BELLA CASA LIMETED ν. ΠΑΝΙΚΟΣ ΟΝΗΣΙΦΟΡΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 23236/14, 1/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:B60 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 23236/14 Μεταξύ: BELLA CASA LIMETED (και/ή ως ήτο προηγούμενα εγγεγραμμένη ΒΙΟΚΑΛΕ ΛΙΜΙΤΕΔ) Κατηγορούσας Αρχής εναντίον ΠΑΝΙΚΟΣ ΟΝΗΣΙΦΟΡΟΥ Κατηγορουμένου ---------------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 01/12/2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την κατηγορούσα αρχή : κ. Π.Κονταξής Για τον κατηγορούμενο: κ. Α.Κίτσιος Κατηγορούμενος : παρών ---------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση. Αντίθετη ήταν βέβαια η θέση του ευπαίδευτου συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής. Τα όσα ανέφεραν και οι δύο πλευρές για υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους έχουν καταγραφεί, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν αυτούσια στην παρούσα απόφαση. Θα γίνει αναφορά σημειώνω σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω όπου αυτό κριθεί αναγκαίο. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην υπόθεση Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
- Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
- Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
- Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Περαιτέρω στην υπόθεση Γεν. Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87 αναφέρθηκε πως: " Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας ". Ο κατηγορούμενος στην παρούσα υπόθεση αντιμετωπίζει με βάση το κατηγορητήριο 16 κατηγορίες, που αφορούν το αδίκημα της πράξης καταδολίευσης εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή, κατά παράβαση των άρθρων 3
(1)(γ)
(2)και 4
(2)
(3)του περί Καταδολίευσης των εκ Δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου του 2008 (60
(1)/2008), και των άρθρων 90
(1), 91 Α
(3)και 91 Β
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, όπως τροποποιήθηκε από τον Ν.134
(1)/1999. Συγκεκριμένα και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ο κατηγορούμενος ενώ ήταν εξ΄ αποφάσεως οφειλέτης στην αγωγή αρ.1711/2008 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού με ενάγοντες τους παραπονούμενους και ενώ στις 05/11/2009 διατάχθηκε από το ρηθέν Δικαστήριο στη ρηθείσα αγωγή να καταβάλλει στους παραπονούμενους €50.- μηνιαίως από 01/12/09 και ακολούθως την 1η ημέρα κάθε επόμενου μήνα, μέχρι εξόφλησης, ο κατηγορούμενος παρέλειψε να καταβάλει τις δόσεις που αφορούν την περίοδο από 1/5/2013 έως 1/8/2014 αμφοτέρων των μηνών συμπεριλαμβανομένων, δυνάμει του πιο πάνω διατάγματος και εξακολουθεί να παραλείπει να καταβάλει τις εν λόγω δόσεις. Στο σημείο αυτό το Δικαστήριο πριν προχωρήσει περαιτέρω, θα ήθελε να σημειωθεί ότι δεν του έχει διαφύγει το γεγονός ότι οι κατηγορίες που αποδίδονται στον κατηγορούμενο στηρίζονται σε δύο διαφορετικές νομοθεσίες δηλ. τόσο στο Κεφ.6 όσο και στον Ν.60
(1)/2008 και ότι τα άρθρα του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 (που εμφαίνονται πιο πάνω) περιέχουν παρόμοιο αδίκημα με αυτό του άρθρου 3
(1)(γ) του Ν.60(Ι)/
- Το θέμα σημειώνω δεν ηγέρθη από την Υπεράσπιση ούτε και ετέθη ζήτημα δυσμενούς επηρεασμού του κατηγορούμενου εκ της συμπερίληψης στις εκθέσεις αδικημάτων και των δύο νομοθεσιών. Συνεπώς επειδή εν πάση περιπτώσει το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει σε αυτό το στάδιο τέτοιο δυσμενή επηρεασμό, αναφέρει ότι στην προκειμένη περίπτωση αναμφίβολα εφαρμόζεται ο ειδικός και μεταγενέστερος Νόμος αρ.60(Ι)/
- Ως εκ τούτου η νομική βάση που εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση, είναι αυτή των άρθρων 3
(1)(γ)
(2)του περί Καταδολίευσης των εκ δικαστικής Αποφάσεως Πιστωτών Νόμου αρ.60
(1)2008. Το άρθρο 3
(1)(γ)
(2)του Ν. 60
(1)2008 προνοεί τα ακόλουθα: " 3.
(1)Οποιοσδήποτε εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους: ............. (γ) παραλείψει να καταβάλει προς τον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή το ποσό οποιασδήποτε δόσης κατά την ημερομηνία πληρωμής που είχε διαταχθεί από το Δικαστήριο κατά την έκδοση διατάγματος πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, για λόγο άλλο από οικονομική ή φυσική αδυναμία. είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται στις ποινές που προβλέπονται στο άρθρο 4.
(2)Ουδεμία δίωξη ασκείται, δυνάμει της παραγράφου (γ) του εδαφίου
(1), εναντίον εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους, εκτός αν αυτός παραλείπει να καταβάλει την πληρωμή τουλάχιστον τριών δόσεων: Νοείται ότι, σε περίπτωση που οι δόσεις που υπολείπονται προς εξόφληση του χρέους είναι λιγότερες από τρεις δύναται να ασκηθεί ποινική δίωξη αν παραλείπει να καταβάλει οποιαδήποτε δόση. " Επίσης σύμφωνα με το άρθρο 2 του πιο πάνω νόμου, εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής, εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης, εκ δικαστικής αποφάσεως χρέος και διάταγμα πληρωμής εκ δικαστικής αποφάσεως χρέους με δόσεις, έχουν την έννοια που αποδίδεται στους όρους αυτούς από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.
- Με αυτά υπόψη αναφέρεται εδώ ότι η μαρτυρία που υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου και στην οποία στηρίζει την υπόθεση της η κατηγορούσα αρχή πηγάζει από τα παραδεκτά γεγονότα που έγιναν μεταξύ των δύο πλευρών (τεκμήριο 1) καθώς επίσης στα έγγραφα που έχουν κατατεθεί εκ συμφώνου. Πιο συγκεκριμένα: (Α) Παραδεκτά γεγονότα (τεκμήριο 1)
- Στις 27/06/2008 εξεδόθη απόφαση εναντίον του κατηγορούμενου (εναγόμενου στην αγωγή 1711/2008 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού) για το ποσό των €1.802,57.-.
- Την 5/11/2009 ο κατηγορούμενος μέσα στα πλαίσια της αγωγής υπ'αρ.1711/2008 κατόπιν καταχωρήσεως αιτήσεως έρευνας διετάχθη όπως πληρώνει το ποσό των €50.- μηνιαίως από 1/12/
- Την 7/10/2010, εξεδόθη διάταγμα παραλαβής εναντίον της περιουσίας του κατηγορούμενου στην αίτηση πτώχευσης υπ'αρ.370/2010 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού.
- Ο κατηγορούμενος δεν πλήρωσε καμία από τις δόσεις που αναφέρονται στις κατηγορίες 1-16 της ποινικής υπόθεσης 23236/2014 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού.
- Ο κατηγορούμενος στις 6/12/2011 απέστειλε την συστημένη επιστολή με αρ. ασφάλισης RR 21318689 6CY προς τους δικηγόρους των παραπονούμενων.
- Ο κατηγορούμενος στις 6/12/2011 απέστειλε την συστημένη επιστολή με αρ. ασφάλισης RR 21318692 2CY προς τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. (Β) Έγγραφα που κατατέθηκαν εκ συμφώνου
- Οι αναφερόμενες στο παραδεκτό γεγονός υπό 6 πιο πάνω επιστολές (τεκμ. 2 Α και Β).
- Η αναφερόμενη στο παραδεκτό γεγονός υπό 1 πιο πάνω δικαστική απόφαση (τεκμ.3).
- Το αναφερόμενος στο παραδεκτό γεγονός υπό 2 πιο πάνω δικαστικό διάταγμα (τεκμ.4). Ερχόμενο τώρα το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται τα συστατικά στοιχεία των αδικημάτων που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος, αναφέρεται ότι έχοντας μελετήσει πολύ προσεκτικά τα παραδεκτά γεγονότα πιο πάνω και τα έγγραφα που έχουν παρουσιαστεί, σε συνάρτηση πάντα με το άρθρο 3
(1)(γ)
(2)του Ν. 60
(1)2008, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι σε αυτό το στάδιο δεν φαίνεται να ελλείπει οποιοδήποτε συστατικό στοιχείο των αδικημάτων. Μια εκ των εισηγήσεων του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου είναι πως στην προκειμένη περίπτωση με δεδομένη την έκδοση διατάγματος παραλαβής εναντίον της περιουσίας του κατηγορούμενου και έχοντας υπόψη τις ειδοποιήσεις που απεστάλησαν (τεκμ.2), καταδεικνύεται μεταβολή της οικονομικής και νομικής κατάστασης του κατηγορούμενου με αποτέλεσμα να εφαρμόζεται η υπεράσπιση του άρθρου 91Β
(3)(β) του Κεφ.6 και να μην στοιχειοθετείται αντικειμενικά υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου. Το Δικαστήριο ευθέως αναφέρεται δεν κάνει αποδεκτή την εισήγηση της Υπεράσπισης. Κατ' αρχήν όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω στην προκειμένη περίπτωση εφαρμόζεται ο Ν.60
(1)/2008 και κατ' επέκταση και οι υπερασπίσεις που προνοεί ο Νόμος αυτός και όχι το Κεφ.6. Ανεξάρτητα όμως από αυτό, αναφέρεται ότι είτε η έκδοση διατάγματος παραλαβής από μόνη της είτε η αποστολή των ειδοποιήσεων του τεκμηρίου 2, κρίνω ότι δεν οδηγούν αυτόματα στο συμπέρασμα μεταβολής της οικονομικής κατάστασης του κατηγορούμενου. Θεωρώ δε ότι μόνον με την παρουσίαση κατάλληλης μαρτυρίας από πλευράς κατηγορούμενου θα μπορούσε να καταδειχθεί τέτοια οικονομική μεταβολή. Όμως εδώ θα πρέπει επίσης να αναφερθεί ότι για το θέμα της αποστολής ειδοποίησης πιο συγκεκριμένα, η αποστολή απλής επιστολής προς τους παραπονούμενους ή τον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου δεν ικανοποιεί ούτως ή άλλως την απαίτηση που υπάρχει στο άρθρο 91Β
(3)(β) του Κεφ.6, όπως έχει ερμηνευτεί στις Ποινικές Εφέσεις 7849 και 7859, Ευαγγέλου -v- Κουρέας
(2005)2 Α.Α.Δ. 415. Εν πάση περιπτώσει μελετώντας τις Υπερασπίσεις που προνοεί ο Ν.60
(1)/2008 (άρθρο 3
(4)(γ) ) εν σχέση με τα αδικήματα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος παρατηρώ και πάλιν ότι σε αυτό το στάδιο δεν έχει αποδειχθεί οιαδήποτε υπεράσπιση. Για τον εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους - κατηγορούμενο ο νόμος αυτός προβλέπει τρείς
(3)υπερασπίσεις. Την συμμόρφωση με το διάταγμα, ότι έχει πληρώσει δηλαδή τις οφειλόμενες δόσεις, την μεταβολή της οικονομικής του κατάστασης από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος και ότι έχει υποβάλει αίτηση στο Δικαστήριο (αστικό Δικαστήριο) για τροποποίηση ή αναστολή του διατάγματος την οποία έχει επιδώσει στον εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτή πριν την επίδοση του κατηγορητηρίου σ' αυτόν. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι οι οφειλόμενες δόσεις δεν έχουν πληρωθεί, ενώ περαιτέρω δεν έχει τεθεί οτιδήποτε ενώπιον του Δικαστηρίου για υποβολή αίτησης τροποποίησης ή αναστολής του διατάγματος τεκμήριο 4. Συνεπώς απομένει η υπεράσπιση της μεταβολής της οικονομικής κατάστασης του κατηγορούμενου για την οποία ισχύουν όσα αναφέρθηκαν από το Δικαστήριο ανωτέρω για την ανάγκη παρουσίασης συγκεκριμένης μαρτυρίας. Αξίζει δε να σημειωθεί εδώ ότι με βάση το Νόμο το διάταγμα παραλαβής από μόνο του δεν αποτελεί υπεράσπιση για τον κατηγορούμενο και συνεπώς η έκδοση του διατάγματος παραλαβής, οι λόγοι που οδήγησαν στην έκδοση του και οι συνέπειες του, μόνον μέσα στα πλαίσια της Υπεράσπισης για μεταβολή της οικονομικής κατάστασης θα μπορούσε να εξεταστεί. Καταληκτικά επί του θέματος που εξετάζει το Δικαστήριο αναφέρεται ότι το διάταγμα παραλαβής περιουσίας σε καμία περίπτωση δεν ισοδυναμεί με ασυλία για την μη καταβολή της μηνιαίας δόσης και ούτε εξουδετερώνει ή αναστέλλει την ισχύ του διατάγματος μηνιαίων δόσεων. Για να γίνει αυτό θα πρέπει ο εξ΄ αποφάσεως οφειλέτης να προσφύγει στο Δικαστήριο που ασκεί αστική δικαιοδοσία και το οποίο έχει εκδώσει το διάταγμα μηνιαίων δόσεων, και να ζητήσει την τροποποίηση, αναστολή ή ακύρωση του εν λόγω διατάγματος. Αυτό που απομένει να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας απόφασης είναι η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου ότι η παρούσα υπόθεση δεν μπορεί να προχωρήσει περαιτέρω, αφού η κατηγορούσα αρχή καταχώρησε και προωθεί την υπόθεση χωρίς να έχει εξασφαλίσει προηγουμένως την άδεια που προνοείται στο άρθρο 9
(1)του Περί Πτωχεύσεως Νόμου Κεφ.5. Στην ουσία δηλαδή εγείρεται θέμα μη ύπαρξης νομιμοποίησης των παραπονούμενων στο να εγείρουν και προωθήσουν την παρούσα ποινική υπόθεση ελλείψει άδειας ως ανωτέρω αναφέρεται. Το άρθρο 9
(1)του Κεφ. 5 προνοεί τα ακόλουθα (με υπογράμμιση δική μου): " 9.-
(1)Με την έκδοση διατάγματος παραλαβής, επίσημος παραλήπτης θα καθίσταται παραλήπτης της περιουσίας του χρεώστη, και ακολούθως, εκτός όπως διατάσσεται από το Νόμο αυτό, κανένας πιστωτής στον οποίο ο χρεώστης οφείλει αναφορικά με οποιοδήποτε χρέος που δύναται να επαληθευτεί σε πτώχευση, δε θα έχει οποιαδήποτε θεραπεία εναντίον της περιουσίας ή του προσώπου του χρεώστη σχετικά με το χρέος ή θα εγείρει οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νόμιμη διαδικασία, εκτός κατόπι άδειας του Δικαστηρίου και με τέτοιους όρους τους οποίους το Δικαστήριο δυνατό να επιβάλει: .... " Έχοντας ακούσει προσεκτικά όσα ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου έχει αναφέρει και έχοντας προβληματιστεί επί του θέματος αναφέρω ότι δεν έχω πεισθεί ότι απαιτείτο οποιαδήποτε άδεια για καταχώρηση της παρούσας ποινικής υπόθεσης. Ο κατηγορούμενος με βάση τον Ν.60
(1)/2008 κατηγορείται για συγκεκριμένα ποινικά αδικήματα και επιζητείται η τιμωρία του. Δεν έχει καταχωρηθεί αστική υπόθεση με την οποία επιζητείται οποιαδήποτε θεραπεία εναντίον του κατηγορούμενου ενώ περαιτέρω η αναφορά στο άρθρο σε «άλλη νόμιμη διαδικασία» κρίνω ότι δεν συμπεριλαμβάνει ποινική διαδικασία όπως η παρούσα. Η έννοια της «διαδικασίας» περιορίζεται σε πολιτικής φύσης υποθέσεις, όπως επίσης η αναφορά σε «Δικαστήριο» σημαίνει το Δικαστήριο που έχει πτωχευτική δικαιοδοσία (βλ. άρθρο 2 του Κεφ.5). Σχετικές με το θέμα σημειώνω είναι τόσο η απόφαση στις Ποινικές Εφέσεις Κουρέας πιο πάνω, στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο αποφάσισε ότι όταν το άρθρο 11
(1)του Κεφ.5 ομιλεί για Δικαστήριο δεν εννοεί Δικαστήριο στο οποίο εκκρεμούν ποινικές διαδικασίες ενώ ας σημειωθεί το εν λόγω άρθρο ομιλεί επίσης για «άλλη νόμιμη διαδικασία», όσο και η απόφαση στην υπόθεση 3202/2011 του Ε.Δ.Λεμεσού, τις οποίες έθεσε ενώπιον μου ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούσας αρχής. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω οι εισηγήσεις του κατηγορούμενου απορρίπτονται. Βρίσκω συναφώς ότι έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου και τον καλώ να προβάλει την υπεράσπιση του. (Εξηγούνται στον κατηγορούμενο τα δικαιώματα του) (Υπ.)................ Μ. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο