← Κύπρος

GR V NORTH FRUIT LTD δια μέσου του Χριστάκη Ιακωβίδη ως Διαχειριστής και Παραλήπτης ν. FTHARTEMPORIKI MICHALIS ZITTIS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 16521/12

GR V NORTH FRUIT LTD δια μέσου του Χριστάκη Ιακωβίδη ως Διαχειριστής και Παραλήπτης ν. FTHARTEMPORIKI MICHALIS ZITTIS LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 16521/12, 13/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:B52 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16521/12 Μεταξύ: GR V NORTH FRUIT LTD δια μέσου του Χριστάκη Ιακωβίδη ως Διαχειριστής και Παραλήπτης v. 1.FTHARTEMPORIKI MICHALIS ZITTIS LTD 2.ΑΝΤΡΗ ΖΙΤΤΗ 3.ΜΙΧΑΛΛΗΣ ΖΙΤΤΗΣ Κατηγορούμενων --------------------------------------------- Ημερομηνία: 13 Νοεμβρίου 2014 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Σ.Βασιλείου (για ν' ακούσει απόφαση η κα Χ. Κυριάκου) Για τους Κατηγορούμενους 1: καμία εμφάνιση Για τον Κατηγορούμενο 3: κ.Μ.Μούρος Κατηγορούμενος 3 : παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 3 εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση σύμφωνα με το Άρθρο 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 και ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος 2 θα πρέπει να αθωωθεί από το στάδιο αυτό. Αντίθετη ήταν η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής ο οποίος εισηγήθηκε ότι με βάσει την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ο κατηγορούμενος 3 πρέπει να κληθεί να προβάλει την υπεράσπιση του. Τα όσα ανέφεραν και οι δύο πλευρές για υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους έχουν καταγραφεί, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν στην παρούσα απόφαση. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην υπόθεση Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Περαιτέρω στην υπόθεση Γεν. Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87 αναφέρθηκε πως: " Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας ". Στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι 1 αντιμετωπίζουν με βάση το κατηγορητήριο δεκατέσσερις
(14)κατηγορίες για έκδοση ισάριθμων επιταγών χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. Οι εν λόγω επιταγές ευρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου και έχουν σημειωθεί ως τεκμήρια 8-
  2. Ο κατηγορούμενος 3 δε, αντιμετωπίζει επίσης δεκατέσσερις
(14)κατηγορίες για παροχή συνδρομής και ή παρακίνηση των κατηγορούμενων 1 στην έκδοση των εν λόγω δεκατεσσάρων επιταγών, υπό την ιδιότητα του ως διευθυντή τους, κατά παράβαση των άρθρων 20(γ) και 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Προκειμένου να υπάρχει μια ολοκληρωμένη εικόνα αναφέρεται εδώ ότι τις ίδιες κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος 3 αντιμετώπιζε αρχικά με βάση το κατηγορητήριο και η κατηγορούμενη 2, η οποία όμως έχει απαλλαγεί και αθωωθεί από τις κατηγορίες στις 14/10/14 κατόπιν απόσυρσης των κατηγοριών εναντίον της. Το άρθρο 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: « Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές. ». Από το λεκτικό του ως άνω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
(1)Η έκδοση επιταγής.
(2)Η παρουσίαση της επιταγής στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε.
(3)Η παρουσίαση της να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα.
(4)Η μη εξόφληση της επιταγής η οποία να οφείλεται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της.
(5)Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της. Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου τέσσερις μάρτυρες. Περαιτέρω έγιναν παραδεκτά γεγονότα και κατατέθηκαν 26 συνολικά τεκμήρια. Τα παραδεκτά γεγονότα σημειώνω ήταν ότι τόσο οι παραπονούμενοι όσο και οι κατηγορούμενοι 1 είναι εταιρείες οι οποίες έχουν συσταθεί νόμιμα σύμφωνα με τον Περί Εταιρειών Νόμο. Ως μάρτυρες δε κατέθεσαν οι κάτωθι: (α) Ζηνοβία Στυλιανού, ΜΚ
  1. Εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους παραπονούμενους στην παρούσα διαδικασία. Κατέθεσε διάφορα έγγραφα που έχουν σχέση με τον διορισμό του κ.Χριστάκη Ιακωβίδη ως διαχειριστή των παραπονούμενων (τεκμ.1-4), έρευνα αναφορικά με τους κατηγορούμενους 1 (τεκμ.5), καθώς επίσης αποφάσεις σε δύο αγωγές εναντίον των κατηγορούμενων 1 (τεκμ.6 & 7). (β) Αιμίλιος Χ''Χαραλάμπους, ΜΚ
  2. Είναι διευθυντής των παραπονούμενων και αναφέρθηκε στην συνεργασία με τους κατηγορούμενους 1 και την έκδοση των επίδικων επιταγών. Οι επίδικες επιταγές παρελήφθησαν από τον ίδιο την περίοδο από 22/01/10 μέχρι 08/05/10 και υπογράφηκαν στην παρουσία του από τον κατηγορούμενο 3, διευθυντή των κατηγορούμενων
  3. Μίλησε με τον κατηγορούμενο 3 μετά την επιστροφή των επιταγών και του ζητήθηκε να κάνει υπομονή, πλην όμως οι επιταγές δεν έχουν πληρωθεί. (γ) Νικόλαος Τροπάρη, ΜΚ
  4. Εργάζεται στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και ανάμεσα στα καθήκοντα του είναι η διαχείριση του Κεντρικού Αρχείου Πληροφοριών (ΚΑΠ) για εκδότες ακάλυπτων επιταγών. Οι κατηγορούμενοι 1 ανέφερε βρίσκονται στο αρχείο ΚΑΠ από τις 07/05/10 λόγω έκδοσης 5 ακάλυπτων επιταγών. Οι επιταγές αυτές δεν αφορούν οιεσδήποτε εκ των επίδικων επιταγών, όμως εκδόθηκαν από τον ίδιο λογαριασμό. Όταν καταχωρηθεί μια εταιρεία στο ΚΑΠ ενημερώνονται όλες οι τράπεζες και οι ΣΠΕ, η Κεντρική Τράπεζα αποστέλλει επιστολή στην εταιρεία για την καταχώρηση της στο αρχείο και οι τράπεζες με τη σειρά τους ενημερώνουν τους πελάτες τους. (δ) Σταύρος Βασιλειάδης, ΜΚ
  5. Εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου και συγκεκριμένα στη μονάδα υποστήριξης μικρομεσαίων επιχειρήσεων. Προηγουμένως εργαζόταν στη Marfin Laiki Bank (Λαική Τράπεζα), πριν δηλαδή την απορρόφηση της από την Τράπεζα Κύπρου και συγκεκριμένα στη μονάδα επιχειρήσεων. Ο επίδικος λογαριασμός ανέφερε ήταν τρεχούμενος με όριο €300.000.-. Σε ότι αφορά τον λογαριασμό αυτό κάθε μήνα αποστέλλετο στους κατηγορούμενους 1 κατάσταση λογαριασμού. Δικαίωμα υπογραφής επί των επιταγών είχε ο κατηγορούμενος
  6. Η υπέρβαση του ορίου που παρατηρείται στο λογαριασμό ήταν στα πλαίσια πρακτικής που ακολουθούσε η τράπεζα κατ' εξαίρεση με ειδικές εγκρίσεις για να μπορούν να πληρώνονται επιταγές πάνω από το όριο. Το όριο όμως ήταν ως έχει αναφερθεί €300.000.- με βάση συμφωνία που υπέγραψε ο κατηγορούμενος
  7. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι ο λογαριασμός των κατηγορούμενων 1 υπήρχαν διαστήματα που παρουσίαζε προβλήματα ρευστότητας, όπως την περίοδο του 2010, ενώ ανέφερε γενικά ότι μιλούσαν με τον διευθυντή της εταιρείας για τις πληρωμές των επιταγών. Δεν θυμάται όμως αν μίλησε με τον κατηγορούμενο 3 σε ότι αφορά τις επίδικες επιταγές Διεξήλθα με προσοχή τη μαρτυρία που έχει δοθεί από πλευράς κατηγορούσας αρχής και κατ' αρχήν θα ήθελα να αναφέρω ότι δεν προκύπτει ασαφής και αόριστη μαρτυρία, όπως ήταν η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου 3 κατά την αγόρευση του. Εν πάση περιπτώσει κρίνω ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής δεν είναι αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τους κατηγορούμενους. Επίσης έχοντας μελετήσει την μαρτυρία που έχει δοθεί από τους ΜΚ1 και 2, ως επίσης και τα τεκμήρια 1, 2, 3, 4 και 26, κρίνω ότι δεν θα πρέπει να με απασχολήσει σε αυτό το στάδιο η δεύτερη εισήγηση του συνηγόρου του κατηγορούμενου 3 ότι δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει αποδειχθεί η ιδιότητα του διαχειριστή των παραπονούμενων. Είμαι ικανοποιημένος ότι ο διαχειριστής έχει διοριστεί και ότι νομιμοποιείται να εγείρει και προωθήσει την παρούσα υπόθεση. Ερχόμενος τώρα να εξετάσω κατά πόσο σε αυτό το στάδιο ελλείπει οποιοδήποτε συστατικό στοιχείο των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι, θεωρώ ότι θα πρέπει να γίνει διαχωρισμός εν σχέση με τους κατηγορούμενους 1 και τον κατηγορούμενο 3, έχοντας υπόψη ότι ο τελευταίος κατηγορείται με βάση το άρθρο 20(γ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  8. Σε ότι αφορά τους κατηγορούμενους 1 αναφέρω ότι ως προκύπτει από την μαρτυρία και τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί δεν φαίνεται να ελλείπει οποιοδήποτε συστατικό στοιχείο. Με βάση την μαρτυρία οι κατηγορούμενοι 1, δια της υπογραφής του διευθυντή τους κατηγορούμενου 3, εξέδωσαν τις επίδικες επιταγές τεκμ.8-21 την περίοδο μεταξύ 22/01/10 - 08/05/10 και οι επιταγές αυτές αφού παρουσιάστηκαν στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν δεν πληρώθηκαν λόγω μη επαρκών υπολοίπων, ενώ κάποιες εξ'αυτών και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι ο λογαριασμός παγοποιήθηκε ΚΑΠ. Επιπλέον οι επιταγές μετά την παρουσίαση τους στην τράπεζα δεν πληρώθηκαν και παραμένουν μέχρι σήμερα απλήρωτες. Κατά συνέπεια κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορούμενων
  9. Εν σχέση με τον κατηγορούμενο 3, ο οποίος κατηγορείται υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής των κατηγορουμένων 1, ότι παρείχε συνδρομή και ή παρακίνησε τους κατηγορούμενους 1 στην έκδοση των επίδικων επιταγών, αναφέρω τα εξής. Κατ' αρχήν να αναφερθεί ότι από μόνη της η ιδιότητα του κατηγορούμενου 3 ως διευθυντή των κατηγορουμένων 1 δεν σημαίνει απολύτως τίποτε σε ότι αφορά τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Η διευθυντική ιδιότητα δεν οδηγεί σε καταδίκη χωρίς άλλο (βλ. Ευρυβιάδης v. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 600), Π. Παντελή ν. Χ. Κωνσταντίνου, Ποινική Έφεση Αρ. 7095 ανωτέρω). Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261 αναφέρθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική αστική ευθύνη, αλλά η ευθύνη βαρύνει την εταιρεία, που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Αυτό όμως δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής τους ευθύνης ως συνεργών και έτσι μπορούν να διωχθούν ως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, ως αυτουργοί, δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Στις περιπτώσεις αυτές χρειάζεται να αποδειχθεί ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση σε αδίκημα, και (β) την ένοχη διάνοια (mens rea) η οποία αναμένεται να σχετίζεται και με τις 2 αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για το συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ'ότι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, αναφέρεται εδώ ότι με βάση την μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί ο κατηγορούμενος 3 υπόγραψε τις επίδικες επιταγές και συνεπώς προκύπτει στο στάδιο αυτό ότι δια της υπογραφής του παρείχε βοήθεια στους κατηγορούμενους 1 κατά την έκδοση των επίδικων επιταγών. Όμως για να μπορέσει να καταδικαστεί ο κατηγορούμενος 3 θα πρέπει να υπάρχει μαρτυρία αναφορικά και με το στοιχείο της ένοχης διάνοιας (mens rea) από μέρους του. Η υπογραφή των επιταγών αναφέρεται δεν αποδεικνύει και το στοιχείο αυτό. Εκ της Νομολογίας δε προκύπτει ότι σε ότι αφορά περιπτώσεις που η κατηγορία στρέφεται εναντίον συνεργού, είναι υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει πως κατά τον ουσιώδη χρόνο της έκδοσης της επιταγής, ο συντάκτης της γνώριζε ότι κατά την παρουσίαση της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, δεν θα εξοφλείτο λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων. Αυτό κρίνεται ότι συνιστά την απαιτούμενη ένοχη διάνοια συνεργού κατά την διάπραξη του αδικήματος. Στην προκειμένη περίπτωση όμως ήδη από το στάδιο αυτό το Δικαστήριο παρατηρεί ότι δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας που να μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα πως ο κατηγορούμενος 3 κατά την έκδοση των επίδικων επιταγών γνώριζε πως δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια ή ότι δεν θα υπήρχαν κεφάλαια κατά την παρουσίαση τους για πληρωμή. Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας προς αυτή την κατεύθυνση και το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση με την δοθείσα μαρτυρία να καταλήξει ότι ο κατηγορούμενος 3 γνώριζε τον κρίσιμο χρόνο τα ουσιώδη γεγονότα και άρα είχε την ανάλογη πρόθεση. Με βάση την μαρτυρία του ΜΚ2 ο κατηγορούμενος 3 υπέγραψε τις επίδικες επιταγές, ενώ μίλησε μαζί του μετά την επιστροφή των επιταγών αναφορικά με το θέμα της πληρωμής τους. Περαιτέρω με βάση την μαρτυρία του ΜΚ4 ο κατηγορούμενος 3 είχε δικαίωμα υπογραφής επιταγών εν σχέση με τον επίδικο λογαριασμό και υπόγραψε εκ μέρους των κατηγορούμενων 1 την συμφωνία για το όριο στο λογαριασμό εκ €300.000.-. Αυτή είναι ουσιαστικά η μαρτυρία που έχει δοθεί αναφορικά με τον κατηγορούμενο 3 και όπως είναι φανερό η μαρτυρία αυτή μπορούμε ήδη από το στάδιο αυτό να πούμε ότι δεν θα μπορούσε ποτέ να καταδείξει την ένοχη διάνοια ή πρόθεση που θέλει η Νομολογία ως ανωτέρω έχει εξηγηθεί. Κατά το στάδιο των αγορεύσεων έχει ερωτηθεί από το Δικαστήριο ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούσας αρχής για να τοποθετηθεί επί του θέματος και πιο συγκεκριμένα του ζητήθηκε να παραπέμψει το Δικαστήριο στην μαρτυρία που θεωρεί ότι καταδεικνύει την απαιτούμενη γνώση του κατηγορούμενου 3. Ο συνήγορος δε ανέφερε ότι αυτό προκύπτει πρώτον από το γεγονός ότι η εταιρεία ενημερωνόταν κάθε μήνα για το υπόλοιπο του λογαριασμού της και ο κατηγορούμενος 3 είναι διευθυντής της, δεύτερον από υποβολές στον ΜΚ4 κατά την αντεξέταση φάνηκε ότι ήταν θέση της υπεράσπισης ότι γνώριζαν για την υπέρβαση του λογαριασμού αλλά θεωρούσαν ότι οι επιταγές σαν θέμα πρακτικής έπρεπε να πληρωθούν και τρίτον, δεν ηγέρθη ποτέ ζήτημα από την υπεράσπιση ότι δεν γνώριζε ο κατηγορούμενος 3 για την υπέρβαση. Ο κατηγορούμενος 3 γνώριζε ανέφερε για την υπέρβαση και επέλεξε να εκδώσει επιταγές. Με σεβασμό αναφέρω προς απάντηση των όσων έχουν λεχθεί από τον συνήγορο της κατηγορούσας αρχής πιο πάνω, ότι εξ' αυτών μόνον υποψίες μπορούν να δημιουργηθούν αλλά όσο εύλογες και αν είναι οι υποψίες δεν μπορούν να εξομοιωθούν με μαρτυρία (βλ.Γενικός Εισαγγελέας -v- Θεοδώρου
(2002)2 ΑΑΔ 9). Η αποστολή κατάστασης λογαριασμού στην εταιρεία δεν συνεπάγεται αυτόματα γνώση του κατηγορούμενου 3 χωρίς να υπάρχει συγκεκριμένη μαρτυρία περί τούτου. Μάλιστα στην προκειμένη περίπτωση θα πρέπει να σημειωθεί ότι ουδεμία μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για το ποιος ήταν ο ρόλος του κατηγορούμενου 3 στην εταιρεία, αν ήταν το πρόσωπο που εκπροσωπούσε την εταιρεία και είχε ενεργό ανάμιξη στα της εταιρείας πέραν του δικαιώματος του να υπογράφει επιταγές και ποιος ήταν ο ρόλος της κας Άντρης Ζίττη που με βάση την έρευνα που κατέθεσε η κατηγορούσα αρχή, τεκμήριο 5, ήταν επίσης διευθύντρια αλλά και γραμματέας της εταιρείας. Επίσης δεν υπάρχει καμία συγκεκριμένη μαρτυρία για το πότε και κάτω από ποιες συνθήκες η τράπεζα αποφάσισε να σταματήσει να πληρώνει επιταγές και αν ο κατηγορούμενος 3 έλαβε γνώση της απόφασης αυτής της τράπεζας και πότε. Επιπλέον το αν ο κατηγορούμενος 3 γνώριζε ή όχι για την υπέρβαση του ορίου του λογαριασμού αυτό δεν είναι το καθοριστικό στοιχείο για να αποφασιστεί η ύπαρξη της απαιτούμενης γνώσης και ένοχης πρόθεσης από πλευράς κατηγορούμενου 3. Εν πάση περιπτώσει από την μαρτυρία είναι ξεκάθαρο ότι ο κατηγορούμενος 3 τέτοια γνώση δεν προκύπτει να είχε. Όμως ακόμη και να θεωρήσουμε ότι είχε, η υπέρβαση του ορίου από τη στιγμή που ο λογαριασμός λειτουργούσε κανονικά ευρισκόμενος συνεχώς, από την 01/01/12 τουλάχιστον μέχρι την καταχώρηση του στο αρχείο του ΚΑΠ στις 07/05/10 (βλ.τεκμ.24 & 24Α), σε υπέρβαση και χωρίς να τεθούν άλλα στοιχεία ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν μπορεί να οδηγήσει σε κανένα απολύτως συμπέρασμα ή σε ασφαλές συμπέρασμα. Περαιτέρω θα πρόσθετα εδώ ότι στην προκειμένη περίπτωση ελλείπει επίσης μαρτυρία για το φυσικό πρόσωπο εκ μέρους των κατηγορουμένων 1 που διαχειριζόταν τα οικονομικά τους ή τον επίδικο λογαριασμό, ενώ εν σχέση συγκεκριμένα με τον επίδικο λογαριασμό για το πρόσωπο που είχε την συνεχή επαφή με την τράπεζα για όλα τα θέματα που τον αφορούσαν, για τις συναλλαγές, την πληρωμή ή επιστροφή επιταγών, για το ποιος μιλούσε με την τράπεζα ή έδιδε οδηγίες και ποιος τελικά ενημερωνόταν για την κατάσταση του λογαριασμού. Όπως έχει αναφερθεί υπήρχε άλλη μια διευθύντρια στην εταιρεία και ο βαθμός εμπλοκής ενός εκάστου στα του επίδικου λογαριασμού είναι στοιχεία άγνωστα στο Δικαστήριο. Ολοκληρώνοντας αναφέρω επίσης ότι εν σχέση με τις επιταγές που επιστράφηκαν και λόγω ΚΑΠ δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ότι όταν ο κατηγορούμενος 3 υπόγραφε τις επιταγές τεκμήρια 18-21 γνώριζε για την καταχώρηση του λογαριασμού στο ΚΑΠ. Αφού σημειωθεί δε εδώ ότι με βάση τον ΜΚ2 οι επιταγές τεκμ.18-21 παρελήφθησαν από τον ίδιο στις 08/05/10 και ότι με βάση τον ΜΚ3 οι κατηγορούμενοι 1 και ο επίδικος λογαριασμός καταχωρήθηκαν στο αρχείο του ΚΑΠ στις 07/05/10, δηλαδή μιαν
(1)μόνον ημέρα πριν την παραλαβή και των τελευταίων πιο πάνω επιταγών, ενώ περαιτέρω η Κεντρική Τράπεζα ενημερώνει με επιστολή την εταιρεία που καταχωρείται στο ΚΑΠ, θεωρώ ότι και αδύνατον ήταν η επιστολή να έφτανε στους κατηγορούμενους 1 την αμέσως επόμενη ημέρα της καταχώρησης τους στο αρχείο αλλά σε κάθε περίπτωση και να υπήρχε το χρονικό περιθώριο για να θεωρηθεί ότι είναι λογικό η επιστολή της Κεντρικής ότι παραλήφθηκε από τους κατηγορούμενους 1 αυτό και πάλιν δεν θα συνεπαγόταν χωρίς άλλη μαρτυρία γνώση του κατηγορούμενου 3. Με βάση λοιπόν όλα τα ανωτέρω και με δεδομένο ότι όλες οι επίδικες επιταγές ήταν μεταχρονολογημένες, κρίνω ότι κανένα Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα πως ο κατηγορούμενος 3 κατά την έκδοση των επίδικων επιταγών γνώριζε πως δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια ή ότι δεν θα υπήρχαν κεφάλαια κατά την παρουσίαση τους για πληρωμή. Υπό τις περιστάσεις όπως πιο πάνω περιγράφονται, κρίνω ότι η κλήση του κατηγορούμενου 3 σε απολογία θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ΄ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Συναφώς κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Κατά συνέπεια κρίνω ότι η σχετική εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου 3 περί μη ύπαρξης ίχνους μαρτυρίας σε ότι αφορά την παροχή συνδρομής ή παρακίνησης των κατηγορούμενων 1 στην έκδοση των επιταγών, υπό το φώς των όσων έχουν αναφερθεί ανωτέρω είναι βάσιμη και κατά συνέπεια κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου 3. Καταληκτικά και με βάση όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω, απαλλάσσω και αθωώνω τον κατηγορούμενο 3 στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Για τους κατηγορούμενους 1 επαναλαμβάνω βρίσκω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Τα έξοδα ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ του κατηγορούμενου 3 και εναντίον των παραπονούμενων. Σε ότι αφορά τους κατηγορούμενους 1 τα έξοδα θα είναι στην πορεία. (Υπ.) ................ Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.