← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. EL FOUDEH Omar M.O, Αρ. Υπόθεσης: 11215/12, 22/12/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. EL FOUDEH Omar M.O, Αρ. Υπόθεσης: 11215/12, 22/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:B71 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Φ. Τιμοθέου, E. Δ. Αρ. Υπόθεσης: 11215/12 Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού και EL FOUDEH Omar M.O Ημερομηνία: 22.12.2014 Για κατηγορούσα αρχή: κ. Λ. Μάρκου. Για κατηγορούμενο: κ. Κ. Σαβεριάδης. Κατηγορούμενος παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει στην παρούσα την κατηγορία της παράνομης κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου τάξεως Β, κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 6

(1)
(2)Πρώτος Πίνακας, Μέρος ΙΙ, 24, 30, 31, 31Α και Τρίτος Πίνακας του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, ως έχει τροποποιηθεί. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος ο κατηγορούμενος την 23ην Οκτωβρίου 2010 στη Λεμεσό, είχε στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β, δηλαδή 2,1939 γραμμάρια πράσινης ξηρής φυτικής ύλης, η οποία ήταν εμποτισμένη με την ουσία JWH-018, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας. Μαρτυρία Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν στο Δικαστήριο τρεις μάρτυρες. Δηλώθηκαν επίσης ως παραδεκτά γεγονότα τα οποία και αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα:
  1. Το τεκμήριο 2Β είναι πιστή μετάφραση στα ελληνικά του τεκμηρίου 2Α.
  2. Το τεκμήριο 3Β είναι πιστή μετάφραση στα ελληνικά του τεκμηρίου 3Α.
  3. Το τεκμήριο 4 διακινήθηκε ορθά χωρίς να διαρρηχθεί η αλυσίδα συνοχής του, από την στιγμή της παραλαβής του μέχρι και την κατάθεση του στο Δικαστήριο.
  4. Μέσα στο φακελάκι, το οποίο βρίσκεται μέσα στο νάϋλον διαφανές σακούλι (τεκμήριο 4) υπάρχει πράσινη ξηρή φυτική ύλη βάρους 2,1939 γραμμάρια και είναι αυτή στην οποία έγινε ανάλυση από την Μ.Κ.
  5. Από τον συνοδηγό του μοτοποδηλάτου που οδηγούσε ο κατηγορούμενος στις 23.10.10, Βαλεντίνο Περικλέους, Α.Δ.Τ.1016254, λήφθηκε στις 23.10.10, μεταξύ των ωρών 02:40-02:55, ανακριτική κατάθεση, από τον Αστ. 4063 Λ. Αυγουστή. Η αναφερόμενη στο υπ' αρ. 5 παραδεκτό γεγονός κατάθεση, κατατέθηκε εκ συμφώνου ως τεκμήριο 7, με δήλωση των δύο πλευρών ότι η κατάθεση του τεκμηρίου δεν γίνεται για την αλήθεια του περιεχομένου του αλλά για το ότι λήφθηκε τέτοια κατάθεση με την προειδοποίηση που φαίνεται στην αρχή αυτής. Ως Μ.Κ.1 κατέθεσε ο εξεταστής της υπόθεσης Αστ. 620 Μάριος Αρτεμίου, της ΥΚΑΝ Λεμεσού, ο οποίος ανέφερε τα ακόλουθα: Στις 23.10.10 και ώρα 02:10 στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λεμεσού παρέλαβε από τον Μ.Κ.3, ως τεκµήριο, ένα φακελάκι µε την επιγραφή «BONSAI» το οποίο περιείχε ποσότητα πράσινης ξηρής φυτικής ύλης (τεκμήριο 4). Περαιτέρω ο Μ.Κ.3 του παρουσίασε τον κατηγορούμενο και τον πληροφόρησε ως προς τα γεγονότα της ανακοπής του µοτοποδηλάτου που οδηγούσε ο κατηγορούμενος, της έρευνας του και της ανεύρεσης του πιο πάνω τεκµηρίου στην κατοχή του. Για την ίδια υπόθεση κλήθηκε και προσήλθε για ανάκριση και ο Βαλεντίνος Περικλέους. Ακολούθως την ίδια µέρα και ώρα 02:15 αφού ο μάρτυρας ανέλαβε την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης, πληρoφόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο για τα δικαιώµατα του και εκείνος υπόγραψε το σχετικό έντυπο. Την ίδια ηµέρα και ώρα 02:20, στην παρουσία του κατηγορούμενου, ο μάρτυρας συσκεύασε και σφράγισε το πιο πάνω αναφερόμενο τεκμήριο, στο οποίο έδωσε διακριτικά και την σφράγιση υπόγραψε τόσο ο ίδιος όσο και ο κατηγορούμενος. Στην συνέχεια την ίδια µέρα και µεταξύ των ωρών 02:30-02:45, µετά από επιθυµία του κατηγορούμενου, ο μάρτυρας κατέγραψε θεληµατική κατάθεση του τελευταίου στην αγγλική γλώσσα (τεκμήριο 2Α) αφού προηγουµένως του επέστησε γραπτώς την προσοχή του στο νόµο. Την 27.10.10 και ώρα 09:00 ο μάρτυρας παρέδωσε το τεκμήριο 4 στον Αστ. 361 Π. Γεωργίου για να το µεταφέρει για επιστηµονικές εξετάσεις στο Γενικό Κρατικό Χηµείο. Στις 29.11.10 και ώρα 14:00 ο μάρτυρας παρέλαβε εκ νέου το τεκμήριο 4 από τον Αστ. 4063 Λ. Αυγουστή. Αφού παραλήφθηκε η σχετική έκθεση του Κρατικού Χημείου και με βάση αυτήν, ο μάρτυρας την 2.8.11 μεταξύ των ωρών 00:30-00:40 κατηγόρησε γραπτώς τον κατηγορούμενο στην αγγλική γλώσσα για το αδίκημα που διέπραξε, του επέστησε γραπτώς την προσοχή του στο νόµο και εκείνος απάντησε «Ι didn't know that it was illegal» (τεκμήριο 3Α). Κατά την αντεξέταση του συμφώνησε ότι μέχρι και την επίδικη περίοδο παρόμοια ή και τα ίδια αντικείμενα με το τεκμήριο 4 ήτοι πανομοιότυπα φακελάκια με διάφορες ονομασίες, εκ των οποίων κάποια περιείχαν σκόνη και κάποια ξηρή φυτική ύλη, εισάγονταν στην Κύπρο και πωλούνταν ελεύθερα κυρίως στα περίπτερα. Με την ανεύρεση τέτοιων αυτά στέλλονταν στο Κρατικό Χημείο για εξετάσεις, από τα αποτελέσματα των οποίων διεφάνη ότι οι ουσίες που περιείχαν δεν περιλαμβάνονταν στον κατάλογο απαγορευμένων ουσιών ή στα ναρκωτικά. Με την παρέλευση δε του χρόνου οι ουσίες αυτές που περιέχονταν στην φυτική ύλη περιλήφθηκαν στον κατάλογο ως ελεγχόμενα φάρμακα τάξεως Β. Συμφώνησε δε ότι κατά τον επίδικο χρόνο ούτε και ο ίδιος με 10χρονη πείρα στην ΥΚΑΝ δεν γνώριζε κατά πόσο η εν λόγω φυτική ύλη ήταν νόμιμη ή απαγορευμένη. Ανέφερε επίσης ότι γνωρίζει τι είναι τα φυτά BONSAI, διευκρινίζοντας ότι η ξηρή φυτική ύλη στο τεκμήριο 4, δεν σημαίνει ότι προέρχεται από τέτοιο φυτό και ότι πιθανόν αυτή να είναι συνηθισμένος καπνός. Ως Μ.Κ.2 κατέθεσε η Κατερίνα Κονάρη, η οποία μέχρι και τον Νοέμβριο του 2013 ήταν η Υπεύθυνη του Εργαστηρίου Δικανικής Χημείας και Τοξικολογίας του Κρατικού Χημείου. Η μάρτυρας στις 27.10.10 παρέλαβε το τεκμήριο 4 και προέβη σε ανάλυση της φυτικής ύλης που υπήρχε σε αυτό με την ενδεδειγμένη μέθοδο για τέτοιες ουσίες δηλαδή με την τεχνική αέριας χρωματογραφίας, φασματογραφίας μάζας. Στη συνέχεια ετοίμασε σχετική έκθεση (τεκμήριο 5) όπου κατέγραψε το αποτέλεσμα της εν λόγω ανάλυσης που ήταν ο εντοπισμός της ουσίας Naphthalen-1-yl-(1-pentylindol-3-yl)methanon (JWH-018). Δεν ανέλυσε όλο το περιεχόμενο του τεκμηρίου 4 αλλά έκανε την ενδεδειγμένη δειγματοληψία για ανάλυση της φυτικής ύλης. Ανέφερε σχετικά ότι το τελικό δείγμα που μπαίνει στο μηχάνημα είναι μικρό γιατί το απλώνουν σε χαρτί, το μοιράζουν στα τέσσερα, παίρνουν τα δύο διαγώνια μέρη και κάνουν καινούργιο δείγμα το οποίο ξαναμοιράζουν για να πάρουν αντιπροσωπευτικό δείγμα. Το μηχάνημα είναι πολύ ευαίσθητο και δεν μπορεί να τοποθετηθεί σ' αυτό ποσότητα 2 γραμμαρίων αλλά μόνο μιλιγραμμαρίων. Όμως γίνεται και δεύτερο δείγμα για επιβεβαίωση και στη παρούσα και στις δύο περιπτώσεις η ανάλυση έδειξε την παρουσία της ίδιας ουσίας. Αυτή εξήγησε θεωρείται η σωστή διαδικασία και ότι αν εντοπιστεί μια ουσία θεωρείται ότι υπάρχει. Η ουσία JWH-018 εμπίπτει στα λεγόμενα συνθετικά κανναβιδοειδή, ουσίες δηλ. που εμποτίζονται με ψέκασμα πάνω σε αδρανή φυτική ύλη, η οποία μπορεί να είναι τσάϊ ή άλλο χόρτο. Πρόκειται δε για ουσία η δραστικότητα της οποίας είναι πάρα πολύ δυνατή, πολύ πιο δυνατή από το δραστικό συστατικό της κάνναβης και γι' αυτό δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί από μόνη της (εάν κάποιος κάνει χρήση π.χ. 2 γραμμαρίων της ουσίας αυτής θα πεθάνει). Για να μπορεί λοιπόν να χρησιμοποιηθεί ψεκάζεται αραιά (ποσότητα μιλιγραμμαρίων, η οποία δεν μπορεί να ληφθεί ώστε να μπορεί να λεχθεί ότι κάποιος κατέχει μιλιγραμμάρια όπως γίνεται για άλλες ναρκωτικές ουσίες) στην επιφάνεια φυτικής ύλης και έτσι πωλείται ενσωματωμένη στην φυτική ύλη, της οποίας γίνεται χρήση. Δηλαδή η φυτική ύλη είναι υπόστρωμα της ουσίας και δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ποια ήταν η ποσότητα της ουσίας που υπάρχει στην εν λόγω φυτική ύλη γιατί αυτή είναι εμποτισμένη πάνω στην επιφάνεια της φυτικής ύλης, χρησιμοποιείται ως έχει και δεν χωρίζεται, όπως άλλες ναρκωτικές ουσίες π.χ. ηρωίνη ή κοκαϊνη των οποίων μπορεί να γίνει αραίωση-νόθευση με άλλες ουσίες. Συνεπώς η ουσία JWH018 που εντόπισε είναι με την φυτική ύλη και από τα συνολικά 2,1939 γραμμάρια του τεκμηρίου 4 δεν μπορεί να πει πόση ήταν η φυτική ύλη και πόση η εν λόγω ουσία. Είπε όμως ότι το δραστικό συστατικό της είναι ένα πολύ μικρό ποσοστό. Δεν έκανε ανάλυση της ίδιας της φυτικής ύλης εφόσον αυτή από μόνη της δεν είναι παράνομη. Η ουσία JWH-018 είναι χημική, παρασκευάζεται σε χημικά εργαστήρια στην Κίνα και πουθενά στον κόσμο δεν έχει νόμιμη χρήση εμπορικά. Η πρώτη ύλη που χρησιμοποιείται για την παρασκευή της είναι άλλη χημική ουσία και συγκεκριμένα η ναυφθοϊνδόλη και στην αγνή της μορφή είναι σε κρυστάλλινη μορφή. Τέλος ανέφερε ότι στο φακελάκι (τεκμήριο 4) δεν υπάρχει κάτι που να δείχνει ότι περιέχεται η ουσία JWH
  6. Τα συγκεκριμένα φακελάκια γνωρίζει ότι μέχρι το 2010 εισάγονταν και πωλούνται ελεύθερα στην Κύπρο. Ως Μ.Κ.3 κατέθεσε ο Αστ. 230 Μάριος Ορφανός, ο οποίος υπηρετεί στο Τμήμα Τροχαίας Αρχηγείου στον ΕΟΜΟ και ο οποίος ανέφερε τα ακόλουθα: Την 23.10.10 και ώρα 02:30 ενώ έκανε έλεγχο στην οδό Σιαφή στη Λεμεσό, έκανε σήμα στον οδηγό της μοτοσικλέτας με αρ. εγγραφής ΖΗΖΥ652 να σταματήσει για το λόγο ότι ο συνοδηγός δεν έφερε κράνος ασφαλείας. Ο οδηγός (δηλ. ο κατηγορούμενος) σταμάτησε αμέσως στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Ο μάρτυρας του ζήτησε του δώσει την άδεια οδηγού και ασφάλεια, οπόταν διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος ήταν κάτοχος μαθητικής άδειας οδηγού και δεν είχε ασφάλεια. Έτσι τον πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπραξε ότι δηλαδή μετέφερε δεύτερο άτομο με μαθητική άδεια οδηγού, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε «Ι didn't know». Στη συνέχεια ο μάρτυρας ζήτησε τα στοιχεία του συνοδηγού και μετά από έλεγχο διαπίστωσε ότι ήταν ο Βαλεντίνος Περικλέους. Τον πληροφόρησε για το αδίκημα που διέπραξε δηλαδή ότι δεν έφερε κράνος ασφαλείας, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και απάντησε «Συγνώμη». Στη συνέχεια πληροφόρησε τον κατηγορούμενο ότι είναι υπό σύλληψη για το αδίκημα της οδήγησης άνευ ασφάλειας, του επέστησε εκ νέου την προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε «Sorry». Περαιτέρω ο μάρτυρας είπε στον κατηγορούμενο ότι έχει δικαίωμα επικοινωνίας με δικηγόρο ή συγγενικά ή φιλικά πρόσωπα και εκείνος του είπε «Ι will call my mother later». Καθώς ο μάρτυρας μιλούσε με τον οδηγό πρόσεξε κάποια νευρικότητα στις κινήσεις και των δύο δηλαδή τόσο του κατηγορούμενου όσο και του συνοδηγού που του κίνησαν υποψία ότι πιθανόν να έχουν κάτι παράνομο στη κατοχή τους. Συγκεκριμένα καθώς τους μιλούσε αυτοί έδειχναν νευρικότητα, ότι πιθανόν να έκρυβαν κάτι, συμπεριφέρονταν παράξενα, ο ένας εκ των δύο (δεν θυμάται ποιος) του ζήτησε να φύγει γιατί ήθελε να πάει στην τουαλέτα, τον ρωτούσαν γιατί ήθελε να τους κάνει έρευνα και γενικά και οι δύο ήταν ανήσυχοι. Έτσι ο μάρτυρας, αφού προειδοποίησε τα δύο πρόσωπα σχετικά, έκανε έρευνα στο μοτοποδήλατο χωρίς να ανεβρεθεί οτιδήποτε και στη συνέχεια έκανε σωματικό έλεγχο στον κατηγορούμενο, στη δεξιά τζέπη του παντελονιού του οποίου βρήκε ένα φακελάκι μαύρου χρώματος με πολύχρωμες ρίγες που έγραφε πάνω με ροζ γράμματα «BONSAI» (τεκμήριο 4). Όταν έριξε φως με τον φακό του εντός του περιεχομένου του φακέλου είδε ότι υπήρχε πράσινη ξηρή φυτική ύλη, ομοιάζουσα με κάνναβη, που πιθανόν να είναι απαγορευμένη ουσία που εμπίπτει στον περί Ναρκωτικών Φαρμάκων Νόμο. Το υπέδειξε στον κατηγορούμενο, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και ο κατηγορούμενος απάντησε «I brought it from internet to smoke it». Μετά ο μάρτυρας ερεύνησε και τον συνοδηγό χωρίς να ανεβρεθεί οτιδήποτε στη κατοχή του. Την 23.10.10 και ώρα 02:10 ο μάρτυρας μετέφερε το μοτοποδήλατο, τον κατηγορούμενο και τον συνοδηγό του στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού, όπου η Αστ.3567 ανέλαβε τη διερεύνηση για τα τροχαία αδικήματα και ο Μ.Κ.1 την διερεύνηση της υπόθεσης για ναρκωτικά. Ο συνοδηγός του κατηγορούμενου δεν συνελήφθη. Μεταφέρθηκε στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό γιατί ανέφερε στο μάρτυρα ότι ήθελε να πάει μαζί τους και δεν είχε άλλο μέσο για τον σκοπό αυτό. Σε σχέση με τη διαπίστωση του μάρτυρα ότι ο κατηγορούμενος και το άλλο πρόσωπο ήταν νευρικοί, στην αντεξέταση του ερωτώμενος εάν δεν αποτελούσε λόγο για δύο νεαρούς να είναι ανήσυχοι αφού τους σταμάτησε έχοντας διαπράξει τροχαία αδικήματα, απάντησε ουσιαστικά ότι δεν αποτελούσε τέτοιο λόγο ένα αθώο τροχαίο αδίκημα και είπε ότι σταματά γύρω στα 100 αυτοκίνητα την ημέρα και δεν τυχαίνει κάποιος να ανησυχεί γιατί δεν φορά κράνος ή ζώνη. Μετά την ενδιάμεση απόφαση για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης εναντίον του κατηγορούμενου και αφού του εξηγήθηκαν τα δικαιώματα του, σύμφωνα με το άρθρο 74
(1)(γ) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155, αυτός κατέθεσε ενόρκως και δεν κάλεσε μάρτυρες. Κατά τη μαρτυρία του ο κατηγορούμενος υιοθέτησε ουσιαστικά την κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία (τεκμήριο 2Α), όπου ανέφερε βασικά τα ακόλουθα: Το πακέτο που βρήκε η Αστυνομία στην τζέπη του παντελονιού του (τεκμήριο 4), το έφερε πριν λίγες μέρες από το διαδίκτυο. Δεν γνώριζε ότι τα βότανα που περιέχει είναι παράνομα ή όχι. Δεν έκανε χρήση αυτής της ουσίας προηγουμένως. Είναι η πρώτη φορά που έφερε πακέτο σαν αυτό με το όνομα «BONZAI». Εάν ήξερε ότι ήταν παράνομο δεν θα το παράγγελνε. Υιοθέτησε επίσης την απάντηση του στην γραπτή κατηγορία (τεκμήριο 3Α) δηλ. ότι δεν ήξερε ότι το περιεχόμενο του τεκμηρίου 4 ήταν παράνομο. Πρόσθεσε δε στην κυρίως εξέταση του ότι ο λόγος που δεν πίστευε ότι η εν λόγω ουσία ήταν παράνομη ήταν ότι τότε τέτοια πουλούσαν παντού στα περίπτερα. Αξιολόγηση μαρτυρίας Ο Μ.Κ.1 μου έκανε καλή εντύπωση. Αναφέρθηκε με την απαιτούμενη λεπτομέρεια στις ενέργειες που έκανε στα πλαίσια διερεύνησης της υπόθεσης καθώς και στα όσα γνώριζε σε σχέση με την επίδικη ουσία και η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση. Ως εκ των άνω η μαρτυρία του γίνεται δεκτή. Η Μ.Κ.2 επίσης μου έκανε καλή εντύπωση. Εξήγησε με απλότητα και επιστημονική επάρκεια την ανάλυση που έκανε στην επίδικη περίπτωση, το αποτέλεσμα στο οποίο κατέληξε, τη φύση της ουσίας, την δραστικότητα της και τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιείται. Γενικά δε κανένα μέρος της μαρτυρίας της δεν αμφισβητήθηκε από την υπεράσπιση, περιλαμβανομένων της εμπειρογνωμοσύνη της, της εξέτασης που έκανε και του αποτελέσματος στο οποίο κατέληξε. Συνεπώς και αυτής η μαρτυρία γίνεται δεκτή. Καλή εντύπωση μου έκανε και ο Μ.Κ.
  1. Απαντούσε με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις, περιέγραψε με λεπτομέρεια και σαφήνεια τις ενέργειες που έκανε κατά και μετά την ανακοπή του μοτοποδηλάτου του κατηγορούμενου καθώς και όσα αντιλήφθηκε αλλά και εντόπισε πριν και κατά την έρευνα στον κατηγορούμενο και στο άλλο πρόσωπο και γενικά ούτε αυτού η μαρτυρία αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέταση του. Το μόνο μέρος της μαρτυρίας του που δεν μπορεί να γίνει δεκτό είναι το ότι στην αντεξέταση του, σε σχέση με τη διαπίστωση του ότι ο κατηγορούμενος και το άλλο πρόσωπο ήταν νευρικοί και ανήσυχοι, ανέφερε ουσιαστικά ότι δεν αποτελούσε λόγο για τα δύο πρόσωπα να είναι ανήσυχοι, το ότι τους σταμάτησε έχοντας διαπράξει «αθώα», όπως τα χαρακτήρισε, τροχαία αδικήματα. Αυτό όχι γιατί κρίνεται αναξιόπιστος αλλά γιατί η δικαιολογία που έδωσε στηρίχθηκε ουσιαστικά σε συμπέρασμα που ο ίδιος κατέληξε από το γεγονός ότι σταματά γύρω στα 100 αυτοκίνητα την ημέρα και δεν τυχαίνει κάποιος να ανησυχεί γιατί δεν φορά κράνος ή ζώνη. Σε σχέση λοιπόν με αυτό τα όσα αντιλήφθηκε ο μάρτυρας κρίνονται μεν ότι ήταν επαρκή ώστε να του δημιουργήσουν την απαιτούμενη εύλογη υποψία για να προχωρήσει καθηκόντως στην έρευνα που διενήργησε στη συνέχεια αλλά όχι και να αποδείξουν από μόνα τους ότι ο λόγος που τα δύο πρόσωπα ήταν ανήσυχα ήταν ότι ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του εν γνώσει του ναρκωτικά. Άλλωστε από τα όσα ο ίδιος ο μάρτυρας ανέφερε προκύπτει ουσιαστικά ότι και τα δύο πρόσωπα ήταν το ίδιο ανήσυχα. Θα ήταν λοιπόν λογικό και βάσιμο το συμπέρασμα του μάρτυρα εάν έβρισκε και στην κατοχή του άλλου προσώπου κάτι επιλήψιμο, κάτι που δεν βρήκε ή εάν υπήρχε οποιαδήποτε μαρτυρία που να δείχνει έστω ότι το άλλο πρόσωπο γνώριζε ότι ο κατηγορούμενος είχε στην κατοχή του τα ναρκωτικά. Συνεπώς η μαρτυρία του Μ.Κ.3, με εξαίρεση το αμέσως προαναφερόμενο, γίνεται δεκτή. Σε σχέση με τον κατηγορούμενο η μαρτυρία του μπορεί να χωριστεί σε δύο μέρη. Το πρώτο αφορά το λόγο για τον οποίο, ως ισχυρίσθηκε, πίστευε ότι το περιεχόμενο του τεκμηρίου 4 δεν ήταν παράνομο και το δεύτερο το από που και πως το προμηθεύτηκε. Σε σχέση με τον πρώτο λοιπόν μέρος ανέφερε ότι η πεποίθηση του για το ότι αυτό δεν ήταν παράνομο στηριζόταν στο ότι τότε έβλεπε τέτοια πράγματα να πουλιούνται παντού στα περίπτερα. Όταν ρωτήθηκε γιατί δεν ρώτησε να μάθει πριν το αγοράσει είπε ότι δεν το έκανε γιατί τα έβλεπε να πουλιούνται κανονικά στην Κύπρο και ουσιαστικά λόγω αυτού ήταν λογικό να σκεφτεί ότι είναι νόμιμο και δεν είναι απαγορευμένο. Είπε επίσης ότι το γεγονός ότι η συγκεκριμένη ουσία καπνίζεται του το είπαν οι φίλοι του. Δεν του είπαν όμως πως νιώθεις όταν την καπνίζεις, αυτός ήθελε απλά να την δοκιμάσει χωρίς να γνωρίζει τι επίδραση είχε και δεν την είχε δοκιμάσει ποτέ μέχρι και την ανακοπή του. Τα πιο πάνω πρέπει να λεχθεί ότι δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση του. Πέραν τούτου το γεγονός ότι πανομοιότυπα με το τεκμήριο 4 φακελάκια εισάγονταν και πουλιούνταν ελεύθερα από περίπτερα στην Κύπρο κατά τον επίδικο χρόνο επιβεβαιώθηκε τόσο από τον Μ.Κ.1 όσο και από την Μ.Κ.
  2. Ως εκ των άνω αυτό το μέρος της μαρτυρίας του κατηγορούμενου γίνεται δεκτό. Όσον όμως αφορά το δεύτερο μέρος της μαρτυρίας του αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό. Αυτό γιατί η όλη εκδοχή του δεν ήταν σταθερή, δεν βρίσκει έρεισμα στη λογική και γενικά στερείται πειστικότητας. Συγκεκριμένα: Όσον αφορά το που βρήκε το τεκμήριο 4 στην κυρίως εξέταση είπε ότι το έφερε λίγες μέρες πριν από το διαδίκτυο. Στην αντεξέταση του είπε αρχικά ότι το αγόρασε από το ίντερνετ. Σε ερώτηση γιατί το αγόρασε από το ίντερνετ αφού το έβλεπε παντού στα περίπτερα είπε για πρώτη φορά ότι το έκανε γιατί ήξερε ότι ήταν πιο φτηνό. Πολύ βολικά όμως δεν θυμόταν πόσα το αγόρασε. Όταν ρωτήθηκε πόσο καιρό έκανε να έλθει απάντησε ότι δεν ήταν σίγουρος, αναφέροντας για πρώτη φορά, ότι δεν το παρέλαβε ο ίδιος αλλά ότι το αγόρασαν με κάποιους φίλους του. Ανέφερε δε ότι αυτός το πλήρωσε αλλά δεν το παρέλαβε. Ήξερε όμως ότι ήλθε μέσω του ίντερνετ. Όταν δε ρωτήθηκε από ποια ιστοσελίδα το αγόρασε είπε ότι δεν γνώριζε, δεν θυμάται από ποια ιστοσελίδα το αγόρασαν (αναφερόμενος δηλ. πλέον σε τρίτα πρόσωπα). Όταν ρωτήθηκε εάν δεν είναι αυτός που το αγόρασε είπε ότι αυτός το πλήρωσε. Όταν του ζητήθηκε να πει ποια διαδικασία ακολουθήθηκε για εντοπισμό του προϊόντος στο ίντερνετ, την παραγγελία αυτού, την πληρωμή και παραλαβή του και που αναμείχθηκε ο ίδιος στην διαδικασία αυτή, είπε γενικά και αόριστα ότι έψαχναν με κάποιους φίλους στο ίντερνετ αλλά αυτός το μόνο που γνώριζε είναι ότι το πλήρωσε, χωρίς να ξέρει από πού και ποιος το παρέλαβε. Δεν είναι όμως λογικό να το έψαχνε από το διαδίκτυο με φίλους του, να το πλήρωσε ο ίδιος αλλά να μην γνώριζε λεπτομέρειες και ιδιαίτερα πως αυτό θα έφτανε στην κατοχή του. Σε άλλο δε σημείο όταν ρωτήθηκε τι ακριβώς έψαχναν στο ίντερνετ υπεκφεύγοντας είπε ότι το μόνο που ήξερε ήταν ότι ήλθε μέσω του ίντερνετ και ότι όταν ρωτήθηκε από την Αστυνομία αυτό μόνο ήξερε αλλά ο ίδιος προσωπικά δεν έψαξε ούτε ήξερε. Επέμενε δε ότι το αγόρασαν από το ίντερνετ γιατί ήταν φθηνότερο από αυτά που πωλούνταν στην Κύπρο. Πέραν όμως του ότι, ως προαναφέρθηκε, δεν θυμόταν πόσα το αγόρασε και πάλι πολύ βολικά δεν θυμόταν ούτε πόσα πωλούνταν τέτοια στην Κύπρο, δίδοντας τη μη πειστική εξήγηση ότι τότε γνώριζε αλλά τώρα δεν θυμάται. Όταν όμως σε άλλο σημείο ρωτήθηκε εάν συμφωνεί ότι περίπου η τιμή του στην Κύπρο ήταν κάτω από €20 απάντησε ότι δεν νομίζει. Όταν λοιπόν λογικά ρωτήθηκε γιατί δεν το νομίζει είπε ότι όταν το αγόρασε, ο φίλος του του είπε (αναφερόμενος σε ένα φίλο πλέον) ότι είναι πιο φθηνό να το πάρει από το ίντερνετ. Ήταν ως λέχθηκε η θέση του ότι αυτός ουσιαστικά το μόνο που έκανε ήταν να το πληρώσει. Όταν όμως ρωτήθηκε πως το πλήρωσε υπεκφεύγοντας και πάλι απάντησε ότι το αγόρασαν με τους φίλους του από το ίντερνετ. Ακόμη και όταν ρωτήθηκε πόσα άτομα ήταν είπε γενικά και αόριστα ότι ήταν λίγα. Όταν ρωτήθηκε γιατί δεν είπε ότι είναι άλλα άτομα που το αγόρασαν είπε ότι δεν το έκανε γιατί το θέμα αφορούσε εκείνον. Όταν δε στο τέλος του υποβλήθηκε ότι την εν λόγω ουσία δεν την αγόρασε από το ίντερνετ αλλά του την προμήθευσε άλλο πρόσωπο το οποίο δεν ήθελε να αποκαλύψει γι' αυτό και ανάφερε ότι το αγόρασε από το ίντερνετ, δεν το δέχθηκε και είπε ότι του την έδωσε ο φίλος του και του είπε ότι αυτή η ουσία ήλθε μέσω του ίντερνετ. Γιατί όμως να χρειαστεί ο φίλος του να του αναφέρει την προέλευση της εφόσον ο κατηγορούμενος το γνώριζε από πριν, αφού μάλιστα την είχε πληρώσει; Ως εκ των άνω κρίνεται ότι ο κατηγορούμενος δεν είπε την αλήθεια όσον αφορά το δεύτερο αυτό μέρος της μαρτυρίας του και συνεπώς αυτό δεν γίνεται δεκτό. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι ως προκύπτει από τα ανωτέρω και ελλείψη άλλης μαρτυρίας περί του αντιθέτου, το από που και πως προμηθεύτηκε το τεκμήριο 4 ο κατηγορούμενος δεν φαίνεται να έχει σχέση με το κατά πόσο γνώριζε την φύση του περιεχομένου του. Για αυτό και η μαρτυρία του αξιολογήθηκε χωριστά, έγινε δεκτό μόνο το ένα μέρος της και δεν απορρίφθηκε συλλήβδην. Αναφορικά με την αποδοχή μέρους μαρτυρίας ενός μάρτυρα και απόρριψης άλλου μέρους παραπέμπω στη Σάββα ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ.
  1. Ευρήματα Με βάση την μαρτυρία που έχω κάνει δεκτή στην παρούσα καταλήγω στα ακόλουθα: Στις 23.10.10 και ώρα 02:30 ενώ ο Μ.Κ.3 έκανε έλεγχο στην οδό Σιαφή στη Λεμεσό, έκανε σήμα στον κατηγορούμενο, ο οποίος οδηγούσε το μοτοποδήλατο με αρ. εγγραφής ΖΗΖΥ652 να σταματήσει, για το λόγο ότι ο συνεπιβάτης του δεν έφερε κράνος ασφαλείας. Ο κατηγορούμενος σταμάτησε αμέσως. Ο Μ.Κ.3 του ζήτησε άδεια οδηγού και ασφάλεια, οπόταν διαπίστωσε ότι ο κατηγορούμενος ήταν κάτοχος μαθητικής άδειας οδηγού και δεν είχε ασφάλεια. Έτσι ο Μ.Κ.3 τον πληροφόρησε για τα εν λόγω τροχαία αδικήματα, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε «Ι didn't know». Περαιτέρω ο Μ.Κ.3 πληροφόρησε και τον συνεπιβάτη του κατηγορούμενου για το αδίκημα που διέπραξε, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο και απάντησε «Συγνώμη». Στη συνέχεια ο Μ.Κ.3 πληροφόρησε τον κατηγορούμενο ότι είναι υπό σύλληψη για το αδίκημα της οδήγησης άνευ ασφάλειας, του επέστησε εκ νέου την προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε «Sorry». Καθώς ο Μ.Κ.3 μιλούσε με τον κατηγορούμενο πρόσεξε κάποια νευρικότητα και ανησυχία στις κινήσεις και των δύο δηλαδή τόσο του κατηγορούμενου όσο και του συνεπιβάτη του, που του κίνησαν την υποψία ότι πιθανόν να έχουν κάτι παράνομο στη κατοχή τους. Συγκεκριμένα καθώς τους μιλούσε αυτοί έδειχναν νευρικότητα, συμπεριφέρονταν παράξενα, ο ένας εκ των δύο (δεν θυμάται ποιος) του ζήτησε να φύγει γιατί ήθελε να πάει στην τουαλέτα, τον ρωτούσαν γιατί ήθελε να τους κάνει έρευνα και γενικά και οι δύο ήταν ανήσυχοι. Έτσι ο μάρτυρας, αφού τους προειδοποίησε, έκανε έρευνα στο μοτοποδήλατο χωρίς να ανεβρεθεί οτιδήποτε και στη συνέχεια έκανε σωματικό έλεγχο στον κατηγορούμενο, στη δεξιά τζέπη του παντελονιού του οποίου βρήκε ένα φακελάκι μαύρου χρώματος με πολύχρωμες ρίγες που έγραφε πάνω με ροζ γράμματα «BONSAI» (τεκμήριο 4). Όταν έριξε φως με τον φακό του εντός του φακέλου είδε ότι υπήρχε πράσινη ξηρή φυτική ύλη, ομοιάζουσα με κάνναβη, που πιθανόν να είναι απαγορευμένη ουσία που εμπίπτει στον περί Ναρκωτικών Φαρμάκων Νόμο. Το υπέδειξε στον κατηγορούμενο, του επέστησε την προσοχή του στο Νόμο για τις υποψίες του και ο κατηγορούμενος απάντησε «I brought it from internet to smoke it». Μετά ο μάρτυρας ερεύνησε και τον συνοδηγό χωρίς να ανεβρεθεί οτιδήποτε στη κατοχή του. Στη συνέχεια ο Μ.Κ.3 μετέφερε το μοτοποδήλατο, τον κατηγορούμενο και τον συνοδηγό του στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού για την περαιτέρω διερεύνηση της υπόθεσης τόσον όσον αφορά τα τροχαία αδικήματα όσο και για ναρκωτικά. Το τεκμήριο 4 στάληκε για επιστημονικές εξετάσεις στο Γενικό Κρατικό Χημείο όπου κατόπιν ενδεδειγμένης ανάλυσης διαπιστώθηκε ότι το περιεχόμενο του ήταν ξηρή φυτική ύλη βάρους 2,1939 γραμμαρίων, η οποία ήταν εμποτισμένη με την ουσία Naphthalen-1-yl-(1-pentylindol-3-yl)methanon (JWH-018), η οποία εμπίπτει στα συνθετικά κανναβιδοειδή. Συγκεκριμένα πρόκειται για χημική ουσία, η οποία παρασκευάζεται σε χημικά εργαστήρια στην Κίνα, με πρώτη ύλη την χημική ουσία ναυφθοϊνδόλη. Στην αγνή της μορφή η ουσία JWH-018 είναι σε κρυστάλλινη μορφή. Η δραστικότητα της είναι πάρα πολύ δυνατή, πολύ πιο δυνατή από το δραστικό συστατικό της κάνναβης και γι' αυτό δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί από μόνη της αλλά ψεκάζεται αραιά (ποσότητα μιλιγραμμαρίων) στην επιφάνεια αδρανούς φυτικής ύλης (όχι παράνομης) και έτσι πωλείται ενσωματωμένη στην φυτική ύλη και χρησιμοποιείται σε αυτή τη μορφή. Ενόψει του ότι αυτή η ουσία είναι εμποτισμένη στην φυτική ύλη και δεν μπορεί να διαχωριστεί από αυτήν, όπως άλλες ναρκωτικές ουσίες π.χ. ηρωίνη ή κοκαϊνη των οποίων μπορεί να γίνει αραίωση-νόθευση με άλλες ουσίες, δεν είναι δυνατό να γνωρίζουμε ποια ποσότητα αυτής υπάρχει στην εν λόγω φυτική ύλη. Πάνω στο φακελάκι (τεκμήριο 4) δεν υπάρχει κάτι που να δείχνει ότι περιέχεται η ουσία JWH
  2. Πανομοιότυπα με το τεκμήριο 4 φακελάκια με διάφορες ονομασίες, εκ των οποίων κάποια περιείχαν σκόνη και κάποια ξηρή φυτική ύλη, εισάγονταν στην Κύπρο και πωλούνταν ελεύθερα κυρίως στα περίπτερα μέχρι και τον επίδικο χρόνο. Με την ανεύρεση τέτοιων αυτά στέλλονταν στο Κρατικό Χημείο για εξετάσεις, από τα αποτελέσματα των οποίων διεφάνη ότι οι ουσίες που περιείχαν δεν περιλαμβάνονταν στον κατάλογο απαγορευμένων ουσιών ή των ελεγχόμενων φαρμάκων. Με την παρέλευση δε του χρόνου οι ουσίες αυτές προστέθηκαν ως ελεγχόμενα φάρμακα τάξεως Β, στο Μέρος ΙΙ του Πρώτου Πίνακα του Νόμου 29/
  3. Νομική πτυχή Η κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος εδράζεται στο άρθρο 6
(1)
(2)του περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, το οποίο προβλέπει ότι αποτελεί αδίκημα για οποιοδήποτε πρόσωπο να έχει στην κατοχή του ελεγχόμενο φάρμακο, χωρίς άδεια. Προς στοιχειοθέτηση λοιπόν του επίδικου αδικήματος πρέπει να αποδειχθεί η κατοχή από τον κατηγορούμενο ελεγχόμενου, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου 29/77, φαρμάκου, χωρίς άδεια. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του εν λόγω Νόμου «ελεγχόμενον φάρμακον» σημαίνει οιανδήποτε ουσία ή προϊόν που καθορίζεται εκάστοτε στο Μέρος Ι, ΙΙ ή ΙΙΙ του Πρώτου Πίνακα του Νόμου και «φάρμακον Τάξεως Β» σημαίνει οιανδήποτε ουσία ή προϊόν που καθορίζεται εκάστοτε στο Μέρος ΙΙ του εν λόγω Πίνακα. Σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, κατοχή εν τη εννοία του Νόμου σημαίνει φυσικό έλεγχο με ταυτόχρονη γνώση της φύσης του αντικειμένου που αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής (βλ. Queiss ν. Republic
(1987)2 CLR 49, Youssef ν. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289 και Ιακώβου ν. Δημοκρατίας
(1991)2 Α.Α.Δ. 21). Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας ν. Σπύρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 71, λέχθηκε ότι «η κατοχή εξυπακούει φυσικό έλεγχο του αντικείμενου μαζί με γνώση του κατηγορούμενου ότι το έχει στην κατοχή του ή υπό τον έλεγχό του. Δυνατόν κάποιος να κατέχει κάποιο αντικείμενο χωρίς να γνωρίζει ή να αντιλαμβάνεται τη φύση του, αλλά δεν το κατέχει υπό τη νομική έννοια, εκτός κι αν γνωρίζει ότι το έχει». Ως λέχθηκε δε στην Καϊμης v. Δημοκρατίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 662 δεν αρκεί η απόδειξη φυσικής κατοχής αλλά απαιτείται και απόδειξη γνώσης της φυσικής κατοχής όπως και της φύσης του αντικειμένου της κατοχής. Συνεπώς προς στοιχειοθέτηση του συστατικού στοιχείου της κατοχής πρέπει να αποδειχθούν όλα τα πιο πάνω στοιχεία. Στην σχετικά πρόσφατη Κούκος ν. Δημοκρατίας, Ποινική Έφεση Αρ.125/2010, ημερ. 20.2.12, λέχθηκε ότι η αντικειμενική υπόσταση (actus reus) της κατοχής, συνίσταται είτε σε άμεση φυσική φύλαξη του αντικειμένου είτε σε εξυπακουόμενη κατοχή, σύμφωνα με το άρθρο 2
(3)του Νόμου 29/77, το οποίο προβλέπει ότι αντικείμενα που τελούν υπό τον έλεγχο προσώπου, θεωρούνται ότι βρίσκονται στην κατοχή του, ανεξάρτητα αν βρίσκονται υπό τη φύλαξη άλλου προσώπου. Είτε όμως υπό τη μία είτε υπό την άλλη έννοια, η κατοχή θα πρέπει να συνοδεύεται με ταυτόχρονη γνώση (mens rea) της φύσης του αντικειμένου, το οποίο αποτελεί το αντικείμενο της κατοχής. Απόλυτα σχετικό με το θέμα της κατοχής και της γνώσης, είναι ως λέχθηκε, το άρθρο 32 του Νόμου 29/77, το οποίο προβλέπει ότι: «32.-
(1)Το παρόν άρθρον εφαρμόζεται εις αδικήματα βάσει των ακολούθων διατάξεων του παρόντος Νόμου, ήτοι των άρθρων 5
(2)και
(3), 6
(2)και
(3), 7
(2)και 10.
(2)Υπό την επιφύλαξιν του εδαφίου
(3)κατωτέρω εν τη εκδικάσει οιουδήποτε αδικήματος εις το οποίον το παρόν άρθρον εφαρμόζεται, αποτελεί υπεράσπισιν διά τον κατηγορούμενον η απόδειξις ότι δεν είχε γνώσιν ή υποψίαν ούτε λόγον να υποψιασθή την ύπαρξιν οιουδήποτε γεγονότος προβαλλομένου υπό της κατηγορίας όπερ η κατηγορία δέον να αποδείξη ίνα καταδικασθή ούτος διά το εν τω κατηγορητηρίω αδίκημα.
(3)Εν τη εκδικάσει οιουδήποτε αδικήματος διά το οποίον το παρόν άρθρον εφαρμόζεται, ίνα καταδικασθή ο κατηγορούμενος δέον όπως η κατηγορία αποδείξη ότι ουσία τις ή προϊόν τι σχετιζόμενον με το προσαπτόμενον αδίκημα ήτο το ελεγχόμενον φάρμακον όπερ η κατηγορία ισχυρίζεται και αποδεικνύεται ότι η εν λόγω ουσία ή προϊόν ήτο τω όντι το εν λόγω ελεγχόμενον φάρμακον- (α) ο κατηγορούμενος δεν απαλλάσσεται του αδικήματος λόγω μόνον ότι ούτος αποδεικνύει ότι δεν εγνώριζεν ή υποπτεύετο ούτε είχε λόγον να υποπτευθή ότι η εν λόγω ουσία ή το εν λόγω προϊόν ήτο το ειδικώς αναφερόμενον φάρμακον περί ου ο ισχυρισμός· αλλά ούτος (β) απαλλάσσεται του αδικήματος - (
  1. i)εάν αποδείξη ότι δεν είχε γνώσιν ή υποψίαν ή λόγον να υποπτεύηται ότι η εν λόγω ουσία ή το εν λόγω προϊόν ήτο ελεγχόμενον φάρμακον· ή (
  2. ii)εάν αποδείξη ότι επίστευε, ότι η εν λόγω ουσία ή το εν λόγω προϊόν ήτο ελεγχόμενον φάρμακον, ή ελεγχόμενον φάρμακον τοιαύτης περιγραφής ώστε, εάν τούτο ήτο πράγματι το εν λόγω ελεγχόμενον φάρμακον ή ελεγχόμενον φάρμακον τοιαύτης περιγραφής, ούτος δεν θα διέπραττε κατά τον ουσιώδη χρόνον αδίκημα εις το οποίον το παρόν άρθρον εφαρμόζεται.
(4)Ουδέν των εν τω παρόντι άρθρων διαλαμβανομένων θέλει επηρεάσει δυσμενώς οιανδήποτε υπεράσπισιν ην δύναται να προβάλη πρόσωπον τι κατηγορούμενον δι' αδίκημα εις το οποίον το παρόν άρθρον εφαρμόζεται.» Κρίθηκε δε ορθή, ως προς την ερμηνεία του άρθρου 32 και του «μαχητού», ως χαρακτηρίσθηκε, τεκμηρίου που δημιουργείται από αυτό, η καθοδήγηση του Κακουργιοδικείου στην υπόθεση εκείνη, η οποία ουσιαστικά μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως: Ότι η κατηγορούσα αρχή έχει το βάρος να αποδείξει ότι ο κατηγορούμενος έχει υπό την κατοχή ή τον έλεγχό του, εν γνώσει του ένα αντικείμενο ή ένα αντικείμενο που περιέχει κάτι. Αυτό στοιχειοθετεί την απαραίτητη κατοχή. Περαιτέρω η κατηγορούσα αρχή έχει το βάρος να αποδείξει ότι το αντικείμενο αυτό περιέχει ή αποτελεί το επίδικο ελεγχόμενο φάρμακο - ναρκωτικό. Εάν αποδειχθούν αυτά τότε εναποτίθεται το βάρος στους ώμους του κατηγορούμενου «να αποδείξει» ότι η υπόθεση εμπίπτει στα πλαίσια του άρθρου 32. Εξηγήθηκε δε ουσιαστικά ότι το εν λόγω άρθρο δημιουργεί ένα μαχητό τεκμήριο γνώσης του κατηγορούμενου. Σε τέτοια περίπτωση αυτό που πρέπει να πράξει ο κατηγορούμενος είναι απλά να δημιουργήσει στο μυαλό του Δικαστηρίου κάποια πραγματική αμφιβολία ή υποψία ότι δεν είχε γνώση της φύσης του αντικειμένου, ότι δηλ. ήταν ναρκωτικά ή ότι δεν είχε κανένα λόγο να υποπτεύεται ότι στο αντικείμενο περιλαμβάνονταν τα ναρκωτικά που βρέθηκαν (βλ. Μαυρίκιου ν. Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 359, Σκούλλου ν. Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 87, Ιακώβου ανωτέρω, Χριστοφόρου ν. Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 250 και L. v. Director of Public Prosecutors
(2002)2 All ER 854). Ο όρος «να αποδείξει» ερμηνεύεται λοιπόν ως ανωτέρω και όχι ως να καθιερώνει μετατόπιση του βάρους απόδειξης στον κατηγορούμενο. Για αυτό άλλωστε σε άλλο μέρος της προαναφερόμενης απόφασης, αναφέρθηκε ότι η νομολογία μας έχει ξεκαθαρίσει ότι η δημιουργία μαχητών τεκμηρίων δεν μεταθέτει το νομικό βάρος απόδειξης («legal burden of proof») στον κατηγορούμενο, αλλά του δίδει την ευκαιρία να δημιουργήσει λογική αμφιβολία και κάτι τέτοιο δεν αποτελεί παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας (βλ. Ιακώβου ανωτέρω, Μαυρικίου ανωτέρω, Σκούλλου ανωτέρω, Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 301, Emegoakor v. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 31 και R. v. Lambert
(2001)3 All ER 577). Το νομικό βάρος απόδειξης εξακολουθεί να βρίσκεται πάντα στους ώμους της κατηγορούσας αρχής. Να σημειωθεί δε ότι η προαναφερόμενη λογική αμφιβολία μπορεί να προέλθει είτε μέσω της προσκόμισης σχετικής μαρτυρίας από τον κατηγορούμενο, είτε από το σύνολο της μαρτυρίας που προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή. Δεν είναι λοιπόν αναγκαίο για τον κατηγορούμενο να προσκομίσει τέτοια μαρτυρία για τον σκοπό αυτό. Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι οι πρόνοιες του άρθρου 32 του Νόμου 29/77 είναι ταυτόσημες με αυτές του άρθρου 28 του Αγγλικού Misuse of Drugs Act 1971. Ως εκ τούτου καθοδηγητική μπορεί να είναι η Αγγλική επί του θέματος νομολογία (βλ. R. v. McNamara, 87 Cr. App. R. 246, R. v. Ashton-Rickhardt, 65 Cr. App. R. 67 και R. v. Champ, 73 Cr. App. R. 367). Σχετικά είναι επίσης τα όσα αναφέρονται για το θέμα της κατοχής και της ερμηνείας του άρθρου 28 στο σύγγραμμα Archbold 2009 σελ. 2598-2601 και 2620 και ιδιαίτερα ότι όταν η κατηγορούσα αρχή αποδείξει τα όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω, το βάρος που εναποτίθεται από τον νόμο στους ώμους του κατηγορούμενου είναι αποδεικτικό («evidential burden of proof») καθώς και ότι οι πρόνοιες των παραγράφων 2 και 3 του άρθρου αυτού είναι συμβατές με το άρθρο 6
(2)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (βλ. R. v. Lambert [2002] 2 A.C. 545). Πρέπει φυσικά να λεχθεί ότι η γνώση του κατηγορούμενου μπορεί να στοιχειοθετηθεί και από τις περιστάσεις της υπόθεσης, ανεξάρτητα δηλ. από το μαχητό τεκμήριο. Για την απόδειξη της γνώσης της φύσης του αντικειμένου, λόγω του ότι αυτή συνήθως ανάγεται αποκλειστικά στην πνευματική λειτουργία του κατηγορουμένου, σπάνια υπάρχει άμεση μαρτυρία και κατά κανόνα η γνώση αυτή συμπεραίνεται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, ιδιαίτερα από τη σύνδεση και τις πράξεις του κατηγορούμενου σε σχέση με το παράνομο αντικείμενο (βλ. Queiss ανωτέρω και Χριστοφόρου ανωτέρω). Με άλλα λόγια εξάγεται από περιστατική μαρτυρία, η οποία μπορεί να οδηγήσει εξίσου σε ασφαλές συμπέρασμα και κάποτε μάλιστα με μεγαλύτερη ασφάλεια (βλ. Χαραλάμπους ν. Δημοκρατίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 388). Συμπεράσματα Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει ότι στις 23.10.10, μετά από σωματική έρευνα που έγινε από τον Μ.Κ.3 βρέθηκε στην κατοχή του κατηγορούμενου και συγκεκριμένα στην τζέπη του παντελονιού του ένα φακελάκι, το οποίο περιείχε ξηρή φυτική ύλη. Πέραν τούτου φαίνεται ότι ο κατηγορούμενος γνώριζε ότι είχε αυτό το φακελάκι με το περιεχόμενο του στην κατοχή του εφόσον όταν αμέσως μετά του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο απάντησε «I brought it from internet to smoke it». Ενόψει λοιπόν των ανωτέρω έχει αποδειχθεί τόσο η φυσική κατοχή του φακέλου και του περιεχομένου του όσο και η γνώση από τον κατηγορούμενο της φυσικής αυτής κατοχής. Αυτό που πρέπει να εξετασθεί στη συνέχεια είναι εάν η κατηγορούσα αρχή απέδειξε ότι αυτό που ανεβρέθηκε αποτελεί το επίδικο ελεγχόμενο φάρμακο. Από τα ευρήματα του Δικαστηρίου προκύπτει περαιτέρω ότι έχει αποδειχθεί ότι στο εν λόγω φακελάκι υπήρχε ξηρή φυτική ύλη βάρους 2,1939 γραμμαρίων, η οποία ήταν εμποτισμένη με την ουσία Naphthalen-1-yl-(1-pentylindol-3-yl)methanon (JWH-018). Η ουσία Naphthalen-1-yl-(1-pentylindol-3-yl)methanon (JWH-018) προστέθηκε, με Διάταγμα του Υπουργικού Συμβουλίου (Κ.Δ.Π. 45/2010) ημερ. 12.2.10, δυνάμει του άρθρου 3 του Νόμου 29/77, ως ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β, στην παράγραφο 1 του Μέρους ΙΙ του Πρώτου Πίνακα του εν λόγω Νόμου. Αποτελεί δε ουσιαστικά θέση της υπεράσπισης στην παρούσα ότι δεν έχει αποδειχθεί ότι το ανεβρεθέν στην κατοχή του κατηγορούμενου αποτελεί ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β, καθότι η κατηγορούσα αρχή δεν απέδειξε πόση ποσότητα αυτού υπήρχε στην ξηρή φυτική ύλη. Σε σχέση με τη θέση αυτή θα πρέπει να λεχθεί κατ' αρχή ότι ως συνάγεται από τα ευρήματα του Δικαστηρίου, δεν μπορεί εκ των πραγμάτων να γίνει προσδιορισμός της ποσότητας της ουσίας (JWH-018) καθότι αυτή η χημικά παρασκευασμένη ουσία είναι εμποτισμένη (και όχι τυχαία αλλά επί σκοπώ δηλ. ώστε να μπορεί να ληφθεί-χρησιμοποιηθεί από κάποιο άνθρωπο) στην φυτική ύλη και δεν μπορεί να διαχωριστεί από αυτήν, όπως άλλες ναρκωτικές ουσίες. Φαίνεται δε ότι ο νομοθέτης προέβλεψε και για τέτοιες περιπτώσεις εφόσον σε αντίθετη περίπτωση θα οδηγούμασταν στο παράλογο αποτέλεσμα να ακυρώνεται ο σκοπός του Νόμου στις περιπτώσεις που δεν εντοπίζεται καθαρή αυτή η παράνομη ουσία αλλά εμποτισμένη σε φυτική ύλη δηλ. στην μορφή που παίρνει με σκοπό να μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τον άνθρωπο (εξ ου και χαρακτηρίζεται ως «συνθετικό κανναβιδοειδές»). Συγκεκριμένα η παράγραφος 4 του Μέρους ΙΙ του Πρώτου Πίνακα του Νόμου 29/77, ως ήταν κατά τον επίδικο χρόνο, ορίζει ότι ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β είναι και κάθε παρασκεύασμα ή άλλο προϊόν που περιέχει κάποια ουσία ή προϊόν που καθορίζεται και στην παράγραφο 1 του ίδιου Μέρους και δεν είναι σκεύασμα που προορίζεται για χορήγηση διά εγχύσεως. Βάση λοιπόν της προαναφερόμενης πρόνοιας κρίνεται ότι έχει αποδειχθεί ότι ολόκληρη η επίδικη ποσότητα των 2,1939 γραμμαρίων αποτελεί ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β, εφόσον συνιστά προϊόν, το οποίο περιέχει την ουσία Naphthalen-1-yl-(1-pentylindol-3-yl)methanon (JWH-018), η οποία επίσης καθορίζεται ως τέτοιο φάρμακο στην παράγραφο 1 του Μέρους ΙΙ του Πρώτου Πίνακα του Νόμου 29/77 και δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία που να δείχνει ότι αυτή είναι σκεύασμα που προορίζεται για χορήγηση διά εγχύσεως. Με την απόδειξη λοιπόν της φυσικής κατοχής και της γνώσης από τον κατηγορούμενο της φυσικής κατοχής του φακέλου και του περιεχομένου του (τεκμηρίου 4) καθώς και του ότι το εν λόγω περιεχόμενο αποτελεί ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β, ως αποδίδεται στην κατηγορία, δημιουργείται το προαναφερόμενο μαχητό τεκμήριο γνώσης του κατηγορούμενου για τη φύση αυτής της ουσίας ήτοι ότι ήταν ελεγχόμενο φάρμακο. Ως έχει λεχθεί ανωτέρω αυτό που πρέπει να πράξει σε τέτοια περίπτωση ο κατηγορούμενος είναι απλά να δημιουργήσει στο μυαλό του Δικαστηρίου κάποια πραγματική αμφιβολία ή υποψία ότι δεν είχε γνώση της φύσης της επίδικης ουσίας. Από τη μαρτυρία που έγινε δεκτή προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε λόγο να γνωρίζει ή έστω να υποπτεύεται ότι το περιεχόμενο του τεκμηρίου 4 ήταν παράνομο καθότι: · Κατά τον επίδικο χρόνο έβλεπε φακελάκια όπως το τεκμήριο 4 να πουλιούνται ελεύθερα στα περίπτερα. Το ότι αυτό ίσχυε επιβεβαιώνεται και από τους Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2, οι οποίοι ανέφεραν περαιτέρω ότι αυτά εισάγονταν ελεύθερα. · Γνώριζε, από τα όσα του ανέφεραν φίλοι του, ότι το περιεχόμενο του τεκμηρίου 4 καπνίζεται αλλά δεν γνώριζε τι επίδραση είχε σε κάποιον που το κάπνιζε και απλά ήθελε να το δοκιμάσει. Μέχρι την ανακοπή και εντοπισμό του εν λόγω τεκμηρίου δεν το είχε δοκιμάσει. · Πάνω στο ίδιο το φακελάκι τεκμήριο 4 δεν υπήρχε οποιαδήποτε ένδειξη ότι αυτό περιέχει την παράνομη ουσία που εντοπίσθηκε αλλά ούτε και κάτι άλλο παράνομο. Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι πέραν των ανωτέρω δεν υπήρξε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία που να δείχνει ότι ο κατηγορούμενος είχε γνώση της φύσης του περιεχομένου του τεκμηρίου 4. Ως έχει προαναφερθεί η θέση του Μ.Κ.3 ότι ο κατηγορούμενος κατά την ανακοπή του ήταν ανήσυχος, για το λόγο που εξηγήθηκε ανωτέρω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, δεν μπορεί να οδηγήσει από μόνη της σε απόδειξη τέτοιας γνώσης. Ως εκ των άνω κρίνεται ότι δημιουργείται λογική αμφιβολία αναφορικά με το κατά πόσο ο κατηγορούμενος γνώριζε την φύση του περιεχομένου του τεκμηρίου 4 και συγκεκριμένα ότι αυτό αποτελούσε ελεγχόμενο φάρμακο τάξεως Β. Η κρίση μου αυτή οδηγεί αναπόδραστα στην κατάληξη ότι δεν έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η ύπαρξη και της απαιτούμενης υποκειμενικής υπόστασης (mens rea) διάπραξης του επίδικου αδικήματος. Συνεπώς ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) ...................................... Φ. Τιμοθέου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Criminal/Final (Αναφορά: Ποινική - Τελική - Κατοχή ναρκωτικών) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.