← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ζήνωνας Αχιλλίδης κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 32547/14, 17/12/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. Ζήνωνας Αχιλλίδης κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 32547/14, 17/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:B67 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ε. Δημητρίου-Παναγή, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 32547/14 ΑΙΤΗΣΗ ΠΑΡΑΠΟΜΠΗΣ ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ των

  1. Ζήνωνας Αχιλλίδης
  2. Γιώργος Χ"Γεωργίου Ημερομηνία: 17 Δεκεμβρίου, 2014 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα Γ. Ιωαννίδου Για τον Κατηγορούμενο 1: κ. Γ. Παπαιωάννου Για τον Κατηγορούμενο 2: κ. Μ. Πικής Κατηγορούμενοι 1 και 2: παρόντες ΑΠΟΦΑΣΗ (ΠΑΡΑΠΟΜΠΗ ΣΤΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ) Οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν συνολικά 22 κατηγορίες οι οποίες αφορούν:
  3. Συνομωσία προς διάπραξη κακουργήματος κατά παράβαση των άρθρων 297, 298, 331, 333, 335, 339, 371 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 και άρθρο 2, 3, 4

(1)(iii)
(2)και 5
(1)του Περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 188
(1)/2007, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 58
(1)/
  1. (Κατηγορίες 1, 3, 5, 7, 9, 11, 13, 15, 17, 19).
  2. Πλαστογραφία κατά παράβαση των άρθρων 331, 333 (α), 335 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (Κατηγορία 2, 6, 10).
  3. Κυκλοφορία πλαστού εγγράφου κατά παράβαση των άρθρων 20, 335, 339 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (Κατηγορία 4, 8, 12).
  4. Απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις κατά παράβαση των άρθρων 297, 298 και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, όπως τροποποιήθηκε (Κατηγορία 14, 16, 18).
  5. Αδικήματα συγκάλυψης κατά παράβαση των άρθρων 2, 3, 4
(1)(iii)
(2)και 5
(1)του Περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου 188
(1)/2007, όπως τροποποιήθηκε από το Νόμο 58
(1)/2010 και άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (Κατηγορία 20). Περαιτέρω ο κατηγορούμενος 1 αντιμετωπίζει επιπλέον τις ακόλουθες κατηγορίες:
  1. Δεκασμός δημοσίου λειτουργού κατά παράβαση του άρθρου 100 (α) του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (Κατηγορία 21).
  2. Κατάχρηση εξουσίας κατά παράβαση των άρθρων 105 και 35 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (Κατηγορία 22). Οι κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν σε απευθείας δίκη στο Κακουργιοδικείο, το οποίο θα συνέλθει σε συνεδρία στη Λεμεσό στις 30/01/2015 και ώρα 9:00π.μ. Μετά την εξέλιξη αυτή, η Κατηγορούσα Αρχή υπέβαλε αίτημα όπως το Δικαστήριο διατάξει την κράτηση των κατηγορουμένων μέχρι την έναρξη της δίκης τους στο Κακουργιοδικείο. Το αίτημα αυτό προσέκρουσε στην ένσταση των συνηγόρων των κατηγορουμένων. Προς υποστήριξη του αιτήματός της η Κατηγορούσα Αρχή επικαλέσθηκε:
  3. την πιθανότητα / κίνδυνο μη προσέλευσης των κατηγορουμένων στη δίκη, όπως αυτή προκύπτει από : (α) τη σοβαρότητα των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι (β) την πιθανότητα καταδίκης τους, με βάση την υπάρχουσα μαρτυρία (γ) το ύψος των ποινών που προβλέπονται από τον Νόμο σε περίπτωση καταδίκης (δ) την πιθανότητα φυγοδικίας των κατηγορουμένων.
  4. Την πιθανότητα / κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων από τους κατηγορούμενους σε περίπτωση που αυτοί αφεθούν ελεύθεροι. Η κατηγορούσα αρχή στήριξε την πιθανότητα επηρεασμού μαρτύρων στη θέση ότι μέσα από το μαρτυρικό υλικό που έχει κατατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, ως Τεκμήριο Α, η σύζυγος του κατηγορούμενου 1, υπάλληλος του ΤΕΠΑΚ υπό διαθεσιμότητα, είναι και η ίδια υπάλληλος στο εν λόγω πανεπιστήμιο, γεγονός που μπορεί να βοηθήσει στον επηρεασμό μαρτύρων οι οποίοι εργάζονται στο ΤΕΠΑΚ. Περαιτέρω, η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής βασίζει τη θέση της στο γεγονός ότι από τη στιγμή που οι κατηγορούμενοι 1 και 2 κατηγορούνται για συνομωσία προς διάπραξης αδικήματος, ενδεχομένως με τη βοήθεια της συζύγου του 1ου Κατηγορούμενου, να προσπαθήσουν να επηρεάσουν τους μάρτυρες. Περαιτέρω η δικηγόρος της Κατηγορούσας Αρχής αναφέρθηκε στην ισχύουσα Νομολογία και στους παράγοντες που πρέπει να εξετάσει το Δικαστήριο, κάνοντας ιδιαίτερη αναφορά σε νομολογία η οποία αναλύει το ζήτημα του κινδύνου επηρεασμού μαρτύρων. Ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης του κατηγορουμένου 1, στη δική του αγόρευση υποστηρίζοντας την ένσταση του κατηγορουμένου 1, υποστήριξε τους λόγους για τους οποίους, κατά την άποψή του, ο κατηγορούμενος 1 θα πρέπει να αφεθεί ελεύθερος, με περιοριστικούς όρους, μέχρι την ημερομηνία της δίκης του, οι οποίοι συνοπτικά έχουν ως ακολούθως: - Η απόλυση με εγγύηση του κατηγορουμένου αποτελεί την πρώτη επιλογή του Δικαστηρίου. - Η σοβαρότητα των αδικημάτων δεν θα πρέπει να απομονώνεται, αλλά θα πρέπει να κρίνεται σε συνδυασμό με τις άλλες προϋποθέσεις που έχουν καθιερωθεί νομολογιακά. Αυτή του τη θέση, ο συνήγορος του κατηγορούμενου, τη συνδυάζει με τον ισχυρισμό ότι, στην αγόρευσή της η συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής, δεν αναφέρθηκε καθόλου στις προσωπικές συνθήκες των κατηγορουμένων 1 και 2 και τους δεσμούς τους με την Κυπριακή Δημοκρατία, παραπέμποντας ταυτόχρονα και σε σχετική επί του ζητήματος νομολογία. - Δεν υπάρχει πιθανότητα / κίνδυνος ο κατηγορούμενος να φυγοδικήσει. Αναφέρθηκε στις προσωπικές συνθήκες του κατηγορουμένου1 και ότι αυτός είναι λευκού ποινικού μητρώου, έγγαμος, πατέρας ενός ανήλικου τέκνου 20 μηνών σήμερα, ενώ η σύζυγός του είναι έγκυος στον τρίτο μήνα κύησης. Περαιτέρω, ανέφερε ότι, και κατέθεσε προς τούτου σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά, η σύζυγος αντιμετωπίζει προβλήματα στην εγκυμοσύνη της τα οποία συνιστούν, ως χαρακτηρίζονται από τον ιατρό της, απειλούμενη αποβολή. Έχει παντελή έλλειψη οποιονδήποτε δεσμών με το εξωτερικό, όλη του η οικογένεια, γονείς, πεθερικά, και αδέλφια είναι στην Κύπρο και τα μοναδικά περιουσιακά του στοιχεία βρίσκονται στην Κύπρο και τα οποία αποτελούνται από μία οικία, την οποία ανέγειρε με τη σύζυγό του, με δάνειο. Είναι εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορούμενου 1 ότι με αυτές τις προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις είναι αδύνατο ο κατηγορούμενος 1 να διαφύγει στο εξωτερικό. - Ήταν η θέση του συνηγόρου του κατηγορούμενου 1, ότι οι συνθήκες σύλληψής του δεν δημιουργούν την υποψία ότι αυτός ενδέχεται να διαφύγει στο εξωτερικό για να αποφύγει τη δίκη του, καθότι μετά την έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον του, στις 05/12/2014, ενημερώθηκε τηλεφωνικώς περί τούτου από τον υπεύθυνο του ΤΑΕ Λεμεσού, κ. Σωτηριάδη, και μόνος του μετέβηκε στο Αστυνομικό Τμήμα όπου και συνελήφθηκε. - Δεν υπάρχει πιθανότητα / κίνδυνος ο κατηγορούμενος να επηρεάσει μάρτυρες. Προς υποστήριξη της θέσης του αυτής, έθεσε τον ισχυρισμό ότι με το αίτημα για κράτηση επιδιώκεται η τιμωρία του κατηγορούμενου 1 επειδή η σύζυγός του έτυχε να είναι υπάλληλος στο ΤΕΠΑΚ. Περαιτέρω, αναφέρθηκε στο χρονικό διάστημα της κράτησής του, με βάση διατάγματα προσωποκράτησης από τις 05/12/2014 που συνελήφθηκε, μέχρι και σήμερα, σε συνδυασμό με το ότι μέχρι και σήμερα η Αστυνομία δεν ζήτησε να λάβει κατάθεση από τη σύζυγό του. Έθεσε στο παρόν στάδιο ότι, με βάση τη νομολογία, θα πρέπει να υπάρχουν γεγονότα που να δημιουργούν εύλογο κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων και όχι μία γενική απλώς αναφορά. Προς υποστήριξη των ανωτέρω θέσεών του ο συνήγορος Υπεράσπισης του κατηγορούμενου 1 αναφέρθηκε σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου και σε διάφορα νομικά συγγράμματα, στα οποία παρέπεμψε το Δικαστήριο και τα οποία, κατά την άποψή του, θεμελιώνουν την ορθότητα των εισηγήσεών του. Ολοκληρώνοντας την αγόρευσή του εισηγήθηκε την απόλυση του κατηγορουμένου 1 με περιοριστικούς όρους, τους οποίους και εισηγήθηκε. Τέλος, εισηγήθηκε ότι η προσωπική ελευθερία του κατηγορούμενου 1 θα πρέπει να εξεταστεί στα πλαίσια της νομολογίας που έθεσε στην αγόρευσή του και σε συνδυασμό των υποκειμενικών και αντικειμενικών δεδομένων, να απολύσει τον κατηγορούμενο 1 με τους κάτωθι περιοριστικούς όρους:
  5. Με την υπογραφή εγγύησης με αξιόχρεο εγγυητή της κρίσης του Πρωτοκολλητή, ύψους €150.000,
  6. Να παραδώσει στην Αστυνομία το διαβατήριο, την ταυτότητά του και οποιαδήποτε ταξιδιωτικά έγγραφα κατέχει.
  7. Το όνομά του να αναγραφεί στον κατάλογο των προσώπων των οποίων η έξοδος από το έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας απαγορεύεται.
  8. Ο κατηγορούμενος να παρουσιάζεται σε Αστυνομικό Σταθμό όποτε κρίνει το Δικαστήριο απαραίτητο. Ο ευπαίδευτος συνήγορος Υπεράσπισης του κατηγορουμένου 2, στη δική του αγόρευση υποστηρίζοντας την ένσταση του κατηγορουμένου 2, υποστήριξε τους λόγους για τους οποίους, κατά την άποψή του, ο κατηγορούμενος 2 θα πρέπει να αφεθεί ελεύθερος, με περιοριστικούς όρους, μέχρι την ημερομηνία της δίκης του, οι οποίοι συνοπτικά έχουν ως ακολούθως: - Αναφορικά με τη σοβαρότητα των αδικημάτων, η θέση του συνηγόρου του κατηγορούμενου 2 είναι ότι, από τη μια πρόκειται όντως περί σοβαρών αδικημάτων, εφόσον πρόκειται για αδικήματα που θα δικαστούν ενώπιον Κακουργιοδικείου, από την άλλη όμως και με βάση τις προβλεπόμενες από το Νόμο ποινές, δεν πρόκειται για τα σοβαρότερα αδικήματα του Ποινικού Κώδικα. Με αναφορά του σε κάποιες από τις κατηγορίες και στις λεπτομέρειες αυτών, σε συνδυασμό και με το μαρτυρικό υλικό, εισηγήθηκε ότι τίθεται ζήτημα ανεδαφικών κατηγοριών, χωρίς από την άλλη βέβαια να αρνείται ότι υπάρχουν καταθέσεις στο Τεκμήριο Α που να αναφέρονται στα επίδικα αδικήματα και στον κατηγορούμενο
  9. Εισηγήθηκε ότι, υπό τις περιστάσεις, η σοβαρότητα των αδικημάτων είναι τέτοια που μπορεί να οδηγήσει στην εξασφάλιση της παρουσίας του κατηγορούμενου 2 στη δίκη του με ικανοποιητικούς όρους εγγύησης. - Εισήγηση του συνηγόρου του κατηγορούμενου 2 αποτέλεσε και το γεγονός ότι η πρώτη επιλογή του Δικαστηρίου πρέπει να είναι η απόλυση του κατηγορούμενου με όρους, επιλογή που πηγάζει από το τεκμήριο της αθωότητας, το οποίο προνοείται, τόσο από το Σύνταγμά μας, όσο και από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Σύμφωνα με τον ίδιο, οι προσωπικές συνθήκες του κατηγορούμενου 2 και κυρίως το λευκό ποινικό μητρώο αυτού, σε συνδυασμό με το ότι οι ποινές που προβλέπονται δεν είναι οι πλέον αυστηρές του Ποινικού Κώδικα, καθιστούν την προσέλευσή του εξασφαλίσιμη εάν τεθούν τέτοιοι ικανοποιητικοί όροι εγγύησης. - Όσον αφορά τις προσωπικές περιστάσεις του κατηγορούμενου 2, ο ευπαίδευτος συνήγορός του αναφέρθηκε στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι άγαμος και άτεκνος. Είναι επιχειρηματίας-πολιτικός μηχανικός, με εργασίες στην κατασκευαστική οικοδομική και ναυτιλιακή βιομηχανία και εργοδοτεί πέραν των εκατόν υπαλλήλων. Ο κύκλος εργασιών του, με τις διάφορες εταιρείες που διατηρεί και στις οποίες έχει τη θέση του εκτελεστικού διευθυντή, είναι πέραν των €10.000.000,00 ετησίως. Είναι αυτοδημιούργητος επιχειρηματίας, με πολύ μεγάλες επιχειρηματικές δραστηριότητες. Η εισήγηση του συνηγόρου του Κατηγορούμενου 2 είναι ότι αυτές οι προσωπικές περιστάσεις και οι δεσμοί του με την Κύπρο είναι τέτοιοι που εκμηδενίζουν τον οποιοδήποτε κίνδυνο διαφυγής του. Η δε φυγή του από την Κύπρο θα είναι οικονομικά καταστροφική, τόσο για τον ίδιο, όσο και για τις επιχειρήσεις του, καθότι θα υποστεί ζημιά εκατομμυρίων. Εισηγήθηκε περαιτέρω ότι η κράτησή του, αφού συνυπολογιστούν όλοι οι πιο πάνω παράγοντες, είναι ένα υπέρμετρα επαχθές μέτρο. - Όσον αφορά τον κίνδυνο διαφυγής του, αναφέρθηκε στο γεγονός, το οποίο έγινε και δεκτό από τον εξεταστή, κατά την εξέταση του πρώτου αιτήματος προσωποκράτησης, ότι ο κατηγορούμενος 2 στις 04/12/2014 έφυγε στο εξωτερικό σε προγραμματισμένο, από τις 14/10/2014, ταξίδι και αφού ενημερώθηκε τηλεφωνικώς από τον υπεύθυνο του ΤΑΕ Λεμεσού, αλλά και από τον δικηγόρο του, για την έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον του, ενημέρωσε το χρόνο και τόπο επιστροφής του στην Κύπρο, με αποτέλεσμα να συλληφθεί στο αεροδρόμιο Πάφου. Σύμφωνα με τον συνήγορό του, η στάση του αυτή δείχνει τη γνήσια πρόθεσή του να παρουσιαστεί στη δίκη του, στις 30/01/
  10. Στο σημείο αυτό, ο συνήγορός του παρέπεμψε το Δικαστήριο και στην απόφαση Αργύρης Παρασκευά v. Αστυνομίας Π.Ε.138/2008,
(2008)2 Α.Α.Δ. 607, της οποίας τα γεγονότα ομοιάζουν καθότι και εκεί ο κατηγορούμενος αφέθηκε ελεύθερος με όρους μέχρι τη δίκη του, ενώ προηγουμένως ήρθε στην Κύπρο όταν ενημερώθηκε ότι εξετάζεται υπόθεση εναντίον του. - Σύμφωνα με το συνήγορό του, οι δεσμοί του με την Κύπρο είναι τόσο μεγάλοι, που από τη μια εκμηδενίζουν τον κίνδυνο διαφυγής, από την άλλη όμως μπορούν και προτείνονται από τον ίδιο τέτοιοι περιοριστικοί όροι, που εξαλείφουν τον οποιονδήποτε κίνδυνο. Συγκεκριμένα ο συνήγορος του κατηγορούμενου 2 προτείνει τους ακόλουθους όρους:
  1. Με την καταβολή του ποσού των €50.000- σε μετρητά.
  2. Να παραδώσει στην Αστυνομία το διαβατήριο, την ταυτότητά του και οποιαδήποτε ταξιδιωτικά έγγραφα κατέχει.
  3. Το όνομά του να αναγραφεί στον κατάλογο των προσώπων των οποίων η έξοδος από το έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας απαγορεύεται.
  4. Ο κατηγορούμενος να παρουσιάζεται σε Αστυνομικό Σταθμό όποτε κρίνει το Δικαστήριο απαραίτητο, ακόμα και σε καθημερινή βάση. - Αναφορικά με τον κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 2 αναφέρθηκε στην πλούσια νομολογία επί του ζητήματος, σύμφωνα με την οποία θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο οι φόβοι της Αστυνομίας είναι εύλογοι και ότι μία γενική δήλωση περί φόβου δεν είναι αρκετή. Εισηγήθηκε ότι το αίτημα της Αστυνομίας με βάση τον κίνδυνο επηρεασμού μαρτύρων είναι μία γενική δήλωση, χωρίς οποιοδήποτε ίχνος μαρτυρίας που να δημιουργεί έστω και πιθανολόγηση αυτού του κινδύνου. Ανέφερε στο σημείο αυτό την απόφαση Χαμπή Αντώνης Φανιέρος και άλλος ν. Αστυνομίας, Π.Ε.171/2011,
(2011)
(2)Α.Α.Δ. 472, την οποία διέκρινε από τα γεγονότα της παρούσης, καθότι εκεί υπήρχαν έντονες μαρτυρίες για επηρεασμό μαρτύρων με απειλές, αναιρέσεις καταθέσεων και προσπάθεια χρηματισμού μαρτύρων και διερωτήθηκε με ποιο νομιμοποιητικό έρεισμα ζητείται η κράτηση στην παρούσα υπόθεση. Τα όσα ανέφερε ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου 2, τα συνδύασε με αναφορά σε νομολογία, τόσο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όσο και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (ΕΔΑΔ), αλλά και σε νομικά συγγράμματα. Για την έκδοση της παρούσας απόφασης έχω λάβει υπόψη τα όσα εισηγήθηκαν από αμφότερες τις πλευρές και έχω μελετήσει επισταμένως τη σχετική Νομολογία, στην οποία αναφέρθησαν αμφότεροι οι συνήγοροι, τόσο των κατηγορουμένων, όσο και της Κατηγορούσας Αρχής. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - Εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση Η εξουσία του Δικαστηρίου όσον το αφορά αίτημα κράτησης των κατηγορουμένων μέχρι την ημερομηνία της δίκης τους ενώπιον του Κακουργιοδικείου, στο οποίο έχουν ήδη παραπεμφθεί σε προηγούμενο στάδιο της διαδικασίας αυτής, εδράζεται στα άρθρα 48 και 157
(1)της Ποινικής Δικονομίας Κεφ. 155. Το Δικαστήριο, εξετάζοντας ένα αίτημα κράτησης κατηγορουμένου μέχρι τη δίκη του, πρέπει να καθοδηγείται από την αρχή ότι κάθε κατηγορούμενος είναι αθώος, εκτός αν τελικά καταδικαστεί από αρμόδιο Δικαστήριο και ότι η κράτησή του αποτελεί έναν σοβαρό περιορισμό της προσωπικής του ελευθερίας, η οποία διασφαλίζεται από το άρθρο 11 του Συντάγματος. Στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Κυριάκου κ.α.
(2001)2 Α.Α.Δ. 373 αναφέρεται ότι ο κανόνας ότι οι υπόδικοι αφήνονται ελεύθεροι κάμπτεται μόνο εφόσον συντρέχουν συγκεκριμένοι κίνδυνοι. Ως ζήτημα γενικής αρχής, η οποία κατοχυρώνεται και συνταγματικά εφόσον αποτελεί απόρροια του τεκμηρίου της αθωότητας, ένας υπόδικος δικαιούται να παραμείνει ελεύθερος με εγγύηση στις περιπτώσεις όπου υπάρχει προσδοκία ότι θα προσέλθει στη δίκη του. Ταυτόχρονα πρέπει να σταθμίζεται με αυτά και το δημόσιο συμφέρον που επιτάσσει την παρουσία των κατηγορουμένων στο Δικαστήριο. Η κράτηση υποδίκου καθίσταται αποδεκτή εφόσον το επιβάλλει η διασφάλιση των σκοπών της απονομής της δικαιοσύνης. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με βάση παγίως καθιερωμένες νομικές αρχές, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί σε σωρεία δικαστικών αποφάσεων. Στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109 απαριθμούνται οι λόγοι για τους οποίους μπορεί να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου και είναι:
  1. Η πιθανότητα/κίνδυνος μη προσέλευσης του κατηγορουμένου στο Δικαστήριο
  2. Η πιθανότητα/κίνδυνος διάπραξης άλλων αδικημάτων
  3. Η πιθανότητα/κίνδυνος επηρεασμού μαρτύρων. Καθένας από τους πιο πάνω παράγοντες εξετάζεται χωριστά και η ύπαρξη οποιουδήποτε από αυτούς δύναται να δικαιολογήσει την έκδοση διατάγματος κράτησης. Δεν είναι συνεπώς απαραίτητη η συνδρομή και των τριών πιο πάνω παραγόντων για να διαταχθεί η κράτηση κατηγορουμένου (βλ. Βασιλείου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 7). Η σοβαρότητα του αδικήματος σε συνάρτηση προς την πιθανότητα καταδίκης και επιβολής αυστηρής ποινής, αποτελούν βασικούς δείκτες που αφορούν στην εκτίμηση της πιθανότητας προσέλευσης του κατηγορουμένου στη δίκη του. Στη Θεοδωρίδη κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 139, επισημάνθηκε ότι όσο σοβαρότερη είναι η κατηγορία, ανάλογα αυξημένο είναι και το κίνητρο του υποδίκου να αποφύγει τη δίκη του. Βεβαίως υπάρχουν διαβαθμίσεις στη σοβαρότητα των αδικημάτων ανάλογα με τις συνθήκες, τα γεγονότα και τις συνθήκες διάπραξης των αδικημάτων σε κάθε συγκεκριμένη υπόθεση. Στην Οικονομίδης V Αστυνομίας, Π.Ε. 7514, ημερ. 05.11.2003, επισημαίνεται ότι η σοβαρότητα του αδικήματος ήταν αυταπόδεικτη από τη στιγμή που για ένα από τα αδικήματα για τα οποία κατηγορείται προβλέπεται φυλάκιση δια βίου. Στην παρούσα υπόθεση τα αδικήματα τα οποία αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι είναι σοβαρά. Ενδεικτικό της σοβαρότητας τους συνιστούν οι μακρόχρονες ποινές φυλάκισης που προβλέπει ο νόμος. Για τη διαπίστωση ύπαρξης πιθανότητας καταδίκης εξετάζεται το υπάρχον μαρτυρικό υλικό στην όψη του και μόνο, χωρίς το Δικαστήριο να προβαίνει σε αξιολόγησή του ή σε οποιαδήποτε ευρήματα επί της ουσίας της υπόθεσης, εφόσον δεν αποφασίζεται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας η ενοχή ή μη του κατηγορουμένου. Θέματα που σχετίζονται με ισχυρισμούς που αφορούν τη νομιμότητα της σύλληψης του υπόπτου, όπως επίσης και τη δεκτότητα μαρτυρίας που βασίζεται σε δηλώσεις του υπόπτου ή άλλα θέματα που αφορούν τη δεκτότητα μαρτυρίας (όπως ότι η μαρτυρία λήφθηκε παράνομα) εξετάζονται κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας της ουσίας της υπόθεσης και όχι στο στάδιο της εξέτασης αίτησης για την κράτηση ή όχι κατηγορουμένου. Έχω διεξέλθει με προσοχή το μαρτυρικό υλικό με βάση το οποίο έχουν παραπεμφθεί οι κατηγορούμενοι σε απευθείας δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου, όπως αυτό παρουσιάζεται στις καταθέσεις (Τεκμ. Α). Με βάση το σύνολο της μαρτυρίας αυτής, κρίνω ότι υπάρχει πιθανότητα και μόνο καταδίκης των κατηγορουμένων 1 και 2 στις κατηγορίες που θα αντιμετωπίσουν χωρίς βεβαίως να αποκλείεται κάθε λογική προσδοκία για αθώωση. Έχοντας αναφέρει όλα τα πιο πάνω, υπογραμμίζω ότι η πιθανότητα μη προσέλευσης ενός κατηγορούμενου στη δίκη δεν πρέπει να εκτιμάται μόνο με αναφορά στη σοβαρότητα των αδικημάτων, την πιθανότητα καταδίκης και τις ποινές. Στην Κρίνος Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48, αναφέρθηκαν τα εξής: «Είναι όμως επίσης νομολογημένο πως σε καμιά περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με κατά απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος, την πιθανότητα καταδίκης και την επιβληθησόμενη ποινή, αυτόματα δηλαδή, χωρίς τον συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων. Το εγχείρημα συνίσταται όχι απλώς στην αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ' ισχυρισμόν διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητας για το οποίο μπορεί να καταδικασθεί ο κατηγορούμενος αλλά στην αποτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος». Σημειώνω και την απόφαση Μιχάλης Α. Ψύλλας ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση Αρ. 201/2007, ημερ. 28.8.2007, όπου επαναλήφθηκε ότι η αναφορά στη σοβαρότητα των αδικημάτων δεν είναι αρκετή και πρέπει να λαμβάνονται υπόψη και άλλες παράμετροι. Στην Χ" Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45 ανασκοπήθηκε η Νομολογία και εξηγήθηκε ακριβώς ότι η πρόβλεψη σε σχέση με τα ενδεχόμενα μπορεί να έχει ως πηγή «εγγενείς ενδείξεις» που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της υπόθεσης, αλλά και το ιστορικό του υποδίκου και στοιχεία από την ίδια την υπόθεση. Παράγοντες που λαμβάνει υπόψη το Δικαστήριο κατά την εξέταση των πιο πάνω είναι, μεταξύ άλλων, εκείνοι που συνδέονται με τον χαρακτήρα του κατηγορουμένου, την κατοικία του, το επάγγελμά του, τα οικονομικά του, τους οικογενειακούς δεσμούς και όλων των ειδών τους δεσμούς με τη χώρα στην οποία διώκεται, καθώς και γενικότερα θέματα υγείας. Στην απόφαση Γενικός Εισαγγελέας ν. Λουκάς Σιδερένος κ.α., Ποινικές Εφέσεις 73-76/2008, ημερ. 23.4.2008, λέχθηκε ότι οι προσωπικές συνθήκες εξετάζονται με αναφορά στο σχετικό κριτήριο, κατά πόσο δηλαδή οι συνθήκες αυτές ανατρέπουν τη σκέψη στον κατηγορούμενο να μην εμφανιστεί στο δικαστήριο για να αντιμετωπίσει τις κατηγορίες που του προσάπτονται. Δεν εξετάζονται οι προσωπικές συνθήκες με σκοπό να επιδειχθεί επιείκεια στον κατηγορούμενο, απαλλάσσοντάς τον από την ταλαιπωρία της προφυλάκισης. Οι πιο πάνω παράγοντες πρέπει να συνεκτιμώνται ανάμεσα στα άλλα και με τον παράγοντα της παρακώλυσης στην ετοιμασία της υπεράσπισης λόγω της κράτησης (Savva & Another (No.2) V Police
(1997)2 C.L.R. 292), αλλά και με τον χρόνο κράτησης (Χ'' Δημητρίου ανωτέρω). Όλοι αυτοί οι παράγοντες έχουν αναγνωρισθεί από τη Νομολογία μας ως παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη στα πλαίσια αιτήσεων κράτησης. Ωστόσο, όπως υπογραμμίσθηκε στη Βασιλείου (ανωτέρω), τέτοιοι παράγοντες, όπως και οι επιπτώσεις της κράτησης στην προσωπική, οικογενειακή και επαγγελματική ζωή ενός υποδίκου, έστω και αν είναι δυσμενείς, δεν υπερφαλαγγίζουν το γενικό δημόσιο συμφέρον για την απονομή της ποινικής δικαιοσύνης. Στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι είναι Κύπριοι πολίτες της Δημοκρατίας, λευκού ποινικού μητρώου και έχουν αναφερθεί από τους συνηγόρους τους δεσμοί με την Κυπριακή Δημοκρατία, οι οποίοι καθιστούν, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους, αδύνατη τη διαφυγή τους από την Κυπριακή Δημοκρατία και την αποφυγή της δίκης τους. Αναφορικά με τον κατηγορούμενο 1, λαμβάνω υπόψη μου όλα όσα έχουν αναφερθεί σε σχέση με τις προσωπικές και οικογενειακές του περιστάσεις και κρίνω ότι τα όσα αναφέρθησαν δεν μπορούν να δημιουργήσουν στο Δικαστήριο την ορατή πιθανότητα ότι ο κατηγορούμενος 1 ενδέχεται να αποφύγει τη δίκη του. Το γεγονός ότι είναι πατέρας ενός βρέφους 20 μηνών, η σύζυγός του είναι έγκυος στον τρίτο μήνα κύησης, η συνεργασία του για τη σύλληψή του με τις Αστυνομικές Αρχές, αλλά και η παντελής έλλειψη οποιουδήποτε δεσμού με οποιαδήποτε χώρα του εξωτερικού, με οδηγούν στο συμπέρασμα ότι ο φόβος της Αστυνομίας, ότι ο κατηγορούμενος 1 θα αποφύγει τη δίκη του, δεν είναι εύλογος. Αντίθετα, κρίνω ότι η διαφυγή του κατηγορούμενου 1 από τη Δημοκρατία, με αυτούς τους δεσμούς που αυτός κατέχει, δεν είναι εύκολη. Όσον αφορά τον κατηγορούμενο 2, λαμβάνω υπόψη μου τα όσα αναφέρθησαν από τον συνήγορό του, χωρίς βέβαια να παραγνωρίζω και τα όσα αναφέρθησαν και από την ευπαίδευτη συνήγορο της Κατηγορούσας Αρχής. Συνυπολογίζοντας τις προσωπικές και επαγγελματικές συνθήκες του κατηγορούμενου 2, σε συνδυασμό με τις αρχές της Νομολογίας, καταλήγω στο ότι οι δεσμοί αυτοί είναι τέτοιοι που καθιστούν πολύ απόμακρο τον κίνδυνο αποφυγής της δίκης του και όχι ένα ορατό ενδεχόμενο. Ιδιαίτερα έλαβα υπόψη μου τις επαγγελματικές περιστάσεις του κατηγορούμενου 2, το εύρος των επιχειρήσεών του και συμφωνώ με την εισήγηση του συνηγόρου του ότι πιθανή διαφυγή του από την Κύπρο, που παράλληλα θα τον καθιστούσε και φυγόδικο, θα τον οδηγούσε σε οικονομική και προσωπική καταστροφή. Συνεπώς, κρίνω ότι αναφορικά και με τους δύο κατηγορούμενους, δεν ευσταθεί και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό το αίτημα κράτησής τους για το λόγο του κινδύνου διαφυγής τους. Όσον αφορά την εισήγηση της Κατηγορούσας Αρχής ότι η απόλυση των κατηγορουμένων μπορεί να οδηγήσει σε επηρεασμό μαρτύρων, πρέπει να υπογραμμισθεί ότι μια γενική δήλωση περί τούτου δεν είναι αρκετή. Αυτό που πρέπει να εξετάζει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο οι φόβοι της Αστυνομίας για επηρεασμό μαρτύρων είναι εύλογα δικαιολογημένοι με βάση τα υπάρχοντα δεδομένα. Κριτήριο είναι οι πιθανοί κίνδυνοι να επηρεασθούν μάρτυρες και συγκεκριμένα κατά πόσο υπάρχει εύλογα δικαιολογημένος φόβος τέτοιου επηρεασμού. Χρειάζεται να παρουσιασθεί κάποια μαρτυρία ή η τέτοιου είδους πιθανολόγηση να στηρίζεται στις ιδιαίτερες περιστάσεις της υπόθεσης, σε στοιχεία που προέρχονται από το ιστορικό του υποδίκου ή σε εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την ιδιαίτερη υφή της συγκεκριμένης υπόθεσης. Φυσικά το Δικαστήριο δεν αναμένει απόδειξη προσπάθειας επηρεασμού μαρτύρων, αλλά παράθεση μαρτυρίας η οποία αξιολογούμενη σε σχέση με τους κινδύνους καταδεικνύει ότι οι φόβοι της Αστυνομίας είναι εύλογα δικαιολογημένοι. Σχετικά στοιχεία σαφώς συνιστούν η προσπάθεια ή η εκδήλωση διάθεσης επηρεασμού μαρτύρων. Στην παρούσα υπόθεση η Κατηγορούσα Αρχή στηρίζει τη θέση της περί κίνδυνου επηρεασμού μαρτύρων στο γεγονός ότι η σύζυγος του κατηγορούμενου 1 εργάζεται επίσης στο ΤΕΠΑΚ και δυνατόν, λόγω της θέσης της, να προσπαθήσει να επηρεάσει μάρτυρες, οι οποίοι, σημειωτέον με βάση το Τεκμήριο Α, έχουν ήδη δώσει καταθέσεις για την υπόθεση αυτή. Δεν έχει τεθεί ενώπιον μου από την Κατηγορούσα Αρχή οποιαδήποτε μαρτυρία η οποία να δημιουργεί έστω και απλή πιθανολόγηση προσπάθειας ή κινδύνου επηρεασμού μαρτύρων. Έχοντας κατά νουν όλα όσα ανέφερα προηγουμένως και τα ευρήματα στα οποία έχω καταλήξει, κρίνω ότι δεν υφίσταται ουδεμία από τις δύο προϋποθέσεις που έχουν τεθεί από την Κατηγορούσα Αρχή. Συνεπώς, έχω οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να αφεθούν ελεύθεροι με περιοριστικούς όρους. Κατά συνέπεια και λαμβάνοντας υπόψη μου τις εισηγήσεις των συνηγόρων των δύο κατηγορουμένων αλλά και την θέση της Κατηγορούσας Αρχής αναφορικά τους περιοριστικούς όρους που εισηγήθηκαν οι συνήγοροι των κατηγορουμένων, διατάσσεται όπως οι κατηγορούμενοι απολυθούν με τους ακόλουθους περιοριστικούς όρους: Κατηγορούμενος 1:
(1)Ο κατηγορούμενος να υπογράψει εγγύηση €150.000- με έναν αξιόχρεο εγγυητή που θα εγκριθεί από τον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού.
(2)Ο κατηγορούμενος να παραδώσει στην Αστυνομία το διαβατήριό του και οποιαδήποτε άλλα ταξιδιωτικά έγγραφα κατέχει.
(3)Το όνομα του κατηγορουμένου να αναγραφεί στον κατάλογο των προσώπων των οποίων η έξοδος από το έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας απαγορεύεται (Stop List).
(4)Ο κατηγορούμενος να παρουσιάζεται στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού κάθε Δευτέρα, Τετάρτη, Παρασκευή και Κυριακή, μεταξύ των ωρών 18:00μ.μ και 22:00μ.μ. Κατηγορούμενος 2:
(1)Ο κατηγορούμενος να καταβάλει το ποσό των €50.000- σε μετρητά στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού.
(2)Ο κατηγορούμενος να παραδώσει στην Αστυνομία το διαβατήριό του και οποιαδήποτε άλλα ταξιδιωτικά έγγραφα κατέχει.
(3)Το όνομα του κατηγορουμένου να αναγραφεί στον κατάλογο των προσώπων των οποίων η έξοδος από το έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας απαγορεύεται (Stop List).
(4)Ο κατηγορούμενος να παρουσιάζεται στον Κεντρικό Αστυνομικό Σταθμό Λεμεσού κάθε Δευτέρα, Τετάρτη, Παρασκευή και Κυριακή, μεταξύ των ωρών 18:00μ.μ και 22:00μ.μ. (Υπ) .............. Ε. Δημητρίου-Παναγή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.