Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων ν. DUAL INVESTMENTS LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 10072/12, 19/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:B68 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10072/12 Διευθυντή Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων Κατηγορούσα Αρχή Εναντίον 1. DUAL INVESTMENTS LIMITED ΑΦΤ (12042784Q) Α. Μακαρίου Γ' 193, 3030, Λεμεσός 2. ΑΝΔΡΕΑΣ ΓΙΑΛΕΛΗΣ ΑΦΤ
(007525001)Διευθυντής Γ Σεφέρη 7, 5ος όρ. Γρ.51, 1076 Λευκωσία
- ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΑΜΠΟΥΡΗΣ ΑΦΤ (00769508 Η) Διευθυντής Γεώργιου Σεφέρη 7, 5ος όρ. 51, 1076 Λευκωσία Κατηγορούμενοι Ημερομηνία: 19.12.14 Εμφανίσεις: Για Κατηγορούσα Αρχή: κα. Κλωνάρη Για Κατηγορούμενους 1, 2 και 3: Κατηγορούμενοι 2 και 3 αυτοπροσώπως Κατηγορούμενοι 2 και 3: Παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 26/04/2012 εναντίον 3 συνολικά προσώπων οι οποίοι αντιμετωπίζουν 9 κατηγορίες. Συγκεκριμένα, οι κατηγορίες 1 - 8 αμφότερων συμπεριλαμβανομένων αφορούν το αδίκημα της άρνησης, παράλειψης ή αμέλειας υποβολής Δήλωσης Εισοδήματος κατά παράβαση των άρθρων 5, 12, 50 του Περί Βεβαιώσεως και Φόρων Νόμου 4/78 με τις τροποποιήσεις του και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των 8 κατηγοριών οι κατηγορούμενοι από την 30ην Απριλίου κάθε έτους αρχής γενομένης την 30ην Απριλίου του 2002 και έκαστη 30ην Ασπριλίου για όλα τα έτη μέχρι το 2009 αντίστοιχα στις κατηγορίες 1 μέχρι και 8 και μέχρι σήμερα αρνήθηκαν, παρέλειψαν ή αμέλησαν να υποβάλουν Δήλωση Εισοδήματος για τα έτη 2002 μέχρι και
- Η 9η κατηγορία αφορά το αδίκημα της άρνησης, παράλειψης ή αμέλειας υποβολής Δήλωσης Εισοδήματος κατά παράβαση των άρθρων 5
(2), 12, 20
(3), 27 και 50 του Περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμου 4/78 με τις τροποποιήσεις του και του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες του αδικήματος της 9ης κατηγορίας οι κατηγορούμενοι από την 1η Απριλίου 2012 μέχρι σήμερα αρνήθηκαν, παρέλειψαν ή αμέλησαν να υποβάλουν ελεγμένους λογαριασμούς για τα έτη
- Μετά την καταχώρηση μή παραδοχής σε όλες τις κατηγορίες απο πλευράς όλων των κατηγορουμένων, η υπόθεση ορίστηκε σε διάφορες ημερομηνίες για ακρόαση μέχρι και τις 2/12/2014 ημερομηνία κατά την οποία ξεκίνησε η ακροαματική διαδικασία. Πριν την παρουσίαση οιουδήποτε μάρτυρα από πλευράς της κατηγορούσας αρχής αμφότεροι οι συνήγοροι των διαδίκων κατέθεσαν εκ συμφώνου ως παραδεκτά έγγραφα 8 τεκμήρια και ένα παραδεκτό γεγονός ως ακολούθως:
- Τεκ.1 - Ασφαλισμένη επιστολή της Κατηγορούσας αρχής προς την 1η κατηγορούμενη ημερ.7/10/2011 με κοινοποίηση προς το λογιστικό γραφείο Deloitte.
- Τεκ. 2 - Αντίγραφο απόδειξης αποστολής συστημένης αλληλογραφίας ημερ.11/10/
- Τεκ. 3 - Αντίγραφο ηλεκτρονικής εκτύπωσης στοιχείων της 1ης κατηγούμενης από την ιστοσελίδα του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη.
- Τεκ. 4 - Πιστοποιητικό διευθυντών της 1ης κατηγορούμενης από τον Έφορο Εταιρειών ημερ.10/10/
- Τεκ. 5 - Επιστολή της Deloitte Limited ημερ.8/9/2011 προς την Κατηγορούσα Αρχή.
- Τεκ. 6 - Επιστολή της Deloitte Limited ημερ.17/10/2011 προς την Κατηγορούσα Αρχή.
- Τεκ. 7 - Επιστολή της Deloitte Limited ημερ.28/02/2012 προς την Κατηγορούσα Αρχή.
- Τεκ. 8 - Επιστολή της Κατηγορούσας Αρχής προς την εταιρεία Deloitte Limited ημερ.15/6/2012 μετά συνημμένης επιστολής ημερ.29/5/2012 από την Deloitte Limited προς την Κατηγορούσα Αρχή. Περαιτέρω δηλώθηκε εκ συμφώνου ως παραδεκτό γεγονός και ως τέτοιο εγκρίθηκε από το Δικαστήριο το γεγονός ότι: Οι φορολογικές δηλώσεις της 1ης κατηγορούμενης για τα έτη 2002 μέχρι και 2009 και οι ελεγμένοι λογαριασμοί για το έτος 2002 δεν έχουν μέχρι σήμερα κατατεθεί. Μετά την κατάθεση των πιο πάνω τεκμηρίων και παραδεκτών γεγονότων η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, δήλωσε ότι αυτή είναι η υπόθεση της και δεν επιθυμεί την παρουσίαση περαιτέρω μαρτυρίας. Την ολοκλήρωση της υπόθεση της Κατηγορούσας αρχής ακολούθησε η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των κατηγορουμένων ότι με βάση το άρθρο 74
(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 μετά των συναφών τροποποιήσεων, δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων σε όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν και ότι το Δικαστήριο πρέπει να τους αθωώσει και απαλλάξει από αυτό το στάδιο. Η εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής αντικρούοντας τη θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης, εισηγήθηκε ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον όλων των κατηγορούμενων για όλα τα αδικήματα που κατηγορούνται και τους οποίους, όπως υποστήριξε, το Δικαστήριο πρέπει να καλέσει σε απολογία Τα όσα ανέφεραν αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι για υποστήριξη των θέσεων τους στις προφορικές τους αγορεύσεις ενώπιον του Δικαστηρίου αποτελούν μέρος του φακέλου της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους από το Δικαστήριο και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτολεξεί στην παρούσα απόφαση. Η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των κατηγορουμένων βασίζεται κυρίως σε επιχειρήματα που άπτονται νομικών ζητημάτων και αφορούν ιδιαίτερα και αποκλειστικά τους κατηγορούμενους 2 και 3 οι οποίοι είναι οι διευθυντές της κατηγορούμενης
- Σύμφωνα με τον συνήγορο τους τα αδικήματα για τα οποία οι κατηγορούμενοι 2 και 3 κατηγορούνται είναι αδικήματα αυστηρής ευθύνης και η ευθύνη των διευθυντών εδράζεται στο άρθρο 12 του νόμου 4/
- Παρόλο που αποδέχεται ότι οι διευθυντές ενός νομικού προσώπου έχουν την ευθύνη για την υποβολή φορολογικών δηλώσεων αρνείται ότι η ευθύνη αυτή δύναται να είναι αναδρομική εξηγώντας την θέση του ότι στην υπό εκδίκαση υπόθεση οι κατηγορούμενοι 2 και 3 με βάση τα Τεκμήρια που παρουσιάστηκαν ως παραδεκτά και από κοινού, διορίστηκαν ως Διευθυντές της 1ης κατηγορούμενης την 29/09/2010 άρα δεν θα μπορούσαν να έχουν ευθύνη για τα έτη 2002 μέχρι και 2009 τα οποία αφορούν οι κατηγορίες. Ο συνήγορος των κατηγορούμενων ισχυρίστηκε στην προφορική του αγόρευση ότι η σχετική νομοθεσία και δη το άρθρο 12 θα πρέπει να τύχει συσταλτικής και όχι διασταλτικής ερμηνείας. Σύμφωνα με τον ίδιο εφαρμογή θα πρέπει να τύχει η νομική αρχή «Nullum crimen, nulla poena sine lege scripta» ήτοι ότι δεν δύναται να επιβληθεί καμία ποινή και δεν τελείται οποιοδήποτε αδίκημα εκτός αν υπάρχει γραπτός και σαφής νόμος. Στον υπό εξέταση νόμο καμία πρόνοια για αναδρομικότητα δεν υπάρχει και η καταχώρηση του κατηγορητηρίου εναντίον των κατηγορουμένων 2 και 3 είναι αποτέλεσμα της ερμηνείας που ο ίδιος ο Διευθυντής της κατηγορούσας αρχής αναγκάστηκε να προσδώσει για να καλύψει μια σοβαρή παράλειψη της νομοθεσίας λόγω της συχνής αλλαγής των διευθυντών μιας εταιρείας. Τέλος ο συνήγορος των κατηγορουμένων δήλωσε ότι σε περίπτωση που οι κατηγορούμενοι 2 και 3 κληθούν σε απολογία και μελλοντικά καταδικαστούν σε αυτά τα αδικήματα θα αναγκαστούν να υποβάλουν δηλώσεις με ψευδείς στοιχεία, πράξη που αποτελεί σοβαρότερο των υπό εκδίκαση αδικημάτων. Τελειώνοντας την αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος ανέφερε ότι η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να αποδείξει το συστατικό στοιχείο της σύνδεσης των κατηγορούμενων 2 και 3 με την διάπραξη των αδικημάτων και γιαυτό εισηγήθηκε την αθώωση και απαλλαγή τους από αυτό το στάδιο σε αντίθεση με την 1η κατηγορούμενη για την οποία δήλωσε ότι έχει υποχρέωση να υποβάλει τις φορολικές δηλώσεις και τους ελεγμένους λογαριασμούς που περιλαμβάνονται στο κατηγορητήριο. Από την δική της πλευρά η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε ότι με βάση την μαρτυρία που παρουσιάσθηκε η οποία περιορίστηκε σε καταθεση κοινά αποδεκτών Τεκμηρίων και γεγονότων έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση για όλους τους κατηγορούμενους. Σύμφωνα με την συνήγορο το γεγονός ότι μετά των διορισμό των κατηγορουμένων 2 και 3 αυτοί κλήθηκαν να υποβάλουν τις δηλώσεις και τους λογαριασμούς που αφορούν οι κατηγορίες τους δημιουργεί ευθύνη σύμφωνα με τον Νόμο και ιδιαίτερα το άρθρο
- Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι οι κατηγορούμενοι 2 και 3 μέσω των λογιστών της 1ης κατηγορούμενης αφού κλήθηκαν να υποβάλουν δηλώσεις, ζήτησαν παρατάσεις για να το πράξουν τούτο, παρατάσεις και οι οποίες τους εδόθησαν. Σύμφωνα με την κα. Κλωνάρη το κάθε νομικό πρόσωπο έχει ευθύνη να καταχωρεί και υποβάλει τις φορολογικές δηλώσεις και τους ελεγμένους λογαριασμούς που του ζητούνται και η ευθύνη αυτή στην περίπτωση του νομικού προσώπου μεταφέρεται στον εκάστοτε διευθυντή ο οποίος πρέπει να συμμορφώνεται. Συμπλήρωσε περαιτέρω η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής ότι η αντίθετη από τα πιο πάνω ερμηνεία του άρθρου 12 από την στιγμή που οι κατά τον επίδικο χρόνο διευθυντές της εταιρείας είναι αδύνατο να συμμορφωθούν καθότι ουδεμία εξουσία έχουν να υποβάλουν δηλώσεις θα οδηγούσε σε καταστρατήγηση του φορολογικού συστήματος του Κράτους. Η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής επιχειρηματολόγησε για την θέση της και με αναφορά στον χρόνο έναρξης της ευθύνης των νυν διευθυντών κατηγορούμενων 2 και 3, ο οποίος σύμφωνα με την ίδια άρχισε και από την ημέρα που και οι ίδιοι κλήθησαν με επιστολή από την Κατηγορούσα Αρχή να υποβάλουν τις επίδικες φορολογικές δηλώσεις και ελεγμένους λογαριασμούς. Τέλος παρέπεμψε το Δικαστήριο στην απόφαση Rainbow Nina v. The Commissioner of Tax,
(1984), 3 CLR, 846 η οποία πραγματεύεται την σημασία του φορολογικού συστήματος για το κράτος. Νομική Πτυχή: Αναφορικά με την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν το θέμα έχουν τεθεί στην Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 C.L.R 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
- Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
- Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
- Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το έργο του Δικαστηρίου στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης δεν είναι να προβεί σε λεπτομερή υποκειμενική αξιολόγηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, έργο που ανάγεται στο τελικό στάδιο όταν όλη η μαρτυρία είναι ενώπιον του αλλά περιορίζεται σε αντικειμενική και προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής και να έχει ως αντικειμενικό έρεισμα ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας στο ίδιο συμπέρασμα, χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Μόνο όπου η όλη μαρτυρία που έχει δοθεί με την συμπλήρωση της υπόθεσης του κατηγόρου εμπεριέχει τέτοια θεμελιακή αντίφαση, αναγόμενη σε εγγενή αντινομία που δεν θα μπορούσε να την αντιπαρέλθει το Δικαστήριο επί οιασδήποτε δυνατής αξιολόγησης της στο σύνολο της, δεν υπάρχει υπόθεση για να απαντηθεί. (βλέπε Ευγένειος Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γενικός Εισαγγελέας v. Στέφανου Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133 και Γενικός Εισαγγελέας v. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Η απόφαση για αθώωση σε αυτό το στάδιο της δίκης πρέπει να αντέχει στη βάσανο που θέτει η καθοδήγηση πρακτικής του 1962, δηλαδή ότι κάθε λογικό Δικαστήριο θα κατέληγε στο ίδιο συμπέρασμα, ενόψει της αντικειμενικής υφής της μαρτυρίας. Ο κατηγορούμενος πρέπει να κληθεί σε απολογία μόνο σε περίπτωση που η κατηγορούσα αρχή έχει παρουσιάσει μαρτυρία αρκετά ισχυρή στην ουσία της που να καθιστά την καταδίκη του κατηγορούμενου μια πραγματική δυνατότητα, αν δεν δοθεί από αυτόν κάποια εξήγηση, αλλιώς ο κατηγορούμενος θα κληθεί όχι για να υπερασπίσει τον εαυτό του, αλλά για να διορθώσει τις ατέλειες που υπάρχουν στη μαρτυρία που δόθηκε από την κατηγορούσα αρχή. Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87, το οποίο ομιλεί από μόνο του: "Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας". Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Στέφανος Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:- "Όπως ο όρος "εκ πρώτης όψεως" υποδηλώνει, η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση δικαιολογείται μόνο όταν ως θέμα πρώτης όψεως δηλαδή μετά την προκαταρκτική θεώρηση της υπόθεσης, δικαιολογείται η κλήση του κατηγορουμένου σε υπεράσπιση. Ο όρος "εκ πρώτης όψεως υπόθεση" χρησιμοποιείται σε αντιδιαστολή με την εις βάθος θεώρηση και τελική όψη της υπόθεσης δηλαδή την απόδειξη της κατηγορίας πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας." Ως προς τον βαθμό απόδειξης που πρέπει να καταδειχθεί στο στάδιο αυτό, σχετική είναι η απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευστάθιου Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ 9 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: " Βέβαια πρέπει να υπογραμμιστεί ότι το βάρος της απόδειξης που έχει η Κατηγορία, σύμφωνα με το άρθρο 74 του Κεφ. 155 στο στάδιο που περατώνει την υπόθεση της, δεν είναι το ίδιο με εκείνο που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την Κατηγορία να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσον ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή του κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. ............................. Στην υπόθεση R ν. Hipson
(1969)Cr. L.R. 85, αναφέρεται ότι ο δικαστής δεν πρέπει να αφήσει την υπόθεση να προχωρήσει αν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δεν θα είναι ασφαλές για τους ενόρκους να εκδώσουν καταδικαστική απόφαση στηριζόμενοι στη μαρτυρία που προσήγαγε η Κατηγορούσα Αρχή." Στο στάδιο αυτό έχοντας υπόψη μου τις 9 κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων είναι ως ακολούθως: - Η άρνηση, παράλειψη ή αμέλεια στην υποβολή δήλωσης εισοδήματος για συγκεκριμένο έτος - Η άρνηση, παράλειψη ή αμέλεια στην υποβολή ελεγμένων λογαριασμών για συγκεκριμένο έτος - Η σύνδεση των κατηγορούμενων με την μή υποβολή των δηλώσεων εισοδήματος και των ελεγμένων λογαριασμών. Έχοντας υπόψη την τόσο τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων όσο και τις αρχές που διέπουν την εκ πρώτης όψεως υπόθεση και οι οποίες αναλύθησαν ανωτέρω, το Δικαστήριο θα εξετάσει σε αυτό το στάδιο την υπάρχουσα μαρτυρία αντικειμενικά, χωρίς δηλαδή να υπεισέρχεται σε κρίση επί της αξιοπιστίας αυτής. Όσον αφορά την 1η κατηγορούμενη σε σχέση και με τις 9 κατηγορίες επί του κατηγορητηρίου μέσα από την μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον μου και η οποία κατατέθηκε από αμφότερους τους διαδίκους υπό μορφή παραδεκτών εγγράφων ως τεκμηρίων και γεγονότων, φαίνεται για σκοπούς του σταδίου αυτού και μόνο, ότι εκ πρώτης όψεως αποδεικνύεται η παράλειψη, αμέλεια ή άρνηση της 1ης κατηγορούμενης να υποβάλει τις επίδικες δηλώσεις εισοδήματος και ελεγμένους λογαριασμούς καθώς επίσης και η ευθύνη και υποχρέωση της 1ης κατηγορούμενης να προβεί στην υποβολή των πιο πάνω στοιχείων. Σε σχέση με το πρώτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, ως ανωτέρω αναφέρετε, για σκοπούς του σταδίου αυτού και μόνο κρίνω ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση και σε σχέση με τους κατηγορούμενους 2 και
- Αυτό όμως που πρέπει στο σημείο αυτό να εξεταστεί είναι το κατά πόσο έχει για σκοπούς πάντοτε του σταδίου αυτού και μόνο, αποδειχθεί η σύνδεση των κατηγορούμενων 2 και 3 με την διάπραξη του αδικήματος. Είναι σαφές ότι το ζήτημα που ουσιαστικά θα πρέπει να εξεταστεί εδώ είναι ένα νομικό θέμα και ερώτημα το οποίο έχει τεθεί από τον συνήγορο των κατηγορούμενων. Θα πρέπει να απαντηθεί εάν το άρθρο 12 του Νόμου 4/78 προβλέπει ευθύνη του εκάστοτε διευθυντή να υποβάλει στοιχεία οιουδήποτε έτους, ακόμα και έτους κατά το οποίο ο νυν αξιωματούχος δεν είχε οιαδήποτε θέση στο νομικό πρόσωπο. Από το συμπέρασμα του Δικαστηρίου στο ερώτημα αυτό θα κριθεί το κατά πόσο έχει για σκοπούς του σταδίου αυτού αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση αναφορικά με τους κατηγορούμενους 2 και
- Το άρθρο 12 του Νόμου 4/78, Περί βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων προνοεί τα ακόλουθα: Διευθυvταί voμικώv πρoσώπωv
- Ο διευθυvτής ή έτερov πρόσωπov ασκoύv τηv διεύθυvσιv εκάστoυ voμικoύ πρoσώπoυ ευθύvεται διά τηv υπoβoλήv δηλώσεως και τηv διεvέργειαv πασώv τωv άλλωv αvαγκαίωv, δυvάμει τoυ παρόvτoς Νόμoυ, πράξεωv και διαβημάτωv διά τηv βεβαίωσιv και καταβoλήv τoυ επί τoιoύτωv voμικώv πρoσώπωv επιβληθέvτoς φόρoυ Είναι σαφές ότι το Δικαστήριο δεν δύναται στο στάδιο αυτό να προβεί σε μια εις βάθος θεώρηση τόσο της μαρτυρίας όσο και της νομοθεσίας καθότι αυτό είναι έργο εις το οποίο το Δικαστήριο καλείται να προβεί εις το τελικό στάδιο της δίκης. Μέσα από την εκ πρώτης όψεως συνδυασμένη ερμηνεία του πιο πάνω σχετικού άρθρου σε συνδυασμό με την ενώπιον μου προσκομισθείσα μαρτυρία προκύπτει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον και των κατηγορούμενων 2 και
- Συνεπώς κρίνω ότι για τον σκοπό του παρόντος σταδίου και μόνο στοιχειοθετούνται τα αδικήματα, επομένως, στη βάση των πιο πάνω, το Δικαστήριο κρίνει ότι από τη μέχρι τώρα δοθείσα μαρτυρία έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση για τις κατηγορίες 1 μέχρι και 9 και ως εκ τούτου καλεί τους κατηγορούμενους 1, 2 και 3 σε απολογία στις κατηγορίες αυτές. (Υπ.) ................................. Ε. Δημητρίου - Παναγή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο