← Κύπρος

LEADERBRANDS CO LIMITED ν. SAVVAS NIKIFOROU TRADING CO LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 20852/13, 24/11/2014

LEADERBRANDS CO LIMITED ν. SAVVAS NIKIFOROU TRADING CO LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 20852/13, 24/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:B56 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 20852/13 Μεταξύ: LEADERBRANDS CO LIMITED v. 1.SAVVAS NIKIFOROU TRADING CO LTD 2.ΣΑΒΒΑΣ ΝΙΚΗΦΟΡΟΥ Κατηγορούμενων --------------------------------------------- Ημερομηνία: 24 Νοεμβρίου 2014 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Ζουρπάνου Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κ.Παναγιώτου Κατηγορούμενος 2 : παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορούμενων 1 και 2 εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση σύμφωνα με το Άρθρο 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 και ως εκ τούτου οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να αθωωθούν από το στάδιο αυτό. Αντίθετη ήταν η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής η οποία εισηγήθηκε ότι με βάσει την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία οι κατηγορούμενοι πρέπει να κληθούν να προβάλουν την υπεράσπιση τους. Τα όσα ανέφεραν και οι δύο πλευρές για υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους έχουν καταγραφεί, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν στην παρούσα απόφαση. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην υπόθεση Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Περαιτέρω στην υπόθεση Γεν. Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87 αναφέρθηκε πως: " Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας ". Στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι 1 αντιμετωπίζουν με βάση το κατηγορητήριο δεκαεννέα
(19)κατηγορίες για έκδοση ισάριθμων επιταγών χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Οι εν λόγω επιταγές ευρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου και έχουν σημειωθεί ως τεκμήριο 4
(1)-
(19). Ο κατηγορούμενος 2 δε, αντιμετωπίζει επίσης δεκαεννέα
(19)κατηγορίες για παροχή συνδρομής και ή παρακίνηση των κατηγορούμενων 1 στην έκδοση των εν λόγω δεκαεννέα επιταγών, υπό την ιδιότητα του ως διευθυντή τους, κατά παράβαση των άρθρων 20(γ) και 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Το άρθρο 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: « Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές. ». Από το λεκτικό του ως άνω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
(1)Η έκδοση επιταγής.
(2)Η παρουσίαση της επιταγής στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε.
(3)Η παρουσίαση της να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα.
(4)Η μη εξόφληση της επιταγής η οποία να οφείλεται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της.
(5)Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της. Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου δύο μάρτυρες. Περαιτέρω έγιναν παραδεκτά γεγονότα (τεκμήριο 1) και κατατέθηκαν 7 συνολικά τεκμήρια. Εκ των παραδεκτών γεγονότων που όπως αναφέρεται ανωτέρω εμπεριέχονται στο τεκμήριο 1, άξια αναφοράς είναι η έκδοση των επίδικων επιταγών από τους κατηγορούμενους 1, ότι τις επιταγές υπογράφει ο κατηγορούμενος 2 που είναι διευθυντής των κατηγορούμενων 1, ότι οι επιταγές εκδόθηκαν και παραδόθηκαν στους παραπονούμενους 2 μήνες πριν την ημερομηνία πληρωμής της κάθε μίας εξ' αυτών, ότι γενικότερα η συνεργασία των παραπονούμενων και των κατηγορούμενων 1 λειτουργούσε με την έκδοση μεταχρονολογημένων επιταγών και ότι οι επίδικες επιταγές παρουσιάστηκαν για πληρωμή και επιστράφηκαν απλήρωτες. Ως μάρτυρες δε κατέθεσαν οι κάτωθι: (α) Κυριάκος Παναγίδης, ΜΚ
  1. Είναι διευθυντής των παραπονούμενων και αναφέρθηκε στην συνεργασία με τους κατηγορούμενους 1 και στις επίδικες επιταγές, τις οποίες παρουσίασε στην τράπεζα αλλά δεν πληρώθηκαν λόγω μη επαρκούς υπολοίπου. Η συνεργασία τους με τους κατηγορούμενους 1 σταμάτησε στις 19/02/13 που είναι η ημερομηνία του τελευταίου τιμολογίου που έχει εκδοθεί. Από τις 15/03/13 άρχισαν τα προβλήματα με τις μεταχρονολογημένες επιταγές. Είχε μιλήσει με τον κατηγορούμενο 2 περί τα τέλη Φεβρουαρίου του 2013 και ο τελευταίος του είχε αναφέρει να μην φοβάται και θα περάσουν οι επιταγές του. Είχε επικοινωνία με τον κατηγορούμενο 2 για εξόφληση του ποσού αλλά οι επιταγές εξακολουθούν να παραμένουν απλήρωτες. (β) Θεόδωρος Αλεξάνδρου, ΜΚ
  2. Από τον Σεπτέμβριο του 2013 είναι ο υπεύθυνος του λογαριασμού των κατηγορούμενων 1, του επίδικου δηλαδή λογαριασμού. Οι πελάτες τους λαμβάνουν σε μηνιαία βάση κατάσταση λογαριασμού. Κατέθεσε κατάσταση του επίδικου λογαριασμού και αναφέρθηκε στο υπόλοιπο του σε συγκεκριμένες ημερομηνίες για τις οποίες ερωτήθηκε (μέσα στην περίοδο από 04/01/13 μέχρι 19/02/13), με το υπόλοιπο να είναι πάντοτε χρεωστικό. Ο λογαριασμός ανέφερε λειτουργούσε ικανοποιητικά μέχρι τις 15/03/13 αλλά μετά τα γνωστά γεγονότα του Eurogroup η κίνηση και οι συναλλαγές στο λογαριασμό είχαν πολύ διαφορετική εικόνα. Οι καταθέσεις μετά την ημερομηνία αυτή δεν γίνονταν σε καθημερινή βάση όπως προηγουμένως και οι πλείστες εκ των επιταγών που παρουσιάζονταν για πληρωμή δεν μπορούσαν να πληρωθούν. Το όριο του λογαριασμού ήταν €60.000.-. Ο συγκεκριμένος πελάτης δεν υπέστη απομείωση καταθέσεων λόγω των γεγονότων της 15ης/03/
  3. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι υπήρξαν περιπτώσεις που κάποιοι έμποροι εξέδωσαν στους κατηγορούμενους 1 επιταγές που δεν τιμήθηκαν και αυτό σίγουρα μπορεί να επηρεάσει τις προβλέψεις ενός εμπόρου που καταθέτοντας μια επιταγή αναμένει ότι θα πληρωθεί. Η κίνηση του επίδικου λογαριασμού πριν τις 15/03/13 ήταν κανονική και ικανοποιητική, ήταν καθημερινά αυξημένη κίνηση και υπήρχαν πολλές καταθέσεις και πληρωμές. Όταν οι κατηγορούμενοι 1 ξεπερνούσαν το όριο του λογαριασμού τους υπήρχε διευθέτηση μεταξύ τους και της τράπεζας για πληρωμή των επιταγών που κατατίθεντο. Διεξήλθα με προσοχή τη μαρτυρία που έχει δοθεί από πλευράς κατηγορούσας αρχής και κατ' αρχήν αναφέρω ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να χαρακτηριστεί αντινομική ή ότι στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τους κατηγορούμενους. Συνεπώς αυτό που απομένει να εξετάσω είναι το κατά πόσο σε αυτό το στάδιο ελλείπει οποιοδήποτε συστατικό στοιχείο των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι. Θεωρώ δε ότι για την εξέταση του θέματος θα πρέπει να γίνει διαχωρισμός εν σχέση με τους κατηγορούμενους 1 και τον κατηγορούμενο 2, έχοντας υπόψη ότι ο τελευταίος κατηγορείται με βάση το άρθρο 20(γ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  4. Σε ότι αφορά τους κατηγορούμενους 1 αναφέρω ότι ως προκύπτει από την μαρτυρία, τα παραδεκτά γεγονότα και τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί δεν φαίνεται να ελλείπει οποιοδήποτε συστατικό στοιχείο. Με βάση την μαρτυρία οι κατηγορούμενοι 1, δια της υπογραφής του διευθυντή τους κατηγορούμενου 2, εξέδωσαν τις επίδικες επιταγές τεκμ.4
(1)-
(19)την περίοδο μεταξύ 04/01/13 - 19/02/13 (την ίδια περίοδο δηλαδή έκδοσης και των σχετικών τιμολογίων - βλ.τεκμ.1, παραδεκτό γεγονός αρ.8 και τεκμήρια 2 και 3) και οι επιταγές αυτές αφού παρουσιάστηκαν στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν δεν πληρώθηκαν λόγω μη επαρκών υπολοίπων. Επιπλέον οι επιταγές μετά την παρουσίαση τους στην τράπεζα δεν πληρώθηκαν και παραμένουν μέχρι σήμερα απλήρωτες. Κατά συνέπεια κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορούμενων 1. Εν σχέση με τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος κατηγορείται υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής των κατηγορουμένων 1, ότι παρείχε συνδρομή και ή παρακίνησε τους κατηγορούμενους 1 στην έκδοση των επίδικων επιταγών, αναφέρω τα εξής. Κατ' αρχήν να αναφερθεί ότι από μόνη της η ιδιότητα του κατηγορούμενου 2 ως διευθυντή των κατηγορουμένων 1 δεν σημαίνει απολύτως τίποτε σε ότι αφορά τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Η διευθυντική ιδιότητα δεν οδηγεί σε καταδίκη χωρίς άλλο (βλ. Ευρυβιάδης v. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 600), Π. Παντελή ν. Χ. Κωνσταντίνου, Ποινική Έφεση Αρ. 7095 ανωτέρω). Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261 αναφέρθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική αστική ευθύνη, αλλά η ευθύνη βαρύνει την εταιρεία, που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Αυτό όμως δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής τους ευθύνης ως συνεργών και έτσι μπορούν να διωχθούν ως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, ως αυτουργοί, δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Στις περιπτώσεις αυτές χρειάζεται να αποδειχθεί ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση σε αδίκημα, και (β) την ένοχη διάνοια (mens rea) η οποία αναμένεται να σχετίζεται και με τις 2 αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για το συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ'ότι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, αναφέρεται εδώ ότι με βάση την μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί ο κατηγορούμενος 2 υπόγραψε τις επίδικες επιταγές και συνεπώς προκύπτει στο στάδιο αυτό ότι δια της υπογραφής του παρείχε βοήθεια στους κατηγορούμενους 1 κατά την έκδοση των επίδικων επιταγών. Όμως για να μπορέσει να καταδικαστεί ο κατηγορούμενος 2 θα πρέπει να υπάρχει μαρτυρία αναφορικά και με το στοιχείο της ένοχης διάνοιας (mens rea) από μέρους του. Η υπογραφή των επιταγών αναφέρεται δεν αποδεικνύει και το στοιχείο αυτό. Εκ της Νομολογίας δε προκύπτει ότι σε ότι αφορά περιπτώσεις που η κατηγορία στρέφεται εναντίον συνεργού, είναι υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει πως κατά τον ουσιώδη χρόνο της έκδοσης της επιταγής, ο συντάκτης της γνώριζε ότι κατά την παρουσίαση της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, δεν θα εξοφλείτο λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων. Αυτό κρίνεται ότι συνιστά την απαιτούμενη ένοχη διάνοια συνεργού κατά την διάπραξη του αδικήματος. Στην προκειμένη περίπτωση όμως ήδη από το στάδιο αυτό το Δικαστήριο παρατηρεί ότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα πως ο κατηγορούμενος 2 κατά την έκδοση των επίδικων επιταγών γνώριζε πως δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια ή ότι δεν θα υπήρχαν κεφάλαια κατά την παρουσίαση τους για πληρωμή. Δεν υπάρχει κρίνω μαρτυρία προς αυτή την κατεύθυνση και το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση με την δοθείσα μαρτυρία να καταλήξει ότι ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε τον κρίσιμο χρόνο τα ουσιώδη γεγονότα και άρα είχε την ανάλογη πρόθεση. Με βάση τα παραδεκτά γεγονότα ο κατηγορούμενος 2 υπέγραψε τις επίδικες επιταγές, ενώ με βάση τον ΜΚ1 είχαν συνομιλήσει με τον κατηγορούμενο 2 τέλος Φεβρουαρίου του 2013, όταν είχαν δηλαδή εκδοθεί και παραδοθεί όλες οι επιταγές προς τους παραπονούμενους (με βάση τη μαρτυρία μέχρι 19/02/13 είχαν εκδοθεί όλες), και του αναφέρθηκε ότι θα περάσουν οι επιταγές. Υπήρξε δε και άλλη επικοινωνία μεταξύ τους για διευθέτηση των επιταγών. Περαιτέρω με βάση την μαρτυρία του ΜΚ2 οι κατηγορούμενοι 1 που ήταν οι πελάτες τους (βλ.τεκμ.7) ελάμβαναν μηνιαία κατάσταση του λογαριασμού, ενώ υπήρχε διευθέτηση με τους κατηγορούμενους 1 για πληρωμή επιταγών παρά την υπέρβαση του ορίου του λογαριασμού τους. Εκ της μαρτυρίας δε αυτής όπως είναι φανερό και μπορούμε ήδη από το στάδιο αυτό να πούμε δεν θα μπορούσε ποτέ να καταδειχθεί η ένοχη διάνοια ή πρόθεση που θέλει η Νομολογία ως ανωτέρω έχει εξηγηθεί. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούσας αρχής ανέφερε ότι εξυπακούεται η ύπαρξη της ένοχης πρόθεσης από την μαρτυρία των ΜΚ1 και 2, εξηγώντας ότι αυτό που προκύπτει είναι ότι ο κατηγορούμενος 2 ανέμενε να εισπράξει από τρίτους έτσι ώστε να πληρώσει τις δικές του επιταγές και άρα μπορούσε να προβλέψει την πιθανότητα να μην πληρωθεί και να μην μπορέσει να πληρώσει τις δικές του επιταγές. Με σεβασμό όμως λέω προς απάντηση των όσων έχουν λεχθεί από την συνήγορο της κατηγορούσας αρχής πιο πάνω, ότι στα πλαίσια μιας ποινικής υπόθεσης δεν εξυπακούεται τίποτε. Η κατηγορούσα αρχή οφείλει να παρουσιάσει μαρτυρία για όλα τα συστατικά στοιχεία ενός αδικήματος τόσο ισχυρή ώστε στο τέλος το Δικαστήριο να μπορεί να καταλήξει σε ένα μόνον συμπέρασμα, ότι δηλαδή όλα τα συστατικά στοιχεία έχουν αποδειχθεί, ενώ σε ότι αφορά την προκειμένη περίπτωση ότι ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε όλα τα ουσιώδη γεγονότα και είχε την ανάλογη πρόθεση. Εικασίες δεν μπορούν να γίνονται. Όμως αναφέρω εδώ ότι ακόμη και να θεωρηθεί ότι όσα αναφέρθηκαν από την συνήγορο θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη, εξ' αυτών κρίνω μόνον υποψίες μπορούν να προκύψουν. Όπως είναι όμως πάγια νομολογημένο όσο εύλογες και αν είναι οι υποψίες δεν μπορούν να εξομοιωθούν με μαρτυρία (βλ. Γενικός Εισαγγελέας -v- Θεοδώρου
(2002)2 ΑΑΔ 9). Περαιτέρω όμως θα ήθελα να αναφερθούν και τα εξής: (α) Κατ' αρχήν να αναφερθεί ότι ουδεμία μαρτυρία έχει παρουσιαστεί για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν και παραδόθηκαν οι επιταγές στους παραπονούμενους ούτε και τι ανέφερε, αν ανέφερε οτιδήποτε, ο κατηγορούμενος 2 κατά την έκδοση των επιταγών. Συνεπώς δεν υπάρχει καμία μαρτυρία για λόγια ή συμπεριφορά από πλευράς κατηγορούμενου που καταδεικνύει την απαιτούμενη γνώση. (β) Πέραν των ανωτέρω, σημειώνω ότι η αποστολή κατάστασης λογαριασμού στην εταιρεία δεν συνεπάγεται αυτόματα γνώση του κατηγορούμενου 2 περί των υπολοίπων του λογαριασμού χωρίς να υπάρχει συγκεκριμένη μαρτυρία περί τούτου. Εν πάση περιπτώσει θα πρόσθετα εδώ ότι στην προκειμένη περίπτωση ελλείπει μαρτυρία για το φυσικό πρόσωπο εκ μέρους των κατηγορουμένων 1 που διαχειριζόταν τον επίδικο λογαριασμό, και που είχε την συνεχή επαφή με την τράπεζα για όλα τα θέματα που τον αφορούσαν, για τις συναλλαγές, την πληρωμή ή επιστροφή επιταγών, για το ποιος μιλούσε με την τράπεζα ή έδιδε οδηγίες και ποιος τελικά ενημερωνόταν για την κατάσταση του λογαριασμού. Ο βαθμός εμπλοκής του κατηγορούμενου 2 στα του επίδικου λογαριασμού είναι στοιχεία άγνωστα στο Δικαστήριο. (γ) Ακόμη όμως και θεωρηθεί ότι ο κατηγορούμενος 2 είχε γνώση των υπολοίπων του λογαριασμού καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους της έκδοσης των επίδικων επιταγών μέχρι και την παρουσίαση τους, από τη στιγμή που ο λογαριασμός λειτουργούσε κανονικά καθ' όλη την περίοδο εντός της οποίας εκδόθηκαν οι επιταγές δηλαδή 04/01/13 - 19/02/13 (βλ. κατάσταση λογαριασμού τεκμ.7), ευρισκόμενος συνεχώς με χρεωστικό υπόλοιπο ή σε υπέρβαση και οι κατηγορούμενοι 1 φρόντιζαν να προβαίνουν σε καταθέσεις χρημάτων και έκαναν διευθέτηση με την τράπεζα για να πληρώνονται οι επιταγές που παρουσιάζονταν ακόμη και όταν υπήρχε υπέρβαση του ορίου, ενώ δεν επιστράφηκε καμία επιταγή μέχρι και τις 15/03/14 οπότε με βάση και τον ΜΚ2 ξεκίνησε το πρόβλημα στον επίδικο λογαριασμό (κάτι που επιβεβαιώνεται και από την μαρτυρία του ΜΚ1), το Δικαστήριο με δεδομένο μάλιστα ότι οι επιταγές είχαν εκδοθεί μεταχρονολογημένες ως ανωτέρω αναφέρεται, δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να αποφασίσει ή να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα περί της ύπαρξης γνώσης εκ μέρους του κατηγορούμενου 2 ότι οι επιταγές όταν είχαν εκδοθεί δεν θα πληρώνονταν. Εν πάση όμως περιπτώσει οφείλω να πω εδώ ότι το Δικαστήριο με βάση την μαρτυρία των ΜΚ1 και 2 η εικόνα που έχει αποκομίσει είναι πως τα δεδομένα άλλαξαν ριζικά για τους κατηγορούμενους και δημιουργήθηκε πρόβλημα με τον επίδικο λογαριασμό αμέσως μετά την 15η/03/13 και τα γνωστά γεγονότα του Eurogroup, μετά από ένα περίπου δηλαδή μήνα από την έκδοση και της τελευταίας επιταγής. Προηγουμένως ουδέν πρόβλημα παρουσιάστηκε στον λογαριασμό των κατηγορούμενων 1 και ουδεμία επιταγή επιστράφηκε απλήρωτη. (δ) Ολοκληρώνοντας το θέμα και συνοψίζοντας όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω, κρίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση η μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί ήδη από το στάδιο αυτό δεν θα μπορούσε κάτω από οποιαδήποτε αξιολόγηση να οδηγήσει σε συμπέρασμα για την ύπαρξη γνώσης από πλευράς του κατηγορούμενου 2. Με βάση λοιπόν όλα τα ανωτέρω, κρίνω ότι κανένα Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα πως ο κατηγορούμενος 2 κατά την έκδοση των επίδικων επιταγών γνώριζε πως δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια ή ότι δεν θα υπήρχαν κεφάλαια κατά την παρουσίαση τους για πληρωμή. Υπό τις περιστάσεις όπως πιο πάνω περιγράφονται, κρίνω ότι η κλήση του κατηγορούμενου 2 σε απολογία θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ΄ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Συναφώς κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Κατά συνέπεια κρίνω ότι η σχετική εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου 2 περί μη ύπαρξης ίχνους μαρτυρίας σε ότι αφορά την παροχή συνδρομής ή παρακίνησης των κατηγορούμενων 1 στην έκδοση των επιταγών, υπό το φώς των όσων έχουν αναφερθεί ανωτέρω είναι βάσιμη και κατά συνέπεια κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 2. Καταληκτικά και με βάση όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω, απαλλάσσω και αθωώνω τον κατηγορούμενο 2 στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Για τους κατηγορούμενους 1 επαναλαμβάνω βρίσκω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και τους καλώ να προβάλουν την Υπεράσπιση τους. (Υπ.) ................ Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.