσα αρχή γνωστοποιώντας τον χρόνο εκτέλεσης της αίτησης. Ουδεμία αναφορά γίνεται στον όρο «σχετικά έγγραφα» παρά μονο σε γνωστοποίηση. Ως εκ τούτου κρίνω ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν γίνεται να γίνει αποδεκτός καθότι τα αποδεικτικά επίδοσης που απεστάλησαν από την Εισαγγελεία Εφετών Αθηνών κάνουν ρητή αναφορά στα κατηγορητήρια της Ποινικής Υπόθεσης 31257/12 και επίσης γίνεται αναφορά στην ημερομηνία εμφάνισης στο Δικαστήριο αλλά και στην ώρα. Σε σχέση με το ότι τα έγγραφα που επεστράφησαν είναι αντίγραφα και όχι πρωτότυπα κρίνω ότι δεν μπορεί να αποτελέσει αυτό, αυτοτελή λόγο απόρριψης της επίδοσης ως μη έγκυρης καθότι αυτά αποστάλησαν από αρμόδια αρχή συνοδευόμενα από πρωτότυπη παραπεμπτική επιστολή του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας ως εκ τούτου κρίνω ότι αυτά ελήφθησαν από το Υπουργείο Δικαιοσύνης από τις αρμόδιες ελληνικες αρχές. Με βάση τα πιο πάνω αυτό που απομένει να εξεταστεί πριν αποφασισθεί η εγκυρότητα ή μη της ισχυριζόμενης επίδοσης είναι ο ισχυρισμός των συνηγόρων των κατηγορουμένων 2 και 4 περί του ότι η αίτηση για δικαστική συνδρομή δεν υποβλήθηκε από Δικαστική Αρχή ως οι πρόνοιες της Σύμβασης ορίζουν αλλά από τον Πρωτοκολλητή του Ε. Δ. Λεμεσού. Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός από τα ευρήματα του Δικαστηρίου πιο πάνω, ο τρόπος με τον οποίο κινήθησαν οι διαδικασίες επίδοσης των κατηγορητηρίων και ενεργοποίησης της Σύμβασης. Μέσα από την εκτενή αναφορά στα γεγονότα της υπόθεσης προκύπτει ότι ο συνήγορος του παραπονούμενου ζήτησε με επιστολή του από τον Πρωτοκολλητή του Ε.Δ. Λεμεσού να προωθήσει επίδοση χωρίς να ζητήσει συνδρομή του Δικαστηρίου. Μέσα από τις αγορεύσεις των συνηγόρων των κατηγορουμένων προκύπτει η θέση τους ότι ο Πρωτοκολλητής του Δικαστηρίου δεν αποτελεί δικαστική αρχή εν τη εννοία των προνοιών της Σύμβασης. Προκύπτει ξεκάθαρη η πρόνοια της Σύμβασης ότι το αίτημα για δικαστική συνδρομή υποβάλλεται από τις Δικαστικές αρχές των συμβαλλομένων μερών. Στο άρθρο 1 της Σύμβασης με ιδιαίτερη αναφορά στο εδάφιο 3 αναφέρονται τα εξής: Αρθρο 1 Έννομη Προστασία
  12. Οι υπήκοοι του ενός Συμβαλλόμενου Μέρους και πρόσωπα που έχουν τη συνήθη διαμονή τους σ' αυτό, καθώς και οι Έλληνες στο γένος και οι Κύπριοι στην καταγωγή απολαμβάνουν στο έδαφος του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους την ίδια νομική προστασία με τους υπηκόους του όσο αφορά τα προσωπικά ή περιουσιακά τους δικαιώματα σε θέματα αστικού, οικογενειακού, εμπορικού και ποινικού δικαίου. Οπουδήποτε στη Σύμβαση αυτή αναφέρονται οι όροι «εμπορικό δίκαιο» ή «εμπορικές υποθέσεις», περιλαμβάνουν αντίστοιχα και το ναυτικό δίκαιο και τις ναυτικές υποθέσεις.
  13. Οι διατάξεις αυτής της Σύμβασης έχουν εφαρμογή, προσαρμοζόμενες κατάλληλα, και στα νομικά πρόσωπα που έχουν την έδρα τους στο έδαφος του ενός από τα Συμβαλλόμενα Μέρη ή τα οποία ιδρύθηκαν ή εγκαταστάθηκαν σ' αυτά σύμφωνα με τη νομοθεσία τους.
  14. Τα πρόσωπα που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 έχουν το δικαίωμα να απευθύνονται ελεύθερα στα δικαστήρια, στις εισαγγελικές και συμβολαιογραφικές αρχές (που στο εξής θα ονομάζονται «δικαστικές αρχές»), που η δικαιοδοσία τους καλύπτει τα θέματα που ρυθμίζονται από αυτή τη Σύμβαση, καθώς και σε οποιαδήποτε άλλη αρμόδια αρχή του άλλου συμβαλλόμενου Μέρους. Τα πρόσωπα αυτά, μπορούν να εμφανίζονται, να υποβάλλουν αιτήσεις και να εγείρουν αγωγές ενώπιον των πιο πάνω αρχών, με τους ίδιους όρους που παρέχεται αυτή η δυνατότητα στους υπηκόους του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους. Από την πιο πάνω πρόνοια της Σύμβασης στο εδάφιο 3 προκύπτει σαφής αναφορά στην έννοια της Δικαστικής αρχής η οποία ξεκάθαρα περιλαμβάνει τα Δικαστήρια, τις εισαγγελικές και συμβολαιογραφικές αρχές. Θα πρέπει στο στάδιο αυτό να εξεταστεί αν στην έννοια Δικαστήρια περιλαμβάνεται και ο Πρωτοκολλητής στον οποίο ο συνήγορος του παραπονούμενου απευθύνθηκε και ζήτησε όπως ενεργοποιηθούν οι πρόνοιες της Σύμβασης. Είμαι της άποψης ότι ο όρος Δικαστήρια δεν δύναται να ερμηνεύεται εν τη ευρεία έννοια του και να θεωρείται ότι περιλαμβάνει οιαδήποτε άλλη αρχή ή προσωπικό των Δικαστηρίων πέραν του Δικαστή. Στην ερμηνεία μου αυτή λαμβάνω καθοδήγηση και από την πληθώρα των αποφάσεων που υπάρχουν αναφορικά με την ερμηνεία των διακρατικών συμφωνιών και ιδιαίτερα στο ότι οι πρόνοιες τους θα πρέπει να ερμηνεύονται αυστηρά. (βλέπε Πολιτικές Εφέσεις Ε23/13, Ε24/13, Ε25/13, Ε26/13, Ε27/13, Ε28/13 και Ε29/13, Alpha Bank Cyprus v. Si Senh Dau κ.α). Είναι ξεκάθαρη δε σε αυτό το στάδιο η διαφοροποίηση της θέσης του συνηγόρου του παραπονούμενου από τις ενέργειες του στον χειρισμό της υπόθεσης του Ε. Δ. Πάφου με αρ. 18567/12 από τις ενέργειες στην παρούσα. Στην ενδιάμεση απόφαση του αδελφού μου Δικαστή ημερ.22/5/2014 στα πλαίσια της πιο πάνω υπόθεσης γίνεται ρητή αναφορά στο ότι το αίτημα για Δικαστική συνδρομή υποβλήθηκε από την αρμόδια δικαστική αρχή, ήτοι τον ίδιο ως Δικαστή, και ως εκ τούτου και η κατάληξη του περί εγκυρότητος των επιδόσεων. Το όλο σκεπτικό και ανάλυση του Δικαστηρίου στην πιο πάνω ενδιάμεση απόφαση θα πρέπει να σημειώσω ότι με βρίσκει απόλυτα σύμφωνη αναφορικά με την ερμηνεία του όρου Δικαστική αρχή και τον τρόπο που υποβάλλεται η αίτηση για δικαστική συνδρομή. Παρά τις αναφορές στα έγγραφα που αποστάλησαν από τις ελληνικές αρμόδιες αρχές περί του ότι το αίτημα των Δικαστικών αρχών της Κυπριακής Δημοκρατίας ικανοποιήθηκε προσηκόντως θα πρέπει να καταλήξω ότι τέτοιο αίτημα ουδέποτε υποβλήθηκε από τις Δικαστικές αρχές παρά μόνο από τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού ο οποίος σύμφωνα με τις πρόνοιες της ίδιας της Σύμβασης δεν περιλαμβάνεται στην έννοια της Δικαστικής Αρχής. Ως εκ τούτου είναι η κατάληξη μου ερμηνεύοντας τις πρόνοιες της Σύμβασης σε σχέση με τα γεγονότα που έλαβαν χώρα αναφορικά με τις ισχυριζόμενες επιδόσεις ότι δεν υποβλήθηκε νομότυπα αίτηση για Δικαστική συνδρομή από την αρμόδια Δικαστική Αρχή, συνεπακόλουθα καταλήγω ότι δεν υπάρχουν έγκυρες και νομότυπες επιδόσεις αναφορικά με τους κατηγορούμενους 2 και
  15. Ερμηνεύοντας δε αυστηρά τις πρόνοιες της Σύμβασης κρίνω ότι η παρατυπία αυτή δεν δύναται να θεωρηθεί ως μή ουσιώδης ούτε μπορεί να θεραπευθεί. Ως εκ τούτου κρίνω ότι το κατηγορητήριο δεν έχει επιδοθεί δεόντως στους κατηγορούμενους 2 και 4 ως εκ τούτου δεν υπάρχει έγκυρη και νομότυπη επίδοση σε αυτούς. (Υπ)................................................. Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.