Περικλής Ονησιφόρου ν. N.C. PAREAS LOGISTICS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 22196/13, 20/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:B54 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 22196/13 Μεταξύ: Περικλής Ονησιφόρου v.
- N.C. PAREAS LOGISTICS LTD
- Έλλη Γεωργίου Παρέα
- Χριστόφορος Παρέας Κατηγορούμενων --------------------------------------------- Ημερομηνία: 20 Νοεμβρίου 2014 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Π.Παναγιώτου (κ. Καστανιάς για να ακούσει απόφαση) Για τους Κατηγορούμενους 1 και 3: κ. Η.Κονναρής (κ. Λ. Κονναρής για να ακούσει απόφαση) Κατηγορούμενος 3 : παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορούμενων 1 και 3 εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση και ζήτησε όπως οι κατηγορούμενοι αθωωθούν από αυτό το στάδιο. Αντίθετη βέβαια ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής. Τα όσα ανέφεραν και οι δύο πλευρές για υποστήριξη των θέσεων τους έχουν καταγραφεί, βρίσκονται στα πρακτικά και δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω. Απλά αναφέρεται εδώ για σκοπούς ύπαρξης ολοκληρωμένης εικόνας για την υπόθεση ότι η κατηγορούμενη 2 έχει απαλλαγεί σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας κατόπιν απόσυρσης της υπόθεσης εναντίον της από πλευράς Κατηγορούσας Αρχής. Σε ότι αφορά το εκ πρώτης όψεως στάδιο, έχει πάγια νομολογηθεί ότι το δικαστήριο θα πρέπει ν' αθωώσει τον κατηγορούμενο αν διαπιστωθεί ότι:
- Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
- Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και η αυθεντία επί του θέματος Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9. Και στις δύο περιπτώσεις που έχει αναφερθεί πιο πάνω το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το δικαστήριο σε αυτό το στάδιο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων. Στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι 1 αντιμετωπίζουν την 1η κατηγορία για έκδοση μιας επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ενώ ο κατηγορούμενος 3 αντιμετωπίζει επίσης μια κατηγορία και συγκεκριμένα την 2η κατηγορία για συμμετοχή υπό την ιδιότητα του διευθυντή των κατηγορούμενων 1 στην διάπραξη του πιο πάνω αδικήματος κατά παράβαση των άρθρων 20 και 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα. Μελετώντας το άρθρο 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 διαπιστώνεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα εξής:
(1)Η έκδοση επιταγής.
(2)Η παρουσίαση της επιταγής στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε.
(3)Η παρουσίαση της να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα.
(4)Η μη εξόφληση της επιταγής η οποία να οφείλεται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της.
(5)Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της. Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου δύο μάρτυρες και συγκεκριμένα ως ΜΚ.1 κατέθεσε ο παραπονούμενος κ. Περικλής Ονησιφόρου και ως ΜΚ.2 ο κ. Γιαννάκης Θεμιστοκλέους. Περαιτέρω έχουν κατατεθεί ενώπιον του δικαστηρίου 3 τεκμήρια μεταξύ των οποίων σημειώνω και η επίδικη επιταγή δηλαδή το Τεκμήριο
- Έγιναν επιπρόσθετα, παραδεκτά γεγονότα τα οποία ήταν τα εξής: - Η υπογραφή επί της επίδικης επιταγής ανήκει στον 3ον κατηγορούμενο δηλαδή ο 3ος κατηγορούμενος την έχει υπογράψει εκ μέρους των κατηγορουμένων
- - Οι κατηγορούμενοι 2 και 3 είναι διευθυντές των κατηγορουμένων 1 υπό την έννοια ότι ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο και είναι μέχρι σήμερα. - Η κατηγορούμενη 1 είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών και - Η επίδικη επιταγή έχει εκδοθεί από τους κατηγορούμενους
- Έχω διεξέλθει με μεγάλη προσοχή τη μαρτυρία που έχει δοθεί από πλευράς κατηγορούσας αρχής και αποτελεί διαπίστωση μου ότι δεν έχουν αποδεχτεί δύο τουλάχιστον εκ των συστατικών στοιχείων του αδικήματος που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1 και πιο συγκεκριμένα έχοντας υπόψη τη σειρά με την οποία έχουν αναφερθεί πιο πάνω, τα συστατικά στοιχεία υπό 2 και 3 δηλαδή η παρουσίαση της επιταγής στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε και κατά πόσο έγινε η παρουσίαση κατά ή μετά την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. Κατ' αρχήν αξίζει να σημειωθεί ότι μάρτυρας εκ μέρους της Ελληνικής Τράπεζας που είναι το πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή δεν έχει κληθεί για να δώσει μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου. Περαιτέρω ο ΜΚ.1 δηλαδή ο παραπονούμενος δεν ανάφερε οτιδήποτε περί παρουσίασης της επιταγής και ήταν ξεκάθαρο από τη μαρτυρία του ότι την επιταγή έδωσε στον ΜΚ.2 ο οποίος και προχώρησε σε διαδικασία για είσπραξη της. Ερχόμενος τώρα στον ΜΚ.2 αναφέρω ότι σύμφωνα με τη μαρτυρία του έχει καταθέσει την επιταγή στο ΣΥΤΙΕΚ και σχετική με την κατάθεση είναι το Τεκμήριο 2 ενώπιον του δικαστηρίου, από όπου και επιστράφηκε η επιταγή. Δεν υπάρχει όμως ενώπιον του δικαστηρίου ίχνος μαρτυρίας ότι η επιταγή παρουσιάστηκε στην Ελληνική Τράπεζα και πότε έγινε αυτό, ούτε και παρουσιάστηκε μαρτυρία ποιος και κάτω από ποιες συνθήκες έθεσε τις σφραγίδες που φαίνονται στην επιταγή και οι οποίες αναφέρω δεν φέρουν καμιά σημείωση ή ένδειξη ότι αφορούν την Ελληνική Τράπεζα. Επισημαίνω βέβαια εδώ ότι εικασίες σε σχέση με το θέμα αυτό, το Δικαστήριο δεν μπορεί να κάνει. Τα πιο πάνω στοιχεία αποτελούν συστατικά στοιχεία του αδικήματος και η Κατηγορούσα Αρχή όφειλε να τα αποδείξει με σχετική μαρτυρία και δεν το έπραξε. Συνεπώς εκ του λόγου τούτου οι κατηγορούμενοι 1 θα πρέπει να αθωωθούν από αυτό το στάδιο και κατ' επέκταση το ίδιο πρέπει να γίνει για τον 3ον κατηγορούμενο αφού εφόσον δεν διαπιστώνεται διάπραξη αδικήματος για τους κατηγορούμενους 1, δεν είναι δυνατό να καταδικαστεί ο 3ος κατηγορούμενος για συμμετοχή του σε οποιοδήποτε αδίκημα. Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω αναφέρω ότι σε ότι αφορά τον 3ον κατηγορούμενο συγκεκριμένα, αυτός θα έπρεπε να αθωωθεί και για επιπρόσθετο λόγο. Όπως έχω αναφέρει πιο πάνω, ο κατηγορούμενος 3 κατηγορείται υπό την ιδιότητα του διευθυντή των κατηγορουμένων 1 για συμμετοχή του στη διάπραξη του αδικήματος. Κατ' αρχήν αναφέρεται ότι είναι πάγια νομολογημένο ότι η ιδιότητα του διευθυντή την οποία έχει ο κατηγορούμενος 3 με βάσει και τα παραδεκτά γεγονότα, δεν σημαίνει οτιδήποτε σε ότι αφορά την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Δεν σημαίνει δηλαδή ότι επειδή είναι διευθυντής είναι και ένοχος χωρίς άλλο. Σχετική είναι η υπόθεση Ευρυβιάδης v. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 600) και Π. Παντελή ν. Χ. Κωνσταντίνου, Ποινική Έφεση Αρ. 7095 ανωτέρω). Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261 αναφέρθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική αστική ευθύνη, αλλά η ευθύνη βαρύνει την εταιρεία, που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Αυτό όμως δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής τους ευθύνης ως συνεργών και έτσι μπορούν να διωχθούν ως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, ως αυτουργοί, δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Στις περιπτώσεις αυτές χρειάζεται να αποδειχθεί ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση σε αδίκημα, και (β) την ένοχη διάνοια (mens rea) η οποία αναμένεται να σχετίζεται και με τις 2 αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για το συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ'ότι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, αναφέρεται εδώ ότι με βάση την μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί ο κατηγορούμενος 3 υπόγραψε την επίδικη επιταγή και συνεπώς προκύπτει στο στάδιο αυτό ότι δια της υπογραφής του παρείχε βοήθεια στους κατηγορούμενους 1 κατά την έκδοση της επίδικης επιταγής. Όμως η υπογραφή της επιταγής δεν αποδεικνύει και το στοιχείο της ένοχης διάνοιας το οποίο θα πρέπει να συντρέχει για να καταδικαστεί ο κατηγορούμενος. Εκ της Νομολογίας δε προκύπτει ότι σε ότι αφορά περιπτώσεις που η κατηγορία στρέφεται εναντίον συνεργού, είναι υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει πως κατά τον ουσιώδη χρόνο της έκδοσης της επιταγής, ο συντάκτης της γνώριζε ότι κατά την παρουσίαση της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, δεν θα εξοφλείτο λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων. Αυτό κρίνεται ότι συνιστά την απαιτούμενη ένοχη διάνοια συνεργού κατά την διάπραξη του αδικήματος. Ερχόμενος τώρα στην προκειμένη περίπτωση και έχοντας μελετήσει ενδελεχώς την προσαχθείσα από πλευράς κατηγορούσας αρχής μαρτυρία, διαπιστώνω τα εξής: Δεν έχει παρουσιαστεί καμιά μαρτυρία από την κατηγορούσα αρχή σε σχέση με οποιαδήποτε συνομιλία που υπήρξε με τον κατηγορούμενο 3 κατά την έκδοση της επιταγής. Σύμφωνα με τον ΜΚ.1 μίλησε με τον κατηγορούμενο 3 μετά την επιστροφή της επιταγής. Συνεπώς δεν υπάρχει καμιά μαρτυρία ενώπιον του δικαστηρίου για λόγια ή συμπεριφορά εκ μέρους του κατηγορούμενου 3 που να δείχνει γνώση από πλευράς του. Δεν έχει παρουσιαστεί καμιά μαρτυρία για την κατάσταση του επίδικου λογαριασμού είτε κατά το χρόνο έκδοσης της επιταγής είτε κατά την παρουσίαση της στην Τράπεζα αλλά σημειώνω ούτε και σε οποιοδήποτε άλλο χρόνο. Δεν έχει παρουσιαστεί καμιά μαρτυρία για το θέμα εμπλοκής του κατηγορούμενου 3 στα της εταιρείας ή στα οικονομικά της εταιρείας ούτε και έχει παρουσιαστεί μαρτυρία κατά πόσο ήταν το πρόσωπο που εκπροσωπούσε την εταιρεία και είχε ενεργό ανάμειξη πέραν του δικαιώματος του να υπογράφει επιταγές, ούτε και για τον ρόλο της Έλλης Γεωργίου Παρέα στα της εταιρείας η οποία με βάσει τα παραδεκτά γεγονότα είναι επίσης διευθύντρια της εταιρείας. Δεν έχει δοθεί καμιά μαρτυρία κατά πόσο ο κατηγορούμενος 3 γνώριζε για τα υπόλοιπα στον επίδικο λογαριασμό κατά τον ουσιώδη χρόνο έκδοσης της επιταγής ή σε οποιοδήποτε άλλο χρόνο. Τέλος δεν έχει δοθεί καμιά μαρτυρία για το ποιο είναι το φυσικό πρόσωπο που εκ μέρους της εταιρείας που είχε επαφή με την τράπεζα σε ότι αφορά τα θέματα που αφορούν τον λογαριασμό, για το ποιος μιλούσε με την τράπεζα ή έδιδε οδηγίες και ποιος τελικά ενημερωνόταν για την κατάσταση του λογαριασμού. Θα πρόσθετα εδώ γενικότερα και συνοψίζοντας όλα τα ανωτέρω, ότι δεν υπάρχει στην προκειμένη περίπτωση ίχνος μαρτυρίας προς την κατεύθυνση απόδειξης της ένοχης διάνοιας ή πρόθεσης από πλευράς του κατηγορούμενου 3. Συνεπώς αναφέρω τον κατηγορούμενο 3 ανεξάρτητα από τα όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω, θα τον αθώωνα και για το λόγο αυτό. Με αυτά υπόψη δεν θα με απασχολήσει θέμα ύπαρξης ή μη νομιμοποιημένου κομιστή στην προκειμένη περίτπωση και εν πάση περιπτώσει δεν θα με απασχολήσει ούτε θέμα τροποποίησης του κατηγορητηρίου ή των λεπτομερειών των αδικημάτων σύμφωνα με την εισήγηση του συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής. Κρίνω όμως σκόπιμο να αναφέρω ότι σε κάθε περίπτωση ακόμα και διαφορετική να ήταν η κατάληξη του δικαστηρίου, τροποποίηση στην προκειμένη περίπτωση δεν θα μπορούσε να γίνει. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούσας αρχής εισηγήθηκε ότι σε περίπτωση που το Δικαστήριο βρει ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 3, θα πρέπει να τροποποιήσει αυτεπάγγελτα το κατηγορητήριο για να διαφανεί ξεκάθαρα όπως είπε ποιος είναι ο νομιμοποιημένος κομιστής. Παρατηρώ όμως ότι σε κάθε περίπτωση συγκεκριμένο αίτημα δεν έχει υποβληθεί ενώ περαιτέρω έτσι όπως είναι ενώπιον μου το θέμα μόνο γενικό και αόριστο μπορώ να το χαρακτηρίσω. Εν πάση περιπτώσει έχοντας υπόψη τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου, αναφέρω ότι το κατηγορητήριο με τη μαρτυρία φαίνεται να συνάδουν σε γενικές γραμμές. Πριν κλείσω όμως το θέμα αυτό, αναφέρω ότι δεν είναι ούτε κατανοητό τι ακριβώς είναι αυτό που ζήτησε ο συνήγορος της κατηγορούσας αρχής για να τροποποιηθεί ούτε και με έχει πείσει με οποιαδήποτε επιχειρήματα ότι το Δικαστήριο το οποίο σαφώς και έχει ρόλο να απονέμει δικαιοσύνη, μπορεί να πράξει οτιδήποτε στην προκειμένη περίπτωση προς αυτή την κατεύθυνση δηλαδή της ορθής απονομής δικαιοσύνης, όταν μάλιστα η ίδια η πλευρά της κατηγορούσας αρχής δεν προέβη σε κανένα διάβημα για τροποποίηση και δεν συγκεκριμενοποίησε ποτέ τι είναι αυτό που ζητά. Υπό τις περιστάσεις όπως πιο πάνω περιγράφονται, κρίνω ότι η κλήση των κατηγορουμένων 1 και 3 σε απολογία, θα έδινε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στην μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που την συνιστά βαρύνει εξ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Συναφώς κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Κατά συνέπεια αποτελεί κατάληξη μου, ενόψει των όσων έχουν αναφερθεί ανωτέρω, ότι οι κατηγορούμενοι 1 και 3 θα πρέπει να απαλλαγούν από αυτό το στάδιο. Συνεπώς τους απαλλάσσω και τους αθωώνω αφού βρίσκω ότι δεν έχει αποδεικτεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των κατηγορουμένων 1 και 3 και εναντίον του παραπονούμενου ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το δικαστήριο. (Υπ.) ................ Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο