← Κύπρος

DI.VA. MEGA NAVIGATION & AIR SERVICES ν. A.MAVRIDES KREATOEMPORIKI LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 16161/13, 16/12/2014

DI.VA. MEGA NAVIGATION & AIR SERVICES ν. A.MAVRIDES KREATOEMPORIKI LTD κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 16161/13, 16/12/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2014:B66 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16161/13 Μεταξύ: DI.VA. MEGA NAVIGATION & AIR SERVICES v. 1.A.MAVRIDES KREATOEMPORIKI LTD 2.ΑΝΤΩΝΗ ΜΑΥΡΙΔΗ Κατηγορούμενων --------------------------------------------- Ημερομηνία: 16 Δεκεμβρίου 2014 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Χρ. Χ" Κωστή Για τους Κατηγορούμενους 1 και 2: κ. Γ. Διογένους Κατηγορούμενος 2 : παρών ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Μετά το κλείσιμο της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορούμενων 1 και 2 εισηγήθηκε ότι δεν αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση σύμφωνα με το Άρθρο 74

(1)(β) του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 155 και ως εκ τούτου οι κατηγορούμενοι θα πρέπει να αθωωθούν από το στάδιο αυτό. Αντίθετη ήταν η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής η οποία εισηγήθηκε ότι με βάσει την ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία οι κατηγορούμενοι πρέπει να κληθούν να προβάλουν την υπεράσπιση τους. Τα όσα ανέφεραν και οι δύο πλευρές για υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους έχουν καταγραφεί, λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους και δεν θεωρείται σκόπιμο να παρατεθούν στην παρούσα απόφαση. Οι παράμετροι, οι οποίοι καθορίζουν την ύπαρξη ή όχι εκ πρώτης όψεως υπόθεσης έχουν τεθεί στην υπόθεση Αζίνας ν. Δημοκρατίας
(1981)2 Α.Α.Δ. 9 στην οποία υιοθετήθηκε πλήρως η Δικαστική Πρακτική του 1962 (Practice Note of the Divisional Court of the Queen's Bench Division of the High Court of England, 1 [All E.R.] 448). Η οδηγία αυτή είναι μεγάλης σημασίας, από άποψη καθοδήγησης και εφαρμόζεται από τα Δικαστήρια στην Κύπρο με καθορισμό των κριτηρίων για την απόδειξη ή μη εκ πρώτης όψεως υπόθεσης. Η προσέγγιση του ίδιου θέματος αναλύεται επίσης εκτεταμένα και στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Χριστοδούλου
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Από την προαναφερθείσα νομολογία προκύπτει ότι στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο θα πρέπει να αποδεχθεί την εισήγηση της υπεράσπισης και να αθωώσει τον κατηγορούμενο, όταν κρίνει από την ενώπιον του μαρτυρία ότι:
  2. Εξ αντικειμένου, η υπόθεση της κατηγορούσας αρχής δεν στοιχειοθετείται, λόγω μη απόδειξης ενός από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, ή
  3. Η μαρτυρία που έχει παρουσιασθεί από την κατηγορούσα αρχή είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε τέτοιο βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τον κατηγορούμενο. Και στις δύο αυτές περιπτώσεις το κριτήριο είναι καθαρά αντικειμενικό. Το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό δεν προβαίνει σε υποκειμενική αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά κρίνει τα γεγονότα της υπόθεσης με αντικειμενική θεώρηση των πραγμάτων και χωρίς να υπεισέρχεται στην αξιολόγηση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, γιατί είναι δυνατό αυτή η αξιολόγηση να δημιουργήσει προκατάληψη εναντίον του κατηγορουμένου. Το έργο αυτό της αξιολόγησης επιτελείται στο τέλος της δίκης. Περαιτέρω στην υπόθεση Γεν. Εισαγγελέας ν. Κουννίδη,
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, σελ. 86-87 αναφέρθηκε πως: " Το ορθό κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις δεν είναι αν αποδειχθεί η ενοχή ενός κατηγορούμενου εις το στάδιο που κλείει η υπόθεση της Κατηγορούσας Αρχής, αλλά κατά πόσο σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος δεν δώσει ικανοποιητική εξήγηση στο Δικαστήριο θα μπορούσε λογικά να τον βρει ένοχο της κατηγορίας ". Στην παρούσα υπόθεση οι κατηγορούμενοι 1 αντιμετωπίζουν με βάση το κατηγορητήριο μία
(1)κατηγορία για την έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση του άρθρου 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  1. Η εν λόγω επιταγή ευρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου και έχει σημειωθεί ως τεκμήριο
  2. Ο κατηγορούμενος 2 δε, αντιμετωπίζει επίσης μία
(1)κατηγορία για παροχή συνδρομής και ή παρακίνηση των κατηγορούμενων 1 στην έκδοση της εν λόγω επιταγής, τεκμήριο 1, υπό την ιδιότητα του ως διευθυντή τους, κατά παράβαση των άρθρων 20(β)(γ) και 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154. Το άρθρο 305 Α
(1)του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154 προνοεί τα ακόλουθα: « Πρόσωπο που εκδίδει επιταγή η οποία, κατά ή μετά την ημερομηνία, κατά την οποία αυτή έχει καταστεί πληρωτέα, παρουσιάζεται στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε, δεν εξοφλείται, λόγω έλλειψης διαθέσιμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά το χρόνο της παρουσίασης της επιταγής, και παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε
(15)ημερών από την παρουσίασή της, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές. ». Από το λεκτικό του ως άνω άρθρου συνάγεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα:
(1)Η έκδοση επιταγής.
(2)Η παρουσίαση της επιταγής στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε.
(3)Η παρουσίαση της να γίνει κατά ή μετά την ημερομηνία που κατέστη πληρωτέα.
(4)Η μη εξόφληση της επιταγής η οποία να οφείλεται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο λογαριασμός του εκδότη ήταν κλειστός κατά τον χρόνο παρουσίασης της.
(5)Η μη πληρωμή της επιταγής από τον εκδότη της εντός 15 ημερών από την παρουσίαση της. Για την απόδειξη της υπόθεσης της κατηγορούσας αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου τρείς μάρτυρες. Περαιτέρω έγινε παραδεκτό γεγονός ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι ο μοναδικός διευθυντής και ο γραμματέας των κατηγορούμενων 1 και κατατέθηκαν 10 συνολικά τεκμήρια. Ως μάρτυρες δε κατέθεσαν οι κάτωθι: (α) Δημήτρης Βάση, ΜΚ
  1. Είναι ο διευθυντής της εταιρείας D.Vasis Trading Ltd στην οποία ανήκει η εμπορική επωνυμία που είναι παραπονούμενη στο κατηγορητήριο. Αναφέρθηκε στις εργασίες που εκτέλεσαν για λογαριασμό των κατηγορούμενων και συγκεκριμένα για την εκτελώνιση και μεταφορά οχημάτων και στην έκδοση της επίδικης επιταγής (τεκμ.1) προς εξόφληση των υπηρεσιών τους. Η επιταγή ανέφερε υπογράφηκε και του παραδόθηκε από τον κατηγορούμενο 2 στις 30/12/09 στα γραφεία της εταιρείας τους. Ήταν μεταχρονολογημένη με ημερομηνία πληρωμής την 10/07/10 και ο κατηγορούμενος 2 του είχε αναφέρει ότι έθεσε την εν λόγω ημερομηνία γιατί είχε κάποια οικονομικά προβλήματα. Η επιταγή κατατέθηκε στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού μετά την ημερομηνία που ήταν πληρωτέα και δεν τιμήθηκε γιατί είχε μπει στο ΚΑΠ. Παρά τις υποσχέσεις που τους δόθηκαν το ποσό που αφορά η επιταγή δεν έχει πληρωθεί μέχρι σήμερα. (β) Έλενα Χρυσοστομή Σολομωνίδη, ΜΚ
  2. Εργάζεται στην Ελληνική Τράπεζα και συγκεκριμένα στο τμήμα τραπεζικών συναλλαγών. Αναφέρθηκε στο άνοιγμα του επίδικου λογαριασμού από τους κατηγορούμενους
  3. Για το άνοιγμα του λογαριασμού αποτάθηκε στην τράπεζα ο κατηγορούμενος 2 και ο τελευταίος ήταν ο μόνος εξουσιοδοτημένος να υπογράφει για το λογαριασμό αυτό. Η επιταγή τεκμήριο 1 δεν τιμήθηκε λόγω του ότι παγοποιήθηκε ο λογαριασμός λόγω ΚΑΠ διότι δεν είχε επαρκή υπόλοιπα. Ο λογαριασμός καταχωρήθηκε στο ΚΑΠ στις 02/07/
  4. Οι κατηγορούμενοι ενημερώνονταν για το λογαριασμό αυτό και τα υπόλοιπα που ήταν διαθέσιμα δια της αποστολής των καταστάσεων λογαριασμού στη διεύθυνση που έχουν δηλώσει. Δεν γνωρίζει αν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια στο λογαριασμό την περίοδο από 01/01/10 μέχρι 10/07/
  5. Γνωρίζει αυτή την επιταγή βάσει των σφραγίδων που υπάρχουν και οι οποίες έχουν τεθεί από το τμήμα της Λευκωσίας και όχι από την ίδια. Δεν γνωρίζει το τμήμα αυτό αλλά γνωρίζει το λόγο που επιστράφηκε η επιταγή. Τις σφραγίδες στην επιταγή τις έβαλε η Ελληνική Τράπεζα. Δεν γνωρίζει τη διαδικασία που ακολουθείται για να μπουν οι σφραγίδες στις επιταγές, ούτε τον έλεγχο που γίνεται για να μπουν σφραγίδες. Γνωρίζει ότι η συγκεκριμένη επιταγή έγινε stop payment στις 30/06/10 αλλά δεν γνωρίζει γιατί ενώ το stop payment έγινε πριν την ημερομηνία πληρωμής της επιταγής η τράπεζα έβαλε σφραγίδες ότι μπήκε ο λογαριασμός στο ΚΑΠ. (γ) Νεόφυτος Χαρμανής, ΜΚ
  6. Εργάζεται στην Ελληνική Τράπεζα και συγκεκριμένα στο τμήμα δανειοδοτήσεων. Οι κατηγορούμενοι ανέφερε είναι πελάτες της τράπεζας τους και διατηρούν τον επίδικο λογαριασμό εκ του οποίου έχει εκδοθεί η επίδικη επιταγή. Την περίοδο από 01/04/10 μέχρι 10/07/10 παρουσιάζονται κάποια προβλήματα στο λογαριασμό αφού υπήρχαν κάποιες επιταγές, 9 στο σύνολο, που επιστράφηκαν απλήρωτες. Την ίδια περίοδο άλλες 10 περίπου επιταγές που παρουσιάστηκαν έχουν πληρωθεί. Δεν γνωρίζει αν ο λογαριασμός είχε όριο. Σύμφωνα με έγγραφο που κατέχει υπήρχε εντολή ανάκλησης της επιταγής τεκμήριο 1 ημερ.30/06/10 (τεκμ.10). Δεν γνωρίζει όμως τι σημαίνει στην πράξη για την επιταγή η εντολή αυτή. Περαιτέρω δεν γνωρίζει τη διαδικασία που ακολούθησε το αρμόδιο τμήμα στη συγκεκριμένη περίπτωση ούτε ποια είναι η ορθή διαδικασία και τι όφειλε να κάνει στην προκειμένη περίπτωση το αρμόδιο τμήμα με δεδομένο ότι η επιταγή ανακλήθηκε πριν η τράπεζα βάλει σφραγίδα για την παγοποίηση του λογαριασμού. Ο ίδιος μπορεί να αναφέρει όσα στοιχεία υπάρχουν στην επιταγή. Διεξήλθα με προσοχή τη μαρτυρία που έχει δοθεί από πλευράς κατηγορούσας αρχής και κατ' αρχήν αναφέρω ότι η μαρτυρία της κατηγορούσας αρχής σε γενικές γραμμές δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αντινομική ή ότι στερείται πειστικότητας ή είναι εμφανώς αναξιόπιστη σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασισθεί σε αυτή για να καταδικάσει τους κατηγορούμενους. Συνεπώς αυτό που απομένει να εξεταστεί είναι το κατά πόσο σε αυτό το στάδιο ελλείπει οποιοδήποτε συστατικό στοιχείο των αδικημάτων που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι. Θεωρώ δε ότι για την εξέταση του θέματος θα πρέπει να γίνει διαχωρισμός εν σχέση με τους κατηγορούμενους 1 και τον κατηγορούμενο 2, έχοντας υπόψη ότι ο τελευταίος κατηγορείται με βάση το άρθρο 20(β)(γ) του Ποινικού Κώδικα Κεφ.
  7. Όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω το αδίκημα που αντιμετωπίζουν οι κατηγορούμενοι 1 είναι αυτό του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ.154. Έχω μελετήσει προσεκτικά την μαρτυρία που έχει προσκομιστεί από πλευράς κατηγορούσας αρχής σε συνάρτηση με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος αυτού όπως εμφαίνονται ανωτέρω, και καταλήγω ότι σε αυτό το στάδιο δεν φαίνεται να ελλείπει κάποιο συστατικό στοιχείο. Ως εκ τούτου η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου των κατηγορούμενων για μη απόδειξη του συστατικού της παρουσίασης της επιταγής στο πιστωτικό ίδρυμα επί του οποίου εκδόθηκε σε αυτό το στάδιο δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Χωρίς αμφιβολία θα μπορούσε να λεχθεί ότι η μαρτυρία που προσκομίστηκε από την κατηγορούσα αρχή αναφορικά με το εν λόγω στοιχείο δεν είναι ισχυρή. Η ΜΚ2 ανέφερε όμως ότι τις σφραγίδες στην επιταγή τις έβαλε η Ελληνική Τράπεζα, κάτι που λογικά προϋποθέτει την παρουσίαση της επιταγής στην Τράπεζα αυτή, και η αναφορά αυτή στο στάδιο αυτό είναι αρκετή. Σημειώνω επίσης ότι απόλυτα σχετική με το θέμα είναι και η γραμμή που ακολούθησε η Υπεράσπιση κατά την αντεξέταση των ΜΚ2 & 3 η οποία ουσιαστικά κρίνω αποδέκτηκε την παρουσίαση. Πιο συγκεκριμένα, βασική θέση της Υπεράσπισης ήταν ότι από τη στιγμή που δόθηκαν οδηγίες για ανάκληση της επιταγής πριν από την ημερομηνία πληρωμής της τότε λανθασμένα η Ελληνική τράπεζα έθεσε τη σφραγίδα περί παγοποίησης του λογαριασμού λόγω ΚΑΠ και δεν επέστρεψε την επιταγή ακριβώς με τη δικαιολογία για την ανάκληση της πληρωμής της. Αυτό βέβαια σε αυτό το στάδιο δεν μπορεί παρά να εκληφθεί σαν αποδοχή της παρουσίασης της επιταγής στην τράπεζα. Εν σχέση με τον κατηγορούμενο 2, ο οποίος κατηγορείται υπό την ιδιότητα του ως διευθυντής των κατηγορουμένων 1, ότι παρείχε συνδρομή και ή παρακίνησε τους κατηγορούμενους 1 στην έκδοση της επιταγής, αναφέρω τα εξής. Κατ' αρχήν να αναφερθεί ότι από μόνη της η ιδιότητα του κατηγορούμενου 2 ως διευθυντή των κατηγορουμένων 1 δεν σημαίνει απολύτως τίποτε σε ότι αφορά την κατηγορία που αντιμετωπίζει. Η διευθυντική ιδιότητα δεν οδηγεί σε καταδίκη χωρίς άλλο (βλ. Ευρυβιάδης v. Αστυνομίας
(2000)2 ΑΑΔ 600), Π. Παντελή ν. Χ. Κωνσταντίνου, Ποινική Έφεση Αρ. 7095 ανωτέρω). Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261 αναφέρθηκε ότι οι διευθυντές εταιρείας που υπογράφουν επιταγές της δεν έχουν προσωπική αστική ευθύνη, αλλά η ευθύνη βαρύνει την εταιρεία, που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Αυτό όμως δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής τους ευθύνης ως συνεργών και έτσι μπορούν να διωχθούν ως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, ως αυτουργοί, δυνάμει του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Στις περιπτώσεις αυτές χρειάζεται να αποδειχθεί ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό η οποία εμπεριέχει δύο στοιχεία ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση σε αδίκημα, και (β) την ένοχη διάνοια (mens rea) η οποία αναμένεται να σχετίζεται και με τις 2 αυτές έννοιες. Το νοητικό μάλιστα στοιχείο για το συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ'ότι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, αναφέρεται εδώ ότι με βάση την μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί ο κατηγορούμενος 2 υπόγραψε την επίδικη επιταγή και συνεπώς προκύπτει στο στάδιο αυτό ότι δια της υπογραφής του παρείχε βοήθεια στους κατηγορούμενους 1 κατά την έκδοση της επίδικης επιταγής. Όμως για να μπορέσει να καταδικαστεί ο κατηγορούμενος 2 θα πρέπει να υπάρχει μαρτυρία αναφορικά και με το στοιχείο της ένοχης διάνοιας (mens rea) από μέρους του. Η υπογραφή της επιταγής αναφέρεται δεν αποδεικνύει και το στοιχείο αυτό. Εκ της Νομολογίας δε προκύπτει ότι σε ότι αφορά περιπτώσεις που η κατηγορία στρέφεται εναντίον συνεργού, είναι υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να αποδείξει πως κατά τον ουσιώδη χρόνο της έκδοσης της επιταγής, ο συντάκτης της γνώριζε ότι κατά την παρουσίαση της στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε, δεν θα εξοφλείτο λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων. Αυτό κρίνεται ότι συνιστά την απαιτούμενη ένοχη διάνοια συνεργού κατά την διάπραξη του αδικήματος. Στην προκειμένη περίπτωση όμως ήδη από το στάδιο αυτό το Δικαστήριο παρατηρεί ότι δεν υπάρχει μαρτυρία που να μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα πως ο κατηγορούμενος 2 κατά την έκδοση της επιταγής γνώριζε πως δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια ή ότι δεν θα υπήρχαν κεφάλαια κατά την παρουσίαση της για πληρωμή. Δεν υπάρχει κρίνω μαρτυρία προς αυτή την κατεύθυνση και το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση με την δοθείσα μαρτυρία να καταλήξει ότι ο κατηγορούμενος 2 γνώριζε τον κρίσιμο χρόνο τα ουσιώδη γεγονότα και άρα είχε την ανάλογη πρόθεση. Πιο συγκεκριμένα: (α) Ο κατηγορούμενος 2 με βάση την μαρτυρία του ΜΚ1 υπόγραψε την επιταγή στις 30/12/09 και ότι άλλο σχετικό έχει αναφερθεί από τον συγκεκριμένο μάρτυρα είναι πως ο κατηγορούμενος 2 δικαιολόγησε την μεταχρονολόγηση της επιταγής επικαλούμενος οικονομικά προβλήματα. Σε ότι αφορά τους ΜΚ2 & 3 ήταν προφανές ότι δεν ήταν σε θέση να δώσουν συγκεκριμένη πληροφόρηση και λεπτομέρειες για την υπόθεση πέραν σημειώνω των όσων μπορούσαν να δουν στο έγγραφο της επιταγής και σε έγγραφα που είχαν στην κατοχή τους. Δεν ήταν σε θέση όμως να αναφέρουν στο Δικαστήριο ούτε αν υπήρχε όριο στον επίδικο λογαριασμό των κατηγορούμενων 1 και πως ακριβώς λειτουργούσε ο συγκεκριμένος λογαριασμός, ούτε οτιδήποτε για την κατάσταση του λογαριασμού κατά την ημερομηνία έκδοσης της επιταγής ή γενικότερα για την περίοδο από την έκδοση της επιταγής μέχρι και την ημερομηνία που η επιταγή ήταν πληρωτέα ή μέχρι την παρουσίαση της για πληρωμή. Στο Δικαστήριο αναφέρεται δεν έχει παρουσιαστεί οποιαδήποτε κατάσταση σε ότι αφορά τον επίδικο λογαριασμό και η εικόνα του λογαριασμού των κατηγορούμενων 1 ή τα υπόλοιπα του λογαριασμού καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο είναι στοιχείο άγνωστο στο Δικαστήριο. Με αυτά υπόψη η αναφορά σημειώνω του ΜΚ3 σε επιστρεφόμενες επιταγές την περίοδο από 01/04/10 μέχρι 10/07/10, δεν έχει κρίνω καμία ιδιαίτερη σημασία αφού αφενός δεν μπορεί να αξιολογηθεί το στοιχείο αυτό σε συνάρτηση με την κατάσταση του επίδικου λογαριασμού ή με άλλα γεγονότα, ενώ περαιτέρω μη έχοντας άλλα στοιχεία για τις εν λόγω επιστρεφόμενες επιταγές και κυρίως για το πότε έχουν εκδοθεί αυτές σημειώνω δεν θα μπορούσαν να θεωρηθούν σχετικές αφού υπενθυμίζω η επίδικη επιταγή εκδόθηκε όπως έχει αναφερθεί στις 30/12/09 δηλαδή μερικούς μήνες πριν την εν λόγω περίοδο και όχι εντός της περιόδου αυτής. (β) Περαιτέρω όμως ως εκ των ανωτέρω και μη έχοντας καμία απολύτως εικόνα για την κατάσταση του επίδικου λογαριασμού, άνευ σημασίας επίσης παραμένει και η αναφορά της ΜΚ2 περί ενημέρωσης των κατηγορούμενων για το λογαριασμό αυτό και τα υπόλοιπα που ήταν διαθέσιμα δια της αποστολής των καταστάσεων λογαριασμού στη διεύθυνση που έχουν δηλώσει. Όμως εδώ θα πρέπει να αναφερθεί ότι η εν λόγω αναφορά όπως έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μόνον γενική και αόριστη μπορεί να χαρακτηριστεί και θεωρώ πως ήδη από το στάδιο αυτό δεν θα μπορούσε να ικανοποιήσει κανένα Δικαστήριο προς απόδειξη του ότι τουλάχιστον ο κατηγορούμενος 2 τύγχανε ενημέρωσης, χωρίς σημειώνω να υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου άλλη μαρτυρία που να το επιβεβαιώνει. Η ΜΚ2 δεν ήταν σε θέση να πει σε ποια συγκεκριμένη διεύθυνση αποστέλλονταν οι καταστάσεις λογαριασμού, δεν γνώριζε ποια ήταν η συγκεκριμένη διεύθυνση που εδόθη στην τράπεζα από τους κατηγορούμενους, τι σχέση είχε η διεύθυνση αυτή με τον κατηγορούμενο 2, ενώ ήταν προφανές από την όλη μαρτυρία της ότι δεν ήταν σε θέση η ίδια να επιβεβαιώσει ότι ο κατηγορούμενος 2 είχε γνώση της κατάστασης του λογαριασμού και των υπολοίπων του ανά πάσα στιγμή αλλά κυρίως για τον κρίσιμο για την παρούσα υπόθεση χρόνο έκδοσης της επιταγής μέχρι και την ημερομηνία πληρωμής της. (γ) Γενικότερα όμως θα έλεγα, έχοντας υπόψη και όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω, ότι η μη ύπαρξη εικόνας ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με τον επίδικο λογαριασμό και τα υπόλοιπα του συνεπάγεται αδυναμία του Δικαστηρίου να αξιολογήσει άλλα γεγονότα ή δείγματα συμπεριφοράς, όπως για παράδειγμα την αναφορά του κατηγορούμενου 2 κατά την έκδοση της επιταγής περί οικονομικών προβλημάτων σύμφωνα με τον ΜΚ1 αλλά και όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω, και να μπορέσει έτσι το Δικαστήριο να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα περί ύπαρξης ανάλογης ένοχης πρόθεσης από πλευράς του κατηγορούμενου 2. (δ) Εδώ αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι ακόμη και θεωρηθεί ότι ο κατηγορούμενος 2 είχε γνώση των υπολοίπων του λογαριασμού καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους της έκδοσης της επίδικης επιταγής μέχρι και την παρουσίαση της, από τη στιγμή που ο λογαριασμός λειτουργούσε κανονικά κατά την έκδοση της επιταγής και μέχρι τις 02/07/10, οπότε μπήκε στο ΚΑΠ, και εφόσον το Δικαστήριο δεν γνωρίζει οτιδήποτε άλλο όπως για παράδειγμα αν οι κατηγορούμενοι φρόντιζαν να γίνονται καταθέσεις χρημάτων στο λογαριασμό και γενικότερα οτιδήποτε για τον συγκεκριμένο λογαριασμό, το Δικαστήριο με δεδομένο μάλιστα ότι η επιταγή είχε εκδοθεί μεταχρονολογημένη ως ανωτέρω αναφέρεται, δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να αποφασίσει ή να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα περί της ύπαρξης γνώσης εκ μέρους του κατηγορούμενου 2 ότι η επιταγή όταν είχε εκδοθεί δεν θα πληρωνόταν. (ε) Πέραν όμως των ανωτέρω, θα πρόσθετα ακόμη εδώ ότι στην προκειμένη περίπτωση ελλείπει μαρτυρία για το φυσικό πρόσωπο εκ μέρους των κατηγορουμένων 1 που διαχειριζόταν τον επίδικο λογαριασμό, και που είχε την συνεχή επαφή με την τράπεζα για όλα τα θέματα που τον αφορούσαν, για τις συναλλαγές, την πληρωμή ή επιστροφή επιταγών, για το ποιος μιλούσε με την τράπεζα ή έδιδε οδηγίες και ποιος τελικά ενημερωνόταν για την κατάσταση του λογαριασμού. Ο βαθμός εμπλοκής του κατηγορούμενου 2 στα του επίδικου λογαριασμού είναι στοιχεία άγνωστα στο Δικαστήριο. Το γεγονός σημειώνω ότι ο κατηγορούμενος 2 είναι ο διευθυντής των κατηγορούμενων 1 σαφώς και δημιουργεί υποψία και μάλιστα εύλογη αναφορικά με την εμπλοκή του αλλά όσο εύλογη και αν είναι η υποψία δεν μπορεί να εξομοιωθεί με μαρτυρία (βλ. Γενικός Εισαγγελέας -v- Θεοδώρου
(2002)2 ΑΑΔ 9) (στ) Τέλος, ένα άλλο πολύ σημαντικό στοιχείο, απόλυτα σχετικό κρίνω για το θέμα που εξετάζει το Δικαστήριο, είναι και η εντολή μη πληρωμής που εδόθη από τους κατηγορούμενους προς την τράπεζα αναφορικά με την συγκεκριμένη επιταγή. Όπως προκύπτει από το τεκμήριο 10 αλλά και την μαρτυρία των ΜΚ2 και 3, η εντολή μη πληρωμής εδόθη στις 30/06/10 δηλαδή 10 ημέρες πριν η επίδικη επιταγή καταστεί πληρωτέα. Ουδείς εκ των ΜΚ2 & 3 σημειώνω ήταν σε θέση να διαφωτίσει το Δικαστήριο για τον λόγο που η επιταγή όταν παρουσιάστηκε για πληρωμή επιστράφηκε απλήρωτη λόγω μη επαρκών υπολοίπων και λόγω παγοποίησης του λογαριασμού ΚΑΠ και όχι λόγω ακριβώς της ανάκλησης της πληρωμής της η οποία είχε προηγηθεί της παρουσίασης της. Με αυτό υπόψη κρίνω ότι δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση το Δικαστήριο να καταλήξει σε συμπέρασμα ενοχής του κατηγορούμενου 2 αφού η πρόθεση του εν σχέση με την συγκεκριμένη επιταγή δηλώθηκε με την υπογραφή του τεκμηρίου 10 και την παράδοση του προς την τράπεζα. Έδωσε ρητές οδηγίες στην τράπεζα του να μην πληρώσει την επιταγή και αυτό έγινε 10 ημέρες πριν την ημερομηνία πληρωμής της επιταγής και 2 ημέρες πριν ο λογαριασμός μπει στο ΚΑΠ. Θεωρώ συναφώς ότι η υποχρέωση του πλέον να καταθέσει χρήματα για πληρωμή της επιταγής σταμάτησε και η τράπεζα, ελλείψει οποιασδήποτε μαρτυρίας περί του αντιθέτου, είχε υποχρέωση όταν παρουσιάζετο η επιταγή για πληρωμή να την επέστρεφε απλήρωτη λόγω των οδηγιών του κατηγορούμενου 2. Αν ο κατηγορούμενος 2 θα αντιμετώπιζε σήμερα ενώπιον του Δικαστηρίου άλλο αδίκημα από αυτό που αντιμετωπίζει και συγκεκριμένα αυτό του άρθρου 305Α
(2)του Κεφ.154 και αν είχε εύλογη αιτία να ανακαλέσει την πληρωμή της επιταγής δεν είναι θέμα που θα με απασχολήσει. Για το Δικαστήριο αναφέρω σημασία έχει ότι με δεδομένες τις οδηγίες του κατηγορούμενου 2 για μη πληρωμή της επιταγής για συγκεκριμένο λόγο και την μη ύπαρξη οιασδήποτε εξήγησης για την μη εκτέλεση των οδηγιών του, δεν θα μπορούσε το Δικαστήριο να καταλήξει σε συμπέρασμα περί ύπαρξης πρόθεσης από πλευράς του να μην πληρωθεί η επιταγή όταν υπήρχαν άλλες 10 ημέρες μέσα στις οποίες θα μπορούσε να καταθέσει χρήματα για πληρωμή της επιταγής ενώ περαιτέρω ο λογαριασμός μπήκε στο ΚΑΠ μετά τις οδηγίες του για ανάκληση της επιταγής. Ολοκληρώνοντας το θέμα και συνοψίζοντας όσα έχουν αναφερθεί ανωτέρω, κρίνω ότι στην προκειμένη περίπτωση η μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί ήδη από το στάδιο αυτό δεν θα μπορούσε κάτω από οποιαδήποτε αξιολόγηση να οδηγήσει σε συμπέρασμα για την ύπαρξη γνώσης από πλευράς του κατηγορούμενου
  1. Με βάση λοιπόν όλα τα ανωτέρω, κρίνω ότι κανένα Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα πως ο κατηγορούμενος 2 κατά την έκδοση της επίδικης επιταγής γνώριζε πως δεν υπήρχαν διαθέσιμα κεφάλαια ή ότι δεν θα υπήρχαν κεφάλαια κατά την παρουσίαση της για πληρωμή. Το Δικαστήριο στο σημείο αυτό αναφέρεται θα εξετάσει ένα θέμα το οποίο δεν ηγέρθη από τον συνήγορο των κατηγορούμενων αλλά από το ίδιο το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα. Το θέμα σημειώνω προέκυψε κατά την μελέτη της μαρτυρίας και την ετοιμασία της παρούσας απόφασης, οι συνήγοροι δε σημειώνεται έχουν ειδοποιηθεί από χθες και τους ζητήθηκε να είναι έτοιμοι να τοποθετηθούν σήμερα. Συγκεκριμένα το ερώτημα που έχει προκύψει στο μυαλό του Δικαστηρίου και που χρήζει απαντήσεως, είναι κατά πόσο οι παραπονούμενοι οι οποίοι με βάση την μαρτυρία του ΜΚ1 αποτελούν εμπορική επωνυμία, ιδιοκτήτες της οποίας είναι η εταιρεία D.Vasis Trading Ltd της οποίας ο ίδιος είναι διευθυντής, μπορούσαν να εγείρουν και να προωθήσουν την παρούσα ιδιωτική ποινική υπόθεση εναντίον των κατηγορούμενων 1 και
  2. Όπως θα έθετα δε το θέμα διαφορετικά, προκύπτει το ερώτημα αν υφίσταται ενεργητική νομιμοποίηση της παραπονούμενης εμπορικής επωνυμίας και γενικά εάν έχει έννομο συμφέρον να εμφανίζεται ως παραπονούμενη στην παρούσα υπόθεση και να εγείρει ιδιωτική ποινική υπόθεση εναντίον των κατηγορούμενων. Κατ' αρχήν και πριν το Δικαστήριο προχωρήσει περαιτέρω σημειώνεται ότι μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου περί οιασδήποτε εγγραφής της εμπορικής επωνυμίας επ' ονόματι της αναφερθείσας εταιρείας δεν υπάρχει. Δεν έχει όμως παρουσιαστεί μαρτυρία ούτε για την ύπαρξη της εμπορικής επωνυμίας ή για την ύπαρξη της εταιρείας D.Vasis Trading Ltd ως νομικού προσώπου / νομικής οντότητας (βλ.σχετικά ΕΔΑΞΥΛ ΞΥΛΟΥΡΓΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΛΤΔ ΚΑΙ ΑΛΛΟΣ ν. Ανδρέας Αγαθοκλέους Πολιτική ΄Εφεση 9138, ημερομηνίας 18.12.96, LIOUFIS AND CO LTD v. Ανδρονίκου κ.α., Πολιτική ΄Εφεση 8767, ημερομηνίας 17.07.96, K.N.G. AUTOPARTS LTD v. Μιχάλη Ιωάννου, Πολιτική Έφεση 8872, ημερομηνίας 25.06.96 και UNION DES COOPERATIVES v. 1.APAK AGRO INDUSTRIES LTD κ.α., Πολιτική Έφεση 9476, ημερομηνίας 20.03.98). Πέραν όμως των ανωτέρω, αναφέρω ότι η εμπορική επωνυμία από μόνη της, ακόμη και αν θεωρήσουμε ότι είναι εγγεγραμμένη δυνάμει του περί Ομορρύθμων και Ετερορρύθμων Εταιρειών και Εμπορικών Επωνυμιών Νόμου, Κεφ. 116, κάτι που επαναλαμβάνω δεν έχει αποδειχθεί, δεν αποτελεί νομική οντότητα και δεν έχει νομική προσωπικότητα. Η εμπορική επωνυμία αποτελεί έννομο αγαθό το οποίο μάλιστα προστατεύεται από παραβιάσεις αλλά σίγουρα δεν αποτελεί νομική οντότητα. Είναι πάγια νομολογημένο ότι ιδιώτης / πρόσωπο έχει δικαίωμα άσκησης ποινικής υπόθεσης όταν τα δικαιώματά του επηρεάζονται άμεσα από την παράνομη πράξη (βλ. σύγγραμμα Α. Λοϊζου «Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας» σελ. 290, Αίπεια Λτδ V Sirocco Estates Co Ltd
(1997)2 Α.Α.Δ. 434,Panagiotis Ttofinis V Liozos Theocharides and Another
(1983)2 C.L.R. 363). Στην προκειμένη περίπτωση όμως είναι προφανές ότι δεν μπορεί να είναι παραπονούμενη η εμπορική επωνυμία αφού αφενός δεν αποτελεί νομική οντότητα / νομικό πρόσωπο και περαιτέρω επειδή δεν πλήττονται οιαδήποτε δικαιώματα της εμπορικής επωνυμίας η οποία εν πάση περιπτώσει δεν είναι και δεν δύναται να είναι φορέας δικαιωμάτων ή υποχρεώσεων. Αν επηρεάζονται άμεσα τα δικαιώματα οιουδήποτε αυτά είναι του νομικού προσώπου το οποίο λειτουργεί υπό την συγκεκριμένη εμπορική επωνυμία και κανενός άλλου. Συνεπώς αναφέρεται παραπονούμενοι στην προκειμένη περίπτωση δεν θα μπορούσε να είναι άλλοι παρά μόνον η εταιρεία D.Vasis Trading Ltd, οι οποίοι αποτελούν νομική οντότητα και λειτουργούν με την εμπορική επωνυμία που αναφέρεται στο κατηγορητήριο ως παραπονούμενη. Ας σημειωθεί εδώ ότι η κα Χ'' Κωστή κατά την σημερινή της εμφάνιση ενώπιον του Δικαστηρίου και με την ειλικρίνεια που την διακρίνει, έχει στην ουσία αποδεκτεί όλα τα ανωτέρω και ανέφερε ότι εκ παραδρομής η εμπορική επωνυμία εμφαίνεται σαν κατήγορος στην υπόθεση. Έχοντας λοιπόν υπόψη όσα αναφέρονται ανωτέρω και την δήλωση της κας Χ''Κωστή είναι προφανές ότι το αποτέλεσμα της παρούσας υπόθεσης αναπόφευκτα είναι η απόρριψη της υπόθεσης. Σε κάθε όμως περίπτωση και ανεξάρτητα από την μη ύπαρξη δικαιώματος έγερσης της παρούσας ποινικής υπόθεσης από πλευράς παραπονούμενης, σε ότι αφορά τον κατηγορούμενο 2 πιο συγκεκριμένα υπό τις περιστάσεις όπως πιο πάνω περιγράφονται κρίνω ότι η κλήση του σε απολογία θα έδιδε στην κατηγορούσα αρχή την ευχέρεια να διορθώσει τις ατέλειες και τα κενά που υπάρχουν στη μαρτυρία της. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι αποδεκτό στο ποινικό μας δίκαιο, όπου η απόδειξη της κατηγορίας και κάθε στοιχείου που τη συνιστά βαρύνει εξ΄ ολοκλήρου την κατηγορούσα αρχή. Συναφώς κενά αναφορικά με την ύπαρξη των πρωτογενών γεγονότων αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη ενώ δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσο εύλογες και αν είναι (βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363). Κατά συνέπεια κρίνω ότι δεν έχει αποδειχθεί εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον κατηγορούμενων 1 και 2, τους οποίους απαλλάσσω και αθωώνω στις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. (Υπ.) ................ Μ. Παπαθανασίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.