← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Χριστάκη Σοφοκλέους, Αρ. Υπόθεσης: 24499/12, 3/11/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Χριστάκη Σοφοκλέους, Αρ. Υπόθεσης: 24499/12, 3/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:B49 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. Φυλακτού Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 24499/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού εναντίον Χριστάκη Σοφοκλέους Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 3.11.2014 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Παυλίδου με κα Δανιηλίδου Για τον κατηγορούμενο: Προσωπικά Κατηγορούμενος παρών Για σκοπούς μετάφρασης από ελληνικά στα αγγλικά και αντίστροφα ορκίζεται η κα Οκήφ Για σκοπούς μετάφρασης από αγγλικά στα βιετναμέζικα και αντίστροφα ορκίζεται η κα Phom Thi Hung Giens Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει 3 κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία αντιμετωπίζει το αδίκημα της κοινής επίθεσης κατά παράβαση του άρθρου 242 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, όπως αυτό τροποποιήθηκε. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο Κατηγορούμενος στις 21.7.12 στην τοποθεσία Τρίμιθος περιοχή της Παρεκκλησιάς στην επαρχία Λεμεσού, παράνομα επιτέθηκε κατά του Χριστάκη Κωνσταντίνου από τη Λεμεσό. Στη δεύτερη κατηγορία αντιμετωπίζει την κατηγορία της δημόσιας εξύβρισης κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 όπως αυτό τροποποιήθηκε και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, κατά ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην πρώτη κατηγορία, εξύβρισε τον Χριστάκη Κωνσταντίνου, δηλαδή τον παραπονούμενο ΜΚ2, από τη Λεμεσό με τις φράσεις που αναφέρονται στο κατηγορητήριο, κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Στην τρίτη κατηγορία, αντιμετωπίζει το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας κατά παράβαση του άρθρου 91(γ) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο όπως αυτός αναγράφεται στις λεπτομέρειες αδικήματος της πρώτης κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος με σκοπό την υποκίνηση του ιδίου παραπονούμενου να παραλείψει πράξη την οποία είχε νομικό δικαίωμα να τελέσει, απείλησε αυτό ότι ήθελε να επαγάγει βλάβη στο πρόσωπο του, λέγοντας του τη φράση που αναφέρεται στο κατηγορητήριο. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Το Δικαστήριο σ' αυτό το στάδιο δεν θα παραθέσει βεβαίως αυτολεξεί την τεθείσα ενώπιον του προφορική και γραπτή μαρτυρία, πλην όμως το Δικαστήριο θα κάνει ειδική αναφορά εκεί που χρειάζεται για σκοπούς αξιολόγησης και εξαγωγής των αναγκαίων ευρημάτων και συμπερασμάτων του Δικαστηρίου, για να καταδειχθεί κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει ή όχι πέρα πάσης αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. Όμως στο παρόν στάδιο το Δικαστήριο θα παραθέσει πολύ συνοπτικά τον πυρήνα της μαρτυρίας έκαστου μάρτυρα για να γίνει αντιληπτό το μαρτυρικό υπόβαθρο που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου. Ως ΜΚ1 κατέθεσε η Thi Phuong Dang και υιοθέτησε την κατάθεσή της Τεκμήριο 1 και κατέθεσε τα Τεκμήρια 2 και 3 που είναι η μετάφραση της κατάθεσης της στην αγγλική και ελληνική γλώσσα αντίστοιχα. Στην κατάθεσή της η μάρτυρας αλλά και προφορικά, εξιστόρησε τα περιστατικά τα οποία επήλθαν στην αντίληψή της και εκ των πραγμάτων και λόγω του ότι η ΜΚ1 δεν αντιλαμβάνεται την ελληνική γλώσσα η όλη μαρτυρία της επικεντρώθηκε στο περιστατικό που αφορά τις λεπτομέρειες του αδικήματος της πρώτης κατηγορίας. Έχει εξιστορήσει τη συμπεριφορά του Κατηγορούμενου, τις πράξεις του, αλλά και την όλη συμπεριφορά, ύφος και διάθεση του κατηγορούμενου. Ως ΜΚ2 κατέθεσε ο κύριος Χριστάκης Ιωάννου ή αλλιώς Χριστάκης Κωνσταντίνου, ο οποίος είναι ο παραπονούμενος στην παρούσα υπόθεση. Ο εν λόγω μάρτυρας τόσο στην κατάθεσή του Τεκμήριο 4, αλλά και προφορικά και αυτός με τη σειρά του εξιστόρησε το όλο περιστατικό που έλαβε κατά την ίδια χώρα στις 21.7.12 κατάθεση στην τοποθεσία Τρίμιθος στην περιοχή Παρεκκλησιάς και συγκεκριμένα έχει κάνει αναφορά στα λόγια που εξιστόρησε ο Κατηγορούμενος εναντίον του και στα οποία ήταν και άλλοι παρευρισκόμενοι εκεί πέρα, ως επίσης έχει κάνει αναφορά στη συμπεριφορά και στη διάθεση και το ύφος του Κατηγορούμενου. Επίσης έχει κάνει ειδική αναφορά στην όλη συμπεριφορά και πράξεις του Κατηγορούμενου που συνιστούν κατά τον ίδιο το πραγματικό υπόβαθρο και που αναφέρονται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του ΜΚ2 και με τη σύμφωνη γνώμη του Κατηγορούμενου, κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 5 και 6 η ανακριτική κατάθεση του Κατηγορούμενου για σκοπούς λήψης και η γραπτή κατηγορία που έχει απαγγελθεί σ' αυτόν. Με ενδιάμεση απόφαση του το Δικαστήριο έκρινε ότι έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του Κατηγορούμενου και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του δυνάμει του άρθρου 74

(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155, αυτός επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Η γραμμή που κράτησε ο Κατηγορούμενος ήταν εκ διαμέτρου αντίθετη με αυτήν των μαρτύρων κατηγορίας ένα και δύο και ουσιαστικά ο Κατηγορούμενος στην κατάθεσή του Τεκμήριο 5 την οποία και υιοθέτησε και προφορικά, αλλά και στη συνέχεια στην προφορική του κύρια εξέταση, αλλά και αντεξέταση, αποποιήθηκε οποιασδήποτε ευθύνης και εμπλοκής του στο επίδικο περιστατικό, λέγοντας ότι κατά τον ουσιώδη τόπο και χρόνο ο Κατηγορούμενος ήταν στο σπίτι του και δεν είχε άλλους μάρτυρες ή παρευρισκόμενους στην οικία του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ως προς την 1η κατηγορία, το άρθρο 242 του Κεφ. 154 προνοεί ότι: Όποιος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα, είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχτηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον Κώδικα αυτό προνοείται βαρύτερη ποινή, υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει το ν ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες και στις δύο αυτές ποινές. Κοινή επίθεση συνιστά οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση ή παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1995)3 All E.R. 788, 794). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης (intended) χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεση του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα (βλ. R v. Rophe
(1953)36 Cr. App. R. 4, Fagon v. Metropolitan Police Commissioner
(1988)3 All E.R. 445 και Archbold Pleading and Practice, 39η έκδοση παρ. 2634 σελ. 1071-1072), ούτε βέβαι απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα. Το Άρθρο 242 του Νόμου δεν συναρτά το νοητικό στοιχείο του αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος. Απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης για τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα - παρανόμως - (unlawfully). (ΔΗΜΟΣ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ v. ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ
(2003)2Α.Α.Δ. 574). Καθιστά, όμως, ο ίδιος ο Νόμος, με τις διατάξεις του Άρθρου 17, συγχωρητέα τη χρήση βίας προς αποτροπή μεγαλύτερου και ανεπανόρθωτου κακού σε άλλο πρόσωπο, το οποίο ο ασκών τη βία έχει υποχρέωση να προστατεύσει, νοουμένου ότι η βία, η οποία ασκείται, είναι εύλογη, υπό τις συνθήκες, και όχι δυσανάλογη προς το κακό του οποίο αποτρέπεται (Πετρόπουλος (ανωτέρω)). Ως προς το αδίκημα της 2ης κατηγορίας στο Άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοούνται τα ακόλουθα: Όποιος σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πλημμμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και τις δύο αυτές ποινές. Όσον αφορά τη νομική πτυχή τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κατηγορίας είναι: i) Η εξύβριση άλλου. ii) Σε δημόσιο χώρο. iii) Κατά τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να επιτεθεί. Το τι αποτελεί εξύβριση αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις πεερί ηθικής και ευπρέπειας (βλ. Brutus v. Cozens
(1972)2 All E.R. 1297). "Δημόσιος χώρος" ή "δημόσιο υποστατικό" περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης όπου το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής καθώς και κτίριο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση". "Δημόσια Διάβαση" περιλαμβάνει κάθε κύρια οδό, αγορά, πλατεία, οδό, γέφυρα ή άλλη διάβαση που χρησιμοποιείται νόμιμα από το κοινό. Σε σχέση με το στοιχείο του ενδεχόμενου πρόκλησης παρισταμένου προσώπου σε επίθεση, το κριτήριο και πάλι είναι αντικειμενικό, δηλαδή κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκαλείτο. Δεν χρειάζεται απόδειξη στοιχείου πραγματικής πρόκλησης οποιουδήποτε παρευρισκομένου να επιτεθεί (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Kozina,
(1992)2A.A.Δ. σελ. 503). Η εκστόμιση της υβριστικής φράσης θα μπορούσε να προκαλέσει τα παριστάμενα πρόσωπα σε επίθεση (βλ. Ηροδότου v. Αστυνομίας
(2006)2Α.Α.Δ. σελ. 373). Στην υπόθεση Ηροδότου v. Αστυνομίας (ανωτέρω) στη σελ. 378 αποφασίστηκε ότι το γραφείο παραπόνων αστυνομικού σταθμού, όπου έχει ελεύθερη πρόσβαση το κοινό, αποτελεί δημόσιο χώρο, με την έννοια που αποδίδεται στον Ποινικό Νόμο Κεφ. 154. Στη δε υπόθεση Ντεζιήν v. Αστυνομίας
(1992)2Α.Α.Δ. σελ. 1 στη σελ. 6 αναφέρονται τα εξής: "Το γραφείο παραπόνων της Αστυνομίας αποτελεί δημόσιο χώρο με την έννοια που ενέχει στο Κεφ. 154 (Άρθρο 4), δεδομένου ότι επιτρέπεται η είσοδος του κοινού για την υποβολή παραπόνων. Η εισήγηση του εφεσείοντος περί του αντιθέτου, που είναι και ο μόνος λόγος αμφισβήτησης της καταδίκης στη δεύτερη κατηγορία, στερείται ερείσματος". Το τι αποτελεί εξύβριση δεν καθορίζεται στον Ποινικό Κώδικα. Αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Όπως αναφέρεται στην Αγγλική υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 All. E.R. 1297. "An ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it". Επίσης στην Bolster v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 89, λέχθηκε ότι η εξύβριση στοιχειοθετείται όταν το χρησιμοποιηθέν υπό συνθήκες αντιπαράθεσης λεκτικό δεν είναι δυνατόν να εκληφθεί ως μη υβριστικό. Επομένως, η ακριβής λεκτική απόδοση των εκφρασθέντων στερείται οιασδήποτε ουσιώδους σημασίας. Στις λέξεις που εκστομίζονται πρέπει να αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα. Δεν χριεάζεται απόδειξη στοιχείου πραγματικής πρόκλησης οποιουδήποτε παρευρισκομένου να επιτεθεί. Είναι αρκετό ότι όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 99, ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Το κριτήριο είναι και πάλι αντικειμενικό, δηλαδή κατά πόσον ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκληθεί (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Ναταλία Καζίνα
(1999)2 Α.Α.Δ. 503 και Αχιλλέως v. Δημοκρατίας
(1996)2 Α.Α.Δ, 98). Όσον αφορά το στοιχείο του ενδεχόμενου πρόκλησης παριστάμενου προσώπου σε επίθεση, το κριτήριο είναι και πάλι αντικειμενικό, δηλαδή κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκαλείτο. Δεν χρειάζεται απόδειξη στοιχείου πραγματικής πρόκλησης οποιουδήποτε παρευρισκόμενου να επιτεθεί (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Kozina
(1992)2Α.Α.Δ. 503). Ως προς το αδίκημα το οποίο αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος στην 3η κατηγορία, εδράζεται στο άρθρο 91(γ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: "91: Όποιος - (α) ................ (β) ................ (γ) με σκοπό υποκίνησης οποιουδήποτε προσώπου για να διενεργήσει πράξη την οποία αυτό δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει ή να παραλείψει πράξη την οποία αυτό έχει νομικό δικαίωμα να διενεργήσει, απειλεί άλλον ότι δυνατόν να προξενήσει βλάβη στο πρόσωπο, τον υπόληψη, ή την περιουσία του ή στο πρόσωπο ή την υπόληψη οποιουδήποτε για τον οποίο ενδιαφέρεται εναντίον του οποίου γίνονται οι απειλές, είναι ένοχο πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων". Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος κατά την άποψη του Δικαστηρίου είναι τα εξής: (α) Απειλή προξένησης βλάβης κάποιου προσώπου ή άλλου που ενδιαφέρεται τούτο, (β) με σκοπό τον εκφοβισμό του προσώπου να διενεργήσει πράξη την οποία δεν έχει νομική υποχρέωση να διενεργήσει ή να παραλείψει πράξη την οποία έχει νομικό δικαίωμα να διενεργήσει, (γ) Στο παρόν ή το μέλλον. Στην υπόθεση Νετζιήπ v. Αστυνομίας
(1992)2Α.Α.Δ. 1, 6 λέχθηκαν τα πιο κάτω σε σχέση με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της απειλής βιαιοπραγίας: "Υποδεικνύουμε μόνο ότι προκύπτει από το κείμενο του άρθρου 91(γ) ότι η απειλή πρέπει να έχει πραγματικό έρεισμα και να δημιουργεί εξ' αντικειμένου την δυνατότητα εκφοβισμού προς τον σκοπό αποφυγής εκτέλεσης καθήκοντος. Κενή απειλή, δηλαδή απειλή η οποία λόγω του εξωπραγματικού χαρακτήρα της ή των συνθηκών κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε, δεν στοιχειοθετεί πρόθεση εκφοβισμού." Επίσης στην υπόθεση Βοσκού v. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 510, λέχθηκε ότι πέρα από τα απειλητικά λόγια, συστατικό στοιχείο του αδικήματος είναι η απειλή να αποσκοπεί στο να εκφοβίσει κάποιον από το να διενεργήσει πράξη την οποία δικαιούται νόμιμα να διενεργήσει. Αν λείπει το τελευταίο αυτό στοιχείο, τα απειλητικά λόγια δεν στοιχειοθετούν το αδίκημα της απειλής βιαιοπραγίας αλλά αυτό της εξύβρισης (βλ. Kallenos v. The Police
(1969)2 C.L.R. 210). Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Νετζιήπ (ανωτέρω), το κριτήριο δεν είναι υποκειμενικό. Δεν απαιτείται δηλαδή να προκληθεί στην πραγματικότητα φόβος στον παραπονούμενο ότι οι απειλές θα πραγματοποιηθούν. Αρκεί η απειλή να δημιουργεί εξ' αντικειμένου δυνατότητα εκφοβισμού του θύματος. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνήπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως εποσημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (βλ. Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: "Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής". Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του Κατηγορούμενου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Η ΜΚ1 άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τη μάρτυρα όπως αυτή κατέθεσε κατά την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης και το Δικαστήριο δεν έχει διαπιστώσει οποιανδήποτε πρόθεση της μάρτυρος να καταθέσει υπέρ του παραπονούμενου ‑ εργοδότη της και εναντίον του Κατηγορούμενου. Το Δικαστήριο δεν έχει διαπιστώσει οποιανδήποτε ύπαρξη προσωπικών συμφερόντων της μάρτυρος στην υπόθεση, η μάρτυρας κατέθεσε με φυσικό, πηγαίο, άμεσο και παραστατικό τρόπο και δεν έχει υποπέσει σε οποιανδήποτε αντίφαση κατά την αντεξέταση της από τον Κατηγορούμενο. Το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ότι η μάρτυρας αυτή, ήταν μάρτυρας της αλήθειας. Κατέθεσε όλα όσα γεγονότα γνώριζε για την παρούσα υπόθεση και που κυρίως επικεντρώνονται στην πρώτη κατηγορία και συνακόλουθα το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία της εν λόγω μάρτυρος στο σύνολο της ως αληθή και αξιόπιστη. Το Δικαστήριο έχει εξετάσει με πάρα πολλή προσοχή τη μαρτυρία του ΜΚ2, ο οποίος ήταν και ο παραπονούμενος στην παρούσα υπόθεση. Το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη και επαυξημένη προσοχή τον μάρτυρα όταν έδινε μαρτυρία δια ζώσης και τον έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τόσο κατά το στάδιο της κύριας εξέτασης, όσο και κατά το στάδιο της αντεξέτασης που υπέστη από τον Κατηγορούμενο. Το Δικαστήριο έχει παρακολουθήσει επίσης με ιδιαίτερη προσοχή τον μάρτυρα, διότι όπως έχει διαφανεί μεταξύ του παραπονούμενου και του Κατηγορούμενου δυστυχώς, έχει διαφανεί ότι υπάρχει μια αντιπαράθεση και ένα ιστορικό αντιπαραθέσεων που οδήγησαν και σε ακροαματικές διαδικασίες σε άλλες υποθέσεις και έχει διαφανεί ότι δυστυχώς μεταξύ τους υπάρχει μια έχθρα και μια αντιπαράθεση. Αυτός είναι και ο λόγος που έχει παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τον ΜΚ2 το Δικαστήριο όταν έδινε μαρτυρία. Το Δικαστήριο παρακολουθώντας με ιδιαίτερη προσοχή τον ΜΚ2 έχει διακρίνει ότι και αυτός ο μάρτυρας ήταν μάρτυρας της αλήθειας με τον δικό του παραστατικό τρόπο και ίσως και υπερβολικό, αφού άρχισε να εξιστορεί διάφορα γεγονότα από άλλες υποθέσεις και το Δικαστήριο επιστούσε την προσοχή στον παραπονούμενο να μην εκφεύγει από τα επίδικα γεγονότα. Εντούτοις όμως το Δικαστήριο κρίνει ότι και αυτός ο μάρτυρας με τον δικό του έστω παραστατικό τρόπο με τον φυσικό και πηγαίο τρόπο έδωσε τη δική του εκδοχή ως προς τα επίδικα γεγονότα. Το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ότι ο εν λόγω μάρτυρας κατέθεσε στο Δικαστήριο την αλήθεια και τα όσα διαδραματίστηκαν τον επίδικο χρόνο και τόπο. Φυσικά το Δικαστήριο αγνοεί και δεν λαμβάνει υπόψη του τα όσα ανέφερε τόσο ο παραπονούμενος αλλά και ο Κατηγορούμενος μεταγενέστερα στα όσα έλαβα χώρα πριν ή και μετά τον επίδικο χρόνο, διότι αυτά αποτέλεσαν αντικείμενο εξέτασης σε άλλες υποθέσεις και το Δικαστήριο επικεντρώνεται σε επίδικα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ως προς τον ουσιώδη τόπο και χρόνο όπως αυτό αναγράφεται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων αλλά και στο ιστορικό που έχει εξιστορήσει ο παραπονούμενος. Συνακόλουθα το Δικαστήριο κρίνει ότι η μαρτυρία του ΜΚ2 είναι αληθή και αξιόπιστη στο σύνολο της. Στον αντίποδα ο Κατηγορούμενος δεν άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο, καθότι το Δικαστήριο διέκρινε κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης τόσο κατά την κυρίως εξέταση, αλλά και την αντεξέταση του, ότι ο κατηγορούμενος ήθελε να αποποιηθεί ευθύς εξ αρχής οποιανδήποτε ευθύνη και εμπλοκή του στο επίδικο περιστατικό. Το Δικαστήριο κρίνει ότι ο Κατηγορούμενος είναι αναξιόπιστος όχι μόνο επειδή οι ΜΚ1 και ΜΚ2 κρίθηκαν αξιόπιστοι και συνακόλουθα η μαρτυρία του Κατηγορούμενου κρίνεται ως αναξιόπιστη λόγω του ότι είναι εκ διαμέτρου αντίθετη με τις μαρτυρίες των ΜΚ1 και ΜΚ2, αλλά και επειδή διέκρινε το Δικαστήριο ότι ήταν έντονη η πρόθεση και η προκατάληψη του Κατηγορούμενου στο να αποποιηθεί οποιασδήποτε εμπλοκής του στο περιστατικό για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει. Το Δικαστήριο δεν θα στηριχθεί στη μαρτυρία του Κατηγορούμενου για να εξάγει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα. Η μαρτυρία του Κατηγορούμενου κρίθηκε αναξιόπιστη στο σύνολο της ως αναληθή και αναξιόπιστη. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας που έλαβε υπόψη πιο πάνω το Δικαστήριο κρίνει ότι το ασφαλές μαρτυρικό υπόβαθρο για να εξαχθούν ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα είναι αυτή των μαρτύρων ΜΚ1 και ΜΚ2 και το Δικαστήριο προβαίνει στα πιο κάτω ευρήματα και συμπεράσματα: Ο Κατηγορούμενος στις 21.7.12 στην τοποθεσία Τρίμιθος στην περιοχή της Παρεκκλησιάς στην επαρχία Λεμεσού παράνομα επιτέθηκε κατά του Χριστάκη Κωνσταντίνου από τη Λεμεσό και πιο συγκεκριμένα η κοινή επίθεση του συνίστατο στη ρίξη πετρών από τον Κατηγορούμενο προς τον παραπονούμενο ‑ ΜΚ2. Η πιο πάνω πράξη του Κατηγορούμενου έχει γίνει με πρόθεση, με σκοπό τη χρήση παράνομης βίας από τον Κατηγορούμενο προς τον παραπονούμενο. Επίσης κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρθηκε πιο πάνω ο Κατηγορούμενος εξύβρισε τον παραπονούμενο με τις φράσεις που αναφέρονται στις λεπτομέρειες του αδικήματος της δεύτερης κατηγορίας και αυτή η εξύβριση έγινε από τον Κατηγορούμενο προς τον παραπονούμενο σε δημόσιο χώρο, δηλαδή στον χώρο που αναγράφεται στις λεπτομέρειες του αδικήματος και αυτή η εξύβριση έγινε κατά τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παριστάμενα πρόσωπα, να επιτεθεί με την έννοια που αναφέρεται στη νομική πτυχή της δεύτερης κατηγορίας, όπως έχει πιο πάνω εκτεθεί και οι εν λόγω φράσεις που εκστομίστηκαν είναι εξυβριστικές. Επίσης ο Κατηγορούμενος κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρθηκε πιο πάνω με σκοπό την υποκίνηση του παραπονούμενου να παραλείψει πράξη την οποία είχε νομικό δικαίωμα να τελέσει, απείλησε τον παραπονούμενο ότι ήθελε επαγάγει βλάβη στο πρόσωπο του, λέγοντας τις φράσεις που αναγράφονται στο κατηγορητήριο. Δηλαδή ο Κατηγορούμενος απείλησε τον παραπονούμενο ότι θα του προκαλέσει βλάβη με σκοπό τον εκφοβισμό του να διενεργήσει πράξη την οποία δεν είχε νομική υποχρέωση να διενεργήσει, πράξη την οποία είχε νομικό δικαίωμα να διενεργήσει στο παρόν και στο μέλλον με το αντικειμενικό κριτήριο που αναγράφηκε στη νομική πτυχή της τρίτης κατηγορίας που αναφέρθηκε πιο πάνω. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε και απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων και των τριών κατηγοριών. Ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος και στις τρεις κατηγορίες. (Υπ.) .............. Αλέξανδρος Φυλακτού, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./Ο.Ρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.