Δημοκρατία ν. Ονησίφορου Κολιά κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 335/14, 23/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLEM:2014:27 ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ι. Ιωαννίδη, Π.Ε.Δ. Γ. Στυλιανίδη, Α.Ε.Δ. Η. Γεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 335/14 Δημοκρατία ν.
- Ονησίφορου Κολιά
- Χριστοδούλας Χαραλάμπους Κατηγορουμένων -------------------- Ημερομηνία: 23.12.2014 Εμφανίσεις: Για τη Δημοκρατία: κ. Α. Κανναουρίδης με κ. Π. Κυριακίδη και κ. Α. Θέμη Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Χρ. Χριστάκη Για την Κατηγορούμενη 2: κ. Χρ. Χ"Λοίζου Κατηγορούμενοι 1 και 2 παρόντες ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στις 2.4.2013 στο δάσος Φασουρίου στην περιοχή του Ladies Mile (έδαφος Βρετανικής Βάσης Ακρωτηρίου) φονεύθηκε με παράνομη πράξη ο Λούκας Κωνσταντίνου, σύζυγος της Χριστοδούλας Χαραλάμπους, κατηγορούμενης
- Ο Λούκας Κωνσταντίνου εντοπίστηκε στις 3.4.2013 περί ώρα 07:30 - 08:00 εντός του οχήματός του με αριθμούς εγγραφής KJY 393, μάρκας SUZUKI JIMNY χρώματος άσπρου, στο πιο πάνω μέρος. Τόσο το αυτοκίνητό του όσο και ο ίδιος είχαν καεί ολοσχερώς. (Τα πιο πάνω συνιστούν μέρος των παραδεκτών γεγονότων) Για τη δολοφονία του Λούκα, οι κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λεμεσού δύο κοινές κατηγορίες. Η 1η αφορά σε συνωμοσία για φόνο κατά παράβαση του άρθρου 217 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Η 2η αφορά σε φόνο εκ προμελέτης κατά παράβαση των άρθρων 203, 204 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
- Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, οι κατηγορούμενοι σε άγνωστη ημερομηνία μεταξύ 1.3.2013 και 2.4.2013 στη Λεμεσό, συνωμότησαν μεταξύ τους να φονεύσουν τον Λούκα Κωνσταντίνου, τέως από τη Λεμεσό (1η κατηγορία). Περαιτέρω, οι κατηγορούμενοι, στις 2.4.2013 στη Λεμεσό, εκ προμελέτης και με παράνομη πράξη, επέφεραν το θάνατο του Λούκα Κωνσταντίνου τέως από τη Λεμεσό (2η κατηγορία). Οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν ενοχή και στις δύο κατηγορίες, με αποτέλεσμα να ακολουθήσει ακροαματική διαδικασία. Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε αρκετούς μάρτυρες, κατατέθηκαν αρκετά έγγραφα ως τεκμήρια ενώ εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο και παραδεκτά γεγονότα. Είναι φανερό ότι η Κατηγορούσα Αρχή με την επίκληση του άρθρου 20 στη 2η κατηγορία, προώθησε τη θέση ότι η κατηγορούμενη 2 ουσιαστικά παρότρυνε τον κατηγορούμενο 1 να διαπράξει το αδίκημα του φόνου εκ προμελέτης (βλ. Loizou, Piki Criminal Procedure in Cyprus, σελ. 47, Azini κ.α. ν. Αστυνομίας
(1996)2 ΑΑΔ 319, Επίσημος Παραλήπτης και Εκκαθαριστής της Εταιρείας Ch. Zakakiotis (Disco) Ltd v. KALAVAS & ASSOCIATES LTD κ.α.
(1999)2 AAΔ 523, Γ. Ιωσηφίδης (Ππαϊλας) ν. Δημοκρατίας
(2000)2 ΑΑΔ σελ.204). Μετά που η Κατηγορούσα Αρχή έκλεισε την υπόθεση της, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο κατηγορουμένων κατ' επίκληση των προνοιών του άρθρου 74
(1)(β) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, εισηγήθηκαν πως δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. ΄Και οι δύο ευπαίδευτοι συνήγοροι έκαναν αναφορά στην υπάρχουσα γύρω από το υπό εξέταση θέμα Νομολογία. Έχουμε θέσει ενώπιον μας τά όσα ανέφεραν με τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις τους και θα σταθούμε σε αυτά όπου ήθελε κριθεί αναγκαίο. Ο κ. Χριστάκη αναφέρθηκε σε παραλείψεις της Κατηγορούσας Αρχής γύρω από τη διερεύνηση της υπόθεσης. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι δεν υπάρχει καμία απολύτως πραγματική μαρτυρία που να τοποθετεί ή να συνδέει τον κατηγορούμενο 1 με τη σκηνή του φόνου. Τουναντίον, ως ανέφερε, η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής αποσυνδέει τον κατηγορούμενο 1 από τη σκηνή. Εν κατακλείδι, ήταν η θέση του ότι η ελλειπέστατη διερεύνηση και τα κενά στην προσαχθείσα μαρτυρία «διαρρηγνύουν την περιστατική μαρτυρία σε βάρος του κατηγορούμενου» και συνεπώς αυτός θα πρέπει να απαλλαχθεί και αθωωθεί από αυτό το στάδιο. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούμενης 2 εισηγήθηκε, με αναφορά στην προσαχθείσα μαρτυρία, ότι αυτή είναι τόσο αντινομική με αποτέλεσμα το Δικαστήριο να μην μπορεί να βασιστεί πάνω σε αυτή για να την καταδικάσει. Έκανε επίσης αναφορά σε απουσία μαρτυρίας γύρω από συστατικά στοιχεία των αδικημάτων. Εισηγήθηκε και αυτός την απαλλαγή και αθώωση της κατηγορούμενης 2 από αυτό το στάδιο αφού, ως ανέφερε, σε περίπτωση που το Δικαστήριο την καλούσε να προβάλει την υπεράσπιση της, αυτό θα ισοδυναμούσε με κάλυψη των κενών στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής αγορεύοντας ανέφερε πως αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον και των δύο κατηγορουμένων. ΄Εκανε αναφορά σε συγκεκριμένη μαρτυρία που προσάχθηκε και η οποία αναφέρεται κυρίως στην ιδιαίτερη σχέση των κατηγορουμένων 1 και 2, στη συμπεριφορά και κινήσεις τους την ημέρα της δολοφονίας του Λούκα, πριν από τη δολοφονία του και μετά. Είναι αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η Κατηγορούσα Αρχή ουσιαστικά επεδίωξε να αποδείξει τις κατηγορίες εναντίον και των δύο κατηγορουμένων με περιστατική μαρτυρία. Είναι γνωστό ότι η περιστατική μαρτυρία μπορεί να αποτελέσει ένα από τα πιο πειστικά κριτήρια για εξακρίβωση της αλήθειας (βλ. Vrakas and Another v. The Republic
(1973)2 CLR 139, Anastassiades v. The Republic
(1977)2 CLR 97 και Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 172). Όπως αναφέρθηκε στην πρόσφατη απόφαση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Χαράλαμπου Χάρπα, Ποινική Έφεση 71/2012, απόφαση ημερομηνίας 21.2.2014: «Το κάθε στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας από μόνο του μπορεί να μην είναι αρκετά ισχυρό για να οδηγήσει το δικαστήριο προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση, αλλά όλα μαζί αποκτούν μια άλλη δυναμική. Όπως αναφέρθηκε στη Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 ΑΑΔ 172 "τα ιδιαίτερα τμήματα της περιστατικής μαρτυρίας πρέπει να συναρτώνται μεταξύ τους ως θέμα λογικής συνέπειας ώστε να συγκροτούν ένα αδιάσειστο σύνολο"». Ως γνωστό, εκ πρώτης όψεως υπόθεση δεν στοιχειοθείται αν: α) Δεν υπάρχει μαρτυρία για οποιοδήποτε συστατικό στοιχείο του αδικήματος ή β) Η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασιστεί σε αυτή για να καταδικάσει ένα κατηγορούμενο. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Κουννίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87 αναφέρθηκε πως: «Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση το Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας.» Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9, τονίστηκε πως στο στάδιο αυτό εξετάζεται κατά πόσο υπάρχει αξιόπιστη μαρτυρία τέτοιας φύσεως από την οποία δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Τα κριτήρια για τον καθορισμό της ενοχής ενός κατηγορουμένου στο τελικό στάδιο είναι διαφορετικά, δεν βασίζονται σε υποθέσεις αλλά σε συμπεράσματα τόσο ισχυρά ώστε να αποδεικνύεται η ενοχή ενός κατηγορουμένου πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Παραπέμπουμε επίσης τις υποθέσεις Αzinas and Another v. Police
(1981)2 C.L.R. 9, 51-57, Fournides v. Republic
(1986)2 C.L.R. 73, Μιχαηλίδης ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 172, Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 133, 144-146, Γιάγκου (Λεμόνα) ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, Παναγιώτου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 515, 524, Γενικός Εισαγγελέας ν. ΧΑΛΗΛ
(2010)2 Α.Α.Δ. 87). Για το πώς πρέπει να προσεγγίζεται η περιστατική μαρτυρία στο στάδιο αυτό, και για την αποδεικτική δύναμη αυτής, παραπέμπουμε και στις υποθέσεις Δημητρίου ν. Στόκκου
(1999)2 Α.Α.Δ. 293 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Χρίστου
(2001)2 Α.Α.Δ. 456. Στην τελευταία υπόθεση το Εφετείο, σε διαφωνία με το Κακουργιοδικείο, βρήκε ότι από το συνδυασμό συγκεκριμένης μαρτυρίας στην οποία κάνει αναφορά, στοιχειοθετήθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση σε όλες τις κατηγορίες που ο κατηγορούμενος αντιμετώπιζε. Στη Χριστοδούλου (πιο πάνω) τονίστηκε πως το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει κατά κανόνα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής αφού κάτι τέτοιο θα οδηγούσε, μεταξύ άλλων, στη δημιουργία προκατάληψης εναντίον του κατηγορουμένου σε περίπτωση που η μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής κρινόταν αξιόπιστη. Στη Λεμόνα (πιο πάνω) λέχθηκε πως στο στάδιο αυτό παρέχεται η δυνατότητα στο δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία εξ όψεως κρινόμενη (on the face of it) στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος και ότι το θέμα αυτό διακρίνεται από την αξιοπιστία των μαρτύρων και τη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους. Επειδή έγινε αναφορά από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των κατηγορουμένων σε μαρτυρία συγκεκριμένων προσώπων που κλήθηκαν και κατέθεσαν ως μάρτυρες κατηγορίας, στο παρόν στάδιο απλά θα παραπέμψουμε στην Ανδρέου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 166 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 175: «Eίναι προνόμιο του Δικαστηρίου, κατά την εκτέλεση της αποστολής του, να μην αποδεχθεί μαρτυρία της κατηγορίας που κρίνει αναξιόπιστη. Και να βασιστεί σε άλλη που θεωρεί πειστική.» Τέλος, στη Γεωργίου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 515 λέχθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 524: "Σ' ό,τι αφορά το αναιτιολόγητο της απόφασης στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, υποστηρίχθηκε ότι η απουσία από τα πρακτικά της αγόρευσης του συνηγόρου του εφεσείοντα και η λακωνική απόφαση του Δικαστηρίου δείχνουν ότι δεν απασχόλησαν τα όσα εισηγήθηκε η Υπεράσπιση. Τα όσα επισημαίνονται στο λόγο αυτό της έφεσης πρέπει να ιδωθούν μέσα στο πλαίσιο των αρχών που διέπουν το στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης και του έργου που έχει το Δικαστήριο να επιτελέσει. Στο στάδιο αυτό, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε αξιολόγηση της μαρτυρίας - (βλ. Παναγιώτου κ.ά. ν. Αστυνομίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 191, 196) - αλλά περιορίζεται σε γενική θεώρησή της, με σκοπό να διαπιστώσει εάν υπάρχουν στη μαρτυρία θεμελιακές αντιφάσεις ή είναι η μαρτυρία καταφανώς αναξιόπιστη, ώστε να μην μπορεί να στηριχτεί σ' αυτή. Ούτε είναι αναγκαίο να σχολιάσει επιχειρήματα της Υπεράσπισης - (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 104, 136). Ορθά, στην ενδιάμεση απόφασή του, το Δικαστήριο δεν ασχολήθηκε με λεπτομέρειες της μαρτυρίας, έργο που έχει να επιτελέσει στο τελικό στάδιο." Για σκοπούς της παρούσας απόφασης, είναι αρκετό να αναφέρουμε, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζουμε το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, ότι έχει τεθεί ενώπιον μας μαρτυρία που αφορά στην ιδιαίτερη σχέση της κατηγορούμενης 2 με τον κατηγορούμενο 1, τόσο πριν από τη δολοφονία του Λούκα όσο και κατά την ημέρα της δολοφονίας του Λούκα. Έχει τεθεί ενώπιον μας μαρτυρία που αφορά στη συμπεριφορά της κατηγορούμενης 2 στο Σύνδεσμο Γονέων όπου μετέβη, λίγο πριν ο σύζυγος της δολοφονηθεί. Έχει τεθεί ενώπιον μας μαρτυρία που αφορά στις τηλεφωνικές κλήσεις μεταξύ των κατηγορουμένων 1 και 2 τόσο πριν από τη δολοφονία του Λούκα όσο και μετά. Έχει τεθεί ενώπιον μας μαρτυρία που αφορά στην ανησυχία της κατηγορούμενης 2 για το σύζυγο της όταν αυτός δεν επέστρεψε στη συζυγική οικία και δεν της τηλεφώνησε. Έχει τεθεί ενώπιον μας μαρτυρία που αφορά στο περιεχόμενο των καταθέσεων που ο κατηγορούμενος 1 έδωσε στην Αστυνομία. Σε κάποιες από αυτές παραδέχεται ότι την ημέρα της δολοφονίας του Λούκα εισήλθε στο αυτοκίνητο του Λούκα για τους λόγους που ο ίδιος αναφέρει. Στις ίδιες καταθέσεις αναφέρει και τους λόγους για τους οποίους τελικά κατέβηκε από το αυτοκίνητο του Λούκα. Υπάρχει μαρτυρία πραγματογνώμονα ότι ο Λούκας δέχθηκε το φονικό ή φονικά κτυπήματα εντός του αυτοκινήτου του και καθ'ον χρόνον βρισκόταν στη θέση του οδηγού. Υπάρχει μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος 1 κατά το χρόνο της δολοφονίας του Λούκα αγαπούσε υπερβολικά την κατηγορούμενη 2 και ότι ο γάμος της με το Λούκα περιόριζε την κρυφή από το Λούκα ερωτική τους σχέση. Η κατηγορούμενη 2 αρνείται κατηγορηματικά ότι είχε ερωτική σχέση με τον κατηγορούμενο 1. Υπάρχει μαρτυρία η οποία προέρχεται από τις καταθέσεις του κατηγορούμενου 1 ότι η κατηγορούμενη 2 του ζήτησε να βρουν άνθρωπο για να σκοτώσει το σύζυγο της με τον οποίο δεν περνούσε καλά. Υπάρχει μαρτυρία η οποία προέρχεται από καταθέσεις της κατηγορούμενης 2 στην Αστυνομία, σύμφωνα με την οποία η τελευταία ισχυρίζεται ότι αγαπούσε το Λούκα και ότι ο γάμος τους δεν αντιμετώπιζε ιδιαίτερα προβλήματα. Υπάρχει μαρτυρία ότι η κατηγορούμενη 2 ήθελε να χωρίσει από το σύζυγο της Λούκα αλλά δεχόταν πιέσεις από τρίτα πρόσωπα αφού ήταν ο δεύτερος της γάμος. Ο κατηγορούμενος 1 ουσιαστικά ισχυρίστηκε στην Αστυνομία ότι κατά το χρόνο που ο Λούκας δολοφονήθηκε, βρισκόταν στα εστιατόρια McDonalds στη Λεμεσό με ξαδέλφη του. Με βάση όμως άλλη μαρτυρία, ο ισχυρισμός του αυτός διαψεύδεται. Έχοντας ενώπιον μας όλα τα πιο πάνω, και χωρίς να παραγνωρίζουμε την υπόλοιπη προσαχθείσα μαρτυρία και τα εγκριθέντα από το Δικαστήριο ως παραδεκτά γεγονότα, βρίσκουμε με βάση την ισχύουσα Νομολογία, ότι στοιχειοθετήθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον και των δύο κατηγορουμένων επαρκώς και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζουν, ώστε να υποχρεούνται να προβάλουν την Υπεράσπιση τους. Υιοθέτηση των θέσεων των ευπαιδεύτων συνηγόρων των κατηγορουμένων θα σήμαινε πως το Δικαστήριο εξετάζει σε αυτό το στάδιο κατά πόσο η Κατηγορούσα Αρχή έχει αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας τις κατηγορίες εναντίον τους. (Εξηγούνται στους κατηγορούμενους 1 και 2 τα δικαιώματα που έχουν από το Νόμο) (Υπ.) ............. Ι. Ιωαννίδης, Π.Ε.Δ. (Υπ.) ............ Γ. Στυλιανίδης, Α.Ε.Δ. (Υπ.) .............. Η. Γεωργίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΔΔ Subject: Criminal/Assize Court/Interim Αναφορά: Ενδιάμεση Απόφαση - εκ πρώτης όψεως υπόθεση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο