← Κύπρος

ΝΙΚΟΣ ΧΑΡΙΛΑΟΥ ν. ΚΡΙΝΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 10799/2013, 9/12/2014

ΝΙΚΟΣ ΧΑΡΙΛΑΟΥ ν. ΚΡΙΝΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, Αρ. Υπόθεσης: 10799/2013, 9/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:B63 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 10799/2013 Μεταξύ: ΝΙΚΟΣ ΧΑΡΙΛΑΟΥ Κατήγορου ν. ΚΡΙΝΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Κατηγορούμενου ----------------------------------------- Ημερομηνία: 09 Δεκεμβρίου 2014 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Μ. Γαβριηλίδης Για τον Κατηγορούμενο: κ. Κ. Μανώλη Κατηγορούμενος: παρών ----------------------------------------- Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μία κατηγορία για την έκδοση επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση του άρθρου 305Α

(1)και
(2)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 ως τροποποιήθηκε. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της πρώτης κατηγορίας, ο κατηγορούμενος κατά/ή περί τις 10/12/2012 στην Πάφο της Επαρχίας Πάφου, εξέδωσε την επιταγή υπ.αρ.01171098 της SOCIETE GENERALE BANK CYPRUS για το ποσό των €6.000.- προς όφελος και/ή εις διαταγή του παραπονούμενου ο οποίος την παρουσίασε στην εν λόγω τράπεζα για εξαργύρωση εντός ευλόγου χρόνου από της ημερομηνίας πληρωμής της. Η πιο πάνω επιταγή επεστράφη απλήρωτη επειδή ο λογαριασμός του κατηγορούμενου δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια και παραμένει μέχρι σήμερα απλήρωτη, παρόλο που παρήλθε χρονική περίοδος 15 ημερών από την ημέρα παρουσιάσεως της στην Τράπεζα. Σημειώνω εδώ ότι παρά το γεγονός ότι αναφέρεται στην έκθεση αδικήματος της κατηγορίας και το εδάφιο
(2)του άρθρου 305Α του Κεφ.154 που αφορά το αδίκημα της χωρίς εύλογη αιτία πρόκλησης μη εξόφλησης επιταγής, εντούτοις από την μελέτη του κατηγορητηρίου και πιο συγκεκριμένα των λεπτομερειών αδικήματος της κατηγορίας αλλά και της μαρτυρίας που έχει παρουσιάσει η πλευρά της κατηγορούσας αρχής, δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι το αδίκημα που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος είναι αυτό του άρθρου 305 Α
(1)που αφορά την μη εξόφληση επιταγής λόγω μη επαρκών υπολοίπων του εκδότη της. Αυτό αναφέρω ήταν ξεκάθαρο και στην πλευρά του κατηγορούμενου, ο οποίος εξ' αρχής γνώριζε επακριβώς το αδίκημα για το οποίο κατηγορείται και προσάρμοσε την υπεράσπιση του ανάλογα. Εν πάση περιπτώσει κρίνω ότι δεν προέκυψε οιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός για την υπεράσπιση από την αναφορά του εδαφίου
(2)του άρθρου 305Α στην έκθεση αδικήματος, αλλά ούτε σημειώνω και έγινε ποτέ τέτοια εισήγηση από την Υπεράσπιση. Για την υπόθεση της κατηγορούσας αρχής κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ένας
(1)μάρτυρας και μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου για απόδειξη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης ο κατηγορούμενος κατέθεσε ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου ενώ περαιτέρω κάλεσε ένα
(1)μάρτυρα για την υπεράσπιση του. Περαιτέρω κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου 2 τεκμήρια και έγιναν παραδεκτά γεγονότα. Τα παραδεκτά γεγονότα ήταν τα εξής:
  1. Η επίδικη επιταγή έχει εκδοθεί από τον κατηγορούμενο, ο οποίος την έχει υπογράψει και την έχει συμπληρώσει σε ότι αφορά το ποσό ολογράφως και αριθμητικώς.
  2. Η επίδικη επιταγή παραδόθηκε από τον κατηγορούμενο στον παραπονούμενο.
  3. Το όνομα του δικαιούχου επί της επιταγής δηλαδή το όνομα του παραπονούμενου καθώς επίσης και η ημερομηνία πληρωμής δηλαδή 10 Δεκεμβρίου του 2012 συμπληρώθηκαν από τον παραπονούμενο.
  4. Η επιταγή κατατέθηκε για πληρωμή στην τράπεζα επί της οποίας εξεδόθη και επιστράφηκε στις 18 Δεκεμβρίου του 2012 με τη σχετική σφραγίδα που εμφαίνεται στο μέσο περίπου του σώματος της επιταγής με τη σημείωση "Αποταθείτε στον εκδότη ή να παρουσιαστεί ξανά -ανεπαρκή υπόλοιπα". Μετά την ολοκλήρωση της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών παρέδωσαν στο Δικαστήριο γραπτές αγορεύσεις. Οι αγορεύσεις των δύο πλευρών σημειώνω έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη, δεν κρίνεται όμως σκόπιμη η παράθεση των όσων οι συνήγοροι έχουν αναφέρει. Θα γίνει αναφορά σημειώνω σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω εάν αυτό κριθεί αναγκαίο. Το περιεχόμενο της μαρτυρίας όλων των μαρτύρων βρίσκεται καταχωρημένο στα πρακτικά και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων και τα παραδεκτά γεγονότα έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολο του χωρίς το Δικαστήριο στο παρόν σημείο να προβαίνει σε εκτενή παράθεση περίληψης της αλλά αυτό θα γίνει όπου και στο βαθμό που είναι αναγκαίο για σκοπούς αξιολόγησης ή για σκοπούς εξέτασης του κατά πόσο έχουν αποδειχθεί τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Είχα την ευκαιρία μέσα από την ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης να παρακολουθήσω με ιδιαίτερη προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και είμαι σε θέση να αξιολογήσω όλη την εν γένει συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Αξιολογώ τη μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, της ευκαιρίας που είχαν να παρακολουθήσουν τα διαδραματισθέντα, την ακεραιότητα και ειλικρίνεια τους, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία κατέθεταν, τη φυσικότητα, ευθύτητα και την αμεσότητα των απαντήσεων τους (βλ. Ζαβρού ν. Χαραλάμπους Ποιν. Έφ. 9163, ημερ. 24.9.97, Αθανασίου ν. Κουνούνη Ποιν. Έφ. 9041 ημερ. 29.5.97 και Καρεκλά ν. Κλεάνθους Ποιν. Έφ. 9161, ημερ. 24.5.97). ΜΚ1 Νίκος Χαριλάου-παραπονούμενος Η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. O μάρτυρας αυτός άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Απαντούσε στις ερωτήσεις που του υποβάλλονταν αμέσως, με ευθύτητα, φυσικότητα και χωρίς δισταγμό. Έδωσε πειστικές λεπτομέρειες για την εξέλιξη των πραγμάτων, τα όσα ανέφερε δε έχουν συνοχή και αντέχουν στη βάσανο της λογικής. Εν πάση περιπτώσει δεν διέκρινα σε κανένα σημείο της μαρτυρίας του προσπάθεια από πλευράς του να αποκρύψει από το Δικαστήριο την αλήθεια, ούτε και έχει κρίνω κλονιστεί η αξιοπιστία του μέσα από την αντεξέταση του. Κατά την κυρίως εξέταση του ανέφερε ότι έδωσε λεφτά στον κατηγορούμενο και ο τελευταίος του έδωσε την επίδικη επιταγή τεκμήριο 1 για εξασφάλιση των λεφτών που του έδωσε. Μετά την κατάθεση της επιταγής δεν του πληρώθηκε το ποσό που αφορά η επιταγή, ενώ μετά την επιστροφή της επιταγής επικοινώνησε με τον κατηγορούμενο και του το ανέφερε. Έδωσε λεφτά στον κατηγορούμενο ένεκα χρηματικής ανάγκης που είχε ο τελευταίος. Κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι ο κατηγορούμενος του έδωσε την επιταγή την ημέρα που ο ίδιος του έδωσε τα λεφτά και συγκεκριμένα 30-40 ημέρες πριν την ημερομηνία που αναγράφεται στην επιταγή. Όταν του έδωσε ο κατηγορούμενος την επιταγή ήταν μόνοι τους και δεν είχε άλλο πρόσωπο μαζί τους, ούτε ήταν μαζί τους ο Νεόφυτος Πάτσαλος. Εκ του ποσού των €6.000.- που έχει δώσει στον κατηγορούμενο δεν πήρε οποιοδήποτε ποσό πίσω. Το όπλο Baikal που του υποβλήθηκε ότι πήρε από τον κατηγορούμενο, ανέφερε ότι αυτό πωλήθηκε στον Νεόφυτο Πάτσαλο και ο ίδιος δεν είχε καμία σχέση με το όπλο αυτό. Αρνήθηκε ότι στον κατηγορούμενο έδωσε μόνον €2.000.- και επέμεινε ότι του έδωσε €6.000.- και προς εξόφληση του ποσού αυτού ο κατηγορούμενος του έδωσε την επιταγή. Αρνήθηκε επίσης υποβολή ότι η επιταγή του παραδόθηκε το έτος 2010 χωρίς να είναι συμπληρωμένη η ημερομηνία και ανέφερε ότι έλαβε την επιταγή 30-40 ημέρες πριν την ημερομηνία που αναγράφεται σε αυτήν. Σε υποβολή ότι ο κατηγορούμενος μέχρι σήμερα του έδωσε ποσό €2.600.- με μηνιαίες δόσεις των €300.-, απάντησε ότι δεν έχει πάρει λεφτά από τον κατηγορούμενο και δεν εξέδωσε οτιδήποτε που να δείχνει ότι εισέπραξε λεφτά. Δεν είπε ποτέ στον κατηγορούμενο ότι έχασε την επιταγή. Αρνήθηκε ότι συμπεριλαμβανομένης της αξίας όπλου που του χάρισε ο κατηγορούμενος το ποσό που του έχει πληρωθεί έναντι του ποσού των €2000.- που έδωσε στον κατηγορούμενο είναι €2.800.- και ότι το ποσό που έδωσε του έχει εξοφληθεί και με το παραπάνω. Επανέλαβε δε ότι δεν είχε καμία σχέση με οποιοδήποτε όπλο και ότι δεν έχει πληρωθεί οποιοδήποτε ποσό. Κρίνος Παναγιώτου - Κατηγορούμενος Η μαρτυρία του δεν γίνεται αποδεκτή. Η όλη παρουσία του ενώπιον του Δικαστηρίου και οι απαντήσεις του δεν έπεισαν το Δικαστήριο, το οποίο θεωρεί ότι όσα ανέφερε ο μάρτυρας είναι γενικά και αόριστα και περαιτέρω ότι δεν παρουσίασε καθαρές θέσεις ενώπιον του Δικαστηρίου. Μαζί βέβαια αυτά έχουν ως αποτέλεσμα η αξιοπιστία του και γενικότερα η εκδοχή του να πληγεί. Εν πάση περιπτώσει εκ της μαρτυρίας του έχουν προκύψει αμφιβολίες στο μυαλό του Δικαστηρίου αναφορικά με συγκεκριμένα ουσιώδη θέματα και πτυχές της υπόθεσης σε τέτοιο βαθμό ώστε η μαρτυρία του στο σύνολο της να κρίνεται αναξιόπιστη και να μην μπορεί να γίνει αποδεκτή. Α. Κατ' αρχήν η μαρτυρία του θα πρέπει να απορριφθεί επειδή πολύ ουσιαστικές θέσεις του κατηγορούμενου ακούστηκαν για πρώτη φορά κατά την κυρίως εξέταση ή την αντεξέταση του, χωρίς να έχουν προηγουμένως υποβληθεί στον ΜΚ1, στον παραπονούμενο δηλαδή, προκειμένου να του δοθεί η ευκαιρία να απαντήσει. Είχε μεν σημειώνω η πλευρά της κατηγορούσας αρχής την ευκαιρία να αντεξετάσει επί των θέσεων αυτών, αλλά κρίνω ότι ο τρόπος που επέλεξε να παρουσιάσει την Υπεράσπιση του ο κατηγορούμενος και να προβάλει εκ του ασφαλούς τις θέσεις του για πρώτη φορά μετά το πέρας της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής, δεν θα μπορούσε πιστεύω να γίνει αποδεκτή από κανένα Δικαστήριο. Η πλευρά του κατηγορούμενου είχε κρίνω σε κάθε περίπτωση υποχρέωση τα ουσιώδη θέματα στα οποία βάσισε την Υπεράσπιση της να τα θέσει στον ΜΚ1 για να δώσει τις απαντήσεις του και να μπορέσει το Δικαστήριο να αξιολογήσει τις εκατέρωθεν θέσεις και να καταλήξει στην αλήθεια. Πιο συγκεκριμένα: (α) Κατά την αντεξέταση του ΜΚ1 του υποβλήθηκε η θέση ότι δάνεισε ποσό €2000.- στον κατηγορούμενο και ότι μέχρι σήμερα, συμπεριλαμβανομένης και της αξίας όπλου που του παραδόθηκε, του πληρώθηκε ποσό €2.800.- και έχει εξοφληθεί. Δεν υποβλήθηκε ποτέ όμως στον ΜΚ1 ότι συμφώνησαν αρχικά με τον κατηγορούμενο να του επιστρέψει €2.400.-, κάτι που ακούστηκε για πρώτη φορά κατά την κυρίως εξέταση του κατηγορούμενου. (β) Δεν υποβλήθηκε ποτέ στον ΜΚ1 η θέση που προέβαλε κατά την εξέταση του ο κατηγορούμενος ότι παραδίδοντας την επιταγή στον ΜΚ1 του είχε αναφέρει ότι ο λογαριασμός δεν έχει λεφτά μέσα. (γ) Η γενικότερη θέση που υποβλήθηκε στον ΜΚ1 κατά την αντεξέταση του σε ότι αφορά την εξόφληση του ποσού ήταν ότι ο κατηγορούμενος με μηνιαίες δόσεις εκ €300.- εκάστη εξόφλησε το ποσό. Ουδέποτε υποβλήθηκε η θέση στον ΜΚ1 ότι τα χρήματα πληρώνονταν σε κάποιον Φύτο Πάτσαλο για λογαριασμό του παραπονούμενου ή ότι εν πάση περιπτώσει σε κάποιες πληρωμές ήταν μόνος του ο Φύτος Πάτσαλος και σε κάποιες ήταν και ο παραπονούμενος, όπως ανέφερε σε εξέταση και αντεξέταση αντίστοιχα ο κατηγορούμενος. Όμως ας σημειωθεί επίσης εδώ ότι το ποσό της μηνιαίας δόσης κατά την κυρίως εξέταση του κατηγορούμενου αναφέρθηκε ότι ήταν €400.-. (δ) Περαιτέρω σε κανένα σημείο της αντεξέτασης δεν υποβλήθηκε στον ΜΚ1 η θέση ότι τον Δεκέμβρη του 2012 ζήτησε και άλλα λεφτά από τον κατηγορούμενο στον οποίο ανέφερε ότι σε διαφορετική περίπτωση θα πήγαινε στο Δικαστήριο και ότι πήρε τον κατηγορούμενο στο Δικαστήριο επειδή αυτός αρνήθηκε. (ε) Δεν υποβλήθηκε επίσης ποτέ στον ΜΚ1 ότι ο κατηγορούμενος παρέδωσε το όπλο στον Φύτο Πάτσαλο ούτε επίσης ότι ο κατηγορούμενος υπόγραψε έγγραφο μεταβίβασης του όπλου, όπως ήταν η θέση του κατηγορούμενου κατά την αντεξέταση του. (στ) Τέλος, δεν υποβλήθηκε στον ΜΚ1 ούτε οτιδήποτε περί παρουσίας οιουδήποτε άλλου προσώπου ή του ΜΥ1 μαζί με τον κατηγορούμενο σε κάποιες πληρωμές που έγιναν και συγκεκριμένα δύο στον αριθμό. Στην υπόθεση Tekinder Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551, αναφέρθηκαν τα εξής: « Είναι γνωστή η νομική θεώρηση του θέματος. Η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Ο κανόνας δεν διαφοροποιείται μεταξύ αστικών και ποινικών υποθέσεων. Η κλασσική τοποθέτηση επί του θέματος αφορούσε το αστικό δίκαιο. Έτσι στην Adidas Sportshunfabriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 CLR 383, λέχθηκε ακριβώς ότι στο επίκεντρο του αντιπαραθετικού συστήματος δικαιοσύνης, πρέπει να τίθεται η θέση της υπεράσπισης στους μάρτυρες του ενάγοντος, το δε Δικαστήριο στην απουσία ικανής δικαιολογίας ως προς το λόγο της παράλειψης, δικαιούται να αγνοήσει την μονομερώς τεθείσα εκδοχή που προέρχεται από τον ένα και μόνο των διαδίκων. Το πώς θα ενεργήσει το Δικαστήριο εξαρτάται βεβαίως και από το ουσιώδες ή μη του παραλειφθέντος ισχυρισμού. Σχετική είναι και η υπόθεση Βάσος Τάκη ν. Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ
  1. Σημαντική στο θέμα ήταν η προβληθείσα υπεράσπιση περί κακοποίησης του εφεσείοντα. Η θέση αυτή προβλήθηκε όμως για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του εφεσείοντα στις 18.9.09, ενώ κατά τη συνέχιση της κυρίως εξέτασης του Δαμιανού Χατζηχριστοφή, Μ.Κ.5, στις 27.3.2009, μετά το πέρας της διαδικασίας της δίκης εντός δίκης, η ανακριτική κατάθεση του εφεσείοντα κατατέθηκε ως Τεκμ. 6, χωρίς καμία ένσταση, στη δε συνοπτική αντεξέταση του, ουδέν τέθηκε από την υπεράσπιση. Ορθά επομένως το Κακουργιοδικείο αναφέρθηκε στο σημείο αυτό ως πλήττον την αξιοπιστία της γενικότερης εκδοχής των εφεσειόντων. ...» Εφαρμόζοντας συνεπώς την πιο πάνω αρχή και στην δική μας περίπτωση κρίνω ακριβώς ότι η εκ των υστέρων προβολή των πιο πάνω ουσιωδών ισχυρισμών δεν είναι αποδεκτή. Συνεπώς η σχετική μαρτυρία που αφορά τα πιο πάνω σημεία ούτως ή άλλως δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή, ενώ περαιτέρω κρίνω ότι η αξιοπιστία της γενικότερης εκδοχής του μάρτυρα και της Υπεράσπισης έχουν πληγεί ανεπανόρθωτα ακριβώς με την μη προβολή εξ' αρχής καθαρών θέσεων ενώπιον του Δικαστηρίου. Β. Επιπλέον όμως το Δικαστήριο κρίνει ότι η αξιοπιστία της όλης εκδοχής του κατηγορούμενου αλλά και της Υπεράσπισης γενικότερα έχει πληγεί και εκ των πιο κάτω αναφερόμενων αντιφάσεων, μη καθαρών θέσεων αλλά και γενικών και αόριστων ισχυρισμών του κατηγορούμενου και της Υπεράσπισης. (α) Κατά την αντεξέταση του ΜΚ1 υποβλήθηκε η θέση ότι ο κατηγορούμενος τον έχει εξοφλήσει δια της καταβολής μηνιαίων δόσεων εκ €300.- εκάστη, ενώ ο κατηγορούμενος στην μαρτυρία του ανέφερε ότι πλήρωνε €400.- μηνιαίως. Εν πάση περιπτώσει δεν ανέφερε οτιδήποτε συγκεκριμένο επί του θέματος αυτού και δεν έδωσε οιεσδήποτε λεπτομέρειες, παρά μόνον ανέφερε γενικά και αόριστα ότι με μηνιαίες δόσεις έχει πληρώσει τον παραπονούμενο το
  2. Ακόμη αναφέρω, δεν έδωσε καμία απολύτως εξήγηση στο Δικαστήριο γιατί ενώ πλήρωνε όπως ισχυρίζεται δεν έχει ζητήσει και δεν έχει λάβει έστω μία απόδειξη για κάποια από τις δόσεις που έχει πληρώσει. (β) Γενική και αόριστη όμως είναι και η θέση του περί παράδοσης ενός όπλου στον παραπονούμενο έναντι ποσού €200.-. Το όπλο κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι παραλήφθηκε από τον Φύτο Πάτσαλο, ενώ σε άλλο σημείο της ανέφερε ότι ήταν παρών και ο παραπονούμενος, επιλέγοντας στη συνέχεια να πει ότι δεν παίζει ρόλο αν ήταν ο ένας ή ο άλλος ή και οι δύο. Ο τρόπος που απάντησε ο μάρτυρας και η απάντηση του σαφώς και δεν μπορούν να πείσουν το Δικαστήριο. Επίσης όμως γενική και αόριστη κρίνω είναι και η θέση του περί μεταβίβασης του όπλου και της υπογραφής εγγράφου μεταβίβασης, αφού μέχρι τέλους δεν έχει διευκρινίσει σε ποιον τελικά παράδωσε και μεταβίβασε το όπλο. (γ) Στην ουσία η θέση της Υπεράσπισης κατά την αντεξέταση του ΜΚ1 ήταν ότι ο παραπονούμενος δάνεισε στον κατηγορούμενο €2.000.- και ο τελευταίος του πλήρωσε μέχρι σήμερα €2.800.- με αποτέλεσμα να τον εξοφλήσει. Δεν ετέθη σημειώνω στον ΜΚ1 οποιαδήποτε βάση για το επιπλέον ποσό, τι ακριβώς συμφωνήθηκε και τι όροι ετέθησαν, σε σημείο που κρίνω η όλη θέση της Υπεράσπισης να μην έχει συνοχή και λογική. Ήρθε βέβαια εκ των υστέρων σημειώνεται ο κατηγορούμενος να καλύψει το κενό αυτό με την μαρτυρία του πλην όμως εδώ αναφέρω ακριβώς ισχύουν όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω αναφορικά με την προβολή εξ αρχής ουσιωδών ισχυρισμών και καθαρών θέσεων από την Υπεράσπιση. (δ) Πέραν όμως των όσων αναφέρθησαν ανωτέρω, το Δικαστήριο εδώ αναφέρει ότι η γενικότερη συμπεριφορά του κατηγορούμενου μόνον ερωτηματικά και αμφιβολίες μπορούν να προκαλέσουν. Ανέφερε ότι εξόφλησε στην ουσία την επιταγή αλλά ο παραπονούμενος επέμενε να του ζητά χρήματα. Δεν πήγε όμως ποτέ στην Αστυνομία να καταγγείλει την υπόθεση ή έστω σε κάποιον δικηγόρο για να τον συμβουλέψει τι πρέπει να κάνει. Επιπλέον ζήτησε όπως ανέφερε την επιταγή από τον παραπονούμενο ο οποίος του ανέφερε ότι την έχασε. Και πάλιν όμως δεν προέβη σε οποιαδήποτε καταγγελία αλλά ούτε προέβη σε διαβήματα για να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής. Λογικά εφόσον ο παραπονούμενος του ανέφερε ότι έχασε την επιταγή και η επιταγή ήταν εξοφλημένη θα έπρεπε αμέσως να αποταθεί στην τράπεζα του και να προβεί σε ενέργειες για να σταματήσει την πληρωμή της. Ή τουλάχιστον σημειώνω θα έπρεπε να σταματήσει την πληρωμή της όταν ο παραπονούμενος τον Δεκέμβριο του 2012 του ανέφερε ότι αν δεν του πληρώσει επιπρόσθετο ποσό θα τον πήγαινε στο Δικαστήριο για την επιταγή. Όλα αυτά κατά την κρίση μου αποτελούν στοιχεία που σε συνάρτηση με όσα έχουν αναφερθεί πιο πάνω οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η μαρτυρία του κατηγορούμενου δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να γίνει αποδεκτή. (ε) Τέλος, αντιφάσεις σημειώνω προκύπτουν και μεταξύ της μαρτυρίας του κατηγορούμενου και του ΜΥ1, οι οποίες βέβαια ολοκληρώνουν την εικόνα που έχει αποκομίσει το Δικαστήριο περί αναξιόπιστης Υπεράσπισης. Συγκεκριμένα, ο κατηγορούμενος στην ουσία ανέφερε ότι ο ΜΥ1 ήταν το πρόσωπο που τον έφερε σε επαφή με τον παραπονούμενο προς το σκοπό δανεισμού του και σε κάποια στιγμή μεσολάβησε όπως ανέφερε για να κλείσει η παρούσα υπόθεση, ενώ όπως προκύπτει από την μαρτυρία του ΜΥ1 πιο κάτω ο τελευταίος επικαλέστηκε ένα πιο ενεργό ρόλο στην υπόθεση. Ουδέποτε ο κατηγορούμενος ανέφερε ότι ο ΜΥ1 έπραξε οτιδήποτε εν σχέση με την παρούσα υπόθεση πέραν σημειώνω των όσων έχουν αναφερθεί πιο πάνω και του ότι αν δεν κάνει λάθος όπως είπε ήταν μαζί του σε δύο πληρωμές που έγιναν, ισχυρισμός που και πάλιν ως γενικός και αόριστος δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτός. Κώστας Βαρσανίδης - ΜΥ1 Η μαρτυρία του δεν γίνεται αποδεκτή για τους λόγους που εξηγούνται πιο κάτω. Α. Κατ' αρχήν η μαρτυρία του θα πρέπει να απορριφθεί επειδή οι ουσιαστικότατες θέσεις του ακούστηκαν για πρώτη φορά κατά την κυρίως εξέταση ή την αντεξέταση του, χωρίς να έχουν προηγουμένως υποβληθεί στον ΜΚ1, στον παραπονούμενο δηλαδή, προκειμένου να του δοθεί η ευκαιρία να απαντήσει. Η πλευρά της Υπεράσπισης είχε υποχρέωση να θέσει τα ουσιώδη θέματα στον ΜΚ1 για να δώσει τις απαντήσεις του και να μπορέσει το Δικαστήριο να αξιολογήσει τις εκατέρωθεν θέσεις και να καταλήξει στην αλήθεια. Πιο συγκεκριμένα: (α) Γενικότερα δεν υποβλήθηκε ποτέ στον ΜΚ1 ότι είχε οποιαδήποτε επικοινωνία ή επαφή με τον ΜΥ1 αναφορικά με οποιοδήποτε θέμα που αφορά την παρούσα υπόθεση. Ουδέποτε του υποβλήθηκε ότι σε οποιοδήποτε χρόνο ήρθε σε επαφή με τον ΜΥ1 ή ότι ο ΜΥ1 του έδωσε λεφτά εκ μέρους του κατηγορούμενου ή ότι ήταν παρών σε οποιαδήποτε εκ των ισχυριζόμενων πληρωμών που έκανε ο κατηγορούμενος. (β) Ειδικότερα όμως δεν υποβλήθηκε στον ΜΚ1 ποτέ η θέση ότι 6-7 μήνες περίπου μετά που έδωσε τα λεφτά στον κατηγορούμενο επικοινώνησε με τον ΜΥ1 και του ζήτησε να μιλήσει με τον κατηγορούμενο για να του δώσει ακόμη κάτι όπως αναφέρθηκε και τελικά ο κατηγορούμενος του έδωσε €200.- μέσω του ιδίου. (γ) Επίσης σε κανένα σημείο της αντεξέτασης δεν υποβλήθηκε στον ΜΚ1 η θέση ότι 3-4 μήνες μετά την πληρωμή του ποσού των €200.- πιο πάνω, επικοινώνησε ξανά με τον μάρτυρα προκειμένου ο τελευταίος να μεσολαβήσει για να του πληρώσει ο κατηγορούμενος ακόμη κάτι και ότι είναι μέσα στα πλαίσια αυτά που τους έφερε σε επαφή και κατέληξαν να δώσει το όπλο ο κατηγορούμενος στον ΜΚ1 έναντι ποσού €200 για πλήρη εξόφληση. Δεν ετέθη ακόμη ποτέ στον ΜΚ1 ότι ο ΜΥ1 ήταν παρών στην συνάντηση που έγινε και συμφωνήθηκε η παράδοση του όπλου. (δ) Τέλος, στον ΜΚ1 δεν ετέθη ποτέ οτιδήποτε για συνομιλία του μάρτυρα μαζί του και παραδοχής του ότι πράγματι του πληρώθηκε ποσό €2.400.-, αλλά ούτε και ότι ο ΜΚ1 θα επέστρεφε την επιταγή στον ίδιο με την πληρωμή των €200.- κάτι που όμως δεν έγινε. Συνεπώς επαναλαμβάνοντας και στην περίπτωση του ΜΥ1 την αρχή που προκύπτει από την υπόθεση Tekinder Pal v. Δημοκρατίας ανωτέρω, κρίνω ακριβώς ότι η εκ των υστέρων προβολή των πιο πάνω ουσιωδών ισχυρισμών δεν είναι αποδεκτή. Συνεπώς η σχετική μαρτυρία που αφορά τα πιο πάνω σημεία, που στην ουσία σημειώνεται αφορά το σύνολο της μαρτυρίας του μάρτυρα, δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή, ενώ περαιτέρω κρίνω ότι η αξιοπιστία της γενικότερης εκδοχής του μάρτυρα και της Υπεράσπισης έχουν πληγεί ανεπανόρθωτα ακριβώς με την μη προβολή εξ' αρχής καθαρών θέσεων ενώπιον του Δικαστηρίου. Β. Περαιτέρω όμως θα πρόσθετα εδώ ότι η μαρτυρία του μάρτυρα δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή αφού έρχεται σε πλήρη αντίφαση με την μαρτυρία του ίδιου του κατηγορούμενου. Ή διαφορετικά θα έλεγα ότι η μαρτυρία του δεν παρουσιάζει καμία συνοχή με αυτήν του κατηγορούμενου. Υπενθυμίζεται αναφέρω εδώ ότι όταν ο κατηγορούμενος ερωτήθηκε από τον δικηγόρο του στο τέλος της κυρίως εξέτασης του «Θέλεις να μας πεις κάτι για τον Βαρσανίδη, τι έκανε;», απάντησε ότι είναι ο άνθρωπος που όταν έψαχνε λεφτά τον σύστησε στον ΜΚ1, ενώ αμέσως προηγουμένως είχε αναφέρει ότι το πρόσωπο αυτό μεσολάβησε για να βρουν λύση να κλείσει η υπόθεση. Ο ίδιος δηλαδή ο κατηγορούμενος εν πλήρη διαστάσει με ότι ανέφερε ο ΜΥ1 ανέφερε στην μαρτυρία του ότι ο ΜΥ1 απλά τον σύστησε στον ΜΚ1 και ότι σε κάποια στιγμή μεσολάβησε για να βρουν λύση και να κλείσει η παρούσα υπόθεση. Ουδέν άλλο έπραξε σύμφωνα με τον κατηγορούμενο ο ΜΥ
  3. Συνεπώς με βάση αυτά σημειώνεται η γενικότερη εκδοχή της Υπεράσπισης έχει πληγεί και δεν μπορεί παρά να κριθεί αναξιόπιστη. Εν πάση περιπτώσει και ανεξάρτητα των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω, θα πρόσθετα καταλήγοντας επί του θέματος της αξιολόγησης του ΜΥ1 ότι η μαρτυρία του σε κάθε περίπτωση δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτή αφού δόθηκε προς υποστήριξη και επιβεβαίωση της εκδοχής του κατηγορούμενου, την οποία όμως το Δικαστήριο έχει ήδη απορρίψει ως αναξιόπιστη στην ολότητα της. ΕΥΡΗΜΑΤΑ Έχοντας υπόψη την αξιολόγηση πιο πάνω αλλά και τα παραδεκτά γεγονότα που έχουν γίνει μεταξύ των δύο πλευρών καταλήγω στα ακόλουθα ευρήματα: Ο παραπονούμενος περί τις αρχές Νοεμβρίου του 2012 δάνεισε στον κατηγορούμενο ποσό €6.000.- και ο τελευταίος εξέδωσε και παρέδωσε προς τον παραπονούμενο την επίδικη επιταγή, τεκμήριο
  4. Ο παραπονούμενος συμπλήρωσε στην επιταγή το όνομα του και την ημερομηνία πληρωμής. Η επιταγή κατατέθηκε από τον παραπονούμενο για πληρωμή στην τράπεζα επί της οποίας εξεδόθη δηλαδή στην SOCIETE GENERALE BANK-CYPRUS αλλά δεν εξαργυρώθηκε και επιστράφηκε στις 18 Δεκεμβρίου του 2012 με τη σχετική σφραγίδα που εμφαίνεται στο μέσο περίπου του σώματος της επιταγής με τη σημείωση "Αποταθείτε στον εκδότη ή να παρουσιαστεί ξανά - ανεπαρκή υπόλοιπα". Η επιταγή μετά την επιστροφή της δεν έχει πληρωθεί και παραμένει απλήρωτη μέχρι σήμερα. ΑΠΟΔΕΙΞΗ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑΣ Ως έχει προαναφερθεί ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει μία κατηγορία για την έκδοση επιταγής άνευ αντικρίσματος κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Το άρθρο 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: « Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές. ». Από το λεκτικό του άρθρου 305Α
(1)πιο πάνω συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
(1)Η έκδοση επιταγής
(2)Η παρουσίαση της επιταγής στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε
(3)Η παρουσίαση της να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα
(4)Η μη εξόφληση της επιταγής η οποία να οφείλεται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της
(5)Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της. Εξετάζοντας τώρα αν η κατηγορούσα αρχή έχει πετύχει να αποδείξει το αδίκημα που ο κατηγορούμενος αντιμετωπίζει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, το Δικαστήριο με βάση όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω και τα ευρήματα του, κρίνει ότι η κατηγορούσα αρχή έχει χωρίς αμφιβολία αποδείξει την κατηγορία. Το Δικαστήριο θα ήθελε μόνον να αναφέρει εδώ ότι το γεγονός της μη ύπαρξης διαθεσίμων κεφαλαίων στον λογαριασμό του κατηγορούμενου δεν απαιτείτο να αποδειχθεί με μαρτυρία της τράπεζας αφού ο λόγος που επιστράφηκε η επιταγή με βάση τη σχετική σφραγίδα αποτέλεσε όπως εμφαίνεται και πιο πάνω παραδεκτό γεγονός. Εν πάση περιπτώσει δεν υπήρξε καμία αμφισβήτηση από πλευράς υπεράσπισης της σφραγίδας και της σημείωσης της τράπεζας επί της επιταγής με αποτέλεσμα το μαχητό τεκμήριο που προκύπτει με βάση την πρώτη υποπαράγραφο του άρθρου 305Α
(3)του Κεφ.154 να μην έχει καταρριφθεί. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση τα πιο πάνω κρίνω ότι η κατηγορούσα αρχή απέδειξε πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την κατηγορία που αντιμετωπίζει ο κατηγορούμενος. Ως εκ τούτου ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. Τα έξοδα της διαδικασίας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της κατηγορούσας αρχής και εναντίον του κατηγορούμενου. (Υπ.) ................ Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.