← Κύπρος

P & S CARTON INDUSTRIES LTD ν. ORPHANIDES PUBLIC COMPANY LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4825/2013, 10/11/2014

P & S CARTON INDUSTRIES LTD ν. ORPHANIDES PUBLIC COMPANY LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 4825/2013, 10/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:B51 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4825/2013 Μεταξύ: P & S CARTON INDUSTRIES LTD Κατήγοροι ν.

  1. ORPHANIDES PUBLIC COMPANY LTD
  2. ΧΡΙΣΤΟΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ Κατηγορουμένων -------------------------------------------------- Ημερομηνία: 10.11.2014 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Α. Ιωάννου Για τους Κατηγορούμενους 1 : κ. Μ. Παναγιώτου (για ν' ακούσει απόφαση η κα Σίγαρ) Για τον Κατηγορούμενο 2 : κ. Γ. Γεωργίου μαζί με κ. Ν. Τσαρδελή Κατηγορούμενος 2: παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι κατηγορούμενοι 1 αντιμετωπίζουν δύο κατηγορίες για την έκδοση επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση του άρθρου 305Α

(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας, οι κατηγορούμενοι 1 κατά ή περί την 16-10-12 εξέδωσαν στη Λεμεσό επί της MARFIN LAIKI BANK την επιταγή με αρ. 09849489 για το ποσό των €1.567,80.- ημερομηνίας 12/12/2012 πληρωτέα στο όνομα και σε διαταγή των παραπονούμενων από τη Λεμεσό. Οι δικαιούχοι, παραπονούμενοι, παρουσίασαν δεόντως την πιο πάνω επιταγή για πληρωμή πλην όμως αυτή δεν τιμήθηκε και επιστράφηκε με την ένδειξη ΚΑΠ εξ' αιτίας ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων των κατηγορούμενων και παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτη παρόλο ότι παρήλθε χρονική περίοδος πέραν των 15 ημερών από την ημέρα παρουσίασης της στην τράπεζα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της πέμπτης κατηγορίας, οι κατηγορούμενοι 1 κατά ή περί την 28-11-12 εξέδωσαν στη Λεμεσό επί της MARFIN LAIKI BANK την επιταγή με αρ. 09850487 για το ποσό των €783,90.- ημερομηνίας 27/01/2013 πληρωτέα στο όνομα και σε διαταγή των παραπονούμενων από τη Λεμεσό. Οι δικαιούχοι, παραπονούμενοι, παρουσίασαν δεόντως την πιο πάνω επιταγή για πληρωμή πλην όμως αυτή δεν τιμήθηκε και επιστράφηκε με την ένδειξη ΚΑΠ εξ' αιτίας ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων των κατηγορούμενων και παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτη παρόλο ότι παρήλθε χρονική περίοδος πέραν των 15 ημερών από την ημέρα παρουσίασης της στην τράπεζα. Ο κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει επίσης δύο κατηγορίες για την έκδοση επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση των άρθρων 305Α
(1)και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των κατηγοριών 2 και 6, ο κατηγορούμενος 2 ουσιαστικά κατηγορείται ότι υπό την ιδιότητα του διευθυντή των κατηγορουμένων 1 παρείχε συνδρομή και ή βοήθεια στην έκδοση και παράδοση των δύο επιταγών που αναφέρονται πιο πάνω. Σημειώνεται εδώ ότι οι κατηγορούμενοι αντιμετώπιζαν επιπλέον τις κατηγορίες 3 και 4 επί του κατηγορητηρίου αναφορικά με 3η επιταγή, πλην όμως απηλλάγησαν των κατηγοριών αυτών κατόπιν σχετικής απόφασης για αναστολή τους από τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας (Nolle Prosequi). Στο σημείο αυτό επίσης και πριν υπεισέλθω στο έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας, θεωρώ σκόπιμο να αναφερθώ στην μη συμπερίληψη στην έκθεση αδικήματος των κατηγοριών στο κατηγορητήριο του Ν.70
(1)/08 ο οποίος τροποποίησε τον Ποινικό Κώδικα Κεφ.154 και αντικατέστησε το άρθρο 305Α. Το άρθρο 305A δηλαδή όπως ισχύει σήμερα αλλά και όπως ίσχυε κατά τον χρόνο που διαδραματίστηκαν τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Η μη αναφορά του Νόμου αυτού δεν συνεπάγεται αυτόματα την απόρριψη του κατηγορητηρίου, αφού όπως προκύπτει από την Νομολογία για να συνεπάγεται απόρριψη θα πρέπει να αποδεικνύεται παραπλάνηση ή δυσμενής επηρεασμός για τους κατηγορούμενους (βλ.Σοφοκλής Μαρκίδης v. Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων
(1999)2 ΑΑΔ 598, Π.Ε.6089, Ανδρέας Σ. Κοιλιάρης Λτδ v. Επαρχιακού Λειτουργού Εργασίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 194, Π.Ε.6053). Στην προκειμένη περίπτωση οι κατηγορούμενοι δεν έθεσαν το θέμα αυτό σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ούτε ισχυρίστηκαν παραπλάνηση ή δυσμενή επηρεασμό τους. Έχοντας δε υπόψη ότι οι λεπτομέρειες αδικήματος των κατηγοριών συνάδουν με το άρθρο 305Α όπως αυτό αντικαταστάθηκε με τον πιο πάνω Νόμο, οι κατηγορούμενοι εκδίκασαν την υπόθεση τους και υπεράσπισαν εαυτούς γνωρίζοντας επακριβώς το αδίκημα που αντιμετωπίζουν ή και ότι το αδίκημα είναι αυτό του άρθρου 305A ενώ περαιτέρω από πουθενά δεν φαίνεται να παραπλανήθηκαν ή να έχουν επηρεαστεί δυσμενώς κατά την προβολή της υπεράσπισης τους, κρίνω ότι δεν θα πρέπει να με απασχολήσει περαιτέρω θέμα ακυρότητας του κατηγορητηρίου. Για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου 4 μάρτυρες και μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, ο κατηγορούμενος 2 προέβη σε ανώμοτη δήλωση ενώ κάλεσε περαιτέρω 2 μάρτυρες για την Υπεράσπιση του. Οι κατηγορούμενοι 1 σημειώνω δεν έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε ούτε παρουσίασαν μάρτυρες υπεράσπισης. Έγιναν περαιτέρω παραδεκτά γεγονότα και κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου συνολικά 20 τεκμήρια. Τα παραδεκτά γεγονότα ήταν τα εξής:
  1. Οι κατηγορούμενοι 1 είναι δημόσια εταιρεία, νόμιμα εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών και συνεχίζει να υφίσταται υπό διαχείριση δια ομολόγου από τις 31/01/
  2. Οι παραπονούμενοι είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη.
  3. Οι υπογραφές επί των επίδικων επιταγών είναι του κατηγορούμενου
  4. Ο κατηγορούμενος 2 συζεί με την σύζυγο του κα Χαρίκλεια Ορφανίδου και ζουν στο ίδιο σπίτι.
  5. Ο επίδικος λογαριασμός από τις 11/12/2012 μπήκε στο Κ.Α.Π. Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας ο συνήγορος των κατηγορουμένων 1 δεν προέβη σε αγόρευση, ενώ οι συνήγοροι της κατηγορούσας αρχής και του κατηγορούμενου 2 παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις και περαιτέρω αγόρευσαν και προφορικά ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι αγορεύσεις βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, έχουν μελετηθεί και δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω ότι οι συνήγοροι με αυτές έχουν αναφέρει. Θα αρκεστώ εδώ να αναφέρω ότι από την μελέτη των αγορεύσεων διαπιστώνεται ότι και οι δύο πλευρές επιχειρηματολογούν ουσιαστικά, με αναφορά και στη δοθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, επί ενός μοναδικού σημείου. Στο κατά πόσο δηλαδή έχει αποδειχθεί στην προκειμένη περίπτωση η ένοχη διάνοια (mens rea) σε ότι αφορά τον κατηγορούμενο 2, απαραίτητο στοιχείο όπως είναι κοινά αποδεκτό για την απόδειξη της ενοχής του συγκεκριμένου κατηγορούμενου εν σχέση με τα αδικήματα που αντιμετωπίζει. Συνεπώς θα μπορούσε να λεχθεί εδώ ότι οι συνήγοροι με τις αγορεύσεις τους ουσιαστικά αποδέχονται ότι το μοναδικό επίδικο θέμα της υπόθεσης είναι η ύπαρξη ή μη του στοιχείου της ένοχης διάνοιας σε ότι αφορά τον κατηγορούμενο 2, και όπως θα διαφανεί κατωτέρω έχουν δίκαιο. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά και μαζί με το περιεχόμενο των παραδεκτών γεγονότων και των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του χωρίς το Δικαστήριο στο παρόν σημείο να προβαίνει σε εκτενή παράθεση περίληψης της αλλά αυτό θα γίνει όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης. ΜΑΡΤΥΡΙΑ ΚΑΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). ΜΚ1-Πανίκος Χατζηχαμπή Είναι ο διευθύνων σύμβουλος των παραπονούμενων και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Απάντησε στις ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν ευθέως, με φυσικότητα και χωρίς δισταγμό, ενώ σε καμία περίπτωση δεν κλονίστηκε η αξιοπιστία του μέσα από την αντεξέταση του. Αξίζει όμως εδώ να αναφερθεί ότι και η Υπεράσπιση δεν έχει εισηγηθεί ποτέ αναξιοπιστία του συγκεκριμένου μάρτυρα με την τελική της αγόρευση. Ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση του ότι συνεργαζόταν με τους κατηγορούμενους 1 και έλαβε τις δύο επιταγές, τεκμήρια 1 & 2, οι οποίες επιστράφηκαν πίσω λόγω παγοποίησης του λογαριασμού. Οι κατηγορούμενοι 1 τον πλήρωναν στα πλαίσια της συνεργασίας τους κάθε 7 μέχρι και 10 μήνες. Όταν δυσκόλεψαν όμως τα πράγματα οικονομικά στην Κύπρο, μίλησε με τον οικονομικό διευθυντή των παραπονούμενων επ' ονόματι Γιωργάκης, και του ζήτησε όπως δίνονται μεταχρονολογημένες επιταγές 60 ημερών μετά την παραγγελία, κάτι για το οποίο του αναφέρθηκε θα πρέπει να ληφθεί έγκριση από τον κ.Ορφανίδη. Στο τέλος ο εν λόγω οικονομικός διευθυντής του είπε εντάξει και ότι ελήφθη η έγκριση, ενώ ακολούθησαν παραγγελίες. Τις επιταγές τεκμήρια 1 και 2 τις πήρε στα χέρια του περίπου 60 ημέρες μετά τις παραγγελίες που τις αφορούσαν. Όταν ήρθαν πίσω οι επιταγές μίλησε με τον οικονομικό διευθυντή της εταιρείας (δηλ. των κατηγορουμένων 1) και του είπε να τις ξανακαταθέσει όπως και έγινε αλλά ήρθαν πίσω με την ένδειξη ο λογαριασμός παγοποιήθηκε. Τις κατέθεσε 2 φορές. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν ήταν παρών κατά την υπογραφή των επιταγών. Ο πωλητής του τις πήρε από τον οικονομικό διευθυντή. Φαντάζεται ήταν έτοιμες και υπογραμμένες οι επιταγές για να τις πάρουν όταν πήγε ο πωλητής του. Η συμφωνία για πληρωμή με επιταγές 60 ημερών από την παραγγελία έγινε ένα χρόνο πριν την διακοπή της συνεργασίας τους. Η συνεργασία διεκόπη όταν ήρθαν πίσω οι επιταγές με ένδειξη ΚΑΠ και συγκεκριμένα όταν πήραν πίσω την 1η επιταγή με ένδειξη ΚΑΠ θεωρήθηκε ότι σταμάτησε η συνεργασία. Σε υποβολή ότι ο κ.Γιωργάκης παραιτήθηκε αρχές Οκτωβρίου 2011 ανέφερε ότι αυτός ξέρει ότι πήγε και έκανε συμφωνία με τον κ.Γιωργάκη. Δεν ξέρει αν παραιτήθηκε. Τέλος, ανέφερε ότι δεν μίλησε ποτέ με τον κατηγορούμενο 2 γι' αυτές τις υποθέσεις. ΜΚ2-Γρηγόρης Χατζηχαραλάμπους Είναι πωλητής των παραπονούμενων. Η μαρτυρία του δεν γίνεται αποδεκτή αφού δεν έχω αμφιβολία ότι ο μάρτυρας αυτός είπε ψέματα στο Δικαστήριο αναφορικά με την υπογραφή και τον χρόνο υπογραφής της επιταγής τεκμήριο 1 και γενικότερα για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ελήφθη η επιταγή αυτή. Συγκεκριμένα, ήταν η θέση του μάρτυρα κατά την κυρίως εξέταση του ότι όταν πήγε να πάρει την επιταγή αυτή στις 16/10/12, η επιταγή δεν ήταν υπογραμμένη και του ζητήθηκε να περιμένει 5-10 λεπτά για να του την φέρουν υπογραμμένη ως και έγινε. Το Δικαστήριο όμως έχοντας παρατηρήσει τον μάρτυρα κατά την αντεξέταση του, την συμπεριφορά του και τις απαντήσεις του, δεν έχει πεισθεί για την θέση του αυτή. Κατ' αρχήν ο μάρτυρας σημειώνεται απαντώντας στις ερωτήσεις του συνηγόρου υπεράσπισης του κατηγορούμενου 2 επί του θέματος επέδειξε διστακτικότητα και διαφάνηκε ότι δεν ήταν ειλικρινής. Επιπλέον όμως το Δικαστήριο δεν έχει καμία αμφιβολία ότι ο μάρτυρας αυτός είπε ψέματα εάν ληφθούν υπόψη τα παραδεκτά γεγονότα σε συνάρτηση με την λοιπή μαρτυρία που ευρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Και εξηγώ. Είναι παραδεκτό γεγονός ότι η υπογραφή στο τεκμήριο 1 είναι του κατηγορούμενου 2, ενώ περαιτέρω έχοντας υπόψη την μαρτυρία των ΜΥ1 και 2 την οποία όπως φαίνεται πιο κάτω το Δικαστήριο κάνει αποδεκτή προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος 2 στις 16/10/12 απουσίαζε στο εξωτερικό. Η επιταγή τεκμήριο 1 συνεπώς δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση και κάτω από οιεσδήποτε συνθήκες να υπογραφεί στις 16/10/12 όπως ισχυρίστηκε ο μάρτυρας. Σημειώνω δε εδώ ότι το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι έχει άλλη επιλογή παρά την απόρριψη του συνόλου της μαρτυρίας του συγκεκριμένου μάρτυρα. Αφενός γιατί ουσιαστικά το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του αφορούσε ακριβώς το πιο πάνω θέμα και αφετέρου επειδή θεωρώ ο μάρτυρας έκανε την επιλογή του και είπε ενόρκως ψέματα. Οπότε με αυτά υπόψη δεν είναι δυνατόν κρίνω να συζητηθεί περαιτέρω θέμα αποδοχής μέρους της μαρτυρίας του. ΜΚ3-Δέσπω Νικοδήμου Είναι λογιστής στους παραπονούμενους και η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Η μάρτυρας απάντησε στις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν ευθέως και χωρίς δισταγμό. Εν πάση περιπτώσει απάντησε ότι γνώριζε με βάση τα καθήκοντα της και τα στοιχεία που είχε στην κατοχή της, ενώ αναφέρω περαιτέρω ότι η μαρτυρία της δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση αλλά ούτε σημειώνω επιχειρήθηκε κάτι τέτοιο από την Υπεράσπιση. Κατά την κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι διαχειρίζεται το λογιστήριο, παίρνει την αλληλογραφία και τα e-mails (ηλεκτρονικά μηνύματα). Η ίδια παρέλαβε τόσο το e-mail τεκμ.5 όσο και την επιστολή τεκμ.
  6. Η ίδια μιλούσε πάντα στα πλαίσια της συνεργασίας με τους κατηγορούμενους 1 με κάποιο κ. Γιώργο από τον οποίο ζητούσε να διευθετήσει τις επιταγές και αυτός πάντα της έλεγε ότι περίμενε την έγκριση και υπογραφή του κ.Ορφανίδη. Κατέθεσε τις παραγγελίες που αφορούσαν οι επίδικες επιταγές, τα σχετικά τιμολόγια και αποδείξεις ως τεκμήρια 7 και
  7. Όταν έδινε παραγγελία ο πελάτης, έπρεπε να πάρουν προκαταβολικά επιταγή με 60 ημέρες από την ημερομηνία της παραγγελίας για να προχωρήσουν με την παραγγελία σε 15 ημέρες περίπου. Αυτό ακολουθήθηκε και για τις δύο επίδικες επιταγές. Τις επιταγές τεκμήρια 1 και 2 η ίδια τις έκανε κατάθεση και επιστράφηκαν πίσω. Μέχρι σήμερα είναι απλήρωτες. Για την διευθέτηση των δύο αυτών επιταγών μίλησε αρκετές φορές με τον Γιώργο, που ήταν λογιστής, αλλά της έλεγε πάντα ότι περίμενε την έγκριση του κ.Ορφανίδη για να μπορέσει να προχωρήσει και για το οποίες επιταγές θα πληρώνονταν ή όχι και ότι δεν αφορά τον ίδιο αλλά μόνον τον κ.Ορφανίδη. Ότι αξίζει να σημειωθεί από την αντεξέταση της μάρτυρος είναι η αναφορά της ότι η στιχομυθία με τον ρηθέντα Γιώργο πιο πάνω ήταν μετά την επιστροφή των επιταγών. ΜΚ4-Ειρήνη Γιάννουρου Η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Η μάρτυρας αυτή εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου ενώ προηγουμένως εργαζόταν στη Λαική Τράπεζα και συγκεκριμένα ήταν προϊστάμενη της μονάδας corporate όπου υπήρχαν οι λογαριασμοί των κατηγορουμένων
  8. Απάντησε ότι γνώριζε με βάση τα καθήκοντα της και τα στοιχεία που είχε για τις επίδικες επιταγές και λογαριασμό. Δεν είχε προσωπικό συμφέρον και δεν χωρεί αμφιβολία ότι πρόκειται για αξιόπιστη μάρτυρα. Κατά την κυρίως εξέταση της αφού κατέθεσε κατάσταση σε ότι αφορά τον επίδικο λογαριασμό των κατηγορούμενων 1 υπ'αρ.048-11-033655, ανέφερε ότι οι επίδικες επιταγές αφορούν τον εν λόγω λογαριασμό της τότε Marfi Laiki Bank. H επιταγή τεκμήριο 1 έχει σφραγιστεί από την τράπεζα να παρουσιαστεί ξανά-ανεπαρκή υπόλοιπα και ο λογαριασμός παγοποιήθηκε ΚΑΠ, φαίνεται δε από τις σφραγίδες να μην πληρώθηκε. Η επιταγή τεκμήριο 2 παρουσιάστηκε και σφραγίστηκε από την τράπεζα στις 29/01/13 με τις ίδιες ακριβώς σφραγίδες δηλαδή να παρουσιαστεί ξανά-ανεπαρκή υπόλοιπα και ο λογαριασμός παγοποιήθηκε ΚΑΠ. Γνωρίζει ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν ο εκτελεστικός διευθυντής των κατηγορούμενων
  9. Εν σχέση με την καταχώρηση κάποιου στο ΚΑΠ υπάρχει διαδικασία της Κεντρικής Τράπεζας και σαν γενική πρακτική καταλήγει ένας λογαριασμός να μπει στο ΚΑΠ όταν υπάρχουν προβλήματα ρευστότητας και δεν πληρώνονται επιταγές. Ο επίδικος λογαριασμός από τον Ιούλιο του 2012 ήταν χρεωστικός. Είχε δει τον κατηγορούμενο 2 στα γραφεία τους και στις συναντήσεις που έκαναν. Στις συναντήσεις μιλούσαν για την τραπεζική τους συνεργασία και τους λογαριασμούς τους, μεταξύ των οποίων και ο επίδικος. Ο κατηγορούμενος 2 ενδιαφερόταν για την εταιρεία και το καλό της εταιρείας του. Ενδιαφερόταν επίσης για τη ρευστότητα του επίδικου λογαριασμού. Ανά πάσα στιγμή γνώριζε ότι ο λογαριασμός ήταν χρεωστικός. Το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ.20/07/12, τεκμήριο 10, στάλθηκε στο πλαίσιο ενημέρωσης των πελατών τους για θέματα συνεργασίας, προβλήματα λογαριασμών κλπ. Της κοινοποιήθηκε από τον συνάδελφο της που το έστειλε γιατί ήταν διευθύντρια του και για να γνωρίζει και η ίδια την κατάσταση του συγκεκριμένου λογαριασμού, ο οποίος παρουσίαζε προβλήματα ρευστότητας. Στις 10/07/12 υπήρχε ένα προσωρινό όριο στον λογαριασμό που έληξε και μετά από εκείνη την ημερομηνία εάν υπήρχε οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο θα έπρεπε να καλυφθεί και για πληρωμές επιταγών θα έπρεπε να υπάρχουν διαθέσιμα υπόλοιπα. Μετά τις 10/07/12 ο λογαριασμός δεν είχε όριο και για να τιμούνται οι επιταγές θα έπρεπε να έχει μέσα χρήματα. Σημειώνω εδώ ότι η μάρτυρας δεν απάντησε σε ερώτηση αν γνώριζε ο κατηγορούμενος 2 για το θέμα αυτό του ορίου, και είπε ότι μπορεί να αναφερθεί στο e-mail 20/07/12 δηλ. στο τεκμήριο
  10. Ο επίδικος λογαριασμός έχει ανοιχθεί στις 09-03-12, και τώρα βρίσκεται στην υπηρεσία ανακτήσεων της τράπεζας. Από την κατάσταση λογαριασμού προκύπτει ότι μετά τις 30/09/12 παρόλο που ο λογαριασμός ήταν χρεωστικός, ετιμούντο μερικές επιταγές. Επίσης μετά τις 10/10/12 άρχισαν να μην τιμούνται κάποιες επιταγές όμως υπάρχουν και αρκετές που ετιμούνταν. Μέσα στον Νοέμβριο του 2012 ήταν μεγαλύτερος ο αριθμός των επιταγών που δεν τιμούνταν. Λογικά οι επιταγές σταμάτησαν να τιμούνται όλες από τη στιγμή που μπήκε στο ΚΑΠ. Αναφορικά με το ΚΑΠ είχε ταχυδρομηθεί επιστολή στην εταιρεία (τεκμ.11). Υπάρχουν περιπτώσεις που όταν ένας λογαριασμός είναι χρεωστικός και ο πελάτης είναι καλός ή έχει κόψει μέσα η τράπεζα και χρωστά πολλά ο πελάτης, γίνονται διευκολύνσεις για να τιμούνται ορισμένες επιταγές. Ποιες επιταγές θα τιμηθούν τις επιλέγουν οι πελάτες σύμφωνα με τις ανάγκες και τις προτεραιότητες τους. Γνωρίζει ανέφερε η μάρτυρας ότι εκτελεστικός διευθυντής είναι ο κατηγορούμενος 2 αλλά είχε και οικονομικούς διευθυντές που ανακατεύονταν στον επίδικο λογαριασμό. Οι διευθυντές αυτοί ήταν παρόντες και σε κάποιες συναντήσεις που εγίνονταν. Κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι μετά τις 10/07/12 το όριο που υπήρχε στον λογαριασμό έληξε και από εκείνη την ημέρα ήταν ένας τρεχούμενος χωρίς όριο. Μεταξύ της διεύθυνσης της τράπεζας και της εταιρείας (κατηγορούμενων 1) έγινε διευθέτηση για το μέχρι ποιο ποσό θα μπορούσε να εκδίδει επιταγές η εταιρεία, έστω και αν ο λογαριασμός ήταν χρεωστικός. Οι κατηγορούμενοι 1 είναι δημόσια εταιρεία, η οποία είχε διοικητικό συμβούλιο και γνωρίζει ότι είχε ελεγκτικό τμήμα, λογιστικό τμήμα και οικονομικούς διευθυντές και ο κατηγορούμενος 2 δεν ήταν σε κανένα από τα τμήματα αυτά. Ο κατηγορούμενος 2 ήταν πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου. Την 01/08/12, όπως φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού τεκμήριο 9, υπάρχει υπόλοιπο από μεταφορά €1.838.710,66.-. Όλες οι επιταγές που παρουσιάζονταν για πληρωμή τον Αύγουστο του 2012 πληρώνονταν όλες. Το υπόλοιπο δε στις 31/08/12 ήταν €604.676,93.-. Όπως επίσης φαίνεται από την κατάσταση όσες επιταγές παρουσιάστηκαν τον Σεπτέμβριο του 2012 πληρώθηκαν. Το χρεωστικό υπόλοιπο την 30η-09-12 ήταν €3.128.890,79.-. Τέλος του Οκτώβρη του 2012 και συγκεκριμένα στις 31/10/12 το χρεωστικό υπόλοιπο ήταν €3.698.554,54.-. Στις 05/10/12 το χρεωστικό υπόλοιπο ήταν €4.123.220,30.- και οι επιταγές πληρώνονταν. Το χρεωστικό υπόλοιπο την 01/11/12 ήταν €6.224.254,34.-. Οι επιταγές πληρώνονταν αλλά υπάρχει μια επιταγή που δεν πληρώθηκε στις 09/10/12 όμως η μάρτυρας δεν ήταν σε θέση να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες για την επιταγή αυτή, γιατί επιστράφηκε και αν η επιστροφή έγινε εκ λάθους. Το χρεωστικό υπόλοιπο στις 30/11/12 ήταν €5.674.704,82.- και στις 28/11/12 όταν έκλεισε η μέρα ήταν €5.638.094,78.-. Το χρεωστικό υπόλοιπο στις 28/11/12 ήταν χαμηλότερο από τις 30/11/
  11. Κατά την περίοδο από 01/08/12 μέχρι 31/12/12 έγιναν πιστώσεις στον λογαριασμό δηλαδή καταθέσεις ποσού €57.845.189,11.-. Ανέφερε όμως σε άλλο σημείο η μάρτυρας βλέποντας την κατάσταση ότι ενδεχομένως το ποσό αυτό να είναι όχι από 01/08/12 αλλά από την ημέρα που άνοιξε στις 09/03/
  12. Τα ίδια ισχύουν για τις χρεώσεις που την ίδια περίοδο είτε έτσι είτε αλλιώς ήταν €59.900.271,75.-. Στις χρεώσεις υπάρχουν ψηλά ποσά που αφορούν τόκους περιόδου, ποσό €40.- για κάθε εμφάνιση επιταγής, και χρεώσεις γενικής φύσεως της τράπεζας. Στις 30/09/12 μπήκαν τόκοι €115.740.- και στις 31/12/12 €145.190,28.-, ενώ υπήρχαν και οι τόκοι Ιουνίου. Η οικονομική λειτουργία της εταιρείας παρακολουθείτο στενά από την τράπεζα, η οποία ζητούσε προβλέψεις για το τι λεφτά αναμένετο να έρθουν με βάση τη συνήθη πορεία των πραγμάτων των υπεραγορών. Σίγουρα ένας από τους λόγους που η εταιρεία βρέθηκε σε αυτή την οικονομική κατάσταση ήταν και η οικονομική κρίση. Το ηλεκτρονικό μήνυμα τεκμήριο 10 ήταν αποτέλεσμα της πολιτικής της τράπεζας να ενημερώνει τους πελάτες όταν υπάρχουν προβλήματα, να τους ενημερώνει τι πρέπει να γίνει, τι ενέργειες να γίνουν και στο πλαίσιο παρακολούθησης των λογαριασμών. Στις 05/12/12 το χρεωστικό υπόλοιπο ήταν €5.690.194,37.-, ενώ στις 06/11/12 ήταν €5.357.359,01.-. Στις 02/11/12 το χρεωστικό υπόλοιπο ήταν €6.201.059,16.-. Κατηγορούμενος 2 Ο κατηγορούμενος 2, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω προέβη σε ανώμοτη δήλωση (τεκμ.15). Ήταν δικαίωμα του να ενεργήσει όπως έπραξε και αυτό δεν μπορεί να επενεργήσει σε βάρος του, ούτε και πρέπει να εξαχθούν οιαδήποτε συμπεράσματα ενοχής (βλ. Vrakas v. Republic
(1973)2 C.L.R. 139, Anastasiades v. Republic
(1977)2 C.L.R. 97, Θεμιστοκλέους -v- Αστυνομία
(1981)2 C.L.R. 200, Ντίνος Δημητρίου Χριστοφόρου -v- Αστυνομία
(1990)2 ΑΑΔ 250, Δημοσθένους κ.α. ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129 και Ιωάννου κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195). Η ανώμοτη δήλωση στην οποία προέβη ο Κατηγορούμενος, σύμφωνα με τη νομολογία πιο πάνω, εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα και με το πώς ταιριάζει στην κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Δεν μπορεί όμως να εξομοιωθεί με μαρτυρία με την έννοια του να είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το δικαστήριο ως αξιόπιστη. Όπως έχει αναφερθεί η ανώμοτη δήλωση του κατηγορούμενου 2 είναι το τεκμήριο 15 ενώπιον του Δικαστηρίου. Μελετώντας την δε διαπιστώνεται ότι ουσιαστικά το μεγαλύτερο μέρος των όσων αναφέρονται έχουν επιβεβαιωθεί με την μαρτυρία που ετέθη ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά και με τα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Δεν υπάρχει όμως μαρτυρία και συνεπώς δεν μπορώ να αποδεκτώ όσα αναφέρονται για τις διαβεβαιώσεις του οίκου KPMG (στο μέσο της σελίδας 1), ως επίσης για τη διαδικασία που ακολουθείτο από την εταιρεία για έκδοση επιταγών (αρχή μέχρι μέσο της σελίδας 2). Αυτό σημειώνω που αναφέρει ο κατηγορούμενος 2, σε συνέχεια των όσων αναφέρονται για τη διαδικασία έκδοσης κάποιας επιταγής, ότι δηλαδή δεν θα υπέγραφε ο κατηγορούμενος 2 αν περνούσε από το μυαλό του ότι υπήρχε πιθανότητα να μην τιμηθεί η επιταγή αποτελεί στην ουσία το επίδικο θέμα και θα αποφασιστεί κατωτέρω. Κατηγορούμενοι 1 Οι ίδιες αρχές πιο πάνω σημειώνω ισχύουν στην προκειμένη περίπτωση και για τους κατηγορούμενους 1, οι οποίοι όπως αναφέρθηκε δεν έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οιανδήποτε δήλωση και δεν παρουσίασαν μάρτυρες υπεράσπισης. ΜΥ1-Καίτη Θωμά και ΜΥ2- Στάλω Πετρίδου Ερχόμενος τώρα στις δύο μάρτυρες Υπεράσπισης, αναφέρω ότι η μαρτυρία τους γίνεται αποδεκτή. Τόσο η ΜΥ1 Καίτη Θωμά, η οποία ήταν προσωπική ιδιαιτέρα γραμματέας του κατηγορούμενου 2 όσο και η ΜΥ2 Στάλω Πετρίδου, η οποία εργάζεται στην αεροπορική εταιρεία Emirates, κλήθηκαν ουσιαστικά από την Υπεράσπιση του κατηγορούμενου 2 προς απόδειξη της θέσης της ότι ο κατηγορούμενος 2 την περίοδο από 13 Οκτωβρίου 2012 μέχρι 20 Οκτωβρίου 2012 απουσίαζε στο εξωτερικό. Οι δύο μάρτυρες σημειώνω με τις απαντήσεις τους και τα στοιχεία που παρουσίασαν (τεκμ.17-20), έχουν πείσει το Δικαστήριο για το θέμα για το οποίο κλήθηκαν. Εν πάση περιπτώσει η μαρτυρία τους κρίνω σε καμία περίπτωση δεν έχει κλονιστεί μέσα από την αντεξέταση τους. Στο σημείο αυτό θα πρέπει κρίνω να αναφερθεί ότι δεν έχουν σε καμία περίπτωση διαφύγει του Δικαστηρίου όσα άλλα ανέφερε κατά την αντεξέταση της η ΜΥ1, πλην όμως επειδή δεν θεωρώ ότι έχουν κάποια ιδιαίτερη σημασία για την παρούσα υπόθεση δεν κρίνεται σκόπιμη η παράθεση των όσων η μάρτυρας έχει αναφέρει. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας υπόψη την αξιολόγηση πιο πάνω και την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου καταλήγω στα κάτωθι ευρήματα: Οι κατηγορούμενοι 1 είναι δημόσια εταιρεία, νόμιμα εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών και συνεχίζει να υφίσταται. Από τις 31/01/13 δε ευρίσκεται υπό διαχείριση δια ομολόγου. Οι παραπονούμενοι επίσης είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη. Στα πλαίσια της συνεργασίας των δύο εταιρειών, οι κατηγορούμενοι 1 εξέδωσαν προς τους παραπονούμενους τις επιταγές τεκμήρια 1 και 2. Πιο συγκεκριμένα εξέδωσαν την περίοδο μεταξύ 10/10/12 και 13/10/12 την επιταγή της Marfin Laiki Bank υπ' αρ.09849489 για το ποσό των €1567,80.- με ημερομηνία πληρωμής την 12η/12/12 (τεκμ.1) και την περίοδο μεταξύ 21/11/12 και 28/11/12 την επιταγή της Marfin Laiki Bank υπ' αρ.09850487 για το ποσό των €783,90.- με ημερομηνία πληρωμής την 27η/01/13 (τεκμ.2). Τις εν λόγω επιταγές τις παρέλαβε ο πωλητής των παραπονούμενων από τον οικονομικό διευθυντή των κατηγορούμενων 1. Τις επιταγές υπέγραψε ο κατηγορούμενος 2 που ήταν ο εκτελεστικός διευθυντής των κατηγορουμένων 1. Οι επιταγές τεκμήρια 1 και 2 παρουσιάστηκαν για πληρωμή στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν και δεν πληρώθηκαν με την ένδειξη «να παρουσιαστεί ξανά-ανεπαρκή υπόλοιπα» και «ο λογαριασμός παγοποιήθηκε ΚΑΠ», σχετικές δε είναι οι σφραγίδες που τοποθέτησε η τράπεζα επί των δύο επιταγών ημερ. 13/12/12 και 29/01/13 αντίστοιχα. Μετά την παρουσίαση των επιταγών στην τράπεζα οι επιταγές δεν πληρώθηκαν και είναι μέχρι σήμερα απλήρωτες. Μέχρι τις 10/07/12 υπήρχε ένα προσωρινό όριο στον επίδικό λογαριασμό με αρ.048-11-033655 που έληξε και μετά από εκείνη την ημέρα ο λογαριασμός λειτουργούσε χωρίς όριο. Ο επίδικος λογαριασμός από τις 11/12/2012 μπήκε στο Κ.Α.Π. ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Ως έχει προαναφερθεί οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν κατηγορίες για την έκδοση επιταγών άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση των άρθρων 305 Α
(1)και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Το άρθρο 305Α
(1)του Κεφ.154 έχει ως ακολούθως: " Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές. " Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)πιο πάνω συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
(1)Η έκδοση επιταγής
(2)Η παρουσίαση της επιταγής στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε
(3)Η παρουσίαση της να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα
(4)Η μη εξόφληση της επιταγής η οποία να οφείλεται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της
(5)Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της. Ερχόμενος τώρα να εξετάσω αν η κατηγορούσα αρχή έχει πετύχει να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον των κατηγορούμενων πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, κρίνω ότι θα πρέπει το θέμα να εξεταστεί χωριστά εν σχέση με τους κατηγορούμενους 1 και τον κατηγορούμενο 2, έχοντας υπόψη ότι ο κατηγορούμενος 2 διώκεται με βάση το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154. Σε ότι αφορά τους κατηγορούμενους 1 δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι έχουν αποδειχθεί τα αδικήματα που αντιμετωπίζουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Έχει αποδειχθεί σημειώνω μέσα από την προσκομισθείσα μαρτυρία ότι οι κατηγορούμενοι 1, δια της υπογραφής του κατηγορούμενου 2 διευθυντή τους, εξέδωσαν προς τους παραπονούμενους τις επίδικες επιταγές τεκμήρια 1 και 2, και περαιτέρω έχει αποδειχθεί ότι οι επιταγές αυτές παρουσιάστηκαν στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν και δεν πληρώθηκαν λόγω μη επαρκών υπολοίπων στο λογαριασμό των κατηγορούμενων 1 αλλά και επειδή ο λογαριασμός αυτός παγοποιήθηκε ΚΑΠ. Τέλος, έχει αποδειχθεί ότι οι επίδικες επιταγές δεν έχουν πληρωθεί παρά την παρέλευση 15 ημερών από την παρουσίαση τους στην Τράπεζα για πληρωμή. Ο κατηγορούμενος 2 διώκεται όπως αναφέρεται ανωτέρω με βάση τα άρθρα 305Α
(1)και 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154. Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261 αναφέρθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική αστική ευθύνη, αλλά η ευθύνη βαρύνει την εταιρεία, που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Αυτό όμως δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής τους ευθύνης ως συνεργών και έτσι μπορούν να διωχθούν ως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, ως αυτουργοί, δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Στις περιπτώσεις αυτές χρειάζεται να αποδειχθεί ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση σε αδίκημα, και (β) την ένοχη διάνοια (mens rea) η οποία αναμένεται να σχετίζεται και με τις 2 αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για το συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ'ότι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Εκ της Νομολογίας δε προκύπτει ότι σε ότι αφορά περιπτώσεις που η κατηγορία στρέφεται εναντίον συνεργού, είναι υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει πως κατά τον ουσιώδη χρόνο της έκδοσης της επιταγής, ο συντάκτης της γνώριζε ότι κατά την παρουσίαση της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, δεν θα εξοφλείτο λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων. Αυτό κρίνεται ότι συνιστά την απαιτούμενη ένοχη διάνοια συνεργού κατά την διάπραξη του αδικήματος. Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, κατ' αρχήν αναφέρεται ότι με βάση την αποδεκτή μαρτυρία και τα ευρήματα του Δικαστηρίου πιο πάνω δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι ο κατηγορούμενος 2 παρείχε δια της υπογραφής του βοήθεια στην κατηγορούμενη 1 κατά την έκδοση των επίδικων επιταγών. Ως εκ τούτου αυτό που απομένει να εξεταστεί προκειμένου να αποφασιστεί η ενοχή ή μη του κατηγορούμενου 2 είναι κατά πόσο συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση και το στοιχείο της ένοχης διάνοιας. Απόλυτα σχετικό με το στοιχείο αυτό είναι το κατά πόσο έχει αποδειχθεί ο χρόνος υπογραφής των επίδικων επιταγών από τον κατηγορούμενο 2 (βλ.Militos Trading Ltd v. Αθηνάς Μαλέκκου, Ποιν.Εφ.150/09, 15-10-12). Κρίνω δε σκόπιμο να ξεκινήσω με το θέμα αυτό αφού παρατηρώ μελετώντας τις αγορεύσεις ότι οι δύο πλευρές έχουν αναλώσει μεγάλο μέρος των αγορεύσεων τους στο σημείο αυτό. Ο μεν συνήγορος του κατηγορούμενου 2 εισηγείται ότι δεν έχει αποδειχθεί ο χρόνος υπογραφής και έχοντας υπόψη την απόφαση Militos ανωτέρω, δεν μπορεί σε κάθε περίπτωση να αποδειχθεί η ένοχη πρόθεση και ο κατηγορούμενος 2 θα πρέπει να αθωωθεί, ενώ από την άλλη πλευρά η συνήγορος της κατηγορούσας αρχής εισηγείται ότι έχει αποδειχθεί η χρονική περίοδος μέσα στην οποία έλαβε χώρα η υπογραφή. Ευθέως αναφέρω ότι το Δικαστήριο θεωρεί ότι ο χρόνος υπογραφής των επιταγών έχει αποδειχθεί. Εξάλλου τα ευρήματα του Δικαστηρίου πιο πάνω είναι σχετικά. Ο συνδυασμός της μαρτυρίας των ΜΚ1 και 3, μαζί με τα τεκμήρια 7 και 8 αλλά και το παραδεκτό γεγονός ότι η υπογραφή στις επιταγές είναι του κατηγορούμενου 2, δεν αφήνουν αμφιβολία για τον χρόνο υπογραφής των επιταγών. Συγκεκριμένα, από την μαρτυρία τόσο του ΜΚ1 όσο και της ΜΚ3 προκύπτει ότι για να εκτελέσουν παραγγελία οι παραπονούμενοι την περίοδο που εδόθησαν οι επίδικες επιταγές, θα έπρεπε να λάβουν μεταχρονολογημένες επιταγές εξήντα
(60)ημερών. Επίσης εκ της μαρτυρίας της ΜΚ3 σε συνάρτηση με τα τεκμήρια 7 και 8 που η μάρτυρας αυτή κατέθεσε, προκύπτει ότι οι παραγγελίες που αφορούσαν τις επίδικες επιταγές ήταν ημερομηνίας 10/10/12 και 21/11/12 αντίστοιχα, ενώ περαιτέρω με βάση τις αποδείξεις είσπραξης που αποτελούν μέρος των ίδιων τεκμηρίων ότι οι επίδικες επιταγές ελήφθησαν και ήταν στην κατοχή των παραπονούμενων στις 16/10/12 (τεκμ.1) και 28/11/12 (τεκμ.2) αντίστοιχα. Συνοψίζοντας συνεπώς την μαρτυρία πιο πάνω το Δικαστήριο καταλήγει στο ασφαλές συμπέρασμα ότι οι επιταγές υπογράφηκαν από τον κατηγορούμενο 2, η μεν επιταγή τεκμήριο 1 κατά την περίοδο μεταξύ της παραγγελίας ήτοι 10/10/12 και της ημερομηνίας που ο κατηγορούμενος 2 αναχώρησε για το εξωτερικό δηλ.13/10/12 (βλ. μαρτυρία ΜΥ1 & 2), ενώ η επιταγή τεκμήριο 2 κατά την περίοδο μεταξύ της παραγγελίας ήτοι 21/11/12 και της ημερομηνίας που έχει εκδοθεί η απόδειξη είσπραξης δηλ. 28/11/
  1. Έχοντας λοιπόν τα πιο πάνω υπόψη και ερχόμενος στην ουσία του πράγματος, αναφέρω εδώ ότι στην προκειμένη περίπτωση κρίνω ότι η μαρτυρία που έχει δοθεί και έγινε αποδεκτή δεν μπορεί να οδηγήσει στο ασφαλές συμπέρασμα πως ο κατηγορούμενος 2 κατά την έκδοση των επιταγών πιο πάνω γνώριζε όλες τις ουσιώδεις περιστάσεις διάπραξης των αδικημάτων από την εταιρεία και συνεπώς κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί το στοιχείο της ένοχης διάνοιας. Θα πρόσθετα δε εδώ ότι τα γεγονότα που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου έχουν δημιουργήσει στο μυαλό του Δικαστηρίου αμφιβολίες αναφορικά με το θέμα αυτό και την γνώση του κατηγορούμενου
  2. (α) Κατ' αρχήν να σημειωθεί ότι ουδείς εκ των μαρτύρων συνάντησε ή έχει μιλήσει με τον κατηγορούμενο 2 είτε κατά την έκδοση των επιταγών είτε σε οποιοδήποτε άλλο χρόνο αναφορικά με τις επιταγές αυτές. Συνεπώς ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει καμία μαρτυρία αναφορικά με λόγια ή συμπεριφορά του κατηγορούμενου 2 που σε συνάρτηση με την υπόλοιπη μαρτυρία να συνηγορεί στην ύπαρξη της απαιτούμενης γνώσης από πλευράς του. (β) Εκ της μαρτυρίας της ΜΚ4 δε, αυτό που προκύπτει είναι ότι ο κατηγορούμενος 2 ενδιαφερόταν για την εταιρεία του και τον επίδικο λογαριασμό για τον οποίον τηρείτο ενήμερος αναφορικά με το υπόλοιπο του. Πέραν όμως αυτού υπάρχουν διάσπαρτα και ασαφή στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου τα οποία δεν μπορούν να οδηγήσουν σε ασφαλές συμπέρασμα για το θέμα της γνώσης του κατηγορούμενου 2 και δημιουργούν αμφιβολίες. Πιο συγκεκριμένα: - Η ΜΚ4 ανέφερε κατά την κυρίως εξέταση της ότι μέχρι τις 10/07/12 υπήρχε ένα προσωρινό όριο στον επίδικο λογαριασμό που έληξε και μετά από εκείνη την ημερομηνία εάν υπήρχε οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο θα έπρεπε να καλυφθεί και για πληρωμές επιταγών θα έπρεπε να υπάρχουν διαθέσιμα υπόλοιπα. Μετά τις 10/07/12 ο λογαριασμός δεν είχε όριο και για να τιμούνται οι επιταγές θα έπρεπε να έχει μέσα χρήματα. Όμως η εικόνα του επίδικου λογαριασμού όπως προκύπτει από το τεκμήριο 9 σε συνάρτηση με όσα ανέφερε η μάρτυρας κατά την αντεξέταση της, ουδεμία σχέση έχουν με όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, αφού ο λογαριασμός και μετά την 10η/07/12 λειτουργούσε κανονικά με χρεωστικό υπόλοιπο. Μάλιστα καθ' όλη τη διάρκεια από την 01/08/12 και μέχρι τις 30/11/12 οι επιταγές που κατατίθεντο πληρώνονταν κανονικά και αυτό παρόλο που το χρεωστικό υπόλοιπο κυμαινόταν την περίοδο αυτή από €1.838.710,66.- μέχρι €5.674.704,82.-. Η μάρτυρας σημειώνω αναφέρθηκε μόνον σε μια επιταγή που δεν πληρώθηκε στις 09/10/12 (βλ.σελ.54 τεκμ.9 γραμμές 6 & 7) για την οποία όμως όπως εμφαίνεται και στην σύνοψη της μαρτυρίας της ανωτέρω δεν ήταν σε θέση να αναφέρει κάτι συγκεκριμένο ή αν η επιστροφή οφειλόταν σε λάθος. Σε ότι αφορά δε τον Νοέμβριο του 2012 σημειώνω εδώ ότι παρά το γεγονός ότι η μάρτυρας ανέφερε σε κάποια στιγμή στην κυρίως εξέταση της ότι τον Νοέμβριο υπήρχαν επιταγές που δεν ετιμούντο, χωρίς αναφέρω να δοθούν οιεσδήποτε λεπτομέρειες, εντούτοις όπως προκύπτει από την αντεξέταση της αλλά και το τεκμήριο 9, κατά τον μήνα Νοέμβριο στην πραγματικότητα δεν έχουν επιστραφεί επιταγές. Ακόμη όμως σημειώνεται και να υπήρχαν κάποιες επιστροφές επιταγών αυτό ενόψει των όσων άλλων αναφέρονται δεν έχει σημασία. Επίσης προκύπτει από την μαρτυρία της ΜΚ4 ότι κατά την περίοδο από 01/08/12 μέχρι 31/12/12 έγιναν πιστώσεις στον επίδικο λογαριασμό δηλαδή καταθέσεις ποσού €57.845.189,11.- και αντίστοιχα χρεώσεις την ίδια περίοδο €59.900.271,75.-. Βέβαια σημειώνω ότι σε άλλο σημείο η μάρτυρας βλέποντας την κατάσταση λογαριασμού ανέφερε ότι ενδεχομένως η περίοδος μέσα στην οποία έγιναν οι εν λόγω πιστώσεις και χρεώσεις να μην ξεκινά από 01/08/12 αλλά από την ημέρα που άνοιξε ο λογαριασμός στις 09/03/
  3. - Σε κάθε περίπτωση όμως το ασφαλές συμπέρασμα που προκύπτει με βάση τα ανωτέρω είναι πως ο επίδικος λογαριασμός την περίοδο που εκδόθηκαν και δόθηκαν στους παραπονούμενους οι επίδικες επιταγές λειτουργούσε κανονικά και οι επιταγές που κατατίθεντο στο λογαριασμό την περίοδο αυτή πληρώνονταν κανονικά. - Η ΜΚ4 σημειώνω εδώ αναφέρθηκε σε διευθέτηση μεταξύ της διεύθυνσης της τράπεζας και της εταιρείας (κατηγορούμενων 1) για το μέχρι ποιο ποσό θα μπορούσε να εκδίδει επιταγές η εταιρεία, έστω και αν ο λογαριασμός ήταν χρεωστικός, πλην όμως δεν εδόθησαν λεπτομέρειες και δεν υπάρχει οτιδήποτε συγκεκριμένο ενώπιον του Δικαστηρίου για το ποια ακριβώς διευθέτηση έχει γίνει και τι αυτή προνοούσε αλλά και τι άλλαξε ξαφνικά μέσα Δεκεμβρίου 2012 οπότε ξεκίνησαν να επιστρέφονται επιταγές και ο λογαριασμός μπήκε στο ΚΑΠ, με δεδομένο μάλιστα ότι το χρεωστικό υπόλοιπο κυμαινόταν όπως και την αμέσως προηγούμενη περίοδο, ή για το ποιος και κάτω από ποιες συνθήκες στην τράπεζα έλαβε την απόφαση να αρχίσει να επιστρέφει τις επιταγές και αν γνώριζε ο κατηγορούμενος 2 την απόφαση αυτή και από πότε. Η μάρτυρας ξεκαθάρισε αναφέρεται εδώ ότι η ίδια δεν έκανε οποιαδήποτε διευθέτηση με τους κατηγορούμενους
  4. - Έχοντας λοιπόν υπόψη όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, θεωρώ πως είναι αδύνατον για το Δικαστήριο να καταλήξει με αυτά τα δεδομένα σε ασφαλές συμπέρασμα ότι ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε κατά την έκδοση ή παράδοση των επιταγών ότι οι επιταγές δεν θα πληρώνονταν κατά την κατάθεση τους στην τράπεζα για πληρωμή. - Το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 20-07-12, τεκμ.10, το οποίο αναφέρεται μεταξύ άλλων και στην έκδοση επιταγών, και στο οποίο η πλευρά της κατηγορούσας αρχής φαίνεται να προσδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα, αναφέρω ότι υπό τις περιστάσεις δεν έχει οποιαδήποτε καθοριστική σημασία αφού αυτό εστάλη λίγες ημέρες μετά την λήξη του ορίου του λογαριασμού που αναφέρθηκε ανωτέρω και μετά από αυτό ο λογαριασμός συνέχισε να λειτουργεί κανονικά για μερικούς μήνες όπως έχει αναφερθεί ανωτέρω. Παρά τα όσα η τράπεζα αναφέρει στο εν λόγω μήνυμα για το θέμα των επιταγών εντούτοις είναι προφανές κάποια άλλη διευθέτηση υπήρξε για την οποία το Δικαστήριο δεν γνωρίζει οτιδήποτε. - Όμως εδώ θα πρόσθετα επίσης και το γεγονός ότι δεν έχει ξεκαθαριστεί ποιος ήταν ακριβώς ο ρόλος του κατηγορούμενου 2 σε ότι αφορά τα οικονομικά της εταιρείας αλλά και την διαχείριση του επίδικου λογαριασμού. Η γνώση του εν πάση περιπτώσει περί των υπολοίπων και οι συναντήσεις που έκανε στην τράπεζα υπό την ιδιότητα του προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας για θέματα της εταιρείας μεταξύ των οποίων και ο επίδικος λογαριασμός, δεν σημαίνει αυτόματα ότι είχε την καθημερινή επαφή με την τράπεζα και την διαχείριση του λογαριασμού. Η ΜΚ4 ανέφερε ότι γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος 2 ήταν ο εκτελεστικός διευθυντής της εταιρείας αλλά είχε και οικονομικούς διευθυντές που ανακατεύονταν όπως είχε χαρακτηριστικά στον επίδικο λογαριασμό. Οι διευθυντές αυτοί ήταν παρόντες και σε κάποιες συναντήσεις που γίνονταν. Επίσης κατά την αντεξέταση της αποδέκτηκε ότι οι κατηγορούμενοι 1 είναι δημόσια εταιρεία, η οποία είχε διοικητικό συμβούλιο και γνωρίζει ότι είχε ελεγκτικό τμήμα, λογιστικό τμήμα και οικονομικούς διευθυντές και ο κατηγορούμενος 2 δεν ήταν σε κανένα από τα τμήματα αυτά. (γ) Γενικότερα όμως θα πρόσθετα εδώ ότι μελετώντας προσεκτικά την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν διαπιστώνονται στην προκειμένη περίπτωση τα μαρτυρικά εκείνα στοιχεία που να οδηγούν χωρίς αμφιβολία σε ένα και μοναδικό συμπέρασμα, ότι δηλαδή ο κατηγορούμενος 2 είχε ένοχη διάνοια ή πρόθεση όταν υπέγραφε τις επιταγές και ότι γνώριζε ότι αυτές δεν θα τιμηθούν κατά τις ημερομηνίες που τέθηκαν σε αυτές. (δ) Τέλος, στο σημείο αυτό θα ήθελα να αναφερθώ στο θέμα της εθελοτυφλίας που η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούσας αρχής εισηγείται ότι υπάρχει στην προκειμένη περίπτωση σε ότι αφορά τον κατηγορούμενο
  5. Κατ' αρχήν να σημειωθεί ότι και η εθελοτυφλία καταδεικνύει γνώση και είναι ποινικά κολάσιμη. Στην υπόθεση Henry Hudfield v. Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων
(2002)2 Α.Α.Δ. 414 στη σελίδα 428 παραπέμπει στο απόσπασμα από το Criminal Law Review, 1989, σελίδα 212, το οποίο αναφέρει, υπό μορφή σχολίου, τι αποτελεί εθελοτυφλία η οποία συνιστά γνώση: "A requirement of knowledge is sometimes held to be satisfied by proof of a "willful blindness" as where "the defendant had deliberately shut his eyes to the obvious or refrained from inquiring because he suspected the truth but did not want to have his suspicion confirmed". Westminster City Council v. Croyalgrange
(1986)2 All E.R. 353 at p.359 (H.L.)" Σε ελεύθερη μετάφραση: «Μερικές φορές θεωρείται ότι υπάρχει το στοιχείο της γνώσης με την απόδειξη εθελοτυφλίας όπου π.χ. ο κατηγορούμενος εσκεμμένα έκλεισε τα μάτια του στο φανερό (αγνόησε το φανερό) ή δεν προέβη σε διερεύνηση καθότι υποψιάστηκε την αλήθεια αλλά δεν επιθυμούσε να επιβεβαιωθούν οι υποψίες του.» Στο ίδιο απόσπασμα πιο πάνω γίνεται αναφορά στην υπόθεση Safiullah v. Αστυνομίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 472, όπου ακριβώς αποφασίστηκε ότι η εθελοτυφλία είναι ικανή να αποδώσει γνώση. Με τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης όμως και έχοντας υπόψη την ενώπιον του Δικαστηρίου τεθείσα μαρτυρία, κρίνω ότι δεν έχουν αποδειχθεί με μαρτυρία οιεσδήποτε υποψίες του κατηγορούμενου 2 που να ισοδυναμούν με τόσο σοβαρή υποψία περί επιστροφής των επιταγών κατά τις ημερομηνίες που τέθηκαν σαν ημερομηνίες πληρωμής και στην οποία υποψία ηθελημένα έκλεισε τα μάτια και δεν ρώτησε ή διερεύνησε οτιδήποτε περαιτέρω για να μην επιβεβαιώσει τις υποψίες του. Αντίθετα τα δεδομένα ενώπιον του Δικαστηρίου καταδεικνύουν ότι ο λογαριασμός κατά την έκδοση των επιταγών αν και με χρεωστικό υπόλοιπο λειτουργούσε κανονικά, γίνονταν πιστώσεις μεγάλων ποσών και οι επιταγές που κατατίθεντο πληρώνονταν με βάση διευθέτηση μεταξύ της διεύθυνσης της τράπεζας και των κατηγορουμένων 1 και δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου το οποίο να δημιουργούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης των επιταγών οιεσδήποτε υποψίες ως ανωτέρω αναφέρεται. Δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία για παράδειγμα περί ειδοποίησης των κατηγορουμένων 1 και του κατηγορούμενου 2 ότι η διευθέτηση που είχε συμφωνηθεί για πληρωμή επιταγών τερματίζεται πριν την έκδοση των επίδικων επιταγών ή υπό συγκεκριμένες προυποθέσεις πριν την έκδοση των επιταγών, οι οποίες προυποθέσεις να μην τηρήθηκαν, οπότε το αποτέλεσμα της κατάθεσης τους για πληρωμή θα ήταν κατά κάποιο τρόπο αναμενόμενο. Η γνώση του υπολοίπου του λογαριασμού αναφέρεται εδώ δεν μπορεί να συνεπάγεται από μόνη της τέτοια υποψία, όταν επαναλαμβάνω ο λογαριασμός λειτουργούσε με τον τρόπο που έχει αναφερθεί πιο πάνω και δεν υπήρχε οτιδήποτε που να έδειχνε ότι τα πράγματα θα διαφοροποιούνταν. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεση της εναντίον των κατηγορούμενων 1, αλλά απέτυχε να το πράξει εναντίον και του κατηγορούμενου 2. Ως εκ τούτου οι κατηγορούμενοι 1 κρίνονται ένοχοι στις κατηγορίες 1 και 5, ενώ ο κατηγορούμενος 2 αθωώνεται και απαλλάσσεται από τις κατηγορίες 2 και 6. Αναφορικά με το θέμα εξόδων η διαταγή θα πρέπει κρίνω να είναι ανάλογη με το αποτέλεσμα αφού οι κατηγορούμενοι 1 και 2 έχουν εκπροσωπηθεί από διαφορετικούς δικηγόρους. Ως εκ τούτου επιδικάζω έξοδα υπέρ των παραπονούμενων και εναντίον των κατηγορούμενων 1 όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Επίσης επιδικάζω έξοδα υπέρ του κατηγορούμενου 2 και εναντίον των παραπονούμενων όπως επίσης θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............. Μ.Παπαθανασίου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.