← Κύπρος

Νίκος Κουδουνάς ν. Θωμάς Δ. Κωσταππής, Αρ. Υπόθεσης: 11149/2012, 27/11/2014

Νίκος Κουδουνάς ν. Θωμάς Δ. Κωσταππής, Αρ. Υπόθεσης: 11149/2012, 27/11/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:B58 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11149/2012 Μεταξύ: Νίκος Κουδουνάς Κατήγορος ν. Θωμάς Δ. Κωσταππής Κατηγορούμενου ----------------------------------------- Ημερομηνία: 27 Νοεμβρίου 2014 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Ν. Νικολάου Μετζίτικος Για τον Κατηγορούμενο: κ. Γ. Χ'' Παρασκευά Κατηγορούμενος: παρών ----------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες για την έκδοση επιταγών άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση του άρθρου 305Α

(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατά/ή περί την 31/12/2011 στη Λευκωσία, εξέδωσε και παρέδωσε στον παραπονούμενο την επιταγή της ΝΕΑ ΣΠΕ ΓΕΡΙΟΥ με αρ.21413606 για το ποσό των €2.100.- η οποία όταν παρουσιάστηκε στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε κατά/ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, δεν εξοφλήθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της και ή λόγω του ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του εκδότη της ήταν κλειστός και ή ότι παγοποιήθηκε κατά τον χρόνο παρουσίασης της επιταγής και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίαση της στην Τράπεζα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της δεύτερης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατά/ή περί την 31/12/2011 στη Λευκωσία, εξέδωσε και παρέδωσε στον παραπονούμενο την επιταγή της ΝΕΑ ΣΠΕ ΓΕΡΙΟΥ με αρ.21413607 για το ποσό των €30.000.- η οποία όταν παρουσιάστηκε στην Τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε κατά/ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα, δεν εξοφλήθηκε λόγω ελλείψεως διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της και ή λόγω του ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του εκδότη της ήταν κλειστός και ή ότι παγοποιήθηκε κατά τον χρόνο παρουσίασης της επιταγής και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο 15 ημερών από την παρουσίαση της στην Τράπεζα. Για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου δύο
(2)μάρτυρες και μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου. Περαιτέρω κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου 32 τεκμήρια και έγιναν παραδεκτά γεγονότα. Τα παραδεκτά γεγονότα ήταν τα εξής:
  1. Ο κατηγορούμενος εξέδωσε και υπόγραψε προς όφελος του παραπονούμενου Νίκου Κουδουνά την επιταγή με αριθμό 21413606 της Νέας ΣΠΕ Γερίου ημερομηνίας 31/12/2011 για το ποσό των 2100 ευρώ, η οποία κατατέθηκε την 09/01/2012 και επιστράφηκε την 10/01/2012 με την ένδειξη account frozen‑CIR, σε μετάφραση o λογαριασμός παγοποιήθηκε-ΚΑΠ.
  2. Ο κατηγορούμενος εξέδωσε και υπόγραψε προς όφελος του παραπονούμενου Νίκου Κουδουνά την επιταγή με αριθμό 21413607 της Νέας ΣΠΕ Γερίου ημερομηνίας 31/12/2011 για το ποσό των 30.000 ευρώ, η οποία κατατέθηκε την 09/01/2012 και επιστράφηκε την 10/01/2012 με την ένδειξη account frozen‑ CIR, σε μετάφραση ο λογαριασμός παγοποιήθηκε-ΚΑΠ.
  3. Οι πιο πάνω επιταγές εκδόθηκαν από τον λογαριασμό με αριθμό 10057‑40‑02059‑
  4. Οι πιο πάνω επιταγές έχουν δοθεί από τον κατηγορούμενο στον παραπονούμενο σε προγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία πληρωμής τους ήτοι την 31/12/
  5. Οι πιο πάνω επιταγές είναι διγραμμισμένες από τον εκδότη τους, τον κατηγορούμενο, για κατάθεση υπό την έννοια του διγραμμισμένες από τον εκδότη. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις. Οι αγορεύσεις των δύο πλευρών σημειώνω έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη, δεν κρίνεται όμως σκόπιμη η παράθεση των όσων οι συνήγοροι έχουν αναφέρει. Θα γίνει αναφορά σημειώνω σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω εάν αυτό κριθεί αναγκαίο. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων και τα παραδεκτά γεγονότα έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του χωρίς το Δικαστήριο στο παρόν σημείο να προβαίνει σε εκτενή παράθεση περίληψης της αλλά αυτό θα γίνει όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης ή για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσο έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). ΜΚ1 Σταυρούλα Σολομώντος Η μαρτυρία της γίνεται αποδεκτή. Η μάρτυρας απάντησε ευθέως ότι γνώριζε εις τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν με βάση τα καθήκοντα της και τα στοιχεία που είχε στην κατοχή της. Δεν είχε κανένα προσωπικό συμφέρον και το Δικαστήριο δεν έχει καμία αμφιβολία ότι πρόκειται για αξιόπιστη μάρτυρα. Κατά την κυρίως εξέταση της ανέφερε ότι εργάζεται στη Νέα ΣΠΕ Γερίου, το όνομα της οποίας ήταν για 26 χρόνια Περιφερειακή ΣΠΕ Λευκωσίας. Ο κατηγορούμενος είναι πελάτης στη Νέα ΣΠΕ Γερίου και διατηρεί λογαριασμό. Οι επιταγές τεκμήρια 1 και 2 εκδόθηκαν από τον πελάτη τους. Οι δύο αυτές επιταγές παρουσιάστηκαν κοντά τους στις 10/01/2012 και έχουν επιστραφεί πίσω με εντολή της ίδιας επειδή ο λογαριασμός ήταν παγοποιημένος, ήταν στο ΚΑΠ. Ο λογαριασμός παγοποιήθηκε στις 25/02/
  6. Όταν παγοποιηθεί ένας λογαριασμός λόγω ΚΑΠ λαμβάνει γνώση ο πελάτης τους, όπως έγινε και στην συγκεκριμένη περίπτωση με τον κατηγορούμενο. Καθημερινά είναι υποχρέωση τους να μιλούν με τους πελάτες τους που παρουσιάζουν κάποια προβλήματα στους λογαριασμούς τους και η ίδια μιλούσε με τον κατηγορούμενο. Τόσο στις 10/01/2012 όσο και στις 31/12/2011 δεν υπήρχαν πιστωτικά υπόλοιπα στον λογαριασμό. Κατά την αντεξέταση της ανέφερε ότι ο επίδικος λογαριασμός άνοιξε 12/12/2008 και ήταν τρεχούμενος λογαριασμός με δικαίωμα έκδοσης επιταγών χωρίς όριο πίστωσης δηλαδή χωρίς πιστωτική διευκόλυνση. Μεταγενέστερα, το 2010, υπήρξε τροποποίηση των όρων κατόπιν αιτήματος του πελάτη τους για παραχώρηση ορίου και δόθηκε όριο €40.000.-. Ο πελάτης σε ότι αφορά τον λογαριασμό είχε το δικαίωμα των 72 ωρών, δηλ. εάν για παράδειγμα ερχόταν επιταγή για πληρωμή σήμερα και χρεωνόταν στο λογαριασμό του, δίνεται ένα περιθώριο 72 ωρών να την καλύψει και εάν δεν τα καταφέρει θα επιστραφεί πίσω. Ακόμη και αν σε μία ημέρα έρχονταν 20 επιταγές συνολικού ποσού €300.000.- και πληρώνονταν οι 5, για τις υπόλοιπες του δινόταν ένα περιθώριο 72 ωρών να τις καλύψει και το ίδιο ίσχυε για την επόμενη ημέρα. Το δικαίωμα αυτό είναι Νόμος της Κεντρικής Τράπεζας. Δεν παραχωρήθηκε στον πελάτη όριο πέραν των €100.000.-. Του παρασχέθηκε η διευκόλυνση των 72 ωρών να πληρώνει κάποιες επιταγές και το αποδέκτηκε. Ο πελάτης γνώριζε καθημερινά τα υπόλοιπα του αφού επικοινωνούσε καθημερινά μαζί τους. Γνώριζε τις επιταγές που παρουσιάζονταν σε συγκεκριμένη ημερομηνία, εξετάζονταν τα κεφάλαια στο λογαριασμό και αποφάσιζαν ποιες επιταγές θα επιστρέφονταν πίσω και ποιες θα μπορούσαν να κρατηθούν μέχρι την επομένη για να τον εξυπηρετήσουν. Η επικοινωνία τους μπορεί να ήταν δύο και τρείς φορές την ημέρα. Ο πελάτης τους γνώριζε ότι ο λογαριασμός του ήταν προβληματικός από την επικοινωνία μεταξύ τους, και προειδοποιήθηκε πάρα πολλές φορές πριν την παγοποίηση του λογαριασμού του και την καταχώρηση στο ΚΑΠ. Για την καταχώρηση στο ΚΑΠ ενημερώθηκε ο πελάτης και με επιστολή αλλά περαιτέρω όλοι οι λογαριασμοί του σε όλες τις τράπεζες που διατηρεί τρεχούμενο λογαριασμό παγοποιούνται αυτόματα. Την ημέρα της παγοποίησης του λογαριασμού, 25/02/2011, το υπόλοιπο (χρωστικό) του λογαριασμού ήταν €22.346,67.-. Στις 25/02/2011 έγινε χρέωση επιταγών €87.034,42.- και αποφασίστηκε ότι δεν θα παραχωρείτο άλλο περιθώριο ή τουλάχιστον ότι δεν μπορούσε να καλύψει το συγκεκριμένο ποσό εις γνώση του ότι έχουν επιστραφεί οι επιταγές και στην παρουσία του πελάτη στο κατάστημα τους. Δεν εδόθη γραπτή προειδοποίηση ότι τερματίζεται η πίστωση. Οι επιταγές του τεκμηρίου 8 έχουν πληρωθεί από τον επίδικο λογαριασμό. Όλες είναι προς όφελος του Νίκου Κουδουνά εκτός μίας δηλαδή της υπ'αρ.27032972 για ποσό €4757 που δικαιούχος της είναι ο Κώστας Μαυρομμάτης. Η επόμενη στη σειρά επιταγή μετά τις επίδικες από το βιβλιάριο του κατηγορούμενου είναι η 21413608 και παρουσιάστηκε για πληρωμή στις 06/03/2010 αλλά επειδή μεσολαβούσε Σαββατοκύριακο την εξέτασαν στις 09/03/
  7. Η αμέσως επόμενη της επιταγής αυτής υπ'αρ.21413609 παρουσιάστηκε στις 05/03/10 και την εξέτασαν στις 06/03/10, και η 21413610 παρουσιάστηκε στις 04/03/
  8. ΜΚ2 Νίκος Κουδουνάς-παραπονούμενος Η μαρτυρία του δεν γίνεται αποδεκτή. Η όλη παρουσία του ενώπιον του Δικαστηρίου και οι απαντήσεις του δεν έπεισαν το Δικαστήριο, το οποίο θεωρεί ότι ο μάρτυρας δεν ήταν ειλικρινής και δεν παρουσίασε καθαρές θέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου αλλά αντίθετα με την μαρτυρία του άφησε σκιές σε διάφορα θέματα με αποτέλεσμα η αξιοπιστία του και γενικότερα η εκδοχή του να πληγεί. Εν πάση περιπτώσει το Δικαστήριο κρίνει ότι τα όσα ανέφερε δεν αντέχουν στη βάσανο της λογικής, εκ της μαρτυρίας του δε έχουν προκύψει αμφιβολίες στο μυαλό του Δικαστηρίου αναφορικά με συγκεκριμένα ουσιώδη θέματα και πτυχές της υπόθεσης. (Α) Ήταν θέση του μάρτυρα ότι ο ίδιος μαζί με τον κατηγορούμενο και τους κουμπάρους του Κώστα Μαυρομάτη και Παντελή Χριστοφή συνεργάστηκαν επιχειρηματικά στον τομέα ανάπτυξης γης και ακινήτων. Στην αρχή άνοιξαν την εταιρεία Lexteam Holdings Ltd (στο εξής η Lexteam) στην οποία αρχικά ο κατηγορούμενος ήταν μέτοχος και διευθυντής αλλά εν συνεχεία αποχώρησε από την εταιρεία μεταβιβάζοντας το μερίδιο του στον Κώστα Μαυρομάτη, για διαδικαστικούς κυρίως λόγους, μένοντας ουσιαστικά συνέταιρος 25% όπως και πριν. Σύναψαν δάνεια και προσωπικά αλλά και στην εταιρεία με σκοπό το κέρδος με την ανάπτυξη ή αγοραπωλησίες ακινήτων. Τόσο αρχικά ως μέτοχος της Lexteam όσο και στη συνέχεια, ο κατηγορούμενος θα είχε την ευθύνη διαχείρισης των χρημάτων τα οποία μπήκαν στην εταιρεία αλλά και της αποπληρωμής των δανείων που είχαν γίνει είτε προσωπικά από τους ίδιους είτε από την εταιρεία, αφού επρόκειτο για ένα άτομο με τρομερές διασυνδέσεις και εμπειρίες στον τομέα ανάπτυξης γης και αγοραπωλησιών ακινήτων εις το οποίο έδειξαν εμπιστοσύνη. Πέραν της σύναψης των δανείων πιο πάνω τα οποία έγιναν σταδιακά το δεύτερο εξάμηνο του 2007, ο ίδιος συνείσφερε στην επιχείρηση με επιπλέον ποσό €66.000.- τον Ιούνιο του 2007 που προήλθε κυρίως από τον γάμο του αλλά και με ποσό €70.000.- από δάνειο που σύνηψε τον Μάρτιο του
  9. Τα ποσά δόθηκαν στον κατηγορούμενο για να υπάρχει δυνατή ρευστότητα στην εταιρεία και να εκμεταλλευτούν τις οποιεσδήποτε ευκαιρίες υπήρχαν τότε. Περί τα τέλη του 2008 και αφού δεν πέτυχαν την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων της εταιρείας μέχρι τότε, αποφάσισαν να μην προχωρήσουν σε άλλες αγοραπωλησίες και ο κατηγορούμενος να τους επιστρέψει όλα τα λεφτά που συνεισέφεραν από ιδίους πόρους, ενώ θα συνέχιζε την αποπληρωμή των δανείων ως είχε συμφωνηθεί αρχικά. Ο κατηγορούμενος ήταν το πρόσωπο που πλήρωνε τα δάνεια από την αρχή. Η πληρωμή των δανείων γινόταν είτε με μετρητά είτε με κατάθεση επιταγών που εξέδιδε επ' ονόματι τους και τις έκανε κατάθεση κυρίως στην Κεντρική Συνεργατική Λευκωσίας. Δεν συνεχίζει όμως να αποπληρώνει τα δάνεια. Το Δικαστήριο έχοντας υπόψη τα πιο πάνω θεωρεί κατ' αρχήν ότι η θέση του μάρτυρα περί συνέχισης από πλευράς του κατηγορούμενου της υποχρέωσης αποπληρωμής των δανείων που σύνηψαν προσωπικά όλοι οι εμπλεκόμενοι μετά την λήξη ουσιαστικά της συνεργασίας και η δικαιολογία που έδωσε για τούτο δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής. Αν ο κατηγορούμενος ήταν άτομο με τρομερές διασυνδέσεις και εμπειρίες στον τομέα ανάπτυξης γης και αγοραπωλησιών ακινήτων και του έδειξαν εμπιστοσύνη, δεν έχει κρίνω καμία σχέση με την ανάληψη ή μη της υποχρέωσης αυτής από πλευράς του. Εν πάση περιπτώσει ο κατηγορούμενος αποχώρησε από την εταιρεία σχεδόν αμέσως μετά την σύσταση της, χωρίς να διευκρινιστεί μέχρι τέλους της διαδικασίας αν συνέχιζε να είναι δικαιούχος του ποσοστού των μετοχών που μεταβίβασε, πέραν της γενικής αναφοράς του μάρτυρα για τούτο. Σημειώνω εδώ ότι συγκεκριμένη μαρτυρία επί τούτου δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου. Όμως το ουσιαστικό εδώ είναι ότι ο κατηγορούμενος μετά την απόφαση έστω περί τα τέλη του 2008 όπως αναφέρθηκε για να μην προχωρήσουν με περαιτέρω αγοραπωλησίες, δεν ήταν καθόλου λογικό να αναλάβει την αποπληρωμή των δανείων που έγιναν για σκοπούς αγοραπωλησιών ακινήτων με σκοπό το κέρδος από τους εμπλεκόμενους προσωπικά, όταν μάλιστα ο ίδιος δεν προκύπτει να είχε κάποιο συμφέρον από την εταιρεία μετά την εν λόγω απόφαση, δεν θα του μεταβιβάζονταν οιεσδήποτε μετοχές και η εταιρεία ανήκε σε τρίτους. Γιατί ο κατηγορούμενος να αναλάβει να πληρώσει τα προσωπικά δάνεια των άλλων εμπλεκομένων, που συνέχιζαν να είναι μέτοχοι της εταιρείας στην οποία ανήκαν τα ακίνητα, όταν τα δάνεια αυτά έγιναν ακριβώς για αγορές των ακινήτων αυτών, δεν έχει διευκρινιστεί από την κατηγορούσα αρχή. Η Υπεράσπιση σημειώνω αμφισβήτησε έντονα την υποχρέωση αυτή του κατηγορούμενου και κρίνω ότι ο μάρτυρας κάθε άλλο παρά πειστικές απαντήσεις έχει δώσει επί του θέματος. Αντίθετα όσα ανέφερε έχουν δημιουργήσει αμφιβολίες στο Δικαστήριο αναφορικά με το αντάλλαγμα του κατηγορούμενου για την ανάληψη της υποχρέωσης αυτής, και κατ' επέκταση για τις πληρωμές που γίνονταν κατά τους ουσιώδεις χρόνους από τον κατηγορούμενο σε λογαριασμούς τόσο του παραπονούμενου και της συζύγου του όσο και των άλλων εμπλεκομένων προσώπων και τι ακριβώς αυτές αφορούσαν. Με το ίδιο σκεπτικό πιο πάνω αναφέρω έχουν προκύψει αμφιβολίες στο μυαλό του Δικαστηρίου και για την θέση του μάρτυρα περί ανάληψης υποχρέωσης επιστροφής από τον κατηγορούμενο προς τον παραπονούμενο του ποσού που επένδυσε ο ίδιος προσωπικά στην εταιρεία, από ιδίους πόρους όπως ο ίδιος ανέφερε κατά την μαρτυρία του. Εάν τα χρήματα επενδύθηκαν στην εταιρεία για να υπάρχει δυνατή ρευστότητα όπως ανέφερε ο μάρτυρας και για σκοπούς αγοραπωλησιών ακινήτων με σκοπό το κέρδος, που εν πάση περιπτώσει δεν υπάρχει μαρτυρία ότι χρησιμοποιήθηκαν για κάτι άλλο ή ότι για παράδειγμα ο κατηγορούμενος επωφελήθηκε προσωπικά από τα χρήματα αυτά, και εφόσον με βάση τον μάρτυρα δεν εδόθη ποτέ δάνειο στον κατηγορούμενο, τότε γιατί να του επιστραφούν τα χρήματα από τον κατηγορούμενο και με ποιο αντάλλαγμα, έχοντας υπόψη και όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω, δεν έχει εξηγηθεί επαρκώς στο Δικαστήριο. Αυτό ήταν επίσης αναφέρεται ένα θέμα που αμφισβήτησε έντονα η Υπεράσπιση, χωρίς όμως και πάλιν σημειώνεται ο μάρτυρας να δώσει οιεσδήποτε πειστικές απαντήσεις. Συνεπώς μετέωρο κρίνω παραμένει και το θέμα της αντιπαροχής σε ότι αφορά τις επίδικες επιταγές, για το οποίο έχουν δημιουργηθεί στο Δικαστήριο σημειώνεται σοβαρές αμφιβολίες (Ποινική Έφεση Αρ. 129/2011, ΜΑΚΑΡΙΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ν. ΓΕΩΡΓΙΑΣ ΦΟΥΡΝΙΔΟΥ ημερ. 18 Δεκεμβρίου 2012). (Β) Πέραν όμως των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω, αμφιβολίες σημειώνεται αναφορικά με την αξιοπιστία της όλης εκδοχής του παραπονούμενου προκύπτουν και από τα εξής. i. Το Δικαστήριο δεν θεωρεί καθόλου λογικό ο παραπονούμενος να έδινε στον κατηγορούμενο χρήματα εν λευκώ, είτε προσωπικά είτε μέσω δανείων, όταν μάλιστα μιλούμε για αρκετές δεκάδες χιλιάδες ευρώ, χωρίς να γνωρίζει τι ακριβώς αγοράζετο, τι πράξεις γίνονταν, και τι κέρδος υπήρχε. Ο παραπονούμενος έδωσε με την μαρτυρία του την εικόνα στο Δικαστήριο ότι ο κατηγορούμενος ενεργούσε μόνος του χωρίς διαβούλευση μαζί τους και απλά τους έλεγε ότι υπήρχε κέρδος και τους πλήρωνε χωρίς ο ίδιος να γνωρίζει αν το ποσό που τους πλήρωνε ανταποκρίνετο στο πραγματικό κέρδος που είχε να λαμβάνει. Ας σημειωθεί εδώ ότι ο μάρτυρας δεν ξεκαθάρισε ποτέ στο Δικαστήριο τι ποσά έλαβε από τον κατηγορούμενο εν σχέση με κέρδη από τις αγοραπωλησίες ακινήτων, ποιες ήταν ακριβώς οι αγοραπωλησίες αυτές, αλλά ούτε και ποιο ακριβώς ποσό κατατέθηκε σε δικό του ή δικούς του λογαριασμούς ή σε λογαριασμούς της συζύγου του για το θέμα αυτό. ii. Προς επιβεβαίωση των ανωτέρω, σημειώνονται από την μαρτυρία του ΜΚ2 τα εξής: (α) Ανέφερε ότι η εταιρεία Lexteam αγόρασε το ακίνητο στην Λευκωσία με αρ.εγγραφής D1988 που αφορούσε κατοικία και 7 ακίνητα στη Συλίκου. Δεν γνωρίζει όμως το ποσό που αγοράστηκαν αφού δεν έρχονταν οι ίδιοι σε επαφή με τον αγοραστή τον οποίο γνωρίζει μόνον ο κατηγορούμενος. Για τις αγορές αυτές όμως έγιναν τα δάνεια στην Τράπεζα Κύπρου. Η κατοικία πωλήθηκε περί τις €700.000.- χωρίς όμως να είναι σίγουρος γιατί δεν έχει στοιχεία και αν υπήρξε κέρδος συνέχισε να το κρατά ο κατηγορούμενος. (β) Από τις 27/08/07 ανέφερε ότι γίνονταν καταθέσεις σε λογαριασμούς της γυναίκας του αλλά και σε δικό του λογαριασμό χωρίς να είναι σίγουρος. Οι καταθέσεις αφορούσαν κέρδη από τις πράξεις που έκαναν, αλλά δεν γνωρίζει τις ακριβείς πράξεις που γίνονταν, ούτε λεπτομέρειες. Ο κατηγορούμενος του ανέφερε απλά ότι έγιναν πράξεις και ότι κέρδισαν, ζητούσαν το κέρδος αλλά ο κατηγορούμενος τους έλεγε να αφήσουν τα λεφτά για να υπάρχει ρευστότητα και να προβαίνουν και σε άλλες αγοραπωλησίες και αυτός είναι ο λόγος που δίνονταν τα λεφτά τοις μετρητοίς σταδιακά με το μήνα. (γ) Περαιτέρω ανέφερε ότι το κέρδος του κατηγορούμενου προερχόταν από τα κέρδη των αγοραπωλησιών, όπως και του ιδίου, του Χριστοφή και του Μαυρομάτη. Τα λεφτά δόθηκαν στον κατηγορούμενο με σκοπό να τα διαχειριστεί και να κερδίσουν. Τι ποσά ακριβώς κέρδισε ο κατηγορούμενος δεν γνωρίζει. (δ) Απαντώντας σε υποβολή ότι έλαβε από τον κατηγορούμενο μέχρι τον Ιούλιο του 2009 €140.675.-, ανέφερε ότι πήρε μέρος των λεφτών του μέχρι τον Ιούλιο του 2009 δηλ. εφτά επιταγές εκ €11.355 έκαστη, υπήρξαν καταθέσεις για το κέρδος που πληρωνόταν σταδιακά αλλά το ακριβές ποσό δεν το γνωρίζει και γίνονταν και πληρωμές στα δάνεια όπως είχε συμφωνηθεί να αποπληρώνει ο κατηγορούμενος. (ε) Ανέφερε επίσης ότι κάποιες εκ των πράξεων που γίνονταν με αγοραπωλητήρια συμβόλαια προφανώς είχαν κάποιο κέρδος, ενώ σε άλλο σημείο ότι δεν γνώριζαν τίποτε για τις πράξεις και έμεναν στις προφορικές διαβεβαιώσεις του κατηγορούμενου ότι αγοράστηκε ένα ακίνητο, αυτό πωλήθηκε και είχαν κέρδος. iii. Ο μάρτυρας προσπάθησε δηλαδή να πείσει ότι ο κατηγορούμενος έκανε όλες τις πράξεις μόνος του, ο κατηγορούμενος μόνον γνώριζε το κέρδος που είχαν ενώ αυτός δεν γνώριζε τίποτε, και ο κατηγορούμενος αποφάσιζε τι ποσοστό επί του κέρδους θα τους δώσει. Και αυτά σημειώνω παρόλο που ο κατηγορούμενος δεν ήταν διευθυντής της εταιρείας και συνεπώς δεν μπορούσε να εκπροσωπεί ή να δεσμεύει την εταιρεία, κάτι που μπορούσε όμως να πράξει ο αναφερόμενος Μαυρομάτης με τον οποίο ο μάρτυρας είχε πολύ στενή σχέση. Εν πάση περιπτώσει ο μάρτυρας, ο οποίος ας σημειωθεί δεν παρουσίασε κανένα στοιχείο για οποιαδήποτε πράξη με ακίνητο από το οποίο να προκύψει κέρδος και απάντησε σε σχετική υποβολή ότι δεν κατέχει στοιχεία για οποιαδήποτε πράξη μετά τον καιρό που ισχυρίζεται ότι έδωσε τα λεφτά στον κατηγορούμενο, δεν έπεισε το Δικαστήριο με τα λεγόμενα του, τα οποία εν πάση περιπτώσει επαναλαμβάνεται δεν αντέχουν ούτε στη βάσανο της λογικής. Με όσα ανέφερε εν πάση περιπτώσει ο μάρτυρας το Δικαστήριο κρίνει ότι άφησε σκιές σε πολύ ουσιώδη θέματα και συγκεκριμένα για το τι ακριβώς αφορούσαν οι πληρωμές που γίνονταν από τον κατηγορούμενο προς αυτόν, τις οποίες ο ίδιος απέδωσε ακριβώς σε κέρδη από αγοραπωλησίες ακινήτων, κάτι που αναμφίβολα έχει άμεση σχέση με το θέμα της εξόφλησης των επίδικων επιταγών που αποτέλεσε θα έλεγα την βασικότερη θέση της Υπεράσπισης. Όλες οι πληρωμές που γίνονταν από τον κατηγορούμενο προς τον παραπονούμενο, ασχέτως αν ήταν με επιταγές ή με καταθέσεις σε λογαριασμούς, αφορούσαν κατά την Υπεράσπιση την εξόφληση των δανείων που έγιναν από τον παραπονούμενο στον κατηγορούμενο με αποτέλεσμα μέσα από τις πληρωμές αυτές οι επίδικες επιταγές να εξοφληθούν πριν από την ημερομηνία πληρωμής τους και το Δικαστήριο καταληκτικά αναφέρει ότι ενόψει των ανωτέρω δεν έχει πεισθεί από τον παραπονούμενο ότι δεν είναι έτσι τα πράγματα. (Γ) Τέλος, σημειώνεται ότι ο ΜΚ2 δεν έπεισε το Δικαστήριο ούτε για τον χρόνο έκδοσης των επιταγών. Σύμφωνα με τον μάρτυρα οι επιταγές εκδόθηκαν και του παραδόθηκαν τέλος Οκτωβρίου του 2011 με αρχές Νοεμβρίου του
  10. Όμως εκτός του ότι δεν δόθηκαν οιεσδήποτε λεπτομέρειες από τον μάρτυρα για τις συνθήκες κάτω από τις οποίες εκδόθηκαν, τι ακριβώς συζητήθηκε ή λέχθηκε κατά την έκδοση των επιταγών και δεν εξηγήθηκε γιατί τέθηκαν στις επιταγές οι συγκεκριμένες ημερομηνίες πληρωμής, προκειμένου το Δικαστήριο συνδέοντας την μαρτυρία αυτή με την υπόλοιπη μαρτυρία να μην έχει αμφιβολία επί του θέματος και με δεδομένη πάντα την έντονη αμφισβήτηση από πλευράς Υπεράσπισης επί τούτου, θεωρώ περαιτέρω ότι η έκδοση δεν είναι λογικό να έγινε κατά τον χρόνο που ο ΜΚ2 αναφέρει. Ο κατηγορούμενος σύμφωνα με την κατηγορούσα αρχή και την εικόνα που η ίδια επέλεξε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο εν σχέση με αυτόν, είναι ένας πολύ έμπειρος επιχειρηματίας, με πολλές πράξεις και συναλλαγές εκατομμυρίων στο ενεργητικό του. Με αυτό υπόψη και με δεδομένη την μαρτυρία της ΜΚ1 η οποία ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε από την πρώτη στιγμή δηλαδή στις 25/02/11 ότι ο επίδικος λογαριασμός παγοποιήθηκε ενώ την ίδια στιγμή με βάση τα τεκμήρια 3 και 4 η τελευταία συναλλαγή στο λογαριασμό έλαβε χώρα στις 16/03/11, διερωτάται κανείς ελλείψει άλλων στοιχείων και για το τι ακριβώς ανέφερε ο κατηγορούμενος κατά την έκδοση των επιταγών γιατί ο κατηγορούμενος οκτώ περίπου μήνες μετά που παγοποιήθηκε ο λογαριασμός του αλλά και την τελευταία συναλλαγή στον επίδικο λογαριασμό, γνωρίζοντας ότι οι επιταγές δεν θα μπορούσαν ποτέ να εξαργυρωθούν, να εκδώσει κατά τον αναφερόμενο χρόνο τις επίδικες επιταγές που αφορούσαν μαζί ένα μεγάλο ποσό, θέτοντας μάλιστα ημερομηνία πληρωμής δύο μήνες περίπου μετά. Εν πάση όμως περιπτώσει θα πρόσθετα εδώ και τα εξής για το θέμα αυτό. Εάν ληφθούν υπόψη όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω για την μαρτυρία επί του θέματος των πληρωμών που γίνονταν από τον κατηγορούμενο, θα έλεγα σε συνέχεια ότι ο ΜΚ2 προφανώς ανέφερε σαν ημερομηνία έκδοσης τον Οκτώβριο - Νοέμβριο του 2011 ενώ δεν είναι έτσι τα πράγματα ακριβώς για να αντιπαρέλθει με τον τρόπο αυτό τις συνεχόμενες πληρωμές που γίνονταν προς αυτόν από τον κατηγορούμενο μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2011 (βλ.τεκμ.25), και προκειμένου να πείσει ότι για τις επίδικες επιταγές δεν πληρώθηκε κανένα ποσό. Κατηγορούμενος Ερχόμενος τώρα στον κατηγορούμενο, αναφέρω ότι έχοντας παρακολουθήσει τον μάρτυρα ενώ κατέθετε και τις απαντήσεις του αλλά και κατόπιν ενδελεχούς μελέτης του συνόλου της μαρτυρίας του, το Δικαστήριο δεν έχει κρίνω άλλη επιλογή παρά να απορρίψει την μαρτυρία του στο σύνολο της ως αναξιόπιστη. Ο κατηγορούμενος κρίνει το Δικαστήριο δεν ήταν ειλικρινής και η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από μη καθαρές θέσεις, ενώ σε συνάρτηση με τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί δεν αντέχει στη βάσανο της λογικής. Α. Κατ' αρχήν η μαρτυρία του θα πρέπει να απορριφθεί επειδή οι ουσιαστικότερες θέσεις του κατηγορούμενου ακούστηκαν για πρώτη φορά κατά την κυρίως εξέταση ή την αντεξέταση του, χωρίς να έχουν προηγουμένως υποβληθεί στον ΜΚ2, στον παραπονούμενο δηλαδή, προκειμένου να του δοθεί η ευκαιρία να απαντήσει. Είχε μεν σημειώνω η πλευρά της κατηγορούσας αρχής την ευκαιρία να αντεξετάσει επί των θέσεων αυτών, αλλά κρίνω ότι ο τρόπος που επέλεξε να παρουσιάσει την Υπεράσπιση του ο κατηγορούμενος και να προβάλει εκ του ασφαλούς τις θέσεις του για πρώτη φορά μετά το πέρας της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, δεν θα μπορούσε πιστεύω να γίνει αποδεκτή από κανένα Δικαστήριο. Η πλευρά του κατηγορούμενου είχε κρίνω σε κάθε περίπτωση υποχρέωση τα ουσιώδη θέματα στα οποία βάσισε την Υπεράσπιση της να τα θέσει στον ΜΚ2 για να δώσει τις απαντήσεις του και να μπορέσει το Δικαστήριο να αξιολογήσει τις εκατέρωθεν θέσεις και να καταλήξει στην αλήθεια. Πιο συγκεκριμένα: (α) Κατά την αντεξέταση του ΜΚ2 (παραπονούμενου) η Υπεράσπιση χωρίς σημειώνω να αμφισβητήσει ότι υπήρξε συνεργασία μεταξύ παραπονούμενου και κατηγορούμενου εν σχέση με αγοραπωλησίες ακινήτων και ότι η εταιρεία Lexteam συστάθηκε ακριβώς για το σκοπό αυτό, προέβαλε την θέση ότι ο παραπονούμενος έδωσε προσωπικά δάνειο στον κατηγορούμενο €119.000.- και συμφωνήθηκε επιστροφή του με επιτόκιο που θα προέρχετο από το κέρδος των αγοραπωλησιών ακινήτων. Περαιτέρω χωρίς και πάλιν να αμφισβητηθεί ότι ο κατηγορούμενος κατέβαλλε προς τον παραπονούμενο διάφορα ποσά που προέρχονταν από κέρδη για τις αγοραπωλησίες ακινήτων, η Υπεράσπιση προέβαλε την θέση ότι ο κατηγορούμενος πλήρωσε ένα μέρος του δανείου του πιο πάνω και σε μια εκ των συναντήσεων που είχαν και συγκεκριμένα τον Μάρτιο του 2010 συμφωνήθηκε το υπόλοιπο που ήταν €60.500.-, συμφωνήθηκε η αποπληρωμή του σταδιακά και εκδόθηκαν μεταξύ άλλων και οι επίδικες επιταγές. Το οφειλόμενο ποσό μέχρι την ημερομηνία πληρωμής των επίδικων επιταγών είχε εξοφληθεί. (β) Με δεδομένα όσα αναφέρονται πιο πάνω και την γραμμή της Υπεράσπισης μέσα από την αντεξέταση του ΜΚ2, η κυρίως εξέταση του κατηγορούμενου οφείλω να πω εξέπληξε το Δικαστήριο αφού υπήρξε ουσιαστικότατη διαφοροποίηση της γραμμής και της βασικής θέσης της υπεράσπισης που μέχρι το πέρας της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής ήταν ουσιαστικά ότι τα ποσά που αφορούν οι επίδικες επιταγές αφορούσαν δάνειο και είχαν εξοφληθεί πριν την ημερομηνία που οι επιταγές κατέστησαν πληρωτέες. Η θέση του κατηγορούμενου πλέον ήταν η εξής: - Περί τον Απρίλιο του 2007 ο παραπονούμενος, όπως και άλλα πρόσωπα που αναφέρονται, συμφώνησε να δανείσει τον κατηγορούμενο με επαυξημένους τόκους, μιλώντας ευθέως για τοκογλυφία. - Του αναφέρθηκε ότι τα χρήματα θα προέρχονταν από κεφάλαια του παραπονούμενου αλλά και από δάνεια που θα εξασφάλιζε, σε κάποια εκ των οποίων θα έπρεπε να υπογράψει εγγυητής ο ίδιος και η σύζυγος του, ενώ σε κάποια θα έπρεπε να βρει ακίνητα προς αγορά σε τιμή χαμηλότερη της αξίας τους έτσι ώστε να αγοράζονται και ταυτόχρονα να υποθηκεύονται ως εξασφάλιση για το δάνειο με το μέγιστο δυνατό ποσό. Με τον τρόπο αυτό από το προϊόν του δανείου θα πληρωνόταν εξ' ολοκλήρου το τίμημα πώλησης των εν λόγω ακινήτων και το περίσσευμα που παρέμενε θα του δανειζόταν. Αυτός είναι ο λόγος που συστάθηκε η εταιρεία Lexteam, δηλαδή τα διάφορα κτήματα που θα εξασφαλίζονταν να εγγράφονται επ'ονόματι της. - Στις 19/07/07 συστάθηκε η Lexteam και στις 03/09/07 μεταβίβασε τις μετοχές που κατείχε και παραιτήθηκε από διευθυντής και γραμματέας αφού απειλήθηκε ότι αν δεν το έκανε θα έπρεπε να αποπληρώσει κάποια δάνεια άμεσα κάτι που δεν μπορούσε να κάνει. - Ο παραπονούμενος του είχε δανείσει στις 27/10/10 €34.172.- και στις 26/03/08 €85.000.- δηλαδή συνολικά €119.172.- με τόκο 2,5% μηνιαίως δηλαδή 30% ετησίως και δεν συμφωνήθηκε περίοδος αποπληρωμής ούτε δόση. Συμφώνησαν να του καταβάλλει μηνιαίως τους τόκους επί των δανεισθέντων ποσών δηλαδή €854.-(Λ.Κ.500) για το δάνειο του 2007 και €2.125.- για το δάνειο του 2008 πράγμα που έπραττε. Οι πληρωμές συμφώνησαν να γίνονται με επιταγές, μετρητά και καταθέσεις σε λογαριασμούς είτε του ιδίου είτε της συζύγου του που θα του υποδεικνύονταν. - Τον Νοέμβριο του 2008 ο παραπονούμενος του ζήτησε να πληρώνει εκτός από τους τόκους και δόση για το δανεισθέν ποσό εκτός αν ήταν διατεθειμένος να πληρώνει μεγαλύτερο επιτόκιο. Ο ίδιος του ανέφερε ότι δεν μπορεί να του πληρώνει μεγαλύτερο επιτόκιο και θα του πληρώσει το κεφάλαιο σταδιακά από τον επόμενο μήνα. Από τον Δεκέμβριο του 2008 μέχρι τον Ιούνιο του 2009 του κατέβαλλε τους τόκους και επιπλέον ποσά για το κεφάλαιο, αλλά από τον Ιούνιο του 2009 λόγω οικονομικών δυσκολιών κατέβαλλε μικρότερα ποσά. Μέχρι τον Φεβρουάριο του 2010 του πλήρωσε €144.675.-, εκ του οποίου το ποσό των €75.358.- αφορούσε τόκους δηλαδή €26.483.- τόκους 31 μηνών για το δάνειο του 2007 και €48.875.- τόκους 23 μηνών για το δάνειο του
  11. - Έγιναν κάποιες συναντήσεις και σε συνάντηση αρχές Φεβρουαρίου του 2010 συμφωνήθηκε το υπόλοιπο του δανείου του 2008 σε €30.500 και εξέδωσε συγκεκριμένη επιταγή ημερ.07/04/2012 (αρ.16055507). Σε νέα συνάντηση αρχές Μαρτίου του 2010 συμφωνήθηκε το οφειλόμενο υπόλοιπο του δανείου του 2007 σε €30.000.- και εξεδόθησαν οι επίδικες επιταγές. Πλην όμως από την επιταγή τεκμ.2 που αφορούσε εξασφάλιση για καταβολή του ποσού μέχρι 31/12/11, σε εκείνη την συνάντηση μετά από πολλές πιέσεις εξέδωσε μεταχρονολογημένες επιταγές προς εξόφληση του μεγαλύτερου μέρους του ίδιου ποσού. Συγκεκριμένα εξέδωσε τις επιταγές που αποτελούν μέρος του τεκμ.8 με αρ.21413598 και 21413600-05 για συνολικό ποσό €27.
  12. Η επιταγή τεκμ.1 αποτελούσε μαζί με την επιταγή 21413605 μέρος της εξασφάλισης των τόκων του παραπονούμενου για την ευκολία που του έκανε να του πληρωθεί το συνολικό οφειλόμενο ποσό σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην συνάντηση έλαβε διαβεβαιώσεις ότι εάν πλήρωνε το ποσό οι επιταγές θα του επιστρέφονταν. - Τους επόμενους μήνες συνέχισε να κάνει πληρωμές με καταθέσεις σε λογαριασμούς που του υποδείκνυε ο παραπονούμενος. Από τον Μάρτιο του 2010 μέχρι τις 31/12/11 του πλήρωσε €69.230.- καλύπτοντας τόσο τις επίδικες επιταγές όσο και την άλλη επιταγή με αρ.16055507 πλέον τόκους. Επίσης κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν υπήρξε καμία συνεργασία με τον παραπονούμενο για αγοραπωλησίες ακινήτων και η συνεργασία τους αφορούσε μόνον δανεισμό χρημάτων. Του γινόταν τοκογλυφία από τον παραπονούμενο, ενώ όσον αφορά τα ακίνητα της Lexteam σε πρώτη φάση δεν ήταν πράξεις που αποσκοπούσαν στο κέρδος αλλά ήταν εργαλεία για να εξασφαλιστούν οι δανεισμοί. Αποφάσισε δε και ο ίδιος να συμμετέχει στην εταιρεία για να επωφεληθεί από τα κέρδη. Όλα όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω είναι προφανές ότι διαφοροποίησαν ουσιαστικά την γραμμή της Υπεράσπισης. Ο λόγος που συστάθηκε η εταιρεία Lexteam, οι απειλές για αποχώρηση από την Lexteam, η μη ύπαρξη οιασδήποτε συνεργασίας για αγοραπωλησίες ακινήτων, ο δανεισμός με τοκογλυφικό επιτόκιο 2,5% μηνιαίως ή 30% ετησίως, η πληρωμή μεγάλων ποσών για τόκους και εν πάση περιπτώσει το πώς εξελίχθηκαν τα πράγματα μεταξύ παραπονούμενου και κατηγορούμενου, είναι θέσεις που προβλήθηκαν για πρώτη φορά κατά την εξέταση και αντεξέταση του κατηγορούμενου. Στην υπόθεση Tekinder Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551, αναφέρθηκαν τα εξής: « Είναι γνωστή η νομική θεώρηση του θέματος. Η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Ο κανόνας δεν διαφοροποιείται μεταξύ αστικών και ποινικών υποθέσεων. Η κλασσική τοποθέτηση επί του θέματος αφορούσε το αστικό δίκαιο. Έτσι στην Adidas Sportshunfabriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 CLR 383, λέχθηκε ακριβώς ότι στο επίκεντρο του αντιπαραθετικού συστήματος δικαιοσύνης, πρέπει να τίθεται η θέση της υπεράσπισης στους μάρτυρες του ενάγοντος, το δε Δικαστήριο στην απουσία ικανής δικαιολογίας ως προς το λόγο της παράλειψης, δικαιούται να αγνοήσει την μονομερώς τεθείσα εκδοχή που προέρχεται από τον ένα και μόνο των διαδίκων. Το πώς θα ενεργήσει το Δικαστήριο εξαρτάται βεβαίως και από το ουσιώδες ή μη του παραλειφθέντος ισχυρισμού. Σχετική είναι και η υπόθεση Βάσος Τάκη ν. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ
  1. Σημαντική στο θέμα ήταν η προβληθείσα υπεράσπιση περί κακοποίησης του εφεσείοντα. Η θέση αυτή προβλήθηκε όμως για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του εφεσείοντα στις 18.9.09, ενώ κατά τη συνέχιση της κυρίως εξέτασης του Δαμιανού Χατζηχριστοφή, Μ.Κ.5, στις 27.3.2009, μετά το πέρας της διαδικασίας της δίκης εντός δίκης, η ανακριτική κατάθεση του εφεσείοντα κατατέθηκε ως Τεκμ. 6, χωρίς καμία ένσταση, στη δε συνοπτική αντεξέταση του, ουδέν τέθηκε από την υπεράσπιση. Ορθά επομένως το Κακουργιοδικείο αναφέρθηκε στο σημείο αυτό ως πλήττον την αξιοπιστία της γενικότερης εκδοχής των εφεσειόντων. ...» Εφαρμόζοντας συνεπώς την πιο πάνω αρχή και στην δική μας περίπτωση κρίνω ακριβώς ότι η εκ των υστέρων προβολή των πιο πάνω ουσιωδών ισχυρισμών δεν είναι αποδεκτή. Συνεπώς η σχετική μαρτυρία που αφορά τα πιο πάνω σημεία ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή, ενώ περαιτέρω κρίνω ότι η αξιοπιστία της γενικότερης εκδοχής του μάρτυρα και της Υπεράσπισης έχουν πληγεί ανεπανόρθωτα ακριβώς με την μη προβολή εξ' αρχής καθαρών θέσεων ενώπιον του Δικαστηρίου. Β. Επιπλέον όμως το Δικαστήριο κρίνει ότι η αξιοπιστία της όλης εκδοχής του κατηγορούμενου αλλά και της Υπεράσπισης γενικότερα έχει πληγεί και εκ των πιο κάτω αναφερόμενων αντιφάσεων ή μη καθαρών θέσεων του. - Κατά την αντεξέταση του ΜΚ2 υποβλήθηκε η θέση από τον συνήγορο της Υπεράσπισης ότι την ίδια ημέρα που εδόθησαν οι επιταγές με αρ.21413598 και 21413600-05, δόθηκαν και οι επίδικες επιταγές τεκμήρια 1 και 2 καθώς επίσης και μετρητά. Εκτός του ότι σημειώνω δεν αναφέρθηκε οτιδήποτε συγκεκριμένο ή συγκεκριμένο ποσό, αναφέρεται ότι ο ίδιος ο κατηγορούμενος στη μαρτυρία του δεν αναφέρει τίποτε για πληρωμή μετρητών. - Κατά την αντεξέταση του ΜΚ2 υποβλήθηκε από τον συνήγορο της Υπεράσπισης η θέση ότι σε συνάντηση που έλαβε χώρα αρχές Μαρτίου του 2010 συμφωνήθηκε ότι το οφειλόμενο υπόλοιπο ήταν €60.500.-. Κατά την κυρίως εξέταση του ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι σε συνάντηση αρχές Φεβρουαρίου του 2010 συμφωνήθηκε το υπόλοιπο του δανείου του 2008 σε €30.500.- και εξέδωσε την επιταγή ημερ.07/04/12, ενώ ακολούθησε συνάντηση τον Μάρτιο του 2010 όπου συμφωνήθηκε το υπόλοιπο του δανείου του 2007 σε €30.000.- και εξεδόθησαν οι επίδικες επιταγές. - Ήταν θέση του κατηγορούμενου κατά την μαρτυρία του ότι συμφωνήθηκε να γίνονται δάνεια κατά τρόπο ώστε να λαμβάνει ο ίδιος το ποσό που αποτελούσε το πλεόνασμα του δανείου πέραν της αξίας του ακινήτου που υποθηκεύετο. Κατά την αντεξέταση του όμως αφού αναγνώρισε ότι έλαβε τις δύο επιταγές τεκμήρια 31 Α & Β συνολικού ποσού €421.851.- (Λ.Κ.247.000) περίπου που εκδόθηκαν επ'ονόματι του, ανέφερε ότι δεν γνωρίζει αν το ποσό αποτελούσε το πλεόνασμα του σχετικού δανείου που έγινε και αρνήθηκε υποβολή ότι το ποσό αφορούσε δάνειο που του δόθηκε απευθείας όπως έγινε και με τα υπόλοιπα δάνεια για να τα διαχειριστεί για αγοραπωλησίες ακινήτων με σκοπό το κέρδος από τους εμπλεκόμενους. Τα πράγματα όμως εδώ μιλούν από μόνα τους και είναι προφανές ότι ο κατηγορούμενος έλεγε ψέματα επί του συγκεκριμένου σημείου. Οι επιταγές τεκμήριο 31 Α & Β αποτελούν σχεδόν ολόκληρο (ολόκληρο ήταν Λ.Κ.250.000) το προϊόν του δανείου στη ΣΠΕ Γερίου (βλ.τεκμήριο 16) και ο κατηγορούμενος το γνώριζε αφού υπέγραψε και σαν εγγυητής του δανείου (βλ. σύμβαση εγγύησης στο τεκμ.16). Συνεπώς η δήθεν άγνοια του περί του θέματος δεν γίνεται αποδεκτή και κρίνω ότι υποδηλώνει προσπάθεια από πλευράς του να αποφύγει την αλήθεια. Επίσης αναφέρω εδώ ότι με τα πιο πάνω υπόψη δεν χωρεί αμφιβολία ότι η θέση του κατηγορούμενου ότι δεν του δόθηκαν χρήματα για να τα διαχειριστεί για αγοραπωλησίες ακινήτων με σκοπό το κέρδος από τους εμπλεκόμενους έχει καταρρεύσει. - Ανέφερε ο κατηγορούμενος ότι δεν ανακάλεσε τις επίδικες επιταγές γιατί του υποσχόταν ο παραπονούμενος ότι θα του τις επιστρέψει αλλά δεν το έκανε και επίσης επειδή εξ' όσων γνωρίζει όταν ένας λογαριασμός μπει στο ΚΑΠ δεν μπορούν να γίνουν stop payment οι επιταγές. Ο κατηγορούμενος δεν με έπεισε με την μαρτυρία του και τις απαντήσεις του και θεωρώ ότι δεν ήταν ειλικρινής, ενώ θεωρώ τις απαντήσεις του εκ των υστέρων σκέψεις. Κατ' αρχήν δεν θεωρώ λογικό εφόσον όπως ο ίδιος αναφέρει οι υποσχέσεις ήταν πολλές, έστω μία-δύο μέρες πριν καταστούν πληρωτέες οι επιταγές και με δεδομένη την θέση του ότι είχαν πληρωθεί και δεν του επιστράφηκαν, να μην σταματήσει την πληρωμή τους. Γνώριζε ότι είχε αυτή την επιλογή όπως προκύπτει από την μαρτυρία του, ενώ δεν είναι άσχετο σημειώνω το γεγονός ότι μιλούμε για ένα εμπειρότατο επιχειρηματία με συναλλαγές εκατομμυρίων στο ενεργητικό του. Περαιτέρω όμως και η δικαιολογία του για μη ύπαρξη δικαιώματος ανάκλησης επειδή ο λογαριασμός ήταν στο ΚΑΠ δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. Αφενός γιατί δεν υποβλήθηκε ποτέ στην ΜΚ1 κάτι τέτοιο αλλά ούτε και έχει προσκομίσει μαρτυρία η Υπεράσπιση για τούτο. Η αναφορά του κατηγορούμενου δε ότι εξ' όσων γνωρίζει δεν γίνεται ανάκληση όταν ο λογαριασμός είναι στο ΚΑΠ δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Όμως ακόμη αναφέρω ότι το γεγονός της ανειλικρίνειας της θέσης του κατηγορούμενου προκύπτει και από το ότι ουδέποτε απέστειλε οιανδήποτε επιστολή στην τράπεζα ή έκανε οιανδήποτε προσπάθεια προς την κατεύθυνση αυτή. Εν πάση περιπτώσει αναφέρω εδώ ότι το Δικαστήριο σε κάθε περίπτωση θεωρεί μη λογική την θέση περί μη δικαιώματος ανάκλησης, όταν ο ίδιος ο Νόμος παρέχει το δικαίωμα αυτό στον εκδότη επιταγής. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας υπόψη την αξιολόγηση πιο πάνω καταλήγω ότι τα μόνα ευρήματα που θα μπορούσαν να γίνουν προέρχονται από τα παραδεκτά γεγονότα και την μαρτυρία της ΜΚ1, είναι δε τα εξής:
  2. Ο κατηγορούμενος εξέδωσε και υπόγραψε προς όφελος του παραπονούμενου Νίκου Κουδουνά την επιταγή με αριθμό 21413606 της Νέας ΣΠΕ Γερίου ημερομηνίας 31/12/2011 για το ποσό των 2100 ευρώ, η οποία κατατέθηκε την 09/01/2012 και επιστράφηκε την 10/01/2012 με την ένδειξη account frozen‑CIR, σε μετάφραση o λογαριασμός παγοποιήθηκε-ΚΑΠ.
  3. Ο κατηγορούμενος εξέδωσε και υπόγραψε προς όφελος του παραπονούμενου Νίκου Κουδουνά την επιταγή με αριθμό 21413607 της Νέας ΣΠΕ Γερίου ημερομηνίας 31/12/2011 για το ποσό των 30.000 ευρώ, η οποία κατατέθηκε την 09/01/2012 και επιστράφηκε την 10/01/2012 με την ένδειξη account frozen‑ CIR, σε μετάφραση ο λογαριασμός παγοποιήθηκε-ΚΑΠ.
  4. Οι πιο πάνω επιταγές εκδόθηκαν από τον λογαριασμό με αριθμό 10057‑40‑02059‑
  5. Οι πιο πάνω επιταγές έχουν δοθεί από τον κατηγορούμενο στον παραπονούμενο σε προγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία πληρωμής τους ήτοι την 31/12/
  6. Οι πιο πάνω επιταγές είναι διγραμμισμένες από τον εκδότη τους, τον κατηγορούμενο, για κατάθεση υπό την έννοια του διγραμμισμένες από τον εκδότη.
  7. Αμφότερες οι επιταγές κατατέθηκαν στις 09/01/12 στην Eurobank EFG Cyprus Ltd (όπως προκύπτει από τις σχετικές σφραγίδες στις επιταγές σε συνδυασμό με τα παραδεκτά γεγονότα πιο πάνω και συγκεκριμένα για την ημερομηνία κατάθεσης τους), παρουσιάστηκαν στην ΝΕΑ ΣΠΕ Γερίου επί της οποίας εκδόθηκαν στις 10/01/12, και επιστράφηκαν την τελευταία αυτή ημερομηνία απλήρωτες με τη δικαιολογία ότι ο λογαριασμός παγοποιήθηκε-ΚΑΠ. Ο λογαριασμός παγοποιήθηκε στις 25/02/
  8. Τόσο στις 10/01/2012 που παρουσιάστηκαν οι επιταγές για πληρωμή ως αναφέρεται πιο πάνω όσο και στις 31/12/2011 που οι επιταγές ήταν πληρωτέες δεν υπήρχαν πιστωτικά υπόλοιπα στον λογαριασμό. ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ Ως έχει προαναφερθεί ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει κατηγορίες για την έκδοση δύο επιταγών άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Το άρθρο 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: « Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές. ». Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)πιο πάνω συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
(1)Η έκδοση επιταγής
(2)Η παρουσίαση της επιταγής στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε
(3)Η παρουσίαση της να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα
(4)Η μη εξόφληση της επιταγής η οποία να οφείλεται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της
(5)Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της. Εξετάζοντας τώρα αν η κατηγορούσα αρχή έχει πετύχει να αποδείξει τα αδικήματα που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, το Δικαστήριο κρίνει ότι απέτυχε να το πράξει. Αυτό γιατί ως προκύπτει από τα παραδεκτά γεγονότα, την μαρτυρία που έχει γίνει αποδεκτή και τα ευρήματα του Δικαστηρίου, έχουν μεν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων υπό 2, 3 και 4 πιο πάνω αλλά όχι το πρώτο και το πέμπτο δηλαδή η έκδοση των επιταγών κατά τον αναφερόμενο στο κατηγορητήριο χρόνο και η μη πληρωμή των επιταγών από τον εκδότη τους. Σε ότι αφορά το θέμα της έκδοσης των επιταγών όμως πιο συγκεκριμένα το Δικαστήριο θα ήθελε να επισημάνει τα εξής. Όπως έχει ήδη αναφερθεί με βάση τα όσα αποφασίστηκαν πιο πάνω το Δικαστήριο σε κάθε περίπτωση δεν θα μπορούσε να καταδικάσει τον κατηγορούμενο στη βάση των λεπτομερειών του κατηγορητηρίου. Ο κατηγορούμενος κατά τις αναφερόμενες στις λεπτομέρειες αδικημάτων ημερομηνίες δεν εξέδωσε τις επίδικες ή οιεσδήποτε επιταγές. Το Δικαστήριο για να μπορούσε να καταδικάσει τον κατηγορούμενο για τα αναφερόμενα αδικήματα και με δεδομένο ότι η έκδοση είναι συστατικό στοιχείο της κάθε κατηγορίας ενώ σε κάθε περίπτωση ο χρόνος έκδοσης πολύ ουσιαστικό στοιχείο για να αποφασιστεί η ενοχή ή μη ενός κατηγορούμενου (βλ.Militos Trading Ltd v. Αθηνάς Μαλέκκου, Ποιν.Εφ.150/09, 15-10-12), μόνον στη βάση κατηγορητηρίου με τις ορθές λεπτομέρειες θα μπορούσε να προχωρήσει να το πράξει. Το ερώτημα συνεπώς που τίθεται είναι αν στην προκειμένη περίπτωση θα υπήρχε θεραπεία και οι λεπτομέρειες θα μπορούσαν να διορθωθούν με τροποποίηση του κατηγορητηρίου δυνάμει του άρθρου 85
(4)του Κεφ.
  1. Ευθέως αναφέρω ότι θεραπεία στην προκειμένη περίπτωση, με δεδομένη την απόρριψη της μαρτυρίας του ΜΚ2 και μη έχοντας άλλη μαρτυρία για το θέμα του χρόνου έκδοσης, δεν θα μπορούσε να υπάρξει. Όμως αναφέρω ότι έχοντας αποφασίσει ότι ελλείπει και επιπλέον συστατικό στοιχείο ήτοι αυτό της μη πληρωμής των επιταγών, δεν θεωρώ ότι περαιτέρω ανάλυση του θέματος της έκδοσης των επιταγών είναι αναγκαία. Παρά το γεγονός ότι όπως γίνεται αντιληπτό το αποτέλεσμα της υπόθεσης έχει κριθεί, κρίνω σκόπιμο να εξετάσω και τα υπόλοιπα θέματα που έχει εγείρει η Υπεράσπιση με την αγόρευση της και τα οποία δεν έχουν απαντηθεί μέσα από την απόφαση ανωτέρω, σε περίπτωση που το αποτέλεσμα πιο πάνω ανατραπεί. Α. Μη απόδειξη χρόνου έκδοσης των επίδικων επιταγών (βλ. σελ.13-14 γραπτής αγόρευσης συνηγόρου κατηγορούμενου) Εφόσον η μαρτυρία του ΜΚ2 εγίνετο αποδεκτή, η σχετική εισήγηση θα θεωρείτο αβάσιμη. Η έκδοση των επιταγών με βάση τον ΜΚ2 έγινε τέλος Οκτωβρίου με αρχές Νοεμβρίου του 2011, και η μη αναφορά από πλευράς παραπονούμενου στην ακριβή ημερομηνία δεν έχει σημασία. Εν πάση περιπτώσει υπενθυμίζεται εδώ ότι ο λόγος επιστροφής των επίδικων επιταγών από την τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκαν ήταν ότι ο λογαριασμός παγοποιήθηκε-ΚΑΠ, ο λογαριασμός ήταν παγοποιημένος και δεν μπορούσαν να πληρωθούν επιταγές από τις 25/02/2011, ενώ η εικόνα του λογαριασμού από τις 16/03/2011 και μέχρι τον χρόνο που με βάση τον ΜΚ2 εξεδόθησαν οι επιταγές παρέμεινε αναλλοίωτη, οπότε σε κάθε περίπτωση είτε οι επιταγές εκδίδονταν τέλος Οκτωβρίου είτε αρχές Νοεμβρίου αυτό δεν θα είχε κάποια ουσιώδη σημασία για την υπόθεση. Επίσης αναφέρεται εδώ ότι η έκδοση επιταγών από το ίδιο βιβλιάριο επιταγών που ευρίσκονται σε αριθμητική σειρά δεν σημαίνει απαραίτητα ότι όλες οι επιταγές θα πρέπει να εκδοθούν και να αφορούν την ίδια περίοδο πληρωμής. Η έκδοσης μίας επιταγής που προηγείται αριθμητικά μιας άλλης μπορεί να φέρει ημερομηνία πληρωμής μεταγενέστερη της τελευταίας. Β. Μη ύπαρξη πρόθεσης διάπραξης των αδικημάτων από πλευράς κατηγορούμενου (βλ. σελ.14-17 γραπτής αγόρευσης συνηγόρου κατηγορούμενου) Κατ' αρχήν σε ότι αφορά την μαρτυρία της ΜΚ1, με σεβασμό λέω ότι παρατηρείται μια παρερμηνεία των όσων η συγκεκριμένη μάρτυρας έχει αναφέρει. Εν πάση περιπτώσει αναφέρω ότι η μαρτυρία της έχει καταγραφεί πιο πάνω και είναι ξεκάθαρη. Το όριο του επίδικου λογαριασμού από το 2010 ήταν €40.000.-, ενώ ο κατηγορούμενος είχε το δικαίωμα των 72 ωρών, ένα περιθώριο δηλαδή εντός του οποίου θα μπορούσε να καλύψει επιταγές που κατατίθεντο για πληρωμή. Δεν παραχωρήθηκε στον κατηγορούμενο όριο πέραν των €100.000.-. Όμως η ουσία του θέματος εδώ, νοουμένου βέβαια ότι η μαρτυρία του ΜΚ2 θα εγίνετο αποδεκτή και για τον χρόνο έκδοσης των επιταγών, είναι πως ο κατηγορούμενος όταν εξέδωσε τις επίδικες επιταγές γνώριζε επακριβώς τα υπόλοιπα στο λογαριασμό του ή ότι δεν υπήρχαν διαθέσιμα υπόλοιπα και το γεγονός ότι ο λογαριασμός είχε παγοποιηθεί λόγω ΚΑΠ στις 25/02/
  2. Αυτό προκύπτει σαφώς από την μαρτυρία της ΜΚ
  3. Περαιτέρω αναφέρεται εδώ ότι δεν θα απασχολούσε σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο το θέμα της απόφασης της τράπεζας να σταματήσει την πληρωμή των επιταγών και της μη παραχώρησης άλλου περιθωρίου. Το θέμα είναι άσχετο με τα επίδικα θέματα και κρίνω ότι αφορά άλλη διαδικασία, αστικής φύσης, και ο κατηγορούμενος μπορεί αν το επιθυμεί να προβάλει το θέμα εκεί. Γ. Τοκογλυφία (βλ. σελ.26-28 γραπτής αγόρευσης συνηγόρου κατηγορούμενου) Κατ' αρχήν θεωρώ ότι το θέμα δεν θα μπορούσε να απασχολήσει το Δικαστήριο σε καμία περίπτωση για τους λόγους που το Δικαστήριο έχει εξηγήσει στα πλαίσια της αξιολόγησης της μαρτυρίας του κατηγορούμενου. Από τη στιγμή που δεν ετέθη ένα τόσο ουσιώδες θέμα στον παραπονούμενο, η μαρτυρία που αφορά το θέμα αυτό δεν θα μπορούσε να ληφθεί υπόψη. Περαιτέρω όμως αναφέρω ανεξάρτητα από όσα αναφέρονται πιο πάνω ότι το παρόν Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να αποφανθεί στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης αν διαπράχθηκε το αδίκημα του άρθρου 314Α
(1)του Κεφ.154. Εξ' όσων αντιλαμβάνεται το Δικαστήριο ουδεμία καταγγελία έχει γίνει από πλευράς κατηγορούμενου, ουδεμία εξέταση έγινε από την Αστυνομία και ουδεμία υπόθεση έχει προχωρήσει στο Δικαστήριο εναντίον του παραπονούμενου. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Ως εκ τούτου απαλλάσσω και αθωώνω τον κατηγορούμενο από τις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Αναφορικά με το θέμα των εξόδων έχω αποφασίσει να μην επιδικάσω έξοδα υπέρ του κατηγορούμενου, με δεδομένο ότι και η μαρτυρία που παρουσίασε η πλευρά του κρίθηκε αναξιόπιστη. Η κάθε πλευρά θα επιβαρυνθεί με τα δικά της έξοδα. (Υπ.) ................ Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.