← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Αντρέα Ρούσσου, Αρ. Υπόθεσης: 2938/12, 22/12/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Αντρέα Ρούσσου, Αρ. Υπόθεσης: 2938/12, 22/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:B70 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Αλέξανδρου Φυλακτού, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 2938/12 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού v. Αντρέα Ρούσσου Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 22.12.2014 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Δανιηλίδου Για τον Κατηγορούμενο: κ. Α. Κονναρής Κατηγορούμενος παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η Στην παρούσα υπόθεση ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει το αδίκημα της επίθεσης προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.

  1. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος στις 17.9.2011 στα Κάτω Πολεμίδια της επαρχίας Λεμεσού, διέπραξε επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στην Αναστασία Παναγιώτου από τη Λεμεσό. Επίσης, ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στη δεύτερη κατηγορία, το αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης, κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα του Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.166/
  2. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος, ο κατηγορούμενος στις 17.9.2011 στα Κάτω Πολεμίδια της επαρχίας Λεμεσού σε μη δημόσιο χώρο, δηλαδή στην αυλή της οικίας της Αναστασίας Παναγιώτου από τη Λεμεσό, κατά τρόπο ή υπό συνθήκες ώστε να ήταν ενδεχόμενο να ακουστεί από οιοδήποτε πρόσωπο που βρισκόταν σε δημόσιο χώρο, δηλαδή στην οδό Ευζώνων, εξύβρισε την πιο πάνω παραπονούμενη με τη φράση που αναγράφεται στο κατηγορητήριο κατά τρόπο ενδεχόμενο να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο σε επίθεση. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ Το Δικαστήριο σε αυτό το στάδιο δεν θα παραθέσει βεβαίως αυτολεξεί τα όσα τέθησαν ενώπιον του Δικαστηρίου, προφορική και γραπτή μαρτυρία, πλην όμως το Δικαστήριο θα παραθέσει τον πυρήνα και πολύ συνοπτικά τις μαρτυρίες που κατέθεσε έκαστος μάρτυρας, για να γίνει αντιληπτή η μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά θα γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στα μέρη εκείνα της μαρτυρίας κατά το στάδιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας και της εξαγωγής των ανάλογων ευρημάτων και συμπερασμάτων. Ως Μ.Κ. 1 κατέθεσε η Γ/Αστ. 4748, κα Οριάνα Γρηγορίου. Η εν λόγω μάρτυρας παρέθεσε στο Δικαστήριο όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη της ως ανακριτής της υπόθεσης στα πλαίσια διερεύνησης της παρούσας υπόθεσης και τα όσα περιήλθαν στην αντίληψη της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, τα οποία έχει περιγράψει στο Δικαστήριο. Κατέθεσε επίσης η εν λόγω μάρτυρας τα Τεκμήρια 1, 2, 3 και
  3. Ως Μ.Κ. 2 κατέθεσε η κα Αναστασία Παναγιώτου (παραπονούμενη) στην παρούσα υπόθεση. Η παραπονούμενη τόσο στην κατάθεση της, αλλά και προφορικά, περιέγραψε το όλο σκηνικό που έλαβε χώρα κατά τον ισχυρισμό της κατά τον ουσιώδη τόπο και χρόνο, δηλαδή ανέφερε στο Δικαστήριο την εξύβριση που έλαβε χώρα κατά τον ισχυρισμό της κατά τον ουσιώδη τόπο και χρόνο και περιέγραψε την επίθεση που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο, ο οποίος ειρήσθω εν παρόδω, είναι αδελφός της και συνέπεια της επίθεσης της έχει προκληθεί σωματική βλάβη. Πολύ συνοπτικά η παραπονούμενη ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος την έσπρωξε στο πρόσωπο με τα δύο του χέρια με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος και να χτυπήσει στο πρόσωπο και την πλάτη. Ως Μ.Κ. 3 κατέθεσε η Δρ. Φαίδρα Ιωαννίδου, η οποία κατέθεσε και το Τεκμήριο
  4. Η εν λόγω μάρτυρας ανέφερε όλα όσα γεγονότα περιήλθαν στην αντίληψη της κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της ως γιατρός όταν εξέτασε την παραπονούμενη‑ Μ.Κ. 2 και επεξήγησε με τον δικό της τρόπο και επιστημονική κατάρτιση τα ευρήματα και συμπεράσματα της ως γιατρού. Με την ολοκλήρωση της κατάθεσης της Μ.Κ. 3 η Κατηγορούσα Αρχή έκλεισε την υπόθεση της και το Δικαστήριο με την ενδιάμεση του απόφαση έκρινε ότι έχει καταδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου και αφού του επεξηγήθηκαν τα δικαιώματα του δυνάμει του άρθρου 74

(1)Γ του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου του Κεφ. 155, ο κατηγορούμενος επέλεξε όπως καταθέσει ενόρκως από το εδώλιο του κατηγορουμένου και κάλεσε και μια μάρτυρα υπεράσπισης, δηλαδή τη Μ.Υ. 1, Γεωργία Ρούσου, η οποία είναι αδελφή των δύο εμπλεκομένων στην παρούσα υπόθεση, δηλαδή της Μ.Κ. 2, παραπονούμενης, και του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος τόσο προφορικά αλλά και στην κατάθεση του ουσιαστικά αρνήθηκε το όλο συμβάν λέγοντας ότι ο κατηγορούμενος δέχθηκε απρόκλητη εξύβριση από την αδελφή του και αρνήθηκε ότι έχει επιτεθεί και έχει προκαλέσει σωματική βλάβη στην παραπονούμενη. Ως Μ.Υ. 1 κατέθεσε η κα Γεωργία Ρούσου, αδελφή του κατηγορουμένου αλλά και της παραπονούμενης. Η εν λόγω μάρτυρας δεν έχει δώσει κατάθεση στην αστυνομία, παρά μόνο προφορικά στο Δικαστήριο και ανέφερε στο Δικαστήριο όλα όσα περιήλθαν στην αντίληψη της κατά τον ουσιώδη τόπο και χρόνο, λέγοντας χαρακτηριστικά ότι δεν έχει ακούσει επακριβώς τι έχει λάβει χώρα, αλλά έχει αντιληφθεί ότι έχει γίνει κάποιο περιστατικό που το χαρακτήρισε ως καυγά μεταξύ του κατηγορουμένου και της παραπονούμενης. ΒΑΡΟΣ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως είναι και η παρούσα, το βάρος της απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος το έχει η Κατηγορούσα Αρχή, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, δηλ. πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Χαρίτωνος και άλλων v. Δημοκρατίας
(1971)2 C.L.R. σελ. 40, με την οποία υιοθετήθηκε η απόφαση Woolmighton v. D.P.P.
(1935)AC 462, καθώς και σε μεταγενέστερες αποφάσεις. Η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου της κατηγορίας και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και εάν είναι, όπως επισημαίνεται στην Γενικός Εισαγγελέας v. Σπύρος Σπύρου
(2002)2 ΑΑΔ 71, στην οποία επαναλαμβάνεται η ανωτέρω αρχή, όπως αυτή διατυπώθηκε στην υπόθεση Λοϊζου v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363 και επαναδιατυπώθηκε στην Σωτηριάδης v. Αστυνομίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 482. Εναπόκειται στην Κατηγορούσα Αρχή να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής (Φλουρής v. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401). Στην Γενικός Εισαγγελέας v. Ανδρέα Ευριπίδου
(2002)2 ΑΑΔ 246, στην οποία επίσης υιοθετείται η ανωτέρω αρχή της υπόθεσης Λοϊζου, επισημαίνεται επιπρόσθετα ότι: «Οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής». Στις Τούμπας v. Δημοκρατίας
(1984)2 C.L.R. 110 και Καίτη Χαραλάμπους και άλλος v. Δημοκρατίας
(1985)2 C.L.R. 97 καθορίζεται, ότι, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασισθεί υπέρ του και να απαλλαγεί της κατηγορίας. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Ως προς το αδίκημα της πρώτης κατηγορίας σχετική πρόνοια είναι αυτή του άρθρου 243 του Κεφ. 154 το οποίο προνοεί τα πιο κάτω: "Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων. Κλασσικό παράδειγμα κατηγορίας, η απόδειξη της οποίας προϋποθέτει την απόδειξη άλλου αδικήματος, είναι η κατηγορία επίθεσης, που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, κάτω από το άρθρο 243 του Κεφ.
  1. Προϋποθέτει την απόδειξη κοινής επίθεσης, η οποία αποτελεί αυτοτελές αδίκημα βάσει του άρθρου 242 του Κεφ.
  2. Αναφορικά με το αδίκημα της κοινής επίθεσης το άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα, κεφάλαιο 154 προνοεί τα ακόλουθα: "Οποίος επιτίθεται εναντίον άλλου παράνομα είναι ένοχος πλημμελήματος, αν όμως η επίθεση δεν διαπράχθηκε κάτω από περιστάσεις για τις οποίες σύμφωνα με τον κώδικα αυτό προνοείτε βαρύτερη ποινή υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει τον ένα χρόνο ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις 2 αυτές ποινές". Κοινή επίθεση συνιστά οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση ή παράνομη βία εναντίον του. Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης (Intended) χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς την συγκατάθεση του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το θύμα (R v. Rophe
(1953)36 Cr. APP. R. 4, Fagon v. Metropolitan Police Commissioner
(1988)3 All E. R. 445 και Archbold Pleading and Practice, 39η έκδοση παρ. 2634 σελ 1071‑1072), ούτε βέβαια απαιτείται η πρόκληση οποιουδήποτε τραύματος για να συντελεστεί το αδίκημα. Το άρθρο 242 δε όσο αφορά το νοητικό στοιχείο το αδικήματος της επίθεσης με πρόθεση άσκησης βίας σε βάρος του θύματος. Απαγορεύει τη χρήση βίας ή την εκδήλωση πρόθεσης για τη χρήση βίας χωρίς νομικό έρεισμα ‑ παρανόμως‑ (unlawfully) (βλ. Δήμος Πετρόπουλος v. Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ σελίδα 574. Καθιστά όμως ο ίδιος ο Νόμος με τις διατάξεις του Άρθρου 17 συγχωρητέα τη χρήση βίας προς αποτροπή μεγαλύτερου και ανεπανόρθωτου κακού σε άλλο πρόσωπο το οποίο ο ασκών τη βία έχει υποχρέωση να προστατεύσει νοουμένου ότι η βία η οποία ασκείται είναι εύλογη υπό τις συνθήκες και όχι δυσανάλογη προς το κακό το οποίο αποτρέπεται (βλ. Υπόθεση Πετρόπουλος (ανωτέρω). Για την απόδειξη της κατηγορίας, βάσει του άρθρου 243, απαιτείται: (α) Η απόδειξη του αυτοτελούς αδικήματος της κοινής επίθεσης που ορίζει το άρθρο 242 και (β) Η πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης, ως αποτέλεσμα της επίθεσης. Εάν αποδειχθεί η επίθεση, η οποία στοιχειοθετείται στις λεπτομέρειες του αδικήματος, όχι όμως η σωματική βλάβη, το άρθρο 85
(1)του Κεφ. 155, παρέχει τη δυνατότητα στο δικάζον Δικαστήριο να καταδικάσει τον κατηγορούμενο για το αδίκημα της επίθεσης, παρά την απουσία ξεχωριστής κατηγορίας γι' αυτό (Μιχάλης Ανδρέα «Ψύλας» v. Δημοκρατίας
(2003)2Α.Α.Δ. 353). Ως προς το τι συνιστά πραγματική σωματική βλάβη σχετικές είναι οι αποφάσεις R. v. Miller
(1954)2 All E.R. 529, Αστυνομία v. Ιωάννου
(1989)2Α.Α.Δ. 61 και Georgiades v. Police
(1985)2C.L.R.
  1. Στην απόφαση Georghiades επιφανειακή εκδορά στο πρόσωπο με ερέθισμα θεωρήθηκε αρκετή για σκοπούς του άρθρου
  2. Οι όροι «σωματική βλάβη» και «τραύμα» ερμηνεύονται στο άρθρο 4 του Ποινικού Κώδικα. Ο όρος «επίθεση» χρησιμοποιείται συχνά με την έννοια ότι περιλαμβάνει "assault" και "battery". Επίθεση είναι οποιαδήποτε πράξη που γίνεται με πρόθεση ή με μεγάλη αδιαφορία (recklessly) να προκαλέσει και που προκαλεί σε ένα άλλο πρόσωπο το φόβο ότι θα ασκηθεί άμεση ή παράνομη βία εναντίον του (βλ. R. v. Venna
(1975)3 All E.R. 788, 794). Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια της πραγματικής ή σκοπούμενης (intended) χρήσης παράνομης βίας σε κάποιο άλλο πρόσωπο χωρίς τη συγκατάθεσή του. Επίθεση μπορεί να διαπραχθεί χωρίς ο κατηγορούμενος να αγγίξει το άλλο πρόσωπο (βλ. R. v. Rolphe
(1953)36 Cr. App. R.4 και Fagon v. Metropolitan Police Commissioner
(1988)3All E.R. 445). Βλέπε επίσης Archbold Pleading and Practive, 39η έκδοση, παρ. 2634, σελ. 1071-2. Η μεγάλη αδιαφορία που μπορεί να στοιχειοθετήσει εναλλακτικά το συστατικό στοιχείο της πρόθεσης στο αδίκημα, έχει περιγραφεί στη νομολογία του κοινοδίκαιου ότι καλύπτει τις περιπτώσεις όπου ο παραβάτης, πριν ενεργήσει, είτε παραβλέπει την πιθανότητα του κινδύνου, είτε, αφού συνειδητοποιήσει την ύπαρξη του κινδύνου, παραταύτα προβαίνει στις ενέργειες του (βλ. R. v. Lawrence
(1981)1All E.R. 974, 982, R. v. Caldwell
(1981)1 All E.R. 964, 966 και Archbold, 42η έκδοση, παρ. 17-25). Με τέτοια ενέργεια συνεπάγεται αδιαφορία για τις πιθανές συνέπειες των πράξεων του. Το αδίκημα στοιχειοθετείται παρόλο που ο κατηγορούμενος δεν είχε πρόθεση να εξασκήσει τη βία που επέφερε το τελικό αποτέλεσμα, αν αποδειχθεί ότι αυτός υπήρξε αδιάφορος (reckless) ως προς το κατά πόσο ο παραπονούμενος θα υφίστατο άμεση και παράνομη βία (βλ. Kimber
(1983)77 Cr. App. R. 225, 228, D.P.P. v. Morgan
(1975)2 All E.R. 347, 363-364). Για το θέμα της αδιαφορίας (recklessness) βλέπε επίσης Archbold, 42η έκδοση, παρ. 20-114 και Russel on Crime, 11η έκδοση, τόμος 1, σελ. 724. Περαιτέρω, δεν είναι απαράιτητο η άδικη επίθεση να είναι άμεση. Στο σύγγραμμα Russel, πιο πάνω, σελ. 729, γίνεται αναφορά στην υπόθεση Scott v. Shepherd
(1773)2W.BI.892 όπου ρίχθηκε από τον εναγόμενο ένα αντικείμενο σε κάποια αγορά το οποίο τινάχθηκε από χέρι σε χέρι από διάφορα άτομα και τελικά κτύπησε τον ενάγοντα βγάζοντας του το μάτι και ο εναγόμενος κρίθηκε υπόλογος για επίθεση και βιαιοπραγία. Το ίδιο κρίθηκε και στην υπόθεση Short v. Lovejoy
(1752)Bull. N.P. 16 όπου κάποιος έσπρωξε ένα μεθυσμένο προς άλλο πρόσωπο με αποτέλεσμα το τελευταίο πρόσωπο να τραυματισθεί. Το τι συνιστά «πραγματική σωματική βλάβη» σχολιάζεται στον Archbold, 36η έκδοση, παρ. 2634 όπου αναφέρεται ότι: "Actual bodily harm need not be an injury of permanent character, nor need it amount to what could be considered to be grevious bodily harm". Ακόμη και επίθεση που προκαλεί υστερική νευρική κατάσταση θεωρείται ως πραγματική σωματική βλάβη [βλ. Miller (πιο πάνω)]. Αναφορικά με το αδίκημα της δεύτερης κατηγορίας στο άρθρο 99 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοούνται τα ακόλουθα: «Όποιος σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές». Όσον αφορά τη νομική πτυχή τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της κατηγορίας είναι: i) Η εξύβριση άλλου. ii) Σε δημόσιο χώρο. iii) Κατά τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει παριστάμενο πρόσωπο να επιτεθεί. Το τι αποτελεί εξύβριση αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας (βλ. Brutus v. Cozens
(1972)2 All E.R. 1297). «Δημόσιος χώρος» ή «δημόσιο υποστατικό» περιλαμβάνει δημόσια διάβαση και κτίριο, μέρος ή τόπο φυσικής άνεσης όπου το κοινό έχει δικαίωμα ή άδεια εισόδου είτε χωρίς όρους είτε με όρο πληρωμής καθώς και κτίριο που χρησιμοποιείται κάθε φορά για δημόσια ή θρησκευτική συγκέντρωση, για συνάθροιση ή ως δικαστήριο σε δημόσια συνεδρίαση». «Δημόσια Διάβαση» περιλαμβάνει κάθε κύρια οδό, αγορά, πλατεία, οδό, γέφυρα ή άλλη διάβαση που χρησιμοποιείται νόμιμα από το κοινό». Σε σχέση με το στοιχείο του ενδεχόμενου πρόκλησης παρισταμένου προσώπου σε επίθεση, το κριτήριο και πάλι είναι αντικειμενικό, δηλαδή κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκαλείτο. Δεν χρειάζεται απόδειξη στοιχείου πραγματικής πρόκλησης οποιουδήποτε παρευρισκομένου να επιτεθεί (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Κozina,
(1999)2 Α.Α.Δ. σελ. 503). Η εκστόμιση της υβριστικής φράσης θα μπορούσε να προκαλέσει τα παριστάμενα πρόσωπα σε επίθεση (βλ. Ηροδότου v. Αστυνομίας,
(2006)2 A.A.Δ. σελ.
  1. Στην υπόθεση Ηροδότου v. Αστυνομίας, (ανωτέρω) στη σελ. 378 αποφασίστηκε ότι το γραφείο παραπόνων αστυνομικού σταθμού, όπου έχει ελεύθερη πρόσβαση το κοινό, αποτελεί δημόσιο χώρο, με την έννοια που αποδίδεται στον Ποινικό Νόμο Κεφ.
  2. Στη δε υπόθεση Νετζιήν v. Αστυνομίας
(1992)2 A.A.Δ. σελ. 1 στη σελ. 6 αναφέρονται τα εξής: «Το γραφείο παραπόνων της Αστυνομίας αποτελεί δημόσιο χώρο με την έννοια που ενέχει στο Κεφ. 154 (Άρθρο 4), δεδομένου ότι επιτρέπεται η είσοδος του κοινού για την υποβολή παραπόνων. Η εισήγηση του εφεσείοντος περί του αντιθέτου, που είναι και ο μόνος λόγος αμφισβήτησης της καταδίκης στη δεύτερη κατηγορία, στερείται ερείσματος». Το τι αποτελεί εξύβριση δεν καθορίζεται στον Ποινικό Κώδικα. Αποτελεί θέμα πραγματικό που αποφασίζεται από το Δικαστήριο στο πλαίσιο των γεγονότων της υπόθεσης και έχοντας υπόψη τις επικρατούσες απόψεις περί ηθικής και ευπρέπειας. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό. Όπως αναφέρεται στην Αγγλική υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 ALL ER 1297. "An ordinary sensible man knows an insult when he sees or hears it" Επίσης στην Bolster ν. Αστυνομίας
(1997)2 ΑΑΔ 89, λέχθηκε ότι η εξύβριση στοιχειοθετείται όταν το χρησιμοποιηθέν υπό συνθήκες αντιπαράθεσης λεκτικό δεν είναι δυνατόν να εκληφθεί ως μη υβριστικό. Επομένως, η ακριβής λεκτική απόδοση των εκφρασθέντων στερείται οιασδήποτε ουσιώδους σημασίας. Στις λέξεις που εκστομίζονται πρέπει να αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα. Δεν χρειάζεται απόδειξη στοιχείου πραγματικής πρόκλησης οποιουδήποτε παρευρισκομένου να επιτεθεί. Είναι αρκετό ότι όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 99, ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο. Το κριτήριο είναι και πάλι αντικειμενικό, δηλαδή κατά πόσον ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκληθεί (βλ Γενικός Εισαγγελέας ν. Ναταλία Καζίνα
(1999)2 ΑΑΔ 503 και Αχιλλέως ν. Δημοκρατίας
(1996)2 ΑΑΔ 98). 'Οσον αφορά το στοιχείο του ενδεχόμενου πρόκλησης παριστάμενου προσώπου σε επίθεση, το κριτήριο είναι και πάλι αντικειμενικό, δηλαδή κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος θα προκαλείτο. Δεν χρειάζεται απόδειξη στοιχείου πραγματικής πρόκλησης οποιουδήποτε παρευρισκόμενου να επιτεθεί (βλ.Γενικός Εισαγγελέας ν. Kozina
(1999)2 A.A.Δ. 503). Σχετική είναι και η πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γιώργος Λουκαίδης v. Αστυνομίας, Π.Ε. 36/14, ημερ. 9.12.2014 στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: « Το αδίκημα για το οποίο κρίθηκε ένοχος ο εφεσείων είναι αυτό της δημόσιας εξύβρισης κατά παράβαση του άρθρου 99 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 το οποίο προνοεί ως εξής: «99. Όποιος, σε δημόσιο χώρο ή σε χώρο που δεν είναι δημόσιος με τέτοιο τρόπο ή κάτω από συνθήκες ώστε να ενδέχεται να ακουστεί από οποιοδήποτε πρόσωπο που βρίσκεται σε δημόσιο χώρο, εξυβρίζει άλλο με τέτοιο τρόπο που ενδέχεται να προκαλέσει σε παρευρισκόμενο πρόσωπο επίθεση, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση ενός μήνα ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.» (Όπως έχει μετατραπεί σε ευρώ με βάση το Ν. 33(Ι)/2007)». Στην υπόθεση Αχιλλέως ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 98, μετά από καταγγελία ότι η εφεσείουσα προκαλούσε ενόχληση λόγω δυνατής μουσικής στο μπαρ της στις 02.00, μετέβη στο μέρος αστυφύλακας για διερεύνηση της καταγγελίας. Όταν την πληροφόρησε για την καταγγελία αυτή τον εξύβρισε με τη φράση «είσαι καραγκιόζης». Κρίθηκε ένοχη για δημόσια εξύβριση και η καταδίκη επικυρώθηκε από το Εφετείο. Με αναφορά στο Σύγγραμμα Hari Singh Gour The Penal Law of India, 9η Έκδοση, 4ος Τόμος, σελ. 4186, και στην Αγγλική υπόθεση Brutus v. Cozens
(1972)2 All E.R. 1297, τονίστηκε ότι στις λέξεις που εκστομίζονται σε τέτοιου είδους υποθέσεις πρέπει να αποδίδεται το συνηθισμένο τους νόημα. Και ότι, το ερώτημα κατά πόσο συγκεκριμένη συμπεριφορά είναι υβριστική αποτελεί θέμα πραγματικό. Αποφασίστηκε επίσης ότι δε χρειάζεται απόδειξη του κατά πόσο προκλήθηκε οποιοσδήποτε παρευρισκόμενος να επιτεθεί. «Είναι αρκετόν ότι, όπως ρητά προβλέπει το άρθρο 99, ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο». Στην υπόθεση Bolster v. Αστυνομικού Διευθυντή Λεμεσού
(1997)2 ΑΑΔ 89, που παρέπεμψε ο εφεσείων με το διάγραμμα αγόρευσής του, η φράση "Fucking bASTARD Police", την οποία εκστόμισε η εφεσείουσα σε αστυφύλακα, ανεξαρτήτως ότι στην προφορά έλεγε "Fucky Baster Police", με αναφορά στον τόπο και τόνο με τον οποίο έλεγε τη φράση, κρίθηκε ως εξύβριση. Στην προκείμενη περίπτωση, η φράση «να πα να γαμηθείς» που εκστόμισε ο εφεσείων, κάτω από τις συνθήκες που περίγραψε ο ΜΚ1 στην κατάθεσή του, δεν θεωρούμε ότι είναι απλά αγενής απάντηση, όπως εισηγείται ο εφεσείων, αλλά είναι υβριστική και εφράζει αγανάκτηση και δυσαρέσκεια προς τον υβριζόμενο. (Βλ. Σχετικά Λεξικό Ελληνικής Γλώσσας Γ. Μπαμπινιώτη Γ' Έκδοση σελ.399). Έχοντας δε υπόψη τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες ο εφεσείων προέβη σε εξύβριση του ΜΚ1, καθώς και το γεγονός ότι υπήρχαν στο μέρος ακόμα τρείς αστυφύλακες, κρίνουμε ότι υπήρχε επαρκής μαρτυρία ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου για να καταλήξει ότι ήταν ενδεχόμενο από την εξύβριση να αντιδράσει επιθετικά παριστάμενο πρόσωπο, και συνεπώς θεωρούμε ότι ορθά κρίθηκε ένοχος στην εν λόγω κατηγορία. Σημειώνεται ότι η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται από την υπόθεση Harvey v. DPP
(2011)All E.R. 143 που παραπέμπει ο εφεσείων στο διάγραμμα αγόρευσης του η οποία αφορά σε αδίκημα με διαφορετική διατύπωση από το άρθρο 99». ΑΞΙΟΛΟΓΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο είναι σε θέση να αξιολογήσει όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζεβρού v. Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447, Καρεκλά v. Κλεάνθους
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 1119 και Αθανασίου και άλλος v. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. σελ. 614). Ως προς τους Μ.Κ.1 και 3, το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτοί οι μάρτυρες είναι μάρτυρες της αλήθειας, όχι μόνο διότι η αξιοπιστία και η φιλαλήθεια τους δεν έχει αμφισβητηθεί από τον ευπαίδευτο συνήγορο υπεράσπισης κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων, αλλά και επειδή το ίδιο το Δικαστήριο παρακολουθώντας με ιδιαίτερη προσοχή τις μαρτυρίες τους, κρίνει ότι η μαρτυρία τους ήταν αντικειμενική, ανεξάρτητη, αμερόληπτη και προσήλθαν στο Δικαστήριο με σκοπό να διαφωτίσουν το Δικαστήριο για τη φύση και έκταση της εμπλοκής τους στα πλαίσια της παρούσας υπόθεσης. Αναμφίβολα, κλειδιά στην παρούσα υπόθεση είναι από τη μια η παραπονούμενη - Μ.Κ. 2, αλλά και ο κατηγορούμενος επικουρώντας αυτόν και η Μ.Υ.
  1. Το Δικαστήριο για τους λόγους που θα εξηγήσει πιο κάτω, εκφράζει τη θλίψη και απογοήτευση του για τον λόγο ότι οι μάρτυρες έχουν παραδεχθεί μεν τη διάπραξη κάποιου περιστατικού πλην όμως για λόγους που το Δικαστήριο θα εξηγήσει, κανένας από τους τρεις μάρτυρες δεν είπαν όλη την αλήθεια στο Δικαστήριο για τους λόγους που θα εξηγηθούν πιο κάτω. Αποτελεί θλιβερή διαπίστωση, ότι μια ενδοοικογενειακή διαφορά, οδήγησε στην ακροαματική διαδικασία αυτής της υπόθεσης και μάλιστα το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει την προσφυγή στο ψεύδος και από τους τρεις μάρτυρες για τους λόγους που θα αναφερθούν πιο κάτω. Η Μ.Κ. 2 περιγράφοντας το περιστατικό που έλαβε χώρα και πιο συγκεκριμένα τον τρόπο που κατ' ισχυρισμό δέχθηκε επίθεση από τον κατηγορούμενο, δηλαδή στην αριστερή πλευρά του προσώπου της, περιγράφοντας την πτώση ανέφερε ότι η πτώση είχε κλίση προς τα αριστερά, ενώ το λογικά και φυσικά αναμενόμενο αν δεχόταν την επίθεση και το σπρώξιμο από τον κατηγορούμενο, το λογικό θα ήταν η πτώση να γινόταν στη δεξιά πλευρά. Αρχικά, αυτό ανέφερε η παραπονούμενη, αλλά σε μεταγενέστερο στάδιο, προφανώς η παραπονούμενη αντιλαμβανόμενη το ψεύδος στο οποίο υπέπεσε, ανέφερε ότι έπεσε πρώτα στη δεξιά πλευρά. Το Δικαστήριο κρίνει ότι είναι μια πολύ σοβαρή αντίφαση που κλονίζει την αξιοπιστία της. Το Δικαστήριο θα προχωρήσει και πιο κάτω λέγοντας τους λόγους που δεν αποδέχεται τη μαρτυρία της παραπονούμενης. Η παραπονούμενη ανέφερε προφορικά ότι αιμορραγούσε ενώ κάτι τέτοιο δεν ανέφερε στην κατάθεση της και στο Τεκμήριο 4 και σε μεταγενέστερο στάδιο περιόρισε αυτήν τη θέση και λέει ότι κτυπήθηκε απλά από τον κατηγορούμενο, αλλά δεν είχε αιμορραγία. Σημειώνεται ότι η Μ.Κ. 3 τόσο στην προφορική, όσο και στη γραπτή της μαρτυρία, δεν ανέφερε οτιδήποτε περί αιμορραγίας. Επίσης, η παραπονούμενη - Μ.Κ. 2 ανέφερε ότι είχε λιποθυμήσει στον χώρο στάθμευσης του Νοσοκομείου και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στον γιατρό. Το ότι υπήρχε μεταφορά με ασθενοφόρο στον γιατρό αναφέρεται από τη Μ.Κ. 3 μεν, αλλά τόσο γραπτώς όσο και προφορικά η Μ.Κ. 3 δεν ανέφερε οτιδήποτε για οποιοδήποτε λιποθυμικό επεισόδιο, αφού η παραπονούμενη παρέπεμψε στη Μ.Κ. 3 για τον εν λόγω ισχυρισμό ο οποίος παρέμεινε μετέωρος, αλλά στην ουσία δεν ανέφερε η Μ.Κ. 3 οτιδήποτε περί λιποθυμίας. Το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι η φύση και έκταση των τραυμάτων που ισχυρίστηκε ότι έπαθε η παραπονούμενη και γενικά τα όλα συμπτώματα της δεν συμβαδίζουν με το ιατρικό πιστοποιητικό (Τεκμήριο 5) και με τη μαρτυρία της Μ.Κ. 3, την οποία το Δικαστήριο κρίνει ως αξιόπιστη, ως αναφέρθηκε πιο πάνω. Επίσης, το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα για οποιαδήποτε φύση και έκταση των τραυμάτων, αφού η Μ.Κ. 3 ανέφερε ότι ως προς τα τραύματα που είχε διαπιστώσει στο έσω χείλος, εξαρτάται από τη φύση και ένταση της επίθεσης που δέχεται κάποιος, αλλά δεν μπορούσε με βεβαιότητα και σιγουριά να αναφέρει αν ήταν στο δεξί ή αριστερό χείλος. Το κυριότερο όμως είναι ότι το Δικαστήριο δεν αποδέχεται τη μαρτυρία της Μ.Κ. 2 για τους λόγους που έχουν αναφερθεί πιο πάνω. Το μόνο σίγουρο στην παρούσα περίπτωση είναι ότι ναι μεν έχει γίνει κάποιο περιστατικό, αλλά όχι όπως το περιέγραψαν η παραπονούμενη, ο κατηγορούμενος και η Μ.Υ.
  2. Σημειώνω ότι το Δικαστήριο δεν θα υπεισέλθει και δεν ενδιαφέρει στην παρούσα υπόθεση οι οποιεσδήποτε ενδοοικογενειακές πρόστριβες οικογενειακής φύσεως όπως έχουν αναφερθεί από όλους. Στον αντίποδα ο κατηγορούμενος επίσης δεν άφησε θετική εικόνα στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο έχει διαπιστώσει ότι η πρόθεση του και σκοπός του, ήταν έκδηλη κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να αποφύγει ουσιαστικά οποιαδήποτε εμπλοκή του στο όλο περιστατικό. Ο εν λόγω μάρτυρας, δηλαδή ο κατηγορούμενος, ανέφερε ότι η παραπονούμενη ‑ Μ.Κ. 2 τον είχε προκαλέσει και τον εξύβρισε με τη φράση που ανέφερε στην κατάθεση του, πλην όμως το Δικαστήριο κρίνει ότι η όλη συμπεριφορά του κατηγορουμένου και η αμηχανία του δεν έπεισε το Δικαστήριο κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, ούτε ο ισχυρισμός του για το τι προηγήθηκε πριν το περιστατικό όπως το έχει αναφέρει και επίσης το Δικαστήριο γενικά κρίνει ότι όλη η εικόνα ήταν ενός προσώπου που ήθελε να αποφύγει την οποιαδήποτε εμπλοκή του. Το Δικαστήριο έχει προβληματιστεί ιδιαίτερα με την αναφορά του κατηγορουμένου ότι θύμωσε με την παραπονούμενη και πήγε 1‑2 βήματα μπροστά και ο προβληματισμός του Δικαστηρίου έγκειται στο γεγονός κατά πόσο έχει στοιχειοθετηθεί το αδίκημα της κοινής επίθεσης. Πλην όμως το Δικαστήριο επειδή έχει ενώπιον του μόνο αυτό το περιστατικό που ανέφερε ο κατηγορούμενος αλλά και εν όψει του ότι γενικά η όλη εικόνα του κατηγορουμένου αλλά και της παραπονούμενης στο εδώλιο του μάρτυρα ήταν μάρτυρες οι οποίοι δεν ήθελαν να δώσουν στο Δικαστήριο την πραγματική και όλη την εικόνα του όλου περιστατικού που έχει γίνει, χωρίς να υπάρχει όμως αμφιβολία ότι έχει γίνει κάποιο περιστατικό όχι όμως στη φύση και την έκταση που έχει υποβληθεί, το Δικαστήριο κρίνει ότι θα ήταν άδικο για τον κατηγορούμενο να τον καταδικάσει με βάση τη διάταξη του άρθρου 85 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 για το αδίκημα της κοινής επίθεσης όπως αυτό αναγράφεται στο άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα του Κεφ.
  3. Για τη Μ.Υ.1, το Δικαστήριο έχει προβληματιστεί ιδιαίτερα με το πρόσωπο της, καθότι από τη μια είναι λογικό να αισθανόταν η Μ.Υ. 1 κατά τη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης θλίψη για το ότι τα δύο αδέλφια της βρίσκονται αντιμέτωποι στο Δικαστήριο, ο ένας στο εδώλιο του μάρτυρα και ο άλλος στο εδώλιο του κατηγορουμένου. Το Δικαστήριο παρακολουθώντας όμως με ιδιαίτερη προσοχή την όλη συμπεριφορά της Μ.Υ. 1, αλλά και τη μαρτυρία της, κρίνει ότι δεν δύναται να στηριχθεί το Δικαστήριο σε αυτήν για να εξάξει οποιαδήποτε ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα. Η Μ.Υ. 1 είχε πέσει και σε μερικές αντιφάσεις διότι από τη μια ανέφερε ότι δεν έχει δει σε καμία περίπτωση τον κατηγορούμενο σε όλο το περιστατικό, αλλά και από την άλλη σε κάποια φάση ανέφερε ότι τα δύο εμπλεκόμενα μέρη και ο κατηγορούμενος και η παραπονούμενη τσακώνονταν και με το χέρι και με το κεφάλι και προέβαιναν σε κάποιους μορφασμούς. Επίσης, το Δικαστήριο δεν κρίνει πειστική τη Μ.Υ. 1, διότι το λογικά αναμενόμενο θα ήταν να ρωτήσει με τη λήξη του όλου συμβάντος τι έχει γίνει αφού πρόκειται για το συμβάν το οποίο έλαβε χώρα στον χώρο που διαμένει και η ίδια και δυστυχώς άμεσα εμπλεκόμενα μέρη είναι ο αδελφός και η αδελφή της. Επίσης το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν έχει υποβληθεί προς την παραπονούμενη ‑ Μ.Κ. 2 το γεγονός ότι αυτόπτης και αυτήκοος μάρτυρας είναι η Μ.Υ. 1 για να τοποθετηθεί επί αυτού του θέματος και σε κατοπινό στάδιο όμως η Μ.Υ. 1 αντιλαμβανόμενη προφανώς το μη λογικό της θέσης της, ανέφερε ότι ρώτησε γι' αυτό το γεγονός μετά από δύο μέρες από το επίδικο περιστατικό, αλλά και σε κατοπινό στάδιο ανέφερε έχει μάθει μετά από πάρα πολύ καιρό για το όλο περιστατικό. Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει ούτε η μαρτυρία της Μ.Υ.1 κρίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Με βάση την πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να εξάξει ασφαλή ευρήματα και συμπεράσματα που να οδηγούν στην ενοχή του κατηγορουμένου αφού δεν έχει ενώπιον του στέρεο μαρτυρικό υπόβαθρο, το οποίο να καλύπτει τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αναφέρονται πιο πάνω. Το μόνο βέβαιο στην παρούσα περίπτωση είναι ότι έχει λάβει χώρα κάποιο περιστατικό, το οποίο για τους λόγους που έχουν αναφερθεί πιο πάνω δεν δύναται να στοιχειοθετήσουν τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων, καθώς τα εμπλεκόμενα μέρη αποφάσισαν να πουν εν μέρει ψέματα και δεν αποκάλυψαν στο Δικαστήριο τα πραγματικά γεγονότα που έλαβαν χώρα στις 17.9.
  4. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Για τους λόγους που το Δικαστήριο προσπάθησε να εξηγήσει, η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας με αξιόπιστη μαρτυρία τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων και ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ................ Αλέξανδρος Φυλακτού, Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./Ο.Ρ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.