Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Χαράλαμπος Ευρυβιάδου, Αρ. Υπόθεσης: 17393/12, 30/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:B73 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 17393/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και Χαράλαμπος Ευρυβιάδου Ημερομηνία: 30.12.2014 Για κατηγορούσα αρχή: κα Γ. Ιωαννίδου. Για κατηγορούμενο: κ. Α. Βασιλείου. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορείται για επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη, κατά παράβαση του άρθρου 243 του Ποινικού Κώδικα και στη δεύτερη για κοινή επίθεση, κατά παράβαση του άρθρου 242 του ίδιου Νόμου. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος των εν λόγω κατηγοριών, ο κατηγορούμενος στις 20.12.11 στη Λεμεσό διέπραξε επίθεση που προκάλεσε πραγματική σωματική βλάβη στον Χριστόφορο Βασίλη (κατηγορία 1) και παράνομα επιτέθηκε στον Ανδρέα Δημητρίου (κατηγορία 2). Μαρτυρία Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο οι δύο παραπονούμενοι και άλλοι τέσσερεις μάρτυρες. Δηλώθηκαν επίσης ως παραδεκτά γεγονότα, τα οποία αποτελούν και ευρήματα του Δικαστηρίου τα ακόλουθα:
(1)(γ) του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός έδωσε ένορκη μαρτυρία και δεν κάλεσε μάρτυρες υπεράσπισης. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο πρώτος παραπονούμενος Χριστόφορος Βασίλη, του οποίου η εκδοχή ήταν βασικά η ακόλουθη: Κατά τον επίδικο χρόνο ήταν στρατιώτης. Στις 19.12.11 και περί ώρα 23:00 συνεννοήθηκε με τον φίλο του Αντρέα Δημητρίου (Μ.Κ.2) να πάνε περίπατο με το αυτοκίνητο της μητέρας του μάρτυρα, με αριθμούς εγγραφής ΕΗΕ535, στην τουριστική περιοχή Λεμεσού. Έτσι στη συνέχεια περί ώρα 23:16 παρέλαβε τον Μ.Κ.2 από κρεπερή στον Συνοικισμό Κολοσσίου και ξεκίνησαν για την τουριστική περιοχή της Λεμεσού. Κατευθύνθηκαν με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο μάρτυρας μέσω του κέντρου της πόλης προς την παραλιακή. Αφού έφτασαν μέχρι το νυχτερινό κέντρο "Dorce" έστριψαν και επέστρεψαν. Γύρω στα μεσάνυκτα ενώ ο μάρτυρας κρατούσε την αριστερή πλευρά του δρόμου με δυτική κατεύθυνση, λίγο πριν το Ξενοδοχείο "Ποσειδώνια" τους προσπέρασε ένα αυτοκίνητο σαλούν μάρκας BMW χρώματος σκούρου, του οποίου δεν θυμάται τους αριθμούς εγγραφής και ήρθε ακριβώς δίπλα τους, οδηγώντας με την ίδια ταχύτητα. Αμέσως ο μάρτυρας είδε τον οδηγό του εν λόγω αυτοκινήτου που ήταν ο κατηγορούμενος, να του γνέφει με το χέρι του να κατεβάσει το γυαλί του παραθύρου για να του πει κάτι. Ο μάρτυρας το κατέβασε και ο κατηγορούμενος του είπε με ειρωνικό ύψος «Έσιη τίποτε;». Ο μάρτυρας του απάντησε «Όχι. Γιατί;». Ο κατηγορούμενος στη συνέχεια του απάντησε «Γιατί βλέπεις την κοπέλα μου». Ο μάρτυρας του είπε ότι δεν έβλεπε την κοπέλα του και ο κατηγορούμενος ανέπτυξε ταχύτητα και αφού τους προσπέρασε, μπήκε ακριβώς μπροστά από το αυτοκίνητο του μάρτυρα, πάτησε τα στόπερ απότομα και κατέβηκε. Ο μάρτυρας πάτησε τα στόπερ αναγκαστικά και σταμάτησε πίσω του. Ο κατηγορούμενος κατέβηκε με άγριο ύφος και πήγε γρήγορα στο δεξιό μέρος του παραθύρου του μάρτυρα, το οποίο ήταν κατεβασμένο, ενώ αυτός καθόταν στο αυτοκίνητο και φορούσε την ζώνη ασφαλείας. Στη συνέχεια ο κατηγορούμενος άρχισε να του φωνάζει δυνατά και να διαμαρτύρεται ότι τάχα κοιτούσε την κοπέλα του όταν οδηγούσε το αυτοκίνητο του δίπλα ακριβώς. Αμέσως ο κατηγορούμενος άρχισε να κτυπά τον μάρτυρα με τα χέρια του στο πρόσωπο. Ο μάρτυρας δεν μπορούσε να αντιδράσει αφού ο κατηγορούμενος κρατούσε και την πόρτα του οδηγού για να μην κατεβεί. Στη συνέχεια ο Μ.Κ.2 που ήταν συνοδηγός του μάρτυρα, κατέβηκε από το αυτοκίνητο, πήγε στην μεριά που βρισκόταν ο κατηγορούμενος και κτυπούσε τον μάρτυρα και τράβηξε τον κατηγορούμενο προς τα πίσω για να τον απομακρύνει από τον μάρτυρα. Εκείνη τη στιγμή ο κατηγορούμενος γύρισε προς το μέρος του Μ.Κ.2 και τον κτύπησε με γροθιά στο πρόσωπο, με αποτέλεσμα ο Μ.Κ.2 να πέσει στο έδαφος. Εκείνη την στιγμή ο μάρτυρας κατάφερε να αφαιρέσει την ζώνη ασφαλείας και στην προσπάθεια του να ανοίξει την πόρτα του οδηγού κτύπησε τον κατηγορούμενο στο πρόσωπο, αφού κατευθύνθηκε ξανά προς το μέρος του μάρτυρα ο τελευταίος κατέβηκε από το αυτοκίνητο και κτυπήθηκαν μεταξύ τους χρησιμοποιώντας τα χέρια τους. Ακολούθως ο Μ.Κ.2 σηκώθηκε από το έδαφος και προσπάθησε να τους χωρίσει. Στην συνέχεια ο μάρτυρας είπε στον Μ.Κ.2 να μπει στο αυτοκίνητο πράγμα το οποίο έκαμε και αφού σταμάτησαν να αλληλοκτυπιούνται με τον κατηγορούμενο, ο μάρτυρας μπήκε στο αυτοκίνητο για να φύγουν. Τότε ο κατηγορούμενος πήγε ξανά στο μπροστινό δεξί παράθυρο του αυτοκινήτου μου μάρτυρα και δεν τον άφηνε να φύγει λέγοντας του κατά λέξη «Δεν ξέρεις με ποιον έμπλεξες, εκέρτισε το λαχείο σου». Μετά από πολύ προσπάθεια ο μάρτυρας μπόρεσε να βάλει πισινή, γιατί μπροστά ήταν το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου και πίσω έρχονταν άλλα αυτοκίνητα. Πριν φύγει ο μάρτυρας ο κατηγορούμενος του είπε ξανά «Εμείς οι δύο θα τα ξαναπούμε». Στο αυτοκίνητο του κατηγορούμενου επέβαιναν και δύο κοπέλες. Στη συνέχεια ο μάρτυρας οδήγησε το αυτοκίνητο και μετέβηκαν στο σπίτι του, με τον Μ.Κ.
- Εκεί ανέφεραν το περιστατικό στον πατέρα του μάρτυρα και στη συνέχεια πήγαν στο σπίτι του Μ.Κ.2, όπου το ανέφεραν και στη μητέρα του Μ.Κ.
- Στη συνέχεια ο μάρτυρας και ο Μ.Κ.2 επέστρεψαν στο σπίτι του πρώτου και μαζί με τον πατέρα αυτού μετέβηκαν στον Αστυνομικό Σταθμό Επισκοπής για να αναφέρουν το συμβάν, όπου τους παράπεμψαν στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας, όπου έγινε το συμβάν και προέβηκαν σε παράπονο, για να γίνει παρατήρηση στον κατηγορούμενο που τους επιτέθηκε και τους είπαν να πάνε σπίτι. Εκεί δεν ήταν σίγουροι για τους αριθμούς εγγραφής του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο κατηγορούμενος που τους ήταν άγνωστος. Συγκεκριμένα ο πατέρας του μάρτυρα έκανε παράπονο ότι ο μάρτυρας και ο Μ.Κ.2 δέχθηκαν επίθεση στον παραλιακό. Σε σχέση με την προώθηση του παραπόνου ανέφερε ότι επειδή δεν ήξερε ο πατέρας του με ποιον τσακώθηκαν έκανε ένα παράπονο ώστε αυτό να υπάρχει στην Αστυνομία εάν συνέβαινε κάτι άλλο. Την 21.12.11 ο παραπονούμενος μετέβηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου και εξετάστηκε από ιατρό, μαζί με τον Μ.Κ.
- Πήγε στο Νοσοκομείο γιατί είχε πόνο στον κρόταφο, στον αγκώνα και στον ώμο. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε ο δεύτερος παραπονούμενος Ανδρέας Δημητρίου, του οποίου η εκδοχή ήταν η ακόλουθη: Κατά τον επίδικο χρόνο ήταν τελειόφοιτος μαθητής. Στις 19.12.11 γύρω στις 21:00 ενώ ήταν σε κρεπερί στο Κολόσσι βρέθηκαν με το φίλο του Μ.Κ.
- Αφού κάθισαν λίγο εκεί αποφάσισαν να πάνε μια βόλτα με το αυτοκίνητο του Μ.Κ.
- Σε κάποια στιγμή ενώ πήγαιναν περίπατο στον παραλιακό δρόμο με κατεύθυνση προς Λεμεσό, δεν μπορεί να καθορίσει ακριβώς σημείο και ακριβή ώρα, διπλά τους ήταν ένα αυτοκίνητο BMW σκούρου χρώματος και σε αυτό επέβαιναν ένας άντρας οδηγός και δυο κοπέλες. Ο μάρτυρας με τον Μ.Κ.1 προχωρούσαν στην πορεία τους κανονικά και ήταν στην αριστερή λωρίδα. Ο οδηγός του BMW, που ήταν ο κατηγορούμενος, έγνεψε στον Μ.Κ.1 και άνοιξε το παράθυρο του. Ο μάρτυρας άκουσε τον κατηγορούμενο να τους λέει «Τι έσιη ρε;» και ο Μ.Κ.1 απάντησε «Τίποτε φίλε μου». Μετά ο κατηγορούμενος είπε στον Μ.Κ.1 «Γιατί βλέπεις τις κοπελούδες;» και ο Μ.Κ.1 του απάντησε πως δεν βλέπει τις κοπέλες. Τότε ο κατηγορούμενος χωρίς κανένα λόγο μπήκε με το αυτοκίνητο του μπροστά τους και ο Μ.Κ.1 αναγκάστηκε να σταματήσει. Ο κατηγορούμενος κατέβηκε από το αυτοκίνητο του και πήγε προς τον Μ.Κ.
- Ο μάρτυρας με τον Μ.Κ.1 δεν κατέβηκαν από το αυτοκίνητο και ο κατηγορούμενος κτυπούσε τον Μ.Κ.
- Τότε ο μάρτυρας κατέβηκε από το αυτοκίνητο και πήγε πίσω από τον κατηγορούμενο και τον τράβηξε πίσω. Τότε ο κατηγορούμενος γύρισε προς τον μάρτυρα και τον τράβηξε από την φανέλα με αποτέλεσμα αυτή να σκιστεί και στην συνέχεια του έδωσε γροθιά στο μέτωπο και ο μάρτυρας έπεσε κάτω. Επειδή ο μάρτυρας ζαλίστηκε έμεινε για λίγη ώρα κάτω στο έδαφος και το μονό που θυμάται είναι που του φώναξε ο Μ.Κ.1 «Έλα στο αυτοκίνητο να φύγουμε». Όταν μπήκαν στο αυτοκίνητο ο κατηγορούμενος πήγε πάλι κοντά τους, όμως επειδή ο μάρτυρας ήταν ξαπλωμένος στην θέση του συνοδηγού δεν τον είδε αλλά τον άκουσε να λέει «Έχετε κερδίσει το λαχείο σας και δεν ξέρετε με ποιον τα έχετε βάλει». Μετά ο Μ.Κ.1 έφυγε από εκεί και κατά την διάρκεια που ήταν με τον μάρτυρα στο αυτοκίνητο δεν συζήτησαν οτιδήποτε. Στη συνέχεια πήγαν στο σπίτι του Μ.Κ.1 και ανέφεραν το γεγονός στον πατερά αυτού, ο οποίος τους είπε να πάνε στην Αστυνομία. Μετά πέρασαν και από το σπίτι του μάρτυρα και το ανέφερε στην μητέρα του. Μετά από λίγη ώρα πήγαν στον Σταθμό Γερμασόγειας και ανέφεραν στους αστυνομικούς απλά να καταγράφει το συμβάν. Δεν ανέφεραν λεπτομέρειες και ότι ο κατηγορούμενος του έσκισε την μπλούζα αφού την ώρα που πήγε στον Σταθμό φορούσε σακάκι και δεν φαινόταν οτιδήποτε. Την μπλούζα αυτή την πέταξε η μητέρα του. Γύρω στις 20:30 της 21.12.11 πήγε στο σπίτι του ο αδελφός του Μ.Κ.1 και του είπε ότι έπρεπε να πάει στην Κεντρική Αστυνομία. Εφόσον ο μάρτυρας κατάλαβε ότι έγινε καταγγελία για το συμβάν, ζήτησε και αυτός να πάει στο νοσοκομείο να εξεταστεί. Ο αστυνομικός του έδωσε χαρτί και πήγε στο Νοσοκομείο όπου και εξετάστηκε. Εκεί ανέφερε ότι χτυπήθηκε στο πρόσωπο, στο μέτωπο και ότι πονούσε το δεξί του χέρι. Ο γιατρός δεν του είπε οτιδήποτε, απλά ότι θα δώσει την αναφορά στην Αστυνομία. Μετά που πήγε στην Αστυνομία τον ενημέρωσαν τι καταγγελία υποβλήθηκε εναντίον του. Αυτός δεν κτύπησε ποτέ τον κατηγορούμενο. Δεν είδε τι αριθμούς εγγραφής είχε το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε η Νίκη Γιαννή, μητέρα του Μ.Κ.2, η οποία ανέφερε τα ακόλουθα: Στις 19.12.11 και περί ώρα 19:00 ο γιος της έφυγε από το σπίτι και της είπε ότι θα πάει σε μια κρεπερί στο Κολόσσι. Γύρω στις 00:30 της 20.12.11 η μάρτυρας καθόταν στο σαλόνι και έβλεπε τηλεόραση. Ο γιος της πήγε στο σπίτι και είδε ότι η μπλούζα του, χρώματος άσπρου, ήταν σκισμένη και της είπε να μην ανησυχήσει, έγινε ένα επεισόδιο με τον φίλο του τον Μ.Κ.2 και ένα άλλο πρόσωπο και ότι το άλλο πρόσωπο τον είχε χτυπήσει και ότι θα πήγαιναν στην Αστυνομία για να αναφέρουν το γεγονός. Την επόμενη ημέρα η μάρτυρας πέταξε στα σκουπίδια την προαναφερόμενη μπλούζα και την επόμενη μέρα ο Δήμος περισυνέλεξε τα σκουπίδια και για αυτό η μάρτυρας δεν μπόρεσε να βρει και να παραδώσει την μπλούζα στην Αστυνομία. Ο γιος της δεν της είπε λεπτομέρειες για το τι συνέβη. Ενημερώθηκε από την Αστυνομία ότι ο γιος της είναι ύποπτος για υπόθεση πρόκλησης βαριάς σωματικής βλάβης. Ως Μ.Κ.4 κατέθεσε ο Κύπρος Βασίλη, πατέρας του Μ.Κ.1, ο οποίος ανέφερε τα ακόλουθα: Την Δευτέρα 19.12.11 ο γιος του ήταν με έξοδο από τον στρατό και βγήκε με τον φίλο του Μ.Κ.
- Όταν ο γιος του επέστρεψε στο σπίτι γύρω στα μεσάνυχτα ο μάρτυρας κοιμόταν και η γυναίκα του του ανέφερε ότι γιος τους της είπε ότι τον έδειραν. Ο μάρτυρας σηκώθηκε και πρόσεξε ότι ο γιος του είχε εκδορές στο πρόσωπο και ήταν κόκκινος. Ο μάρτυρας τον ρώτησε τι έγινε και εκείνος του είπε ότι κάποιος τους έκοψε τον δρόμο με το αυτοκίνητο και τους επιτέθηκε. Όταν ο γιος του του είπε περαιτέρω ότι ο κατηγορούμενος τους είπε «Δεν ξέρετε με ποιον έχετε να κάνετε» τότε ο μάρτυρας του είπε να πάνε στην Αστυνομία. Αρχικά πήγαν στον Σταθμό Επισκοπής όπου τους είπαν ότι δεν μπορούσαν να κάμουν παράπονο εκεί και ότι έπρεπε να πάνε στον Σταθμό Γερμασόγειας όπου έγινε το περιστατικό. Έτσι στη συνέχεια πήγαν στον Σταθμό Γερμασόγειας όπου και κατάγγειλαν το συμβάν. Ως Μ.Κ.5 κατέθεσε ο Αστ. 2851 Γιάννης Μαυρομούστακος, ο οποίος ανέφερε τα ακόλουθα: Κατά τον επίδικο χρόνο ήταν τοποθετημένος στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας. Την 16.1.12 και μεταξύ των ωρών 22:00-22:10 στον Σταθμό Γερμασόγειας κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για το αδίκημα της επίθεσης με πρόκληση πραγματικής σωματικής βλάβης εναντίον του Χριστόφορου Βασίλη και της επίθεσης εναντίον του Ανδρέα Δημητρίου, αδικήματα τα οποία διαπράχθηκαν την 20.12.11 περί ώρα 01:00 στην Λεωφόρο Αμαθούντος στον Αγ. Τύχωνα. Του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και ο κατηγορούμενος απάντησε «Δεν παραδέχομαι. Ότι είχα να πω είπα το στην κατάθεση που έδωσα στο ΤΑΕ». Περαιτέρω ο μάρτυρας κατέθεσε ως τεκμήριο 6 την εν λόγω γραπτή κατηγορία και ως τεκμήριο 7 δυο καταχωρήσεις που έκανε στο Σταθμό Γερμασόγειας στον ηλεκτρονικό υπολογιστή και επίσης το χειρόγραφο διαβιβαστικό που έκανε όταν συμπλήρωσε την υπόθεση. Ανέφερε επίσης ότι ο Μ.Κ.2 επισκέφθηκε το Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού και το σχετικό ιατρικό έντυπο βρίσκεται στο φάκελο της υπόθεσης. Στις 20.12.11 που πήγε ο Μ.Κ.1 στον Σταθμό, εξ όσων θυμάται ο μάρτυρας, εκείνος ήταν με τον Μ.Κ.2 αλλά την καταγγελία την έκανε ο Μ.Κ.
- Δεν θυμάται εάν εκείνο το βράδυ ο Μ.Κ.1 φαινόταν χτυπημένος και αιματωμένος. Είπε όμως σχετικά ότι εάν είχε εμφανή σημάδια θα τα θυμόταν. Ο Μ.Κ.1 του είπε ότι χτυπήθηκε αλλά ο μάρτυρας δεν τον ρώτησε εάν πήγε στο Νοσοκομείο ή σε γιατρό. Στο τεκμήριο 7 που αποτελεί ημερολόγιο ενεργείας του Αστυνομικού Σταθμού Γερμασόγειας, το οποίο συμπλήρωσε ο Μ.Κ.5, αναφέρονται βασικά τα εξής: Στην πρώτη καταχώρηση που φέρει ημερομηνία 20.12.11 και ώρα 02:40: ότι την 20.12.11 και ώρα 01:55 πήγε στον Σταθμό ο Μ.Κ.1 και κατήγγειλε ότι την ίδια ημέρα και ώρα 00:05 ενώ οδηγούσε το όχημα του με συνοδηγό τον Μ.Κ.2 έξω από το ξενοδοχείο Αρσινόη στην οδό Γεωργίου Α, άγνωστο του πρόσωπο, Κύπριος, περίπου 25 χρονών, ισχυρής σωματικής διάπλασης ο οποίος οδηγούσε όχημα μάρκας BMW σκούρου χρώματος, στον σταμάτησε και τον χτύπησε στο πρόσωπο μετά τα χέρια διότι γύρισε και είδε την φιλενάδα του. Ο Μ.Κ.1 αρνήθηκε να προβεί σε γραπτή κατάθεση για το συμβάν γιατί δεν γνώριζε οποιεσδήποτε πληροφορίες για το πρόσωπο που τον χτύπησε, καθώς δεν έδωσε περισσότερα στοιχεία για το όχημα που οδηγούσε. Ο Μ.Κ.1 επιθυμούσε όπως το περιστατικό καταγραφεί για πληροφορία της Αστυνομίας. Στην δεύτερη καταχώρηση που φέρει ημερομηνία 26.12.11 και ώρα 10:30: ότι περί ώρα 10:00 της ίδιας ημέρας πήγε στο Σταθμό ο Μ.Κ.1 συνοδευόμενος από τον πατέρα του και ανέφεραν ότι επειδή το άλλο εμπλεκόμενο πρόσωπο, το οποίο στην αρχική καταχώρηση ανέφερε ότι δεν γνώριζε, προέβηκε σε καταγγελία εναντίον του και είχε κατηγορηθεί στο ΤΑΕ Λεμεσού για υπόθεση βαριάς σωματικής βλάβης θα κινηθούν μέσω αγωγών εναντίον του εν λόγω προσώπου. Ως Μ.Κ.6 κατέθεσε ο Δρ. Αντρέας Κωστή, ιατρός στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, ο οποίος εξέτασε τον Μ.Κ.1 και συνέταξε την ιατρική έκθεση τεκμήριο 9 ημερ. 22.12.11 όπου αναφέρονται τα εξής: «Αναφέρει ξυλοδαρμό προ διημέρου. Αναφέρει άλγος αριστερού αγκώνα, υπερόφριων τόξων άμφω. Εμφανίζει εκδορές σε αριστερή κροταφική χώρα. Δεξιός ώμος, αριστερός αγκώνας με ευαισθησία. Ο ασθενής δεν προσήλθε για επανεκτίμηση μετά τον ακτινολογικό έλεγχο». Κατά τη μαρτυρία του ο Μ.Κ.6 εξήγησε ότι υπερόφρια τόξα είναι τα οστά που υπάρχουν πάνω από τα μάτια και κροταφική χώρα είναι το μέρος δίπλα από τους οφθαλμούς προς τα αυτιά. Πρόκειται, ως είπε, για ευαίσθητη σε χτυπήματα περιοχή και γι' αυτό παρέπεμψε τον ασθενή για ακτινολογικό έλεγχο. Δεν ρώτησε τον ασθενή γιατί δεν πήγε προ διημέρου που όπως του είπε δέχθηκε τον ξυλοδαρμό. Ο λόγος για τον οποίο του ανέφερε ο ασθενής ότι πήγε εκεί ήταν ο πόνος. Ο μάρτυρας δέχθηκε ότι ο πόνος δεν είναι κάτι που φαίνεται και σε ερώτηση ουσιαστικά πως μπόρεσε να διαπιστώσει τον πόνο στον αριστερό αγκώνα του ασθενούς είπε ότι στο τεκμήριο 9 αναφέρεται ως αντικειμενικό εύρημα ότι υπήρχε ευαισθησία. Εξήγησε ότι ευαισθησία εννοεί να εκδηλωθεί πόνος κατά την εξέταση. Ο πόνος εμφανίζεται με διάφορες εκδηλώσεις όπως μορφασμούς, κραυγές, συσπάσεις του προσώπου. Είπε επίσης ότι δυνητικά μπορεί κάποιος όταν εξετάζεται να μην πονάει και να υποδυθεί ότι πονάει. Στην προκειμένη ο ασθενής ανέφερε ότι είχε πόνο στο υπερόφριο τόξο. Δεν έφερε εμφανή σημάδια εκεί ούτε κοκκινίσματα στο πρόσωπο. Εξήγησε επίσης ότι εκδορά είναι η επιφανειακή λύσης της συνέχειας του δέρματος. Το γρατσούνισμα μπορεί να προκαλέσει εκδορά. Δεν μπορούσε όμως να προσδιορίσει εάν η εκδορά που είδε στον συγκεκριμένο ασθενή είχε γίνει πρόσφατα. Είπε όμως ότι οι εκδορές είναι συνήθως πρόσφατες γιατί επουλώνονται εύκολα. Ζήτησε να γίνει ακτινολογικός έλεγχος του ασθενούς αλλά από ότι γνωρίζει τέτοιος δεν έγινε. Ο δε ασθενής δεν προσήλθε για επανεκτίμηση στη συνέχεια. Σε ερώτηση τι αναμένει από τη πείρα του να διαπιστώσει όταν κάποιος προ διημέρου δέχθηκε κτυπήματα δυνατά και με τα δύο χέρια στο πρόσωπο είπε ότι αυτό συνήθως προκαλεί τουλάχιστον μώλωπες. Δεν διαπίστωσε όμως τέτοιους στον συγκεκριμένο ασθενή. Η εκδοχή δε του κατηγορούμενου κατά τη μαρτυρία ήταν βασικά η ακόλουθη: Στις 19.12.11 γύρω στις 23:00, μαζί με την συμβία του και μια φίλη της ξεκίνησαν με το αυτοκίνητο του με αριθμούς εγγραφής ΚΥΕ605 μάρκας BMW, χρώματος μαύρου, για νυκτερινό περίπατο στην τουριστική περιοχή Λεμεσού. Ενώ οδηγούσε ο κατηγορούμενος με δυτική κατεύθυνση, κρατώντας την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, λίγο πριν το ξενοδοχείο «Ποσειδώνια», στην αριστερή λωρίδα κατευθυνόταν ένα αυτοκίνητο μάρκας Nissan Micra σκούρου χρώματος στο όποιο επέβαιναν δυο νεαρά πρόσωπα. Σε κάποια στιγμή ο κατηγορούμενος διαπίστωσε ότι οι δυο νεαροί φλέρταραν και προκαλούσαν τις κοπέλες, χαμογελώντας και κάνοντας γκριμάτσες και διάφορα άλλα. Αρχικά ο κατηγορούμενος δεν έδωσε σημασία. Όμως σε κάποια στιγμή που είδε πως συνεχιζόταν αυτό, άνοιξε το παράθυρο του συνοδηγού και απευθύνθηκε στους δυο νεαρούς και τους ρώτησε αν υπάρχει πρόβλημα. Ο συνοδηγός είχε το παράθυρο του ανοικτό. Η φίλη του κατηγορούμενου έκλεισε το παράθυρο και έτσι αυτός δεν άκουσε αν του απάντησαν κάτι οι δύο νεαροί. Το επεισόδιο αυτό συνεχίστηκε και μάλιστα το άλλο αυτοκίνητο άρχισε να κάνει ελιγμούς στον δρόμο. Ο κατηγορούμενος ελάττωσε ταχύτητα και το άλλο αυτοκίνητο σταμάτησε πίσω του, στην αριστερή λωρίδα του δρόμου. Ο κατηγορούμενος εξήλθε του αυτοκινήτου και το ίδιο έπραξαν και οι δυο νεαροί. Αφού πλησίασαν μεταξύ τους, ο κατηγορούμενος ρώτησε πάλι τους νεαρούς αν υπάρχει κάποιο πρόβλημα. Αυτοί χωρίς να του αναφέρουν οτιδήποτε άρχισαν να τον κτυπούν στο πρόσωπο και σε άλλα μέρη του σώματος του. Ο κατηγορούμενος προσπάθησε να αμυνθεί αλλά επειδή οι νεαροί ήταν δύο δεν ήταν εύκολο. Στη συνέχεια οι νεαροί μπήκαν στο αυτοκίνητο και απομακρύνθηκαν. Οι δυο κοπέλες που επέβαιναν του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου του ανέφεραν πως ο αριθμός εγγραφής του άλλου αυτοκινήτου ήταν ΕΗΕ
- Αμέσως επειδή ο κατηγορούμενος ήταν χτυπημένος βαριά, ζαλισμένος και δεν μπορούσε να οδηγήσει, η συμβία του οδήγησε το αυτοκίνητο, μεταφέροντας τον στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού όπου αφού εξετάστηκε από γιατρό και του έβγαλαν ακτινογραφίες του ανέφεραν πως είχε κάταγμα στην μύτη, εκδορές και αιμάτωμα αριστερού βλεφάρου και οφθαλμού. Μετά ο κατηγορούμενος πήγε στο σπίτι του και το απόγευμα της ίδιας ημέρας επισκέφτηκε το ΤΑΕ Λεμεσού όπου ανέφερε το συμβάν. Επειδή όμως δεν αισθανόταν ακόμη πολύ καλά, λόγω του κτυπήματος δεν προχώρησε σε καταγγελία αλλά πήγε για το σκοπό αυτό στην αστυνομία στις 21.12.
- Δεν μπορεί να διευκρινίσει ποιος από τους δυο νεαρούς του έχει προκαλέσει το κάταγμα αφού τον κτυπούσαν ταυτόχρονα. Αξιολόγηση μαρτυρίας Ο Μ.Κ.5 μου έκανε καλή εντύπωση. Αναφέρθηκε σε όλες τις ενέργειες που έκανε σε σχέση με την παρούσα και ιδιαίτερα στις καταχωρήσεις που έκανε για την καταγγελία που έγινε από τον Μ.Κ.1, για το περιστατικό το ίδιο βράδυ καθώς και τα όσα διαπίστωσε τότε. Απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις που του τέθηκαν και γενικά η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του γίνεται δεκτή. Ο Μ.Κ.6 μου έκανε επίσης καλή εντύπωση. Κατά τη μαρτυρία του εξήγησε με σαφήνεια και απλότητα τα όσα διαπίστωσε κατά την εξέταση του Μ.Κ.1 και με τον ίδιο τρόπο απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που του τέθηκαν. Δεν άφησε στο Δικαστήριο καμία αμφιβολία ως προς την αντικειμενικότητα του. Άλλωστε τίποτα από όλα αυτά, περιλαμβανομένης της εμπειρογνωμοσύνης του ως ιατρός, δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του. Συνεπώς η μαρτυρία του γίνεται δεκτή. Η Μ.Κ.3 θα πρέπει να λεχθεί ότι δεν μου έκανε καλή εντύπωση. Ήταν εμφανές από τα όσα ανέφερε στην μαρτυρία της ότι δεν ήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια αλλά για να βοηθήσει το γιο της να πείσει για την εκδοχή του. Συγκεκριμένα: Το ουσιώδες στη μαρτυρία της ήταν τα όσα αντιλήφθηκε το επίδικο βράδυ όταν επέστρεψε ο γιος της στο σπίτι. Ανέφερε δε σχετικά ότι το μόνο που παρατήρησε ήταν ότι η φανέλα του ήταν σκισμένη και ότι την φανέλα την πέταξε στα σκουπίδια η ίδια την επόμενη μέρα. Όταν όμως πολύ εύλογα ρωτήθηκε με ποια λογική το έκανε αυτό είπε ότι δεν πήγε ο νους της ότι θα ακολουθήσει κάτι με την Αστυνομία και ότι πιθανόν η μπλούζα να ήταν τεκμήριο στο Δικαστήριο και έτσι την πέταξε. Η θέση της όμως αυτή δεν είναι πειστική καθότι δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική. Και εξηγώ. Η ίδια είπε ότι εκείνο το βράδυ ο γιος της της είχε πει ότι έγινε ένα επεισόδιο με τον φίλο του τον Μ.Κ.2 και ένα άλλο πρόσωπο και ότι το άλλο πρόσωπο τον είχε χτυπήσει και ότι θα πήγαιναν στην Αστυνομία για να αναφέρουν το γεγονός. Συνεπώς η ίδια γνώριζε ότι για την υπόθεση θα γινόταν καταγγελία ή έστω αναφορά στην Αστυνομία. Πέραν τούτου την επόμενη μέρα ο γιος τη λογικά θα της ανέφερε ότι πράγματι πήγε με τον Μ.Κ.1 στην Αστυνομία και έγινε το παράπονο. Έχοντας λοιπόν αυτά υπόψην δεν είναι λογική η θέση της Μ.Κ.3 ότι παρά το ότι κάποιος χτύπησε το γιο της και του έσκισε την φανέλα και ο γιος της πήγε για αυτό στην Αστυνομία, αυτή πέταξε την φανέλα γιατί δεν γνώριζε ότι θα ακολουθήσει κάτι με την Αστυνομία. Φαίνεται λοιπόν ότι ανέφερε αυτά για την φανέλα ώστε να επιβεβαιώσει και ενισχύσει τη σχετική θέση του γιου της, όταν κλήθηκε να πάει μαζί του στην Αστυνομία για να δώσουν κατάθεση για τα όσα έγιναν, γνωρίζοντας ότι ο γιος της ήταν ύποπτος για την πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης σε κάποιο πρόσωπο. Θα πρέπει δε να λεχθεί ότι σε σχέση με το τελευταίο ενώ στην κατάθεση της που υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης της είπε ότι ενημερώθηκε από την Αστυνομία ότι ο γιος της είναι ύποπτος για κάτι τέτοιο, στην αντεξέταση της δήλωσε αρχικά ότι δεν θυμάται εάν από την Αστυνομία της το είπαν αυτό ενώ στη συνέχεια είπε ότι δεν το γνώριζε μέχρι που πήγε στην Αστυνομία και της είπαν τι είχε συμβεί. Εν πάση όμως περιπτώσει τα πιο πάνω δείχνουν ότι πριν την λήψη της κατάθεσης της γνώριζε το λόγο που βρίσκονταν στην Αστυνομία και εξηγούν και το γιατί, ως προαναφέρθηκε ανωτέρω, είπε τα όσα είπε για την φανέλα. Ως εκ των άνω κρίνω ότι η μάρτυρας δεν ήταν ειλικρινής και συναφώς η μαρτυρία της δεν γίνεται δεκτή. Όπως και η Μ.Κ.3 έτσι και ο Μ.Κ.4 φαίνεται από τα όσα έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι δεν ήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια αλλά για να βοηθήσει το γιο του να πείσει για την εκδοχή του. Συγκεκριμένα: Σε σχέση με το τι έλαβε χώραν κατά το επίδικο επεισόδιο ο μάρτυρας δεν ήταν παρών και ασφαλώς δεν μπορεί να διαφωτίσει το Δικαστήριο. Τα όσα ανέφερε σχετικά είναι τα όσα, σύμφωνα με τον ίδιο, του μετέφερε ο γιος του. Συνεπώς το ουσιώδες στη μαρτυρία του είναι τα όσα παρατήρησε όταν ο γιος του πήγε στο σπίτι αλλά και τα σχετικά με την καταγγελία που ακολούθησε. Στην κατάθεση του, που υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του, ο μάρτυρας είπε ότι εκείνο το βράδυ πρόσεξε ότι ο γιος του είχε εκδορές στο πρόσωπο και ήταν κόκκινος. Στην αντεξέταση του διευκρίνισε μεν ότι είχε εμφανή γδαρσίματα στο πρόσωπο αλλά όταν ρωτήθηκε αν είδε να έχει και κάτι άλλο στο πρόσωπο είπε ότι ήταν κατακόκκινο και για πρώτη φορά ανέφερε ότι είχε αίμα στα ρουθούνια. Αυτό όμως το πολύ σημαντικό για ένα γονιό που βλέπει το παιδί του να φέρει κάποιο τραύμα που του προκάλεσε κάποιος άλλος, δεν το ανέφερε στην κατάθεση του. Φαίνεται δε ότι ο λόγος που το ανέφερε στο Δικαστήριο είναι για να επιβεβαιώσει το ότι, ως και ο γιος του ανέφερε για πρώτη φορά στο Δικαστήριο, από την επίθεση έτρεχε αίμα και από τη μύτη του. Δέχθηκε μάλιστα ο Μ.Κ.5 κατά την αντεξέταση του ότι το πρώτο πράγμα που έπρεπε να αναφέρει στην Αστυνομία ήταν ότι ο γιος του είχε αίματα στο πρόσωπο. Παρόλα αυτά από ότι φαίνεται από το τεκμήριο 7 δεν αναφέρθηκε κάτι τέτοιο στην Αστυνομία το επίδικο βράδυ ενώ και ο ίδιος ο Μ.Κ.5 που είδε τον Μ.Κ.1 το επίδικο βράδυ είπε ότι εάν ο τελευταίος έφερε εμφανή σημάδια θα τα θυμόταν. Είπε περαιτέρω ο Μ.Κ.4 σχετικά ότι πήγαν μαζί με το γιο του στο Νοσοκομείο μετά που ο γιος του κατηγορήθηκε δηλ. δύο μέρες μετά το επίδικο βράδυ. Όταν ρωτήθηκε γιατί δεν τον πήρε στο Νοσοκομείο από την πρώτη ημέρα που τον είδε να έχει εκδορές και αίματα είπε ότι ήθελε να προστατεύσει τον γιο του. Όταν ρωτήθηκε από τι να τον προστατεύσει είπε ότι δεν ήξερε με ποιον είχαν να κάμουν και από τη στιγμή που ο κατηγορούμενος απείλησε τα παιδιά, ο ίδιος ούτε Νοσοκομείο ούτε Αστυνομία ήθελε να πάει. Η όλη θέση του όμως δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική εφόσον εάν πράγματι ήθελε να προστατεύσει το γιο του, ο οποίος του είπε ότι δέχθηκε επίθεση από κάποιον, ο οποίος και το απείλησε και έφερε εμφανή τραύματα, θα αναμενόταν το ίδιο βράδυ να μεταφέρει το γιο του στο Νοσοκομείο τουλάχιστον για να τον περιθάλψουν. Όπως όμως και η Μ.Κ.3 φαίνεται ότι τα όσα ανέφερε ο Μ.Κ.4 έγιναν προς ενίσχυση της θέσης του γιου του μετά που κλήθηκε στην Αστυνομία για να του ληφθεί κατάθεση, ως υπόπτου για πρόκληση βαριάς σωματικής βλάβης στον κατηγορούμενο. Ως εκ των άνω ούτε του Μ.Κ.4 η μαρτυρία γίνεται δεκτή, με εξαίρεση μόνο το ότι το επίδικο βράδυ μετέβηκαν στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας και έγινε αναφορά στο επεισόδιο εφόσον αυτό επιβεβαιώνεται από τον Μ.Κ.5 και το τεκμήριο
- Ερχόμενος τώρα στους Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 θα πρέπει να λεχθεί ότι ούτε αυτοί μου έκαναν καλή εντύπωση. Κατά τη μαρτυρία τους προσπάθησαν να πείσουν ότι ο κατηγορούμενος απρόκλητα τους ανέκοψε το δρόμο και κατέβηκε κάτω και τους χτύπησε και ότι αυτοί δεν τον χτύπησαν προκαλώντας του οποιοδήποτε τραύμα. Όμως η όλη προσπάθεια τους δεν ήταν πειστική εφόσον η μαρτυρία τους δεν χαρακτηριζόταν από σταθερότητα και συνέπεια, κάποιες θέσεις τους δεν βρίσκουν έρεισμα στη λογική, άλλες διαφέρουν ουσιωδώς μεταξύ τους ως προς την περιγραφή των γεγονότων ενώ κάποιες θέσεις του ενός διαψεύδουν τις αντίστοιχες θέσεις του άλλου. Ουσιώδεις αντιφάσεις υπάρχουν δε και στην μαρτυρία του καθενός ξεχωριστά. Περαιτέρω η μαρτυρία τους ως προς τα τραύματα που κατ' ισχυρισμό τους επέφερε ο κατηγορούμενος είτε διαψεύδεται είτε δεν επιβεβαιώνεται από άλλη μαρτυρία. Συγκεκριμένα: Ως ήταν η εκδοχή του Μ.Κ.1 στην κυρίως εξέταση του, μετά που ο κατηγορούμενος τους έκοψε το δρόμο και κατέβηκε κάτω πήγε γρήγορα στο αυτοκίνητο του Μ.Κ.1 και ενώ το παράθυρο ήταν κατεβασμένο και ο Μ.Κ.1 καθόταν στο αυτοκίνητο και φορούσε την ζώνη ασφαλείας, ο κατηγορούμενος άρχισε να του φωνάζει δυνατά και να διαμαρτύρεται ότι τάχα κοιτούσε την κοπέλα του και αμέσως άρχισε να κτυπά τον Μ.Κ.1 με τα χέρια του στο πρόσωπο, χωρίς ο Μ.Κ.1 να μπορεί να αντιδράσει αφού ο κατηγορούμενος κρατούσε και την πόρτα του οδηγού για να μην κατεβεί. Στην αντεξέταση του όμως είπε ότι ο κατηγορούμενος πήγε προς το μέρος του και τον χτύπησε και με τα δύο χέρια με γροθιές γενικά στο πρόσωπο για περίπου 15 δευτερόλεπτα και ταυτόχρονα κρατούσε την πόρτα. Παρέλειψε δηλ. να αναφέρει ότι ο κατηγορούμενος πριν αρχίσει να τον κτυπά του φώναζε και διαμαρτυρόταν. Όταν δε ρωτήθηκε πολύ λογικά στην αντεξέταση του πώς ήταν δυνατό να τον χτυπά και με τα δυο χέρια και ταυτόχρονα να κρατά την πόρτα, αντιλαμβανόμενος πλέον την ασυνέπεια αυτή της εκδοχής του είπε ότι το έκανε βάζοντας κόντρα στην πόρτα με τα πόδια. Όσον αφορά τη συνέχεια του επεισοδίου ο Μ.Κ.1 στην κυρίως εξέταση του είπε ότι ο Μ.Κ.2 που ήταν συνοδηγός του, κατέβηκε από το αυτοκίνητο, πήγε στην μεριά που βρισκόταν ο κατηγορούμενος και τράβηξε αυτόν προς τα πίσω για να τον απομακρύνει και εκείνη τη στιγμή ο κατηγορούμενος γύρισε προς το μέρος του Μ.Κ.2 και τον κτύπησε με γροθιά στο πρόσωπο, με αποτέλεσμα ο Μ.Κ.2 να πέσει στο έδαφος. Στην αντεξέταση του δε είπε ότι ο Μ.Κ.2 τράβηξε τον κατηγορούμενο 1-2 μέτρα πιο πίσω. Ο Μ.Κ.2 σε σχέση με αυτή την φάση του επεισοδίου στην κυρίως εξέταση του είπε ότι όταν κατέβηκε από το αυτοκίνητο πήγε πίσω από τον κατηγορούμενο και τον τράβηξε πίσω και τότε ο κατηγορούμενος γύρισε προς τον μάρτυρα και τον τράβηξε από την φανέλα με αποτέλεσμα να σκιστεί και στην συνέχεια του έδωσε γροθιά στο μέτωπο και ο Μ.Κ.2 έπεσε κάτω. Στην αντεξέταση του όμως ο Μ.Κ.2 είπε αρχικά ότι ο κατηγορούμενος τον τράβηξε από την φανέλα με του που έκανε ο Μ.Κ.2 να τον τραβήξει πίσω ενώ στη συνέχεια ότι τράβηξε τον κατηγορούμενο προς τα πίσω και την ώρα που τον τραβούσε τον έπιασε από τη φανέλα. Πέραν δε αυτού θα πρέπει να λεχθεί ότι ενώ η μαρτυρία των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 συνάδει στο μεγαλύτερο μέρος της ως προς την φάση αυτή εντούτοις περιέχει μια ουσιώδη διαφορά, η οποία έγκειται στο κατά πόσο ο Μ.Κ.2 φορούσε φανέλα και εάν ο κατηγορούμενος του την έσκισε. Συγκεκριμένα ενώ ο Μ.Κ.2 ανέφερε τα πιο πάνω ο Μ.Κ.1 που έβλεπε τι γινόταν και λογικά θα έπρεπε να επιβεβαιώσει τον Μ.Κ.2 σε κάτι τέτοιο που είναι ουσιώδες και κάνει ακόμη πιο σοβαρή την υπόθεση, καμία αναφορά κάνει σε σκισμένη φανέλα. Μάλιστα όταν ο Μ.Κ.1 ρωτήθηκε στην αντεξέταση του τι ρούχα φορούσε ο Μ.Κ.2 κατά τον επίδικο χρόνο είπε ότι αυτό που θυμόταν μόνον ήταν ότι ήταν χειμωνιάτικα. Ακόμη όμως και ο ίδιος ο Μ.Κ.2 όταν ρωτήθηκε στην αντεξέταση του τι φορούσε είπε αρχικά ότι φορούσε μια φανέλα και ένα σακάκι ενώ στη συνέχεια είπε ότι φορούσε τη φανέλα ενώ το σακάκι το είχε μέσα στο αυτοκίνητο. Όταν του υποβλήθηκε δε ότι την ώρα του επεισοδίου φορούσε το σακάκι του και το είχε κουμπωμένο είπε αρχικά ότι δεν θυμάται για να προσθέσει ότι θυμάται ότι φορούσε τη φανέλα. Όταν δε ρωτήθηκε γιατί όταν αργότερα πήγε στην Αστυνομία δεν τους είπε ότι σχίστηκε η φανέλα - κάτι που θα ήταν αναμενόμενο έστω να αναφερθεί - και να την παραδώσει έδωσε τη μη πειστική απάντηση ότι δεν ήθελαν να προχωρήσουν κάτι, φοβήθηκαν και τους πήρε ο πατέρας του φίλου του στην Αστυνομία και ότι άλλαξε φανέλα και την σκισμένη την πέταξε η μητέρα του. Κατά την κυρίως εξέταση του όμως είπε ότι στην Αστυνομία δεν ανέφεραν λεπτομέρειες και ότι ο κατηγορούμενος του έσκισε την μπλούζα αφού την ώρα που πήγε στον Σταθμό φορούσε σακάκι και δεν φαινόταν οτιδήποτε. Ισχυρίσθηκε δηλ. ότι εξακολοθούσε να φορεί τη σκισμένη φανέλα και όταν πήγε στον Σταθμό. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να λεχθεί ότι η θέση του Μ.Κ.1, την οποία ανέφερε για πρώτη φορά στην αντεξέταση του, ήταν ότι από τα χτυπήματα που δέχθηκε από τον κατηγορούμενο στο πρόσωπο έτρεχε αίμα από τη μύτη του και από το μάγουλο όπου είχε γδαρσίματα. Είπε δε ότι πήγε στο Νοσοκομείο πήγε δύο μέρες μετά γιατί είχε πόνο στον κρόταφο, στον ώμο και στον αγκώνα. Κατ' αρχήν θα πρέπει να λεχθεί ότι ο Μ.Κ.1 δεν ανέφερε ότι κατά το επίδικο επεισόδιο τραυματίσθηκε στον ώμο και στον αγκώνα ούτε και εξήγησε έστω από που πιθανόν να προήλθε τέτοιος πόνος. Πέραν τούτου η εξέταση που του έγινε από τον Μ.Κ.6 δύο μέρες μετά το επεισόδιο κατέδειξε την ύπαρξη εκδορών στην αριστερή κροταφική χώρα και όχι στο μάγουλο. Εν πάση δε περιπτώσει σε σχέση με τη θέση του Μ.Κ.1 για τραύματα στη μύτη και στο μάγουλο ο Μ.Κ.2 στην αντεξέταση του ανέφερε μη πειστικά ότι δεν ξέρει ακριβώς που χτύπησε τον φίλο του ο κατηγορούμενος αλλά ήταν σίγουρος ότι τον χτύπησε. Όταν εύλογα ρωτήθηκε εάν δεν τον έβλεπε, κάτι που θα ήταν αναμενόμενο εφόσον καθόταν δίπλα του, είπε ότι τον είδε να τον χτυπά, νομίζει στο πρόσωπο και μετά κατέβηκε για να τους χωρίσει και διερωτήθηκε πως θα έβλεπε δήθεν πως χτυπούσε τον φίλο του ο κατηγορούμενος αφού κατέβηκε από το αυτοκίνητο. Όταν όμως στη συνέχεια ρωτήθηκε εάν είδε τον φίλο του μετά που χτυπήθηκε να είναι κόκκινος στο πρόσωπο είπε ότι δεν τον είδε. Εάν όμως ο Μ.Κ.1 είχε υποστεί τα τραύματα που ισχυρίζεται θα ήταν λογικό, εφόσον ο Μ.Κ.2 ήταν μαζί του αργότερα μέχρι και όταν πήγαν μαζί στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας, ο Μ.Κ.2 να παρατηρούσε τέτοια τραύματα. Ο ισχυρισμός όμως του Μ.Κ.1 διαψεύδεται και από τον Μ.Κ.5, ο οποίος ανέφερε ότι εάν ο Μ.Κ.1 κατά το χρόνο που πήγε στον Αστυνομικό Σταθμό έφερε εμφανή τραύματα (όπως δηλ. αυτά που ισχυρίζεται) θα τα θυμόταν. Αυτό διαψεύδει επίσης τον ισχυρισμό του Μ.Κ.1 ότι υπέδειξε στον Μ.Κ.5 τα τραύματα του όταν πήγε εκείνο το βράδυ στον Αστυνομικό Σταθμό και το ότι παρόλα αυτά ο Μ.Κ.5 δεν του είπε να πάει στο νοσοκομείο. Τέλος η εν λόγω θέση διαψεύδεται και από τα διέγνωσε ο ιατρός Μ.Κ.6 και συγκεκριμένα όσον αφορά τις εκδορές ότι αυτές που εντόπισε δεν μπορούσε να προσδιορίσει πότε έγιναν αλλά ήταν στην αριστερή κροταφική χώρα και όχι στο μάγουλο. Πέραν τούτου ως ανέφερε ουσιαστικά ο εν λόγω ιατρός κάποιος που θα δεχόταν προ διημέρου δυνατά κτυπήματα και με τα δύο χέρια στο πρόσωπο συνήθως φέρει τουλάχιστον μώλωπες, κάτι που δεν διαπίστωσε στον Μ.Κ.
- Ένα άλλο δε σημείο που δημιουργεί εύλογα ερωτηματικά ως προς την αξιοπιστία του Μ.Κ.1 για το θέμα είναι και το ότι ενώ πήγε στο Νοσοκομείο, έστω δύο ημέρες μετά το περιστατικό, γιατί όπως ανέφερε ένιωθε πόνο σε συγκεκριμένα σημεία του σώματος του και ενώ παραπέμφθηκε από τον Μ.Κ.6 σε ακτινολογικό έλεγχο, τέτοιος έλεγχος δεν έγινε και ο Μ.Κ.1 στη συνέχεια δεν πήγε για επανεκτίμηση. Όσον δε αφορά το χτύπημα που κατ' ισχυρισμό δέχθηκε ο Μ.Κ.2, αυτός είπε ότι δέχθηκε γροθιά στο μέτωπο, που φαίνεται ότι ήταν τόσο δυνατή που όχι μόνο έπεσε κάτω αλλά ζαλίστηκε και έμεινε για λίγο χρόνο στο έδαφος. Ως προκύπτει όμως από τα όσα προαναφέρθηκαν και για τον Μ.Κ.1 τέτοιο δυνατό χτύπημα θα έπρεπε τουλάχιστον να αφήσει κάποιο μώλωπα. Κάτι τέτοιο όμως δεν πρόσεξε ούτε η μητέρα του Μ.Κ.
- Ανέφερε δε στη μαρτυρία του ο Μ.Κ.2 ότι στο Νοσοκομείο είπε ότι χτυπήθηκε στο πρόσωπο, στο μέτωπο και ότι πονούσε το δεξί του χέρι. Δεν προέκυψε όμως από την όλη μαρτυρία οποιοσδήποτε λόγος για τον οποίο να πονούσε το χέρι του και δεν αναφέρθηκε καθόλου σε αυτό, ενώ θα πρέπει να λεχθεί ότι παρά το ότι αυτός εξετάσθηκε επίσης δύο μέρες μετά από ιατρό, το σχετικό ιατρικό πιστοποιητικό δεν κατατέθηκε ως τεκμήριο ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί η θέση του. Συνεχίζοντας την περιγραφή του επεισοδίου ο Μ.Κ.1 στην κυρίως εξέταση του είπε ότι με το που έπεσε ο Μ.Κ.2 στο έδαφος ο Μ.Κ.1 κατάφερε να αφαιρέσει την ζώνη ασφαλείας και στην προσπάθεια του να ανοίξει την πόρτα του οδηγού κτύπησε τον κατηγορούμενο στο πρόσωπο, αφού εκείνος κατευθύνθηκε ξανά προς το μέρος του Μ.Κ.
- Στη συνέχεια ο Μ.Κ.1 κατέβηκε από το αυτοκίνητο και κτυπήθηκαν με τον κατηγορούμενο με τα χέρια τους. Ακολούθως ο Μ.Κ.2 σηκώθηκε από το έδαφος και προσπάθησε να τους χωρίσει. Στην συνέχεια ο Μ.Κ.1 είπε στον Μ.Κ.2 να μπει στο αυτοκίνητο πράγμα το οποίο εκείνος έκαμε και αφού σταμάτησαν να αλληλοκτυπιούνται με τον κατηγορούμενο ο Μ.Κ.1 μπήκε στο αυτοκίνητο για να φύγουν. Τότε ο κατηγορούμενος πήγε ξανά στο μπροστινό δεξί παράθυρο του αυτοκινήτου του Μ.Κ.1 και δεν τον άφηνε να φύγει λέγοντας του κατά λέξη «Δεν ξέρεις με ποιον έμπλεξες, εκέρτισε το λαχείο σου». Στην αντεξέταση του είπε όμως ότι μετά που ο Μ.Κ.2 τράβηξε τον κατηγορούμενο πιο πίσω αυτός έβγαλε τη ζώνη του και κατέβηκε. Όταν ρωτήθηκε που ήταν ο κατηγορούμενος τότε είπε ότι χτυπούσε το φίλο του. Όταν αμέσως μετά ρωτήθηκε εάν πήγε να βοηθήσει τον φίλο του, είπε κατά πλήρη ασυνέπεια με τα ανωτέρω όπου ανέφερε ότι είχε κατεβεί από το αυτοκίνητο, ότι μόλις άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου, ο κατηγορούμενος ερχόταν προς το μέρος του και χτύπησε στην πόρτα. Όταν ρωτήθηκε εάν πριν είπε ότι ο κατηγορούμενος χτυπούσε το φίλο του και εκείνος έβγαλε τη ζώνη και κατέβηκε είπε ουσιαστικά ότι ο κατηγορούμενος χτύπησε στην πόρτα μόλις αυτός την άνοιξε και πριν κατεβεί από το αυτοκίνητο. Όταν ρωτήθηκε πώς ενώ ο κατηγορούμενος χτυπούσε το φίλο του 1,5 μέτρο μακριά και ο ίδιος κατέβηκε, χτυπήθηκε ο κατηγορούμενος, είπε ότι όταν άνοιξε το χερούλι της πόρτας, ο κατηγορούμενος έτρεξε προς το μέρος του και χτυπήθηκε στο πρόσωπο με το πάνω μέρος της πόρτας. Πέραν όμως της αντίφασης αυτής δεν είναι λογικό στη συνέχεια ο Μ.Κ.2 να πήγε για να τους χωρίσει και χωρίς να αναφέρει εάν και τι έκανε ο Μ.Κ.2 για το σκοπό αυτό, ο Μ.Κ.1 να του είπε να μπει στο αυτοκίνητο όπως και έκανε ο Μ.Κ.2 αλλά οι άλλοι δύο να συνέχισαν να αλληλοκτυπιούνται. Φαίνεται λοιπόν από τα πιο πάνω ότι ο Μ.Κ.1 έδωσε την εκδοχή ότι ο κατηγορούμενος χτύπησε στην πόρτα του αυτοκινήτου για να πείσει σε σχέση με το πως εκείνος τραυματίσθηκε σοβαρά στο πρόσωπο (κάτι που φαίνεται ότι γνώριζε ο μάρτυρας), χωρίς να ευθύνεται για αυτό ο μάρτυρας. Ο δε Μ.Κ.2 δίνει μια διαφορετική εκδοχή για αυτή τη φάση του επεισοδίου. Συγκεκριμένα στην κυρίως εξέταση του είπε ότι επειδή μετά από το χτύπημα που δέχθηκε ζαλίστηκε έμεινε για λίγη ώρα κάτω στο έδαφος και το μονό που θυμάται είναι που του φώναξε ο Μ.Κ.1 «Έλα στο αυτοκίνητο να φύγουμε» και συνεχίζοντας είπε ότι όταν μπήκαν στο αυτοκίνητο ο κατηγορούμενος πήγε πάλι κοντά τους, όμως επειδή ο Μ.Κ.2 ήταν ξαπλωμένος στην θέση του συνοδηγού δεν τον είδε αλλά τον άκουσε να λέει «Εχετε κερδίσει το λαχείο σας και δεν ξέρετε με ποιον τα έχετε βάλει». Με λίγα λόγια δεν ανέφερε ότι πήγε να τους χωρίσει. Περαιτέρω στην κυρίως εξέταση του ερωτώμενος εάν έπαθε οτιδήποτε από την επίθεση είπε ότι ζαλίστηκε, έπεσε κάτω και μετά όταν σηκώθηκε πήγε και έκατσε στο αυτοκίνητο και συνέχιζε να ζαλίζεται. Στην αντεξέταση του έδωσε όμως μια άλλη εντελώς μη πειστική και ασυνεπή εκδοχή. Συγκεκριμένα ανέφερε ότι μετά που αυτός σηκώθηκε ήταν μέσα στο αυτοκίνητο και αυτός μπήκε να τους χωρίσει, κατέβηκε ο Μ.Κ.1 από το αυτοκίνητο και ο Μ.Κ.2 έκατσε στο αυτοκίνητο και μετά μπήκαν και οι δύο στο αυτοκίνητο και ο κατηγορούμενος τους απειλούσε. Σε άλλο δε σημείο είπε ότι μετά που σηκώθηκε από το έδαφος, ο κατηγορούμενος και ο φίλος του βρίσκονταν έξω από το αυτοκίνητο και συζητούσαν οπόταν πήγε να τους χωρίσει αλλά επειδή ζαλιζόταν έκατσε στο αυτοκίνητο και πήγε και ο φίλος του στο αυτοκίνητο. Όταν ουσιαστικά του τέθηκε ότι στην κατάθεση του δεν ανέφερε ότι πήγε να τους χωρίσει μετά που σηκώθηκε από το έδαφος είπε ότι πήγε να τους χωρίσει και έπεσε στο έδαφος. Όταν του ζητήθηκε ουσιαστικά να διευκρινίσει εάν τους χώρισε και τον χτύπησε ο κατηγορούμενος και έπεσε απάντησε καταφατικά και πρόσθεσε ότι μετά του φώναξε ο φίλος του να μπούν στο αυτοκίνητο. Είπε δε τελικά ότι δεν πήγε να τους ξαναχωρίσει αλλά μπήκε στο αυτοκίνητο. Οι δε θέσεις των παραπονουμένων, ως προς το τι έκανε ο καθένας κατά το επεισόδιο δεν συνάδει ούτε με τα τραύματα που φαίνεται ότι υπέστη ο κατηγορούμενος. Ουσιαστικά ο Μ.Κ.2 ισχυρίσθηκε ότι δεν χτύπησε τον κατηγορούμενο ενώ ο Μ.Κ.1 είπε ότι πέραν του ότι ανοίγοντας την πόρτα χτύπησε τον κατηγορούμενο στο πρόσωπο στη συνέχεια κτυπήθηκαν με τον κατηγορούμενο, χωρίς να δώσει όμως οποιεσδήποτε λεπτομέρειες σχετικά. Από το τεκμήριο 10 δηλ. την ιατρική έκθεση που ετοιμάσθηκε από τον ιατρό που εξέτασε τον κατηγορούμενο και αποτελεί παραδεκτό γεγονός, φαίνεται όμως ότι τα τραύματα αυτού δεν δικαιολογούνται από τις πιο πάνω ενέργειες εφόσον αυτά ήταν αρκετά. Συγκεκριμένα διαπιστώθηκε ότι ο κατηγορούμενος έφερε αιμάτωμα άνω και κάτω βλεφάρου αριστερού και δεξιού οφθαλμού, αίμα στο σκληρό χιτώνα δεξιού οφθαλμού, εκδορές, υποδόριο οίδημα αριστερού ζυγωματικού, κάταγμα ρινικών οστών και ρινορραγία. Άλλη δε αντίφαση στην μαρτυρία των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 είναι ότι ο πρώτος ανέφερε ότι πριν φύγουν ο κατηγορούμενος του είπε ξανά «Εμείς οι δύο θα τα ξαναπούμε» ενώ ο Μ.Κ.2 δεν ανέφερε κάτι τέτοιο αλλά ότι μετά έφυγαν από εκεί. Περαιτέρω δεν είναι λογική η θέση των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 ότι ο κατηγορούμενος τους ανέκοψε το δρόμο απρόκλητα, τους χτύπησε και τους απείλησε και ενώ το αυτοκίνητο αυτού ήταν μπροστά από το δικό τους εμποδίζοντας τους να φύγουν με ευκολία και ενώ το επεισόδιο διήρκησε για κάποιο χρόνο και δεν ήταν στιγμιαίο, αυτοί να μην φρόντισαν να πάρουν τους αριθμούς εγγραφής του εν λόγω αυτοκινήτου κάτι που θα βοηθούσε στον εντοπισμό του κατηγορούμενου, τον οποίο δεν γνώριζαν. Όσον δε αφορά το λόγο για τον οποίο πήγαν στον Αστυνομικό Σταθμό Γερμασόγειας και το τι έκαναν εκεί, ο Μ.Κ.1 στην κυρίως εξέταση του είπε ότι πήγαν εκεί και προέβηκαν σε παράπονο, για να γίνει παρατήρηση στον κατηγορούμενο που τους επιτέθηκε και τους είπαν να πάνε σπίτι. Εκεί δεν ήταν σίγουροι για τους αριθμούς εγγραφής του αυτοκινήτου που οδηγούσε ο κατηγορούμενος που τους ήταν άγνωστος. Συγκεκριμένα ο πατέρας του έκανε παράπονο ότι ο μάρτυρας και ο Μ.Κ.2 δέχθηκαν επίθεση στον παραλιακό. Σε σχέση με την προώθηση του παραπόνου ο Μ.Κ.1 είπε ότι επειδή δεν ήξερε ο πατέρας του με ποιον τσακώθηκαν έκανε ένα παράπονο ώστε αυτό να υπάρχει στην Αστυνομία εάν συνέβαινε κάτι άλλο. Στην αντεξέταση του δε επέμενε ότι το παράπονο το έκανε ο πατέρας του. Σε ερώτηση γιατί δεν το έκανε ο ίδιος είπε ότι δεν το έκανε γιατί είναι ο πατέρας του. Τόσο όμως ο πατέρας του όσο και ο Μ.Κ.5 στον οποίο έγινε το παράπονο ανέφεραν ότι αυτό το έκανε ο Μ.Κ.
- Εν πάση όμως περιπτώσει αυτό που είναι ουσιώδες και δημιουργεί εύλογα ερωτηματικά ως προς τον λόγο που έκανε αυτήν την καταγγελία ο Μ.Κ.1 είναι το γιατί ενώ ήταν η θέση του ότι ουσιαστικά ο κατηγορούμενος απρόκλητα τους έκοψε το δρόμο και τους χτύπησε δεν θέλησαν να δώσουν γραπτή κατάθεση στην Αστυνομία και να αναφέρουν όσα γνώριζαν τότε (δηλ. ακόμη και εάν δεν ήξεραν τους αριθμούς του αυτοκινήτου του κατηγορούμενου και τον ίδιο) αλλά και να πάνε στο Νοσοκομείο για να εξετάσουν τα τραύματα τους. Όταν μάλιστα ο Μ.Κ.1 ρωτήθηκε ουσιαστικά γιατί παρά το ότι ήταν κτυπημένος και αιματωμένος και πήγε στην Αστυνομία απλά ήθελε να γίνει παρατήρηση σ' αυτόν που τον χτύπησε και δεν έκανε καταγγελία, έδωσε τη μη πειστική απάντηση ότι αυτό το επέλεξε ο πατέρας του. Όταν ρωτήθηκε πως και πήγε στο νοσοκομείο μετά από δύο ημέρες έδωσε και πάλι τη μη πειστική απάντηση ότι ο πατέρας του του είπε να πάει και ότι ακολουθούσε ότι του έλεγε ο πατέρας του. Στη συνέχεια δέχθηκε ότι είπε ότι θα πάει στο νοσοκομείο όταν πήγε στην Αστυνομία μετά που κλήθηκε δηλ. μετά την καταγγελία που έκανε ο κατηγορούμενος εναντίον τους. Είπε δε ότι τους το είπε τότε γιατί του το είπε και πάλι ο πατέρας του. Ο δε Μ.Κ.2 είπε σχετικά στην κυρίως εξέταση του ότι την καταγγελία την έκαναν απλά να καταγράφει το συμβάν και στην αντεξέταση του ότι την έκαναν απλώς για να υπάρχει μέσα γιατί τους απείλησε. Όσον δε αφορά το πότε και γιατί και αυτός πήγε στο Νοσοκομείο είπε στην κυρίως εξέταση του ότι όταν κατάλαβε ότι έγινε καταγγελία για το συμβάν (προφανώς από τον κατηγορούμενο) τότε ζήτησε και αυτός να πάει στο Νοσοκομείο να εξεταστεί. Ενόψει όλων των ανωτέρω κρίνω ότι οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 δεν ήταν ειλικρινείς και συνεπώς η μαρτυρία τους δεν γίνεται δεκτή. Ούτε όμως ο κατηγορούμενος μου έκανε καλή εντύπωση. Προσπάθησε και αυτός να πείσει, κατά πλήρη αντίθεση με τους παραπονούμενους, ότι ήταν εκείνοι που απρόκλητα του επιτέθηκαν και τον χτύπησαν. Η όλη εκδοχή του όμως δεν ήταν πειστική, ούτε συνεπής και στερείται λογικής. Συγκεκριμένα: Ήταν η εκδοχή του στην κυρίως εξέταση ήταν ότι ενώ οδηγούσε στην δεξιά λωρίδα αντιλήφθηκε τους παραπονούμενους, οι οποίοι επέβαιναν σε αυτοκίνητο που οδηγείτο στην αριστερή λωρίδα της ίδιας κατεύθυνσης, να φλερτάρουν και να προκαλούν τις κοπέλες που επέβαιναν στον αυτοκίνητο του και επειδή αυτή συνέχιζαν τους ρώτησε εάν υπάρχει πρόβλημα. Δεν άκουσε τι του απάντησαν αλλά το επεισόδιο συνεχίστηκε και το αυτοκίνητο των παραπονουμένων άρχισε να κάνει ελιγμούς στον δρόμο οπόταν ο κατηγορούμενος ελάττωσε ταχύτητα και το άλλο αυτοκίνητο σταμάτησε πίσω του, στην αριστερή λωρίδα του δρόμου. Κατ' αρχήν θα πρέπει να λεχθεί ότι από τα πιο πάνω προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος οδήγησε το αυτοκίνητο του χωρίς να μείνει στην λωρίδα που οδηγούσε αλλά μπαίνοντας στην λωρίδα κυκλοφορίας που κρατούσε το αυτοκίνητο των παραπονουμένων. Στην αντεξέταση του σε σχέση με τους «ελιγμούς» του άλλου αυτοκινήτου που είπε στην κυρίως εξέταση ανέφερε ότι το άλλο αυτοκίνητο πήγαινε μια δεξιά και μια αριστερά, έκανε απότομες τιμονιές δύο φορές και αυτός νόμιζε ότι θα συγκρούονταν μεταξύ τους και στη συνέχεια αυτός προχώρησε λίγο, ούτε 100 μέτρα και μπήκε αριστερά γιατί φοβήθηκε ότι το άλλο αυτοκίνητο θα χτυπούσε το δικό του. Δέχθηκε λοιπόν ότι μπήκε πλέον στην λωρίδα που κρατούσε το άλλο αυτοκίνητο μπροστά από αυτό. Όταν όμως πολύ εύλογα ρωτήθηκε γιατί δεν προχώρησε ευθεία και να μην δώσει συνέχεια αφού οι άλλοι είχαν δημιουργήσει το θέμα, απάντησε ότι δεν το έκανε γιατί φοβήθηκε να μην τον τουμπάρουν και μπήκε μπροστά τους. Η εν λόγω θέση όμως στερείται προφανώς πειστικότητας αλλά και ερείσματος στη λογική καθότι δεν είναι λογικό κάποιος να βλέπει στο δρόμο ένα άλλο αυτοκίνητο να κινείται με τρόπο που μπορεί να προκαλέσει ατύχημα μαζί του και εντούτοις αντί άλλης ενέργειας προς αποφυγή κάτι τέτοιου, να προχωρήσει και να μπει μπροστά από το εν λόγω αυτοκίνητο και μάλιστα να ελαττώσει ταχύτητα. Όταν δε ρωτήθηκε εάν σταμάτησε είπε επίσης μη λογικά ότι ελάττωσε ταχύτητα για να σταματήσει για να τον αποφύγουν οι άλλοι. Συμφώνησε δε ότι λίγο πιο κάτω βρίσκεται ο Αστυνομικός Σταθμός Γερμασόγειας. Όταν λοιπόν ρωτήθηκε γιατί δεν προχώρησε να πάει στον Σταθμό έδωσε και πάλι μη πειστική απάντηση διερωτώμενος τι θα έλεγε στην Αστυνομία εάν το έκανε αυτό. Όταν του τέθηκε ότι αντί να το πράξει αυτό σταμάτησε στο δρόμο ανέφερε και πάλι εκτός κάθε λογικής ότι μπήκε μπροστά τους γιατί είχε να κάνει με δύο αγνώστους που δεν ήξερε τι ήθελαν και γιατί συμπεριφέρονταν έτσι και απλά προσπαθούσε να τους αποφύγει. Το ότι ήθελε να τους αποφύγει όμως δεν φαίνεται να ευσταθεί λαμβανομένου υπόψην και του ότι, ως ο ίδιος ανέφερε, στη συνέχεια αυτός εξήλθε από το αυτοκίνητο του και πλησίασε τους παραπονούμενους που επίσης είχαν κατεβεί και τους ρώτησε πάλι αν υπάρχει κάποιο πρόβλημα. Πέραν των πιο πάνω στην κυρίως εξέταση του ισχυρίσθηκε ότι όταν σταμάτησε εξήλθε του αυτοκίνητο του, όπως έπραξαν και οι κατηγορούμενοι και αφού πλησίασαν μεταξύ τους και τους ρώτησε αν υπάρχει κάποιο πρόβλημα, εκείνοι χωρίς να του αναφέρουν οτιδήποτε άρχισαν να τον κτυπούν. Στην αντεξέταση του όμως προφανώς για να δικαιολογήσει την ενέργεια του να ανακόψει το δρόμο στους παραπονούμενους και να πείσει ότι αυτοί χωρίς άλλο άρχισαν να τον χτυπούν είπε ουσιαστικά ότι όταν σταμάτησαν τα αυτοκίνητα κατέβηκαν πρώτα οι παραπονούμενοι και κατευθύνθηκαν προς το μέρος του και μετά κατέβηκε αυτός. Δέχομαι όμως από τη μαρτυρία του κατηγορούμενου ότι αμέσως μετά το επεισόδιο αυτός μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού, εφόσον αυτό ουσιαστικά επιβεβαιώνεται από το ιατρικό πιστοποιητικό τεκμήριο 10, το περιεχόμενο του οποίου έγινε παραδεκτό γεγονός και αναφέρει ότι πήγε στο Νοσοκομείο στις 20.12.11 και ώρα 01:
- Δέχομαι επίσης ότι κατά το επεισόδιο ο κατηγορούμενος υπέστη τα τραύματα που επίσης φαίνονται στο τεκμήριο 10 ήτοι οίδημα ρινός, αιμάτωμα άνω και κάτω βλεφάρου αριστερού και δεξιού οφθαλμού, έφερε αίμα στο σκληρό χιτώνα δεξιού οφθαλμού, εκδορές, υποδόριο οίδημα αριστερού ζυγωματικού και είχε ρινορραγία καθώς και το ότι οι ακτινογραφίες που το έγιναν κατέδειξαν κάταγμα ρινικών οστών. Δέχομαι επίσης και τη θέση του ότι πήγε στο ΤΑΕ Λεμεσού την ίδια ημέρα δηλ. στις 20.12.11 για να κάνει καταγγελία αλλά επειδή ήταν χτυπημένος δεν έδωσε κατάθεση τότε αλλά την επόμενη μέρα δηλ. στις 21.12.11 καθότι τα πιο πάνω ουσιαστικά επιβεβαιώνονται από το τεκμήριο 11 δηλ. την «Βεβαίωση» του Υπαστυνόμου Ιωάννη Σωτηριάδη, το περιεχόμενο της οποίας έγινε παραδεκτό γεγονός. Συνεπώς με εξαίρεση τα αμέσως προαναφερόμενα, η υπόλοιπη μαρτυρία του κατηγορούμενου δεν γίνεται δεκτή. Κατάληξη Ως προαναφέρθηκε η μαρτυρία του κατηγορούμενου ως προς το πως έγινε το επίδικο περιστατικό δεν έγινε δεκτή. Αυτό όμως σίγουρα δεν οδηγεί σε συμπέρασμα ενοχής του κατηγορούμενου. Είναι παγίως νομολογημένο και γνωστό στο νομικό μας σύστημα ότι το βάρος απόδειξης μιας ποινικής υπόθεσης ήτοι μιας κατηγορίας καθώς και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει αποκλειστικά την κατηγορούσα αρχή, η οποία μάλιστα πρέπει να αποδείξει αυτήν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή στήριξε την υπόθεση της ως προς τα επίδικα γεγονότα στην μαρτυρία των παραπονουμένων, η οποία όμως για τους λόγους που εξηγήθηκαν ανωτέρω, δεν έγινε δεκτή. Είναι λοιπόν εμφανές ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να στηριχθεί σε αυτή ώστε να καταλήξει σε ασφαλή και αναμφίβολα ευρήματα ως προς το τι ακριβώς έγινε κατά τον επίδικο χρόνο και έτσι να καταλήξει σε σχετικά συμπεράσματα. Αυτό όμως στα πλαίσια του τεκμηρίου της αθωότητας δεν μπορεί να λειτουργήσει παρά μόνο υπέρ του κατηγορούμενου. Ενόψει λοιπόν των ανωτέρω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή έχει αποτύχει να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και με αναμφισβήτητη μαρτυρία τις επίδικες κατηγορίες. Συνεπώς ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται και στις δύο κατηγορίες που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ...................................... Φ. Τιμοθέου Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/ Final Αναφορά: Ποινική - Τελική - Επίθεση προκαλούσα πραγματική σωματική βλάβη - Κοινή επίθεση. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο