← Κύπρος

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΛΕΟΠΑ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ ν. VRONTIS BUILDERS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10796/2011, 8/10/2014

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΛΕΟΠΑ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ ν. VRONTIS BUILDERS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10796/2011, 8/10/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:B42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10796/2011 Μεταξύ: ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΚΛΕΟΠΑ & ΥΙΟΙ ΛΤΔ Κατήγορος ν.

  1. VRONTIS BUILDERS LTD
  2. ΑΝΔΡΕΑΣ ΒΡΟΝΤΗ Κατηγορουμένων ----------------------------------------- Ημερομηνία: 8 Οκτωβρίου 2014 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ε. Ιωάννου (για να ακούσει απόφαση) για κ. Μ. Ιωάννου Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Γ. Διογένους Κατηγορούμενος 2: παρών ----------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι 1 αντιμετωπίζουν τέσσερις κατηγορίες για την έκδοση επιταγών άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση του άρθρου 305Α

(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 1, 3, 5 και 7, οι κατηγορούμενοι 1 κατά ή περί τις 24/04/11, 15/04/11, 03/05/11 και 15/05/11 στη Λεμεσό εξέδωσαν προς όφελος των παραπονούμενων τέσσερις επιταγές της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) με αρ.11091604, 11091603, 11091605 και 11091606 αντίστοιχα, οι οποίες αφού ενεφανίσθησαν στην τράπεζα για πληρωμή δεν εξοφλήθηκαν λόγω του ότι ο λογαριασμός παγοποιήθηκε ΚΑΠ και ήτο κλειστός, οι κατηγορούμενοι 1 δε παρέλειψαν να εξοφλήσουν τις επιταγές εντός 15 ημερών από της παρουσιάσεως τους στην τράπεζα. Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει επίσης τέσσερις κατηγορίες για την παροχή συνδρομής στους κατηγορούμενους 1 κατά τη διάπραξη των ποινικών αδικημάτων της έκδοσης επιταγών άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση των άρθρων 305Α
(1)και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 2, 4, 6 και 8, ο κατηγορούμενος 2 κατά ή περί τις 24/04/11, 15/04/11, 03/05/11 και 15/05/11 στη Λεμεσό, υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής των κατηγορουμένων 1, παρείχε συνδρομή στους κατηγορούμενους 1 κατά τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων δηλαδή ο κατηγορούμενος 2 υπέγραψε τις επιταγές της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) με αρ.11091604, 11091603, 11091605 και 11091606 αντίστοιχα προς όφελος των παραπονούμενων και οι οποίες αφού ενεφανίσθησαν στην τράπεζα για πληρωμή δεν εξοφλήθηκαν λόγω του ότι ο λογαριασμός παγοποιήθηκε ΚΑΠ και ήτο κλειστός, οι κατηγορούμενοι 1 δε παρέλειψαν να εξοφλήσουν τις επιταγές εντός 15 ημερών από της παρουσιάσεως τους στην τράπεζα. Για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου εφτά
(7)μάρτυρες και μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι κατηγορούμενοι προέβησαν σε ανωμοτί δήλωση και κάλεσαν ένα
(1)μάρτυρα για την υπεράσπιση τους. Περαιτέρω κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου 29 τεκμήρια και έγιναν παραδεκτά γεγονότα που αφορούσαν τις ημερομηνίες κήρυξης αφενός του ΜΥ1 σε πτώχευση που ήταν 08-12-11 και αφετέρου της εταιρείας Vrontis Intelibuild Ltd σε εκκαθάριση που ήταν 09-06-
  1. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις, ενώ περαιτέρω αγόρευσαν και προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου τονίζοντας κάποια σημεία που η κάθε πλευρά ήθελε. Οι αγορεύσεις των δύο πλευρών έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη, δεν κρίνεται όμως σκόπιμη η παράθεση των όσων οι συνήγοροι έχουν αναφέρει. Θα γίνει αναφορά σημειώνω σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων αν χρειαστεί κατωτέρω. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του χωρίς το Δικαστήριο στο παρόν σημείο να προβαίνει σε εκτενή παράθεση περίληψης της αλλά αυτό θα γίνει όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης ή για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσο έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). Η μαρτυρία του ΜΚ1, Γεώργιου Κλεόπα, διευθυντή των παραπονούμενων, γίνεται αποδεκτή. O μάρτυρας αυτός άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν αμέσως, με ευθύτητα, φυσικότητα και χωρίς δισταγμό. Έδωσε πειστικές λεπτομέρειες για την εξέλιξη των πραγμάτων, τα όσα ανέφερε δε έχουν συνοχή και σε συνδυασμό και με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί αντέχουν στη βάσανο της λογικής. Εν πάση περιπτώσει δεν διέκρινα σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του προσπάθεια από πλευράς του να αποκρύψει από το Δικαστήριο την αλήθεια, ούτε και έχει κρίνω κλονιστεί η αξιοπιστία του μέσα από την αντεξέταση του. Κατά την εξέταση του ανέφερε ότι οι παραπονούμενοι ασχολούνται με μεταλλικές κατασκευές - αλουμίνια, υδραυλικές εγκαταστάσεις και κεντρικές θερμάνσεις. Το καλοκαίρι του 2010 οι κατηγορούμενοι 1 και ο κατηγορούμενος 2 που είναι διευθυντής τους από 19-12-09, του ανέφεραν ότι ανέλαβαν κατόπιν προσφοράς στο Υπουργείο Παιδείας την εκτέλεση εργασιών στην Τεχνική Σχολή Λευκωσίας και ανέθεσαν στους παραπονούμενους την εκτέλεση εργασιών αλουμινίων. Οι παραπονούμενοι εκτέλεσαν τις εργασίες που τους ανατέθηκαν. Την 31-03-11, ο κατηγορούμενος 2 του εξέδωσε, υπέγραψε και του παρέδωσε τέσσερις επιταγές δηλαδή τις επίδικες (τεκμ.3-6) με ημερομηνίες πληρωμής 15/04/11, 24/04/11, 03/05/11 και 15/05/11 λέγοντας του ότι δεν είχε χρήματα και θα πληρώνονταν από την Κυβέρνηση και (οι παραπονούμενοι) θα πληρώνονταν σταδιακά. Η επιταγή τεκμ.4 ημερ.15/04/11 κατατέθηκε στη ΣΠΕ Ανατολικής Λεμεσού στις 19-04-11 και επιστράφηκε στις 21-04-11 απλήρωτη με δύο σφραγίδες δηλ. να παρουσιαστεί ξανά και ο λογαριασμός παγοποιήθηκε ΚΑΠ. Όλες οι υπόλοιπες επιταγές δηλ.τεκμ.3 ημερ.24-04-11, τεκμ.5 ημερ.03-05-11 και τεκμ.6 ημερ.15-05-11 κατατέθηκαν στη ΣΠΕ Ανατολικής Λεμεσού στις 20-06-11 και επιστράφηκαν στις 22-06-11 απλήρωτες με δύο σφραγίδες δηλ. να παρουσιαστεί ξανά και ο λογαριασμός παγοποιήθηκε ΚΑΠ. Όπως του είχε αναφερθεί από την τράπεζα οι επιταγές δεν μπορούσαν να πληρωθούν λόγω του ότι ο λογαριασμός ήταν στο ΚΑΠ και ήταν κλειστός και δεν υπήρχαν χρήματα στο λογαριασμό. Μετά την επιστροφή των επιταγών μίλησε επανειλημμένα με τον κατηγορούμενο 2 ο οποίος υπόσχετο θα πλήρωνε και το πρόβλημα ήταν ότι καθυστέρησε η Κυβέρνηση να τους καταθέσει χρήματα. Παρά τις υποσχέσεις του όμως δεν πληρώθηκαν οι επιταγές τις οποίες πήρε στο δικηγόρο του και καταχώρησε ποινική υπόθεση. Δεν έχουν πληρωθεί μέχρι σήμερα οι επιταγές. Όταν εκδόθηκαν οι επιταγές εκδόθηκαν προς τους κατηγορούμενους 1 σχετικά τιμολόγια και αποδείξεις (τεκμ. 7 και 8). Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι για την εκτέλεση των εργασιών συμφώνησε με τον κατηγορούμενο 2 στα γραφεία της εταιρείας των κατηγορουμένων περί τον Ιούνιο-Ιούλιο 2010 και θα έπρεπε να τελειώσουν μέχρι 8 Σεπτεμβρίου γιατί άνοιγαν τα σχολεία. Ο αδελφός του κατηγορούμενου 2 Μιχάλης Βρόντης (ΜΥ1), τον οποίο γνωρίζει, δεν ήταν παρών στην εν λόγω συνάντηση. Αρνήθηκε υποβολή ότι για τη διεκπεραίωση των εργασιών συμφώνησε με τον εν λόγω Μιχάλη Βρόντη και ανέφερε ότι για οικονομικά θέματα υπεύθυνος ήταν ο κατηγορούμενος
  2. Ο Μιχάλης Βρόντης ερχόταν στο εργοτάξιο μόνο για θέματα συντονισμού, για τεχνικά θέματα, αλλά δεν είχε καμία σχέση μαζί του. Οι κατηγορούμενοι 1 είχαν διάφορα άτομα στο εργοτάξιο που μπορούσαν να συντονιστούν μαζί τους αλλά δεν μπορεί να γνωρίζει όλους τους υπαλλήλους της εταιρείας. Στις 31-03-11 βρέθηκαν σε συνάντηση στα γραφεία των κατηγορουμένων μαζί με τον κατηγορούμενο 2 αναφορικά με το θέμα της πληρωμής. Γνώριζαν ότι πληρώθηκαν για τις δουλειές που είχαν κάνει και ζήτησαν να πληρωθούν όπως τους είχαν υποσχεθεί οι κατηγορούμενοι ότι δηλαδή θα έκαναν τη δουλειά και μόλις πληρώνονταν (οι κατηγορούμενοι) θα τους πλήρωναν. Στη συνάντηση τους εξέδωσαν 4 επιταγές μεταχρονολογημένες δηλαδή τις επίδικες με τη δικαιολογία όταν θα έπιαναν λεφτά θα τους τα έδιναν. Πριν από τις 31-03-11 τους είχαν δώσει άλλες 2 επιταγές εκ των οποίων η μία πληρώθηκε. Τις επίδικες επιταγές τις έλαβε με το χέρι και όχι σε φάκελο. Τα τιμολόγια τεκμ.7 δεν τα υπόγραψε γιατί δεν ήταν επί πιστώσει. Αφού εξόφλησαν τα τιμολόγια την ίδια ώρα δεν ήταν απαραίτητο να υπογραφούν. Σε υποβολή ότι οι κατηγορούμενοι 1 δεν έλαβαν τα λεφτά από το Υπουργείο απάντησε ότι δεν μπορεί να ξέρει. Όμως γνωρίζει ότι όταν κατατεθεί ένα διατακτικό για κυβερνητική εργολαβία, υπάρχει μια διαδικασία το πολύ ένα μήνα και πληρώνεται ο εργολάβος αν δεν έχει πρόβλημα η δουλειά του. Αν υπάρχει τεχνικό πρόβλημα ή κακοτεχνία δεν πληρώνεται. Από την ώρα που παραλήφθηκε το έργο λογικό ήταν να πληρωθεί. Για τις δικές τους εργασίες δεν έγινε καμία παρατήρηση και παραλήφθηκαν οι εργασίες που εκτέλεσαν από τον επιθεωρητή των τεχνικών υπηρεσιών. Οι επιταγές υπογράφηκαν στην παρουσία του από τον κατηγορούμενο 2 αλλά δεν ξέρει ποιος τις συμπλήρωσε. Κατά την υπογραφή τους η απόσταση τους στο γραφείο ήταν 1 μέτρο. Την επιταγή τεκμ.3 ημερ.24-04-11 την κατέθεσε δύο μήνες σχεδόν μετά την ημέρα που ήταν πληρωτέα γιατί υπήρχε επικοινωνία με τον κατηγορούμενο 2 και τους έλεγε δεν ήρθαν τα λεφτά. Τους διαβεβαίωσε δε ότι θα μπουν τα λεφτά την συγκεκριμένη ημερομηνία δηλ.20-06-
  3. Αυτό έγινε 2 ημέρες πριν την καταθέσει. Όταν πλησίαζε η ημερομηνία μιας επιταγής όπως είχαν συμφωνηθεί οι ημερομηνίες, μιλούσαν στο τηλέφωνο και τους έλεγε να περιμένουν για να μπουν τα λεφτά και αυτός είναι ο λόγος που δεν τις κατέθεταν την ημέρα τους αφού γνώριζαν ότι δεν είχε μέσα. Αυτό βέβαια έγινε εκτός της πρώτης επιταγής η οποία τους εδόθη και ήταν κοντά το διάστημα και έτσι την κατέθεσαν. Σε ότι αφορά την πρώτη επιταγή μετά που ήρθε πίσω πήγε στον τόπο εργασίας του κατηγορούμενου 2 στο τμήμα Γεωργίας, ήπιαν καφέ και τον διαβεβαίωσε να μην ανησυχεί και εφόσον τους έδωσε επιταγές θα τους πλήρωνε. Παρά το ότι του αναφέρθηκε μετά την κατάθεση της πρώτης επιταγής ότι ο λογαριασμός ήταν κλειστός, κατέθεσε μετά τις άλλες 3 επιταγές γιατί μπορεί να ξανάνοιξε. Ρώτησε (τον κατηγορούμενο 2) και του είπε θα έχει μέσα λεφτά. Αρνήθηκε ότι με το πρόσωπο που μίλησε μετά την επιστροφή των επιταγών ήταν ο Μιχάλης Βρόντης και όχι ο κατηγορούμενος
  4. Και περαιτέρω αρνήθηκε ότι οι επιταγές δεν υπογράφηκαν από τον κατηγορούμενο 2 τον οποίο δεν είχε συναντήσει και ότι ουδέποτε του έδωσε τις επιταγές ο κατηγορούμενος
  5. Επιπλέον αρνήθηκε ότι δημιούργησε μόνος του όσα ανέφερε για να εμπλέξει τον κατηγορούμενο 2 σε ποινικά αδικήματα και ότι ουδέποτε είχε επικοινωνία με τον κατηγορούμενο
  6. Ο ίδιος ο κατηγορούμενος 2 του ανέφερε να μιλά μαζί του για οικονομικά θέματα την ημέρα που συμφώνησαν την δουλειά. Η μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας (ΜΚ) 2-5 γίνεται αποδεκτή. Δεν κρίνω σκόπιμο να προβώ σε ιδιαίτερη ανάλυση της μαρτυρίας ενός εκάστου εκ των μαρτύρων αυτών και αρκεί να αναφερθεί ότι το Δικαστήριο έχει μελετήσει πολύ προσεκτικά την μαρτυρία του κάθε μάρτυρα και διαπίστωσε ότι οι μάρτυρες αυτοί απάντησαν ευθέως ότι γνώριζαν εις τις ερωτήσεις που τους υποβλήθηκαν με βάση τα καθήκοντα τους και τα στοιχεία που είχαν στην κατοχή τους. Δεν είχαν κανένα προσωπικό συμφέρον και το Δικαστήριο δεν έχει καμία αμφιβολία ότι πρόκειται για αξιόπιστους μάρτυρες. Εν πάση περιπτώσει αναφέρεται η αξιοπιστία των μαρτύρων αυτών δεν αμφισβητείται από την Υπεράσπιση με βάση την τελική της αγόρευση. Οι πιο πάνω αναφερόμενοι μάρτυρες ήταν οι εξής: (α) H Αντρονίκη Χαραλάμπους, ΜΚ2, η οποία εργάζεται στη ΣΠΕ Περιφερειακής Λεμεσού. Ανέφερε ότι οι παραπονούμενοι είναι πελάτες τους για αρκετά χρόνια και διευθυντής τους είναι ο Γεώργιος Κλεόπας. Η επιταγή τεκμήριο 3 κατατέθηκε στο λογαριασμό των παραπονούμενων στις 20/06/11 και επιστράφηκε στις 22/06/11 με δύο σφραγίδες, η μια να παρουσιαστεί ξανά και η άλλη ο λογαριασμός παγοποιήθηκε ΚΑΠ. Δεν μπορούσε να πληρωθεί η επιταγή αυτή. Σημειώνεται εδώ ότι τα ίδια ακριβώς επανέλαβε η μάρτυρας για τις επιταγές τεκμήρια 5 και
  7. Η επιταγή τεκμήριο 4 κατατέθηκε στο λογαριασμό των παραπονούμενων στις 19/04/11 και επιστράφηκε στις 21/04/11 με τις ίδιες σφραγίδες πιο πάνω. Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι η ίδια παρέλαβε τις επιταγές για κατάθεση. Η επιταγή τεκμ.4 όταν επιστράφηκε στάλθηκε στο λογιστήριο στο κεντρικό το οποίο ενημερώνει τον πελάτη να την παραλάβει. Ακολούθως στάλθηκε στην ίδια στην Ασγάτα και την έδωσε με το χέρι στον πελάτη. Του έδειξε την σφραγίδα και του εξήγησε ότι ο λογαριασμός ήταν παγοποιημένος και δεν μπορούσαν να την πληρώσουν. Η ίδια παρέδωσε και τις υπόλοιπες επιταγές στον πελάτη μετά την επιστροφή τους. Δεν θυμάται να είχε αναφέρει οτιδήποτε άλλο στον Γεώργιο Κλεόπα σε σχέση με τις επιταγές. Όταν παρέδωσε στον Κλεόπα την επιταγή τεκμ.4 δεν εξήγησε ποιες είναι οι επιπτώσεις στο να μπει ένας λογαριασμός στο ΚΑΠ. (β) Η Μαρία Χρυσοστόμου, ΜΚ3, εργάζεται στο Υπουργείο Παιδείας και η μαρτυρία της αφορούσε το θέμα των πληρωμών προς την κατηγορούμενη 1 για το έργο της Β Τεχνικής Σχολής Λευκωσίας. Αναφέρθηκε στις πληρωμές που έγιναν και ανέφερε ότι το Υπουργείο εν σχέση με τις πληρωμές γνώριζε την κατηγορούμενη
  8. Αντιπρόσωπος της κατηγορούμενης 1 εταιρείας που υπόγραψε την προσφορά για το έργο ήταν ο κατηγορούμενος
  9. Δεν υπήρχε καθυστέρηση στις πληρωμές από πλευράς Υπουργείου και πληρώθηκαν όλα τα λεφτά που πλήρωσε το Υπουργείο. Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι η προσφορά που εδόθη αναφέρει ως διευθυντή τον κατηγορούμενο 2 αλλά δεν αναφέρει τίποτε για οικονομικό διευθυντή. Δεν γνωρίζει η ίδια τον κατηγορούμενο
  10. Σαν λογιστήριο γνώριζαν μόνον την κατηγορούμενη 1 εταιρεία. (γ) Ο Κωνσταντίνος Αδαμίδης, ΜΚ4, εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου και πιο συγκεκριμένα στην υπηρεσία Factors. Δεν κρίνεται σκόπιμη η αναφορά στη μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα αφού ως διαφάνηκε δεν έχει κάποια σημασία για την παρούσα υπόθεση. (δ) Ο Νικόλαος Τροπάρης, ΜΚ5, εργάζεται στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Η μαρτυρία του αφορούσε την τοποθέτηση της κατηγορούμενης 1 στο Κεντρικό Αρχείο Πληροφοριών (ΚΑΠ) και την λειτουργία του αρχείου αυτού γενικότερα. Ανέφερε ότι ανάμεσα στα καθήκοντα του είναι η διαχείριση του ΚΑΠ. Όταν παρέλαβε την μαρτυρική κλήση μπήκε στο αρχείο για να ενημερωθεί περί τίνος πρόκειται. Οι επιταγές τεκμήρια 3, 4, 5 και 6 έχουν εκδοθεί από το λογαριασμό 5405200970 της Εθνικής Τράπεζας, ο οποίος από τις 18-04-11 είναι παγοποιημένος. Όταν καταχωρηθεί κάποιος στο ΚΑΠ η Κεντρική Τράπεζα ειδοποιεί το φυσικό ή νομικό πρόσωπο με επιστολή. Η κατηγορούμενη 1 έχει ειδοποιηθεί αυθημερόν στη διεύθυνση που είχε καταχωρήσει η Εθνική Τράπεζα μαζί με άλλα στοιχεία και που ήταν Αγίας Φυλάξεως 136, 3087 Λεμεσός. Όλες οι επίδικες επιταγές φέρουν σφραγίδα ο λογαριασμός παγοποιήθηκε ΚΑΠ και αυτό σημαίνει παρουσιάστηκαν στην Εθνική Τράπεζα για πληρωμή μετά την καταχώρηση στο ΚΑΠ και την παγοποίηση του λογαριασμού. Παρά την σφράγιση όμως των επιταγών η Εθνική Τράπεζα παρέλειψε να τις καταχωρήσει στο ηλεκτρονικό αρχείο του ΚΑΠ. Οι παραπονούμενοι δεν είχαν κάποια υποχρέωση έναντι της Εθνικής Τράπεζας ή έπρεπε να κάνουν κάτι και δεν το έκαναν σε ότι αφορά το ΚΑΠ. Μέχρι σήμερα ο λογαριασμός των κατηγορουμένων είναι παγοποιημένος και βρίσκεται στο ΚΑΠ. Κατά την αντεξέταση ανέφερε ότι η επιστολή που έχει σταλεί εκδίδεται αυτόματα από το ηλεκτρονικό σύστημα και το μόνο που κάνει η Υπηρεσία είναι να την βάλει σε φάκελο και να την στείλει στη διεύθυνση που έβαλε στο σύστημα η Εθνική. Θεωρεί ότι η επιστολή έχει σταλεί. Πρόκειται για πρακτική που ακολουθείται στην Κεντρική Τράπεζα. Δεν έχει προβεί όμως ο ίδιος σε οιανδήποτε ενέργεια για να σταλεί η επιστολή. Επανέλαβε ότι δεν ενημερώθηκε το αρχείο του ΚΑΠ για οποιαδήποτε εκ των επίδικων επιταγών. Η Εθνική όφειλε να ενημερώσει το σύστημα του ΚΑΠ αναφορικά με την σφράγιση λόγω ΚΑΠ και ότι ο λογαριασμός παγοποιήθηκε. Οι επιταγές αυτές δεν είναι καταχωρημένες στο σύστημα. Η Κεντρική πρέπει να έχει γνώση των επιταγών που επιστρέφονται με τη δικαιολογία ο λογαριασμός παγοποιήθηκε ΚΑΠ προκειμένου όταν ένα πρόσωπο που είναι καταχωρημένο αποταθεί με αίτηση στην Κεντρική Τράπεζα για διαγραφή του από το αρχείο, η Κεντρική να έχει πλήρη εικόνα των απλήρωτων επιταγών λόγω ΚΑΠ και θα απαιτήσει να εξοφληθούν και να προσκομιστούν τα σχετικά αποδεικτικά. Όταν ένας λογαριασμός μπει στο ΚΑΠ δεν μπορεί να γίνει καμία χρέωση εκτός με αιτιολογημένη απόφαση της επιτροπής του ΚΑΠ. Εξ'όσων γνωρίζει δεν υπήρξε οποιαδήποτε γνωστοποίηση της Εθνικής για οποιαδήποτε δοσοληψία, πίστωση ή χρέωση στο συγκεκριμένο λογαριασμό. Για οποιαδήποτε χρέωση γίνει στο λογαριασμό θα πρέπει πρώτα να παρθεί η έγκριση της Κεντρικής Τράπεζας από το τραπεζικό ίδρυμα στο οποίο έχουν εκδοθεί οι επιταγές. Η μαρτυρία της ΜΚ6, κας Ντίνας Νεοφύτου, γίνεται επίσης αποδεκτή. Η μάρτυρας αυτή εργάζεται στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) και απάντησε ότι γνώριζε με βάση τα καθήκοντα της και τα στοιχεία που είχε για τον επίδικο λογαριασμό και τις επίδικες επιταγές. Η μάρτυρας αυτή η οποία έτυχε σημειώνω μακράς, επίπονης και επίμονης αντεξέτασης σε κανένα σημείο δεν διαπιστώθηκε να προσπαθεί να αποκρύψει οτιδήποτε, έδωσε ευθείς και ξεκάθαρες απαντήσεις επί των όσων ερωτήθηκε και κρίνω ότι σε καμία περίπτωση δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία της. Η μάρτυρας αυτή η οποία ήταν η υπεύθυνη του λογαριασμού της κατηγορούμενης 1 εταιρείας, δηλαδή στην ουσία η τραπεζίτης των κατηγορούμενων, ήρθε κρίνω στο Δικαστήριο να παρουσιάσει τα στοιχεία και ότι γνώριζε σε ότι αφορά τον επίδικο λογαριασμό και τις επίδικες επιταγές και χωρίς να έχει οποιοδήποτε προσωπικό συμφέρον αυτό έπραξε. Το Δικαστήριο δεν έχει την παραμικρή αμφιβολία ότι πρόκειται για αξιόπιστη μάρτυρα. Κατά την εξέταση της ανέφερε ότι οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν από το λογαριασμό των κατηγορουμένων 1 ο οποίος αναφέρεται και επί των επιταγών (αρ.5405200970). Ο λογαριασμός ανοίχθηκε στις 15-06-10 με αίτημα που υπέβαλε ο κατηγορούμενος
  11. Στην αίτηση που υπέβαλε (τεκμ.20) έδωσε και δείγμα υπογραφής ο κατηγορούμενος 2 και η ίδια γνωρίζει την υπογραφή του προσώπου που χειριζόταν τον λογαριασμό. Η υπογραφή που φαίνεται στο κάτω δεξιό μέρος των επίδικων επιταγών είναι του κατηγορούμενου 2 και είναι ίδια η υπογραφή με το δείγμα υπογραφής που έδωσε κατά το άνοιγμα του λογαριασμού. Ο κατηγορούμενος 2 υπέγραψε και διάφορα άλλα έγγραφα εν σχέση με το λογαριασμό αυτό τα οποία κατέθεσε. Μεταξύ άλλων στην τράπεζα εδόθη και απόφαση συνεδρίας των συμβούλων της εταιρείας για το ποιος θα διαχειρίζεται το λογαριασμό που θα ήταν ο κατηγορούμενος 2 (τεκμ.23). Από το 2011 τον λογαριασμό χειριζόταν ο κατηγορούμενος
  12. Ο Μιχάλης Βρόντης (ΜΥ1) απλά υπόγραψε ως γραμματέας στην απόφαση τεκμ.
  13. Κατά το άνοιγμα δηλώθηκε διεύθυνση για αλληλογραφία από την κατηγορούμενη 1, Αγίας Φυλάξεως 136, 3087 Λεμεσός. Δεν έγινε οποιαδήποτε αλλαγή στη διεύθυνση αυτή. Η επιταγή τεκμ.3 είναι επιταγή της κατηγορούμενης 1 που ήταν πελάτης τους. Υπογράφτηκε από τον κατηγορούμενο
  14. Στις 24-04-11 που ήταν η ημερομηνία πληρωμής της επιταγής δεν μπορούσε να πληρωθεί γιατί δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια. Την ημέρα εκείνη το διαθέσιμο ποσό ήταν €697.-. Η επιταγή τεκμ.4 δεν φαίνεται να πληρώθηκε με βάση την κατάσταση του λογαριασμού. Την επιταγή υπόγραψε ο κατηγορούμενος
  15. Στις 15-04-11 που ήταν η ημερομηνία πληρωμής της επιταγής δεν μπορούσε να πληρωθεί γιατί δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια. Την ημέρα εκείνη υπήρχε χρεωστικό υπόλοιπο €8.431.-. Την επιταγή τεκμ.5 την υπόγραψε ο κατηγορούμενος
  16. Δεν πληρώθηκε η επιταγή αυτή. Στις 03-05-11 που ήταν η ημερομηνία πληρωμής της δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια. Την ημέρα εκείνη υπήρχε διαθέσιμο υπόλοιπο €16.-. Την επιταγή τεκμ.6 την υπόγραψε ο κατηγορούμενος
  17. Ήταν πληρωτέα 15-05-11 και δεν πληρώθηκε με βάση την κατάσταση λογαριασμού γιατί δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια. Το υπόλοιπο του λογαριασμού ήταν €16.-. Σε ότι αφορά την κίνηση του λογαριασμού και για τις επιταγές ενδιαφέρον επεδείκνυε ο κατηγορούμενος
  18. Ρωτούσε και ενημερωνόταν για τα υπόλοιπα και τα εμβάσματα. Η κατάσταση λογαριασμού αποστέλλετο κάθε μήνα στην κατηγορούμενη 1 στη δοθείσα διεύθυνση. Τα εμβάσματα που γίνονταν στο λογαριασμό αυτό ήταν κυβερνητικά . Κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι ο Μιχάλης Βρόντης (ΜΥ1) μέσω εταιρείας του ήταν πελάτης της τράπεζας. Σε ότι αφορά την κατηγορούμενη 1 όταν ανοίχθηκε ο λογαριασμός είχε παραλάβει και ένα πιστοποιητικό όπου αναγράφει ότι ο Μιχάλης Βρόντης είναι 100% μέτοχος. Τον κατηγορούμενο 2 τον είδε όταν ήρθε να υπογράψει τα έγγραφα και βεβαίως τον ξαναείδε. Έκανε και αναλήψεις από το λογαριασμό ο κατηγορούμενος
  19. Τις σφραγίδες επί των επιταγών τις βάζει η τράπεζα που πάνε οι επιταγές για να πληρωθούν. Κοντά τους έρχονται ηλεκτρονικά και όταν θα επιστραφεί μια επιταγή οι ίδιοι δίνουν οδηγίες για να μπει σφραγίδα. Οι ίδιοι δεν βάζουν σφραγίδα. Στην προκειμένη περίπτωση έδωσε η ίδια οδηγίες ηλεκτρονικά στη ΣΠΕ Ανατολικής Λεμεσού. Τις σφραγίδες τις έβαλε η εν λόγω ΣΠΕ Ανατολικής Λεμεσού. Η επιταγή τεκμ.3 στις 20 Ιουνίου 2011 πήγε στη Συνεργατική και στις 21 Ιουνίου παρουσιάστηκε κοντά τους. Δόθηκαν οδηγίες να επιστραφεί η συγκεκριμένη επιταγή. Όταν ένας λογαριασμός έχει υποστεί κάποιο περιορισμό στις χρεώσεις δεν μπορεί να γίνει διαδικασία εκκαθάρισης των επιταγών και δεν κατατίθενται οι επιταγές στο λογαριασμό. Αυτόματα μπαίνουν σε εκκρεμή λογαριασμό και αν υπάρχει κάποιο τεχνικό πρόβλημα γίνεται manual η χρέωση. Αν δεν υπάρχουν διαθέσιμα υπόλοιπα δίνουν οδηγίες και επιστρέφονται αυτόματα μέσω του εκκρεμή λογαριασμού. Στην προκειμένη περίπτωση ο λογαριασμός είχε παγοποιηθεί και ακριβώς για τις συγκεκριμένες επιταγές ακολουθήθηκε η εν λόγω διαδικασία και δόθηκαν οδηγίες για επιστροφή από τον εκκρεμή λογαριασμό. Οι επιταγές παρουσιάστηκαν κοντά τους και πίσω φέρουν σφραγίδα του ηλεκτρονικού clearing. Ερωτώμενη για την επιταγή τεκμ.4 ανέφερε ότι στις 20-04-11 έδωσε η ίδια οδηγίες να επιστραφεί και στις 21-04-11 ενημερώνεται ο δικαιούχος της επιταγής αν έχει πληρωθεί. Στις 21-04-11 το υπόλοιπο του λογαριασμού ήταν €1760.-. Εκείνη την ημέρα έγινε κυβερνητικό έμβασμα €52.417.-, εξοφλήθηκε το χρεωστικό υπόλοιπο και έμεινε υπόλοιπο €32.875.-. Οι 3 μεταφορές που φαίνονται την ημέρα εκείνη έγιναν με οδηγίες της εταιρείας και αφορούσαν οφειλές προς την τράπεζα, η τράπεζα δε παρόλο που ο λογαριασμός ήταν στο ΚΑΠ μπορούσε να τις κάνει. Δεν ήταν οφειλές της κατηγορούμενης 1 αλλά η εταιρεία αυτή έδωσε ανέκκλητες οδηγίες για μεταφορά έναντι άλλου λογαριασμού (τεκμ.25 Α, Β και Γ). Η συγκεκριμένη επιταγή επειδή φέρει ημερομηνία πριν μπει στο ΚΑΠ ο λογαριασμός, αν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια θα πληρωνόταν. Με δεδομένο ότι έγινε μια χρέωση €20.000.- την ημέρα εκείνη δεν μπορούσε να πληρωθεί η επιταγή τεκμ.4 γιατί ο λογαριασμός θα γινόταν χρεωστικός περί τις €2.500.- που δεν επιτρεπόταν για το συγκεκριμένο λογαριασμό και ειδικά για λογαριασμό που μπήκε στο ΚΑΠ. Η μάρτυρας ακολούθως εξήγησε με λεπτομέρεια την διαδικασία του ξεκαθαρίσματος των επιταγών. Όταν παρέλαβε τις επιταγές και είδε ότι είναι στο ΚΑΠ δεν νομίζει να έκανε αναφορά στην Κεντρική τη συγκεκριμένη ημέρα αλλά αυτό θεωρεί ότι είναι θέμα που αφορά τον έλεγχο που θα τους κάνει η Κεντρική και δεν είναι θέμα του συνηγόρου. Ακολούθως ανέφερε όμως ότι έδωσε οδηγίες να επιστραφούν και θα έπρεπε να κάνει αναφορά στην Κεντρική την οποία όμως δεν έκανε τη συγκεκριμένη ημέρα. Αν έγινε λάθος για τη μη αναφορά είναι κάτι που αφορά την τράπεζα της και την Κεντρική. Η γνωστοποίηση των επιταγών έγινε πριν μια βδομάδα με 15 ημέρες. Η επιταγή για την οποία μπήκε στο ΚΑΠ ο επίδικος λογαριασμός δεν έχει σχέση με τις επίδικες επιταγές. Ο Κώστας Κλεόπας κατέθεσε ως ΜΚ7 και ήταν ο τελευταίος μάρτυρας για την πλευρά της κατηγορούσας αρχής. Η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή αφού στην ουσία κρίνω όσα ανέφερε δεν αμφισβητήθηκαν και η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη. Είναι υιός του ΜΚ1 και ανέφερε ότι από 14-01-11 μέχρι 31-12-12 ανέλαβε διευθυντής των παραπονούμενων λόγω προβλήματος υγείας του πατέρα του. Η εταιρεία εξουσιοδότησε τον ΜΚ1, ο οποίος συμφώνησε την εκτέλεση των επίδικων εργασιών και γνώριζε τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, όπως την 31-03-11 συναντηθεί με τον κατηγορούμενο 2 για να παραλάβει τις επίδικες επιταγές. Οι επιταγές αυτές ουδέποτε πληρώθηκαν. Οι κατηγορούμενοι, μέσω του κατηγορούμενου 2, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω προέβησαν σε ανωμοτί δήλωση. Ήταν δικαίωμα τους να ενεργήσουν όπως έπραξαν και αυτό δεν μπορεί να επενεργήσει σε βάρος τους, ούτε και πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Θεμιστοκλέους -v- Αστυνομία
(1981)2 C.L.R. 200, Ντίνος Δημητρίου Χριστοφόρου -v- Αστυνομία
(1990)2 ΑΑΔ 250, Δημοσθένους κ.α. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Η ανωμοτί δήλωση στην οποία προέβησαν οι Κατηγορούμενοι, σύμφωνα με τη νομολογία πιο πάνω, εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια του να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. Στην ανωμοτί δήλωση τους οι κατηγορούμενοι συνοπτικά αναφέρουν ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν είχε καμία ανάμειξη στην έκδοση των επίδικων επιταγών, οι οποίες εκδόθηκαν και δόθηκαν στους παραπονούμενους από τον αδελφό του Μιχάλη Βρόντη χωρίς ο κατηγορούμενος 2 να το γνωρίζει και χωρίς την συγκατάθεση του. Η κατηγορούμενη 1 ανέλαβε μεταξύ άλλων και τις επίδικες εργασίες και σε κάποιο στάδιο μετά την έναρξη των εργασιών διορίστηκε ως υπεργολάβος η εταιρεία Vrontis Intelibuild Ltd που ανέλαβε την υλοποίηση και των επίδικων εργασιών. Με τους παραπονούμενους συμφώνησε την εκτέλεση των επίδικων εργασιών ο Μιχάλης Βρόντης ως διευθυντής της εταιρείας Vrontis Intelibuild Ltd. Εξ' όσων γνωρίζουν οι επιταγές δόθηκαν μεταχρονολογημένες στον ΜΚ1 σε κλειστό φάκελο. Οι επιταγές βρέθηκαν στην κατοχή του αδελφού του κατηγορούμενου 2 εν αγνοία του αφού ο τελευταίος είχε πρόσβαση στα προσωπικά του αντικείμενα. Υπήρχε μπλοκ επιταγών στο συρτάρι του γραφείου του και κάποιες φορές υπήρχαν επιταγές υπογραμμένες, επομένως ο αδελφός του χωρίς να το γνωρίζει συμπλήρωσε επιταγές και τις έδωσε στους παραπονούμενους. Το Δικαστήριο θα επανέλθει σημειώνεται στην ανωμοτί δήλωση των κατηγορουμένων και στην αξία που θα της αποδώσει σε κατοπινό στάδιο, αμέσως μετά δηλαδή την αξιολόγηση και της μαρτυρίας του ΜΥ
  1. Ευθέως αναφέρω ερχόμενος στον ΜΥ1, Μιχάλη Βρόντη, ότι η εντύπωση που άφησε στο Δικαστήριο ο μάρτυρας αυτός με την όλη παρουσία του ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και τις απαντήσεις του ήταν αρνητική και δεν αποδέχομαι την μαρτυρία του η οποία κρίνεται αναξιόπιστη. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας ήρθε στο Δικαστήριο όχι για να πει την αλήθεια αλλά με μοναδικό σκοπό να βοηθήσει στην αθώωση των κατηγορουμένων αλλά κυρίως του αδελφού του, κατηγορούμενου
  2. Το Δικαστήριο εν πάση περιπτώσει μελετώντας την μαρτυρία του συγκεκριμένου μάρτυρα διαπιστώνει πρόχειρες δικαιολογίες και εκ των υστέρων σκέψεις του μάρτυρα σε ότι αφορά εύλογα ζητήματα που τέθηκαν από την κατηγορούσα αρχή, που σε καμία περίπτωση δεν πείθουν και εν πάση περιπτώσει δεν αντέχουν ούτε στη βάσανο της λογικής. Ο μάρτυρας αυτός προκειμένου να υποστηρίξει τον αδελφό του και να εξυπηρετήσει την γραμμή υπεράσπισης δεν είπε την αλήθεια στο Δικαστήριο και στα πλαίσια αυτά δεν δίστασε να αναφέρει ότι η τραπεζίτης των κατηγορουμένων 1 αλλά και του ιδίου δηλαδή η ΜΚ6 είπε ψέματα στο Δικαστήριο όταν είχε αναφέρει ότι το λογαριασμό διαχειριζόταν ο κατηγορούμενος 2, χωρίς σημειώνεται να δώσει καμία λογική εξήγηση για τον λόγο ή το κίνητρο που θα μπορούσε να έχει η ΜΚ6 που είναι η δική τους τραπεζίτης να πει ψέματα. Εν πάση περιπτώσει κρίνω έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας αλλά και το γεγονός ότι η μαρτυρία της ΜΚ6 έχει κριθεί αξιόπιστη και έγινε αποδεκτή, ότι η θέση αυτή του μάρτυρα περί ψεμάτων της ΜΚ6 προβλήθηκε απλά και μόνον επειδή ακριβώς η ΜΚ6 δεν εξυπηρετούσε την γραμμή υπεράσπισης. Για τον ίδιο ακριβώς λόγο κρίνω ο μάρτυρας εξέφρασε την διαφωνία του με την μαρτυρία της ΜΚ3, ότι δηλαδή το Υπουργείο πλήρωσε τα λεφτά που συμφώνησε. Επιπλέον όμως το Δικαστήριο έχει παρατηρήσει και τα εξής που είναι σημεία καθοριστικά για την μη αποδοχή της μαρτυρίας του μάρτυρα. Αφενός η μαρτυρία του επί ουσιωδών θεμάτων έρχεται σε αντίφαση με την ανωμοτί δήλωση των κατηγορουμένων, γεγονός που δείχνει αναφέρεται και την αναξιοπιστία της όλης εκδοχής τόσο του ίδιου του μάρτυρα όσο και της Υπεράσπισης, ενώ περαιτέρω πολλά ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας του ηγέρθησαν για πρώτη φορά με την δική του μαρτυρία, χωρίς προηγουμένως να έχουν τεθεί στους μάρτυρες υπεράσπισης προκειμένου να ζητηθεί η θέση τους. Πιο συγκεκριμένα: - Έχει προσπαθήσει ο μάρτυρας να περάσει μέσα από την μαρτυρία του μια εικόνα στο Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν γνώριζε τίποτε σε ότι αφορά την λειτουργία και διαχείριση της κατηγορούμενης 1 εταιρείας και των χρημάτων που κατατίθεντο στον επίδικο λογαριασμό. Ο ρόλος του κατηγορούμενου 2 ανέφερε ήταν βοηθητικός με την έννοια ότι μπήκε διευθυντής της εταιρείας απλά για να τον βοηθήσει να πάρει κάποια έργα. Επίσης ο κατηγορούμενος 2 δεν γνώριζε ποιος είναι ο ρόλος ενός διευθυντή σε μια εταιρεία. Όσα ανέφερε όμως ο μάρτυρας δεν μπορούν να πείσουν το Δικαστήριο το οποίο κρίνει ότι μέσα από την αποδεκτή μαρτυρία και τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί η θέση αυτή καταρρίπτεται. Ο κατηγορούμενος 2 είχε ενεργό εμπλοκή στο άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού και είναι το μοναδικό πρόσωπο που με βάση απόφαση της κατηγορούμενης 1 εταιρείας (τεκμ.23) μπορούσε να διαχειριστεί τον λογαριασμό, υπογράφοντας και τις επιταγές που η κατηγορούμενη 1 εξέδιδε. Ο ΜΥ1 δεν είχε και δεν μπορούσε να έχει όπως εμφαίνεται μέσα από τη μαρτυρία της ΜΚ6, η οποία επί τούτου δεν έχει αμφισβητηθεί, οποιαδήποτε σχέση με τον λογαριασμό. Σε όλη την περίοδο δε που αφορά η κατάσταση λογαριασμού που έχει κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δηλ. από 01-01-11 μέχρι 31-12-11 είναι προφανές ότι εκδόθηκαν δεκάδες επιταγές και έγιναν δεκάδες συναλλαγές, με μοναδικό εξουσιοδοτημένο πρόσωπο γι' αυτές τον κατηγορούμενο
  3. Επιπλέον ο κατηγορούμενος 2 υπέγραψε και όλα τα λοιπά έγγραφα που αφορούσαν την τράπεζα όπως για παράδειγμα τις ανέκκλητες οδηγίες για μεταφορά ποσών από το λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 (τεκμ.25) αλλά και την προσφορά προς το Υπουργείο για το επίδικο έργο, ενώ περαιτέρω έκανε και αναλήψεις από το λογαριασμό. Συνεπώς το Δικαστήριο με βάση τα ανωτέρω αλλά και λαμβάνοντας υπόψη αποδεκτή μαρτυρία πιο πάνω όπως για παράδειγμα της ΜΚ6, καταλήγει στο ασφαλές συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος 2 είχε πλήρη γνώση των όσων συνέβαιναν στην κατηγορούμενη 1 εταιρεία και στον τραπεζικό της λογαριασμό και είχε ενεργό εμπλοκή σε ότι αφορά το λογαριασμό αυτό για τον οποίο ετηρείτο συνεχώς ενήμερος, η περί του αντιθέτου θέση του μάρτυρα δε κρίνει το Δικαστήριο ότι έχει προβληθεί ακριβώς για να μετατεθεί η ευθύνη από τον κατηγορούμενο 2 και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. - Η προσπάθεια μετάθεσης της ευθύνης από τον κατηγορούμενο 2 ήταν προφανής σημειώνεται σε όλη τη μαρτυρία του ΜΥ1 μέσα από μη καθαρές και μη λογικές απαντήσεις που έδωσε. Ο ίδιος δεν είχε καμία εξουσιοδότηση ανέφερε από την κατηγορούμενη 1 να είναι οικονομικός διευθυντής αλλά όπως είπε πήρε μόνος του την εξουσία. Ο ίδιος δεν είχε καμία εξουσιοδότηση ανέφερε να χειρίζεται τα χρήματα που πλήρωνε το Υπουργείο και αναγνωρίζει ότι είναι ο διευθυντής που χειρίζεται τα ποσά, όμως εδώ τα χειριζόταν ο ίδιος. Πολύ βολικές ομολογουμένως οι θέσεις του μάρτυρα για την Υπεράσπιση αλλά το Δικαστήριο δεν μπορεί να τις αποδεκτεί. Δεν παρουσιάστηκε ίχνος μαρτυρίας από την Υπεράσπιση προς υποστήριξη αυτών των θέσεων αλλά εν πάση περιπτώσει είναι προφανές ότι η μαρτυρία την οποία έχει αποδεκτεί το Δικαστήριο διαψεύδει τις θέσεις αυτές του μάρτυρα. - Στα ίδια πιο πάνω πλαίσια κρίνει το Δικαστήριο ανήκει και η προσπάθεια του μάρτυρα να πείσει ότι το γραφείο της εταιρείας Intelibuild ήταν στην ίδια διεύθυνση με αυτό της κατηγορούμενης 1 δηλ. Αγίας Φυλάξεως. Με αυτή τη θέση προφανώς ο μάρτυρας και η Υπεράσπιση θεώρησαν ότι θα πείσουν καλύτερα για τις θέσεις τους. Εάν τα γραφεία τους ήταν στον ίδιο χώρο προφανώς σκέφτηκε η Υπεράσπιση θα γινόταν πιο πιστευτή και η θέση των κατηγορουμένων όπως εμφαίνεται στην ανωμοτί τους δήλωση περί λήψης των επιταγών εν αγνοία των κατηγορουμένων από τα προσωπικά αντικείμενα του κατηγορούμενου
  4. Όμως και πάλιν δεν έπεισαν. Με βάση τα έγγραφα του Εφόρου Εταιρειών η διεύθυνση της εν λόγω εταιρείας Intelibuild είναι Δικαιοσύνης 9Α και η δικαιολογία του μάρτυρα ότι ξέχασε να ενημερώσει τον Έφορο Εταιρειών δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Εν πάση περιπτώσει από τη στιγμή που αμφισβητήθηκε από την κατηγορούσα αρχή η θέση αυτή της υπεράσπισης και ο ίδιος ο μάρτυρας ανέφερε ότι έχει στοιχεία που αποδεικνύουν το γεγονός, χωρίς όμως μέχρι και το τέλος της διαδικασίας η υπεράσπιση να παρουσιάσει οτιδήποτε, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν μπορεί να κάνει αποδεκτή την θέση αυτή και την θεωρεί εκ των υστέρων σκέψη. - Περαιτέρω σκιές όμως στη μαρτυρία του μάρτυρα άφησε και η θέση του ότι τα λεφτά του Υπουργείου έμπαιναν στο λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 και αφού γινόταν λογιστική πράξη από το λογιστή, η Intelibuild πλήρωνε τους εργολάβους σε μετρητά. Δεν γινόταν ανέφερε οποιαδήποτε μεταφορά σε λογαριασμό της Intelibuild. Και αυτά βέβαια αναφέρθησαν για να δικαιολογήσουν την θέση του μάρτυρα ότι η κατηγορούμενη 1 ήταν μεν ο εργολάβος του έργου αλλά η Intelibuild ήταν υπεργολάβος και με αυτή την εταιρεία είχαν να κάνουν οι παραπονούμενοι. Αυτός όμως ο πολύ βολικός και πάλιν για την υπεράσπιση ισχυρισμός δεν έχει αποδειχθεί ούτε με την παρουσίαση οιουδήποτε στοιχείου, ούτε με την μαρτυρία του λογιστή, ενώ σημειώνεται δεν έγινε καμία σχετική υποβολή προς την υπεύθυνη του λογαριασμού ΜΚ6 και το Δικαστήριο θεωρεί υπό τις περιστάσεις ότι δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. - Σκιές επίσης στη μαρτυρία του πάντα σε σχέση με την ίδια θέση ότι η εταιρεία Intelibuild ήταν υπεργολάβος στο έργο, άφησε και η μη παρουσίαση στο Δικαστήριο της ειδοποίησης προς το Υπουργείο την οποία ανέφερε ότι κατέχει. Η θέση αυτή σε κάθε περίπτωση αναφέρεται έχει διαφανεί ότι δεν ευσταθεί αφού ούτε άλλη μαρτυρία έχει δοθεί περί τέτοιας ειδοποίησης ούτε και υποβλήθηκε σε οιονδήποτε μάρτυρα ή στην ΜΚ3 του Υπουργείου ότι εστάλη οποιαδήποτε ειδοποίηση περί τούτου. - Εν πάση περιπτώσει έχοντας υπόψη τα πιο πάνω αναφέρεται ότι η θέση ότι η Intelibuild ήταν υπεργολάβος της κατηγορούμενης 1 και περαιτέρω ότι υπήρχε συμβατική σχέση μεταξύ των παραπονούμενων και της εταιρείας Intelibuild και όχι με την κατηγορούμενη 1 δεν έχει αποδειχθεί από την Υπεράσπιση και προσθέτω δεν έχει καν υποβληθεί σαν θέση προς τον ΜΚ1 προκειμένου να του ζητηθεί να τοποθετηθεί. Όπως επίσης αναφέρεται δεν έχει τεθεί ποτέ στον ΜΚ1 ότι πίεσε τον ΜΥ1 να πληρώσει και κάτω από την πίεση αυτή ο ΜΥ1 συμπλήρωσε τις επίδικες επιταγές, τις έβαλε σε φάκελο και του τις παρέδωσε αφού κατέβηκε στο δρόμο κάτω από το γραφείο. Δεν υποβλήθηκε επίσης ποτέ στην ΜΚ6 η θέση του μάρτυρα περί δικής του συμφωνίας με την τράπεζα σε ότι αφορά το περιεχόμενο του τεκμηρίου
  5. Στην υπόθεση Tekinder Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551, αναφέρθηκαν τα εξής: « Είναι γνωστή η νομική θεώρηση του θέματος. Η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Ο κανόνας δεν διαφοροποιείται μεταξύ αστικών και ποινικών υποθέσεων. Η κλασσική τοποθέτηση επί του θέματος αφορούσε το αστικό δίκαιο. Έτσι στην Adidas Sportshunfabriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 CLR 383, λέχθηκε ακριβώς ότι στο επίκεντρο του αντιπαραθετικού συστήματος δικαιοσύνης, πρέπει να τίθεται η θέση της υπεράσπισης στους μάρτυρες του ενάγοντος, το δε Δικαστήριο στην απουσία ικανής δικαιολογίας ως προς το λόγο της παράλειψης, δικαιούται να αγνοήσει την μονομερώς τεθείσα εκδοχή που προέρχεται από τον ένα και μόνο των διαδίκων. Το πώς θα ενεργήσει το Δικαστήριο εξαρτάται βεβαίως και από το ουσιώδες ή μη του παραλειφθέντος ισχυρισμού. Σχετική είναι και η υπόθεση Βάσος Τάκη ν. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ
  1. Σημαντική στο θέμα ήταν η προβληθείσα υπεράσπιση περί κακοποίησης του εφεσείοντα. Η θέση αυτή προβλήθηκε όμως για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του εφεσείοντα στις 18.9.09, ενώ κατά τη συνέχιση της κυρίως εξέτασης του Δαμιανού Χατζηχριστοφή, Μ.Κ.5, στις 27.3.2009, μετά το πέρας της διαδικασίας της δίκης εντός δίκης, η ανακριτική κατάθεση του εφεσείοντα κατατέθηκε ως Τεκμ. 6, χωρίς καμία ένσταση, στη δε συνοπτική αντεξέταση του, ουδέν τέθηκε από την υπεράσπιση. Ορθά επομένως το Κακουργιοδικείο αναφέρθηκε στο σημείο αυτό ως πλήττον την αξιοπιστία της γενικότερης εκδοχής των εφεσειόντων. ...» Εφαρμόζοντας συνεπώς την πιο πάνω αρχή και στην δική μας περίπτωση κρίνω ακριβώς ότι η εκ των υστέρων προβολή των πιο πάνω ουσιωδών ισχυρισμών δεν είναι αποδεκτή. Συνεπώς η σχετική μαρτυρία που αφορά τα πιο πάνω σημεία ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή, ενώ περαιτέρω κρίνω ότι η αξιοπιστία της γενικότερης εκδοχής του μάρτυρα και της Υπεράσπισης έχουν πληγεί ακριβώς με την μη προβολή εξ' αρχής καθαρών θέσεων ενώπιον του Δικαστηρίου. - Η γενικότερη όμως αξιοπιστία της εκδοχής του μάρτυρα και της Υπεράσπισης κρίνω ότι έχουν πληγεί ανεπανόρθωτα και μέσα από τις ίδιες τις δικές τους θέσεις. Οι κατηγορούμενοι στην ανώμοτη δήλωση τους τεκμ.28 έχουν δηλώσει ότι οι επίδικες επιταγές βρέθηκαν στην κατοχή του Μιχάλη Βρόντη εν αγνοία του κατηγορούμενου 2 αφού τα γραφεία τους συστεγάζονται στο ίδιο διαμέρισμα και ο Μιχάλης Βρόντης είχε πρόσβαση στα προσωπικά του αντικείμενα. Κάποιες φορές ανέφεραν ο κατηγορούμενος 2 είχε το μπλοκ επιταγών στο συρτάρι του γραφείου και κάποιες φορές υπήρχαν επιταγές υπογραμμένες και φαίνεται ο Μιχάλης πήρε τις επιταγές της κατηγορούμενης 1 εν αγνοία του κατηγορούμενου 2 και αφού τις συμπλήρωσε τις έδωσε στον κύριο Κλεόπα. Κατ' αρχήν αξίζει να σημειωθεί η αναφορά του κατηγορούμενου 2 και ως διευθυντή της κατηγορούμενης 1 περί συστέγασης των γραφείων τους (δηλαδή των κατηγορούμενων και του Μιχάλη Βρόντη). Ενώ την ίδια στιγμή δηλαδή ο ΜΥ1 προσπάθησε να πείσει ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν είχε καμία σχέση με την υπόθεση, ο κατηγορούμενος 2 παραδέχεται ότι τα γραφεία των κατηγορουμένων ήταν στον ίδιο χώρο με αυτά του αδελφού του. Όμως αυτό κρίνω δεν είναι το ουσιαστικότερο. Το πολύ ουσιαστικό είναι ότι ο ΜΥ1 στη δική του μαρτυρία διαψεύδει την πιο πάνω θέση των κατηγορουμένων και αναφέρει αφενός ότι ο κατηγορούμενος 2 δεν είχε προσωπικά αντικείμενα στο γραφείο, ενώ περαιτέρω ότι εν γνώσει του ο κατηγορούμενος 2 υπέγραψε και του έδωσε τις επίδικες επιταγές αφού ο ίδιος του το ζήτησε για να καλύψει κάποια τρέχοντα έξοδα της εταιρείας όπως ΑΗΚ, CYTA, Υδατοπρομήθεια, ενοίκια και μικροπρομηθευτές. Ο ίδιος ο κατηγορούμενους 2 του υπόγραψε και του παρέδωσε τις επιταγές ανέφερε, τις οποίες βέβαια ήταν η θέση του έδωσε στους παραπονούμενους χωρίς να το γνωρίζει ο κατηγορούμενος 2, αλλά σε κάθε περίπτωση αυτό είναι εντελώς διαφορετικό από την θέση των κατηγορουμένων περί εξ' αρχής λήψης των επιταγών χωρίς την παραμικρή εμπλοκή του κατηγορούμενου 2 και χωρίς ο τελευταίος να γνωρίζει οτιδήποτε. Δεν χρειάζεται πιστεύω να λεχθεί οτιδήποτε άλλο και οι ουσιαστικότατες αντιφάσεις που επιβεβαιώνουν τα όσα ανέφερε πιο πάνω το Δικαστήριο περί αναξιοπιστίας είναι προφανείς. Εν πάση περιπτώσει έχοντας υπόψη όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, επαναλαμβάνεται ότι η όλη εκδοχή της Υπεράσπισης κρίνεται αναξιόπιστη. Συνεπώς επανερχόμενο το Δικαστήριο και στην ανώμοτη δήλωση των κατηγορουμένων αναφέρεται ότι υπό τις περιστάσεις δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη αφού όσα εκεί αναφέρουν οι κατηγορούμενοι όχι μόνον δεν υποστηρίζονται από οποιαδήποτε αξιόπιστη μαρτυρία ή τεκμήρια αλλά περαιτέρω αντιφάσκουν και με την ίδια την μαρτυρία που η πλευρά τους έχει προωθήσει. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας υπόψη την αξιολόγηση πιο πάνω καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Οι παραπονούμενοι εκτέλεσαν εργασίες αλουμινίων εν σχέση με έργο που ανέλαβε η κατηγορούμενη
  2. Ως αντάλλαγμα (μέρος) για τις εν λόγω εργασίες η κατηγορούμενη 1, δια της υπογραφής του κατηγορούμενου 2, εξέδωσε προς τους παραπονούμενους την 31η-03-11 τις επιταγές τεκμ. 3, 4, 5 και
  3. Οι επιταγές αυτές που ήταν μεταχρονολογημένες κατατέθηκαν στην ΣΠΕ Ανατολικής Λεμεσού στις 19-04-11 το τεκμ.4 και στις 20-06-11 τα τεκμ.3, 5 και 6, παρουσιάστηκαν ηλεκτρονικά στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν δηλαδή στην Εθνική Τράπεζα στις 20-04-11 το τεκμ.4 και στις 21-06-11 τα τεκμ.3, 5 και 6 και επιστράφηκαν λόγω ανεπαρκών υπολοίπων αλλά και επειδή ο λογαριασμός της κατηγορούμενης 1 μπήκε στο ΚΑΠ και παγοποιήθηκε στις 21-04-11 το τεκμ.3 και στις 22-06-11 τα τεκμ.3, 5 και
  4. Οι επιταγές μετά την παρουσίαση τους στην τράπεζα για πληρωμή δεν πληρώθηκαν εντός 15 ημερών και συνεχίζουν να είναι απλήρωτες μέχρι σήμερα. Ο κατηγορούμενος 2 κατά την υπογραφή και παράδοση των επιταγών στις 31-03-11 είχε αναφέρει ότι δίνονται μεταχρονολογημένες γιατί δεν υπήρχαν εκείνη τη στιγμή χρήματα για να πληρωθούν οι παραπονούμενοι και αναμένετο η κατάθεση χρημάτων στον επίδικο λογαριασμό, ενώ μετά την επιστροφή της επιταγής τεκμ.4 και πριν την κατάθεση κάθε μιας εκ των υπόλοιπων επιταγών, τεκμ.3, 5 και 6, ανέφερε ότι δεν υπήρχαν χρήματα και η κατάθεση των επιταγών να γίνει 20-06-11, ως και τελικά έγινε με το αποτέλεσμα πιο πάνω. ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Ως έχει προαναφερθεί οι κατηγορούμενοι 1 αντιμετωπίζουν την κατηγορία της έκδοσης επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)πιο πάνω συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
(1)Η έκδοση επιταγής
(2)Η παρουσίαση της επιταγής στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε
(3)Η παρουσίαση της να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα
(4)Η μη εξόφληση της επιταγής η οποία να οφείλεται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της
(5)Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της. Εξετάζοντας τώρα αν η κατηγορούσα αρχή έχει πετύχει να αποδείξει τα αδικήματα που οι κατηγορούμενοι 1 αντιμετωπίζουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι ως προκύπτει από την μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου έχουν αποδειχθεί όλες οι κατηγορίες εναντίον των κατηγορούμενων 1 δηλαδή οι κατηγορίες 1, 3, 5 και 7. Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι δεν αποδέχομαι την εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της υπεράσπισης στην αγόρευση του ότι δεν έχει αποδειχθεί η παρουσίαση των επιταγών στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν. Η μαρτυρία της ΜΚ6 έγινε αποδεκτή και συνεπώς αποδέχομαι ότι οι επιταγές παρουσιάστηκαν ηλεκτρονικά στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν και επιστράφηκαν με τις δικαιολογίες που η μάρτυρας ανέφερε και εμφαίνονται επί των επιταγών στις σχετικές σφραγίδες, τις οποίες η τράπεζα στην οποία κατατέθηκαν με οδηγίες της έχει τοποθετήσει. Περαιτέρω αναφέρεται ότι η μάρτυρας έχει δώσει επαρκείς εξηγήσεις σε ότι αφορά την κατάθεση των επιταγών, στο λογαριασμό που έγινε κατάθεση κάθε μια εξ' αυτών και την διαδικασία που έχει ακολουθηθεί. Εν πάση περιπτώσει το θέμα κατάθεσης τους στο οποίο αναφέρεται ο συνήγορος υπεράσπισης δίδοντας υπέρμετρη βαρύτητα θεωρώ δεν έχει σημασία αφού οι επιταγές παρουσιάστηκαν με τον πιο πάνω τρόπο (βλ. άρθρο 305Α παρ.4 (α) & 8 του Κεφ.154). Σε κάθε περίπτωση μελετώντας την μαρτυρία παρατηρώ ότι δεν ανετράπη σε καμία περίπτωση το τεκμήριο που προκύπτει από τις σφραγίδες επί των επιταγών (βλ. άρθρο 305Α παρ.4 (γ) του Κεφ.154), οι οποίες χωρίς καμία αμφιβολία έχουν τοποθετηθεί από την ΣΠΕ Ανατολικής Λεμεσού, στην οποία οι επιταγές έχουν κατατεθεί για πληρωμή και μέσω της οποίας παρουσιάστηκαν στην Εθνική Τράπεζα με την τελευταία να δίνει προς αυτή τις οδηγίες για επιστροφή με τους συγκεκριμένους λόγους που έχουν αναφερθεί. Ο κατηγορούμενος 2 διώκεται όπως αναφέρεται ανωτέρω με βάση τα άρθρα 305Α
(1)και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154. Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261 αναφέρθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική αστική ευθύνη, αλλά η ευθύνη βαρύνει την εταιρεία, που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Αυτό όμως δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής τους ευθύνης ως συνεργών και έτσι μπορούν να διωχθούν ως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, ως αυτουργοί, δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Στις περιπτώσεις αυτές χρειάζεται να αποδειχθεί ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση σε αδίκημα, και (β) την ένοχη διάνοια (mens rea) η οποία αναμένεται να σχετίζεται και με τις 2 αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για το συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ'ότι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Εκ της Νομολογίας δε προκύπτει ότι σε ότι αφορά περιπτώσεις που η κατηγορία στρέφεται εναντίον συνεργού, είναι υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει πως κατά τον ουσιώδη χρόνο της έκδοσης της επιταγής, ο συντάκτης της γνώριζε ότι κατά την παρουσίαση της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, δεν θα εξοφλείτο λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων. Αυτό κρίνεται ότι συνιστά την απαιτούμενη ένοχη διάνοια συνεργού κατά την διάπραξη του αδικήματος. Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, κατ' αρχήν αναφέρεται ότι με βάση την αποδεκτή μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου πιο πάνω δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος 2 παρείχε δια της υπογραφής του βοήθεια στην κατηγορούμενη 1 κατά την έκδοση των επίδικων επιταγών. Ως εκ τούτου αυτό που απομένει να εξεταστεί προκειμένου να αποφασιστεί η ενοχή ή μη του κατηγορούμενου 2 είναι κατά πόσο συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση και το στοιχείο της ένοχης διάνοιας. Ευθέως λοιπόν αναφέρω ότι στην προκειμένη περίπτωση κρίνω ότι η μαρτυρία που έχει δοθεί και έγινε αποδεκτή οδηγεί στο ασφαλές συμπέρασμα πως ο κατηγορούμενος 2 κατά την έκδοση των επιταγών γνώριζε όλες τις ουσιώδεις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων από την εταιρεία και συνεπώς έχει αποδειχθεί και το στοιχείο της ένοχης διάνοιας. Το συμπέρασμα αυτό του Δικαστηρίου στοιχειοθετείται από τα εξής: (α) Ο κατηγορούμενος 2 ήταν ο μοναδικός διευθυντής της κατηγορούμενης 1, το μοναδικό πρόσωπο που μπορούσε να διαχειριστεί τον επίδικο λογαριασμό και τα χρήματα του λογαριασμού και το μόνο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο να υπογράφει επιταγές. (β) Είναι ξεκάθαρο μέσα από την μαρτυρία που αποδέκτηκε το Δικαστήριο ότι ετηρείτο συνεχώς ενήμερος για ότι αφορούσε τον επίδικο λογαριασμό. (γ) Σε όλη την περίοδο που αφορά η κατάσταση λογαριασμού που έχει κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου (τεκμ.24) δηλ. από 01-01-11 μέχρι 31-12-11 είναι προφανές ότι εκδόθηκαν δεκάδες επιταγές, πολλές εκ των οποίων επιστράφηκαν και γενικά έγιναν δεκάδες συναλλαγές, με μοναδικό εξουσιοδοτημένο πρόσωπο γι' αυτές τον κατηγορούμενο 2. Ο κατηγορούμενος 2 συνεπώς και με δεδομένη την συνεχή ενημέρωση που είχε για την κατάσταση του λογαριασμού, γνώριζε επακριβώς τι συνέβαινε στο λογαριασμό τόσο για την περίοδο μέχρι 31-03-11 οπότε εκδόθηκαν οι επίδικες επιταγές όσο και μεταγενέστερα και γνώριζε ότι διάφορες επιταγές επιστρέφονταν απλήρωτες. Όπως γνώριζε επίσης για τις υποχρεώσεις της εταιρείας και τις μεταφορές ποσών από τον λογαριασμό της εταιρείας αφού ο ίδιος είχε υπογράψει ανέκκλητες οδηγίες προς την τράπεζα για τούτο (τεκμ.25Α-Γ). (δ) Προκύπτει επίσης μέσα από την μαρτυρία ότι κατ' αρχήν κατά την έκδοση των επιταγών στις 31-03-11 γνώριζε ότι δεν υπήρχαν τα διαθέσιμα κεφάλαια αφού ακριβώς έβαλε μεταγενέστερες ημερομηνίες στις επιταγές λέγοντας ότι θα έμπαιναν λεφτά και εν πάση περιπτώσει το τεκμήριο 24 δείχνει ότι στις 31-03-11 ο λογαριασμός είχε χρεωστικό υπόλοιπο. Αυτό δείχνει σαφώς και την γνώση του για την κατάσταση του λογαριασμού. (ε) Με την έκδοση των επιταγών και την τοποθέτηση των ημερομηνιών 15-04-11, 24-04-11, 03-05-11 και 15-05-11, και έχοντας υπόψη αφενός την εικόνα που παρουσίαζε ο λογαριασμός με τα χρεωστικά υπόλοιπα, την έκδοση δεκάδων επιταγών και τις συνεχείς επιστροφές επιταγών αφού είναι προφανές δεν φρόντιζε να υπάρχουν πάντα διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό, και περαιτέρω τη γνώση του ότι δεν υπήρχαν χρήματα για να καλύπτονται όλες οι επιταγές που εξέδιδε ως μοναδικό εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για το σκοπό αυτό, κάτι που φαίνεται μέσα και από τις δηλώσεις του προς τον ΜΚ1, συνεπάγεται ότι γνώριζε, αντιλήφθηκε και αποδέκτηκε ότι η κατάθεση των συγκεκριμένων επιταγών για πληρωμή θα σήμαινε την επιστροφή τους. Γνώριζε, αντιλήφθηκε και αποδέκτηκε θα πρόσθετα ότι η λογικά αναμενόμενη εξέλιξη των πραγμάτων με βάση τα δεδομένα που ο ίδιος γνώριζε και είχε ενώπιον του ήταν ότι οι επιταγές θα επιστρέφονταν, όπως ακριβώς έγινε και με άλλες επιταγές πριν από τις επίδικες. (στ) Εν σχέση με τις επιταγές τεκμήρια 3, 5 και 6 η γνώση του ότι οι επιταγές δεν θα πληρώνονταν επιβεβαιώθηκε ας σημειωθεί και αργότερα από τις συνομιλίες που είχε ο ΜΚ1 με τον κατηγορούμενο 2 αμέσως πριν την κατάθεση της κάθε επιταγής, όπου ακριβώς ο τελευταίος επιβεβαίωνε την μη ύπαρξη διαθέσιμων κεφαλαίων και ζητούσε την κατάθεση τους στις 20-06-11 οπότε θα υπάρχουν χρήματα αλλά και πάλιν γνώριζε ότι τα δεδομένα ήταν τα ίδια ως ανωτέρω. (ζ) Όμως εδώ θα πρέπει να αναφερθεί και το εξής. Αν ο κατηγορούμενος 2 παρά τα ανωτέρω δεδομένα υπόγραφε επιταγές «κλείνοντας τα μάτια» του στο φανερό ότι δηλαδή τα υπόλοιπα στο λογαριασμό δεν επαρκούν για να καλυφθούν, θα πρέπει να αναφερθεί ότι και η εθελοτυφλία καταδεικνύει γνώση και είναι ποινικά κολάσιμη. Στην υπόθεση Henry Hudfield v. Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων
(2002)2 Α.Α.Δ. 414 στη σελίδα 428 παραπέμπει στο απόσπασμα από το Criminal Law Review, 1989, σελίδα 212, το οποίο αναφέρει, υπό μορφή σχολίου, τι αποτελεί εθελοτυφλία η οποία συνιστά γνώση: "A requirement of knowledge is sometimes held to be satisfied by proof of a "willful blindness" as where "the defendant had deliberately shut his eyes to the obvious or refrained from inquiring because he suspected the truth but did not want to have his suspicion confirmed". Westminster City Council v. Croyalgrange
(1986)2 All E.R. 353 at p.359 (H.L.)" Σε ελεύθερη μετάφραση: «Μερικές φορές θεωρείται ότι υπάρχει το στοιχείο της γνώσης με την απόδειξη εθελοτυφλίας όπου π.χ. ο κατηγορούμενος εσκεμμένα έκλεισε τα μάτια του στο φανερό (αγνόησε το φανερό) ή δεν προέβη σε διερεύνηση καθότι υποψιάστηκε την αλήθεια αλλά δεν επιθυμούσε να επιβεβαιωθούν οι υποψίες του.» Κρίνεται σκόπιμο επίσης εδώ να αναφερθεί ότι η υπόθεση Παυλόπουλος πιο πάνω σαφώς και διακρίνεται από την παρούσα υπόθεση. Σε εκείνη την υπόθεση το Ανώτατο Δικαστήριο ανατρέποντας την Πρωτόδικη απόφαση με την οποία ο εφεσείων κρίθηκε ένοχος για παρόμοια αδικήματα με αυτά που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 2 στην παρούσα υπόθεση, ανέφερε τα εξής: « Προχωρούμε τώρα να παρατηρήσουμε πως η συνέργεια επιτελείται κατά το χρόνο της υπογραφής της επιταγής και δεν μπορεί να λεχθεί πως κατά το χρόνο εκείνο ήταν δυνατόν ο εφεσείων να γνώριζε τις ουσιώδεις περιστάσεις της διάπραξης του αδικήματος από την εταιρεία. Το γεγονός ότι πάντοτε φρόντιζε να υπάρχουν κεφάλαια κατατεθειμένα στο λογαριασμό της εταιρείας, από τα οποία να πληρώνονται οι επιταγές και ότι τούτο κατέστη αδύνατο σε κάποιο στάδιο λόγω της κήρυξής του σε πτώχευση, είναι ενδεικτικό πως δεν αποδεικνύεται ότι, κατά την υπογραφή των επιταγών, είχε πρόθεση παροχής βοήθειας σε διάπραξη αδικήματος. Τα θέματα δε της πτώχευσης του και της επακολουθείσασας έλλειψης κεφαλαίων στο λογαριασμό της εταιρείας, είναι θέματα σχετικά με αυτή την πτυχή και όχι, όπως έκρινε ο πρωτόδικος Δικαστής, άσχετα με την απόδειξη ενοχής. » Όπως γίνεται αντιληπτό από το απόσπασμα της απόφασης πιο πάνω τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης ουδεμία σχέση έχουν με τα γεγονότα της παρούσας, όπου ο κατηγορούμενος 2 κάθε άλλο παρά φρόντιζε να υπάρχουν συνεχώς διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό, ήταν σε γνώση του η επιστροφή και άλλων επιταγών πριν την έκδοση των επίδικων επιταγών (βλ.τεκμ.24 και μαρτυρία ΜΚ6) και η κατάσταση συνεχίστηκε ίδια μέχρι την έκδοση και κατάθεση των επίδικων επιταγών. Ο κατηγορούμενος 2 εδώ σε αντίθεση με τον Εφεσείοντα στην πιο πάνω υπόθεση γνώριζε όλες τις ουσιώδεις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων από την εταιρεία. Και δεν έχει καμία σημασία κρίνει το Δικαστήριο, έχοντας υπόψη την αποδεκτή μαρτυρία αλλά και όσα αναφέρονται πιο πάνω, το γεγονός ότι ο λογαριασμός της κατηγορούμενης 1 μπήκε στο ΚΑΠ και ο λογαριασμός παγοποιήθηκε στις 18-04-11, δηλαδή σε ημερομηνία μεταγενέστερη της έκδοσης των επίδικων επιταγών. Δεν γνώριζε βέβαια ο κατηγορούμενος 2 κατά την έκδοση των επιταγών στις 31-03-11 ότι στις 18-04-11 ο λογαριασμός θα έμπαινε στο ΚΑΠ ούτε υπάρχει τέτοια μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου, όμως οι επιταγές δεν επιστράφηκαν μόνον με σφραγίδα ότι ο λογαριασμός παγοποιήθηκε ΚΑΠ. Επαναλαμβάνεται επιπρόσθετα οι επιταγές ζητήθηκε να παρουσιαστούν ξανά επειδή ακριβώς δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό της κατηγορούμενης 1 για να πληρωθούν και ισχύουν όσα αναφέρθησαν πιο πάνω ανεξάρτητα με το θέμα ΚΑΠ. Το Δικαστήριο θεωρεί αυτό κατάλληλο σημείο για σχολιάσει και την θέση της Υπεράσπισης περί μη ύπαρξης μαρτυρίας εν σχέση με τη συμπλήρωση των επιταγών, κάτι που ο συνήγορος Υπεράσπισης εντάσσει ακριβώς στο μέρος εκείνο της αγόρευσης του που αφορά την εισήγηση για μη απόδειξη συμμετοχής και ένοχης διάνοιας από μέρους του κατηγορούμενου
  1. Το θέμα ετέθη σημειώνεται από τον συνήγορο και στα πλαίσια της εισήγησης του για αναξιοπιστία του ΜΚ1, πλην όμως εκτός του ότι δεν τίθεται κρίνω εκ τούτου θέμα αναξιοπιστίας, η κατάληξη αναφέρω περί αποδοχής της μαρτυρίας του ΜΚ1 οδήγησε το Δικαστήριο να μην ασχοληθεί σ' εκείνο το σημείο με το θέμα αυτό. Εν πάση περιπτώσει το Δικαστήριο κρίνει ότι υπό τις δοσμένες περιστάσεις το σημείο αυτό δεν έχει σημασία και το γεγονός ότι ο ΜΚ1 ανέφερε ότι δεν γνώριζε ποιος συμπλήρωσε τις επιταγές κρίνεται επουσιώδες. Σημασία έχει στην προκειμένη περίπτωση ότι ο κατηγορούμενος 2 που είχε ενώπιον του τις επιταγές, τις υπόγραψε και τις παρέδωσε συμπληρωμένες στον ΜΚ
  2. Αν τις συμπλήρωσε προηγουμένως ο κατηγορούμενος 2 ή εκείνη τη στιγμή ή ακόμη αν συμπληρώθηκαν από τρίτο πρόσωπο δεν έχει καμία σημασία. Ο κατηγορούμενος 2 υπόγραψε και παρέδωσε συμπληρωμένες επιταγές, αποδεχόμενος πλήρως και το περιεχόμενο τους ως είχε. Παρά το γεγονός ότι όπως γίνεται αντιληπτό το αποτέλεσμα της υπόθεσης έχει κριθεί, κρίνω σκόπιμο να εξετάσω και τα υπόλοιπα θέματα που έχει εγείρει η Υπεράσπιση με την αγόρευση της και τα οποία δεν έχουν απαντηθεί μέσα από την απόφαση ανωτέρω, σε περίπτωση που το αποτέλεσμα πιο πάνω ανατραπεί. Α. Θέμα μη γνωστοποίησης των επίδικων επιταγών στην Κεντρική Τράπεζα για σκοπούς ΚΑΠ (Κεντρικού Αρχείου Πληροφοριών) Έχοντας υπόψη την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και κυρίως των ΜΚ5 & 6, προκύπτει ξεκάθαρα ότι αφενός οι παραπονούμενοι ουδεμία ευθύνη έχουν σε σχέση με το θέμα αυτό και αφετέρου ότι ουδόλως επηρεάζονται οι κατηγορούμενοι από την παράλειψη της Εθνικής Τράπεζας να προβεί στην γνωστοποίηση των επιταγών, η οποία γνωστοποίηση γίνεται μόνον για σκοπούς του αρχείου του ΚΑΠ και για το λόγο που ο ΜΚ5 έχει εξηγήσει. Δεδομένη και αναντίλεκτη παραμένει η επιστροφή των επιταγών με τις ορθές σφραγίδες και τους λόγους επιστροφής επί αυτών. Εν πάση περιπτώσει έχει διαφύγει της Υπεράσπισης θεωρεί το Δικαστήριο ότι η επιστροφή των επιταγών με βάση τη μαρτυρία έγινε και επειδή δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό, κάτι που ουδεμία σχέση έχει με το ΚΑΠ ή με την γνωστοποίηση των επιταγών στο ΚΑΠ. Β. Θέμα αντιφατικότητας μεταξύ μαρτυρίας ΜΚ1 και λεπτομερειών των αδικημάτων. Προκύπτει σύμφωνα με την Υπεράσπιση εκ του ότι η μαρτυρία του ΜΚ1 ήταν ότι οι επιταγές εκδόθηκαν 31-03-11 ενώ στις λεπτομέρειες αδικημάτων αναφέρονται άλλες ημερομηνίες έκδοσης που για να ακριβολογούμε είναι οι ημερομηνίες πληρωμής των επιταγών. Αυτό θεωρεί η υπεράσπιση αποτελεί σοβαρό πρόβλημα ως προς την απόδειξη των κατηγοριών. Και αυτή η εισήγηση της υπεράσπισης όμως θα πρέπει να απορριφθεί. Κατ' αρχήν στις λεπτομέρειες αδικημάτων παρατηρώ ότι πράγματι δεν αναφέρεται σαν ημερομηνία έκδοσης η 31η-03-11 αλλά για κάθε επιταγή η ημερομηνία πληρωμής της ανάλογα. Αυτό όμως ως έχει το κατηγορητήριο με την αναφορά πριν την κάθε ημερομηνία της φράσης «κατά ή περί την» θεωρεί το Δικαστήριο ότι καλύπτεται ή εν πάση περιπτώσει θα μπορούσε να καλύπτει χρονικά και την ορθή ημερομηνία έκδοσης που είναι η 31η-03-
  3. Όμως ακόμη και αν θεωρηθεί ότι δεν καλύπτεται το θέμα με τον πιο πάνω τρόπο, κρίνω και πάλιν ότι υπό τις περιστάσεις δεν τίθεται θέμα σε ότι αφορά την απόδειξη των κατηγοριών. Έχοντας υπόψη την μαρτυρία την οποία έχει κάνει αποδεκτή το Δικαστήριο αναφέρω ότι εάν παρά την απόδειξη των αδικημάτων διαπίστωνε το Δικαστήριο οιονδήποτε κώλυμα στην καταδίκη των κατηγορουμένων ως εκ της διάστασης μεταξύ της μαρτυρίας και των λεπτομερειών στο κατηγορητήριο, τότε θα προχωρούσε με βάση το άρθρο 85
(4)του Κεφ.155*, σε προσθήκη κατηγοριών. Πιο συγκεκριμένα στην προκειμένη περίπτωση το Δικαστήριο θα προχωρούσε σε αθώωση των κατηγορουμένων στις υφιστάμενες κατηγορίες και θα πρόσθετε νέες ίδιες κατηγορίες πλην μόνον με τις ορθές λεπτομέρειες σε ότι αφορά την ημερομηνία έκδοσης και ακολούθως θα έβρισκε ένοχους τους κατηγορούμενους στις νέες κατηγορίες. Και αυτό γιατί το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι θα συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου και κυρίως επειδή έχοντας υπόψη την μαρτυρία που έχει δοθεί κρίνω δεν θα προέκυπτε κανένας δυσμενής επηρεασμός των κατηγορουμένων στην υπεράσπιση τους, οι οποίοι προέβαλαν την υπεράσπιση τους γνωρίζονταν από την πρώτη στιγμή που ξεκίνησε η ακροαματική διαδικασία και την κατάθεση του ΜΚ1 ότι η θέση της κατηγορούσας αρχής είναι πως οι επίδικες επιταγές εκδόθηκαν στις 31-03-11. * Το άρθρο 85
(4)του Κεφ.155 έχει ως εξής: « Αν στο τέλος της δίκης το Δικαστήριο είναι της γνώμης ότι έχει αποδειχτεί με μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος διέπραξε ποινικό αδίκημα ή ποινικά αδικήματα που δεν περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και για τα οποία δεν δύναται να καταδικαστεί χωρίς τροποποίηση του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και για τα οποία καταδικαζόμενος δεν θα υπόκειται σε ποινή μεγαλύτερη εκείνης στην οποία θα υπόκειτο αν καταδικαζόταν βάσει του κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο και ότι ο κατηγορούμενος δεν θα επηρεαζόταν με αυτό δυσμενώς στην υπεράσπιση του, το Δικαστήριο δύναται να διατάξει την προσθήκη στο κατηγορητήριο ή το κατηγορητήριο που καταχωρίστηκε στο Κακουργιοδικείο κατηγορίας ή κατηγοριών εναντίον του κατηγορούμενου για τέτοιο ποινικό αδίκημα ή ποινικά αδικήματα, και το Δικαστήριο αποφασίζει για αυτά ωσάν η κατηγορία αυτή ή οι κατηγορίες αποτελούσαν μέρος του αρχικού κατηγορητηρίου ή του κατηγορητηρίου που καταχωρίστηκε σε Κακουργιοδικείο. » ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλες τις κατηγορίες τόσο εναντίον της κατηγορούμενης 1 όσο και εναντίον του κατηγορούμενου 2. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο βρίσκει ένοχους τους κατηγορούμενους εις όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. Τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ της κατηγορούσας αρχής και εναντίον των κατηγορουμένων 1 και 2 όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Το ποσό που θα εγκριθεί να πληρωθεί εξ' ημισείας από τους κατηγορούμενους 1 και 2. (Υπ.) ................ Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.