← Κύπρος

STROSSROUD CO LTD ν. Γαβριήλ Καλούδης, Αρ. Αγωγής: 2134/2012, 24/1/2014

STROSSROUD CO LTD ν. Γαβριήλ Καλούδης, Αρ. Αγωγής: 2134/2012, 24/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:B13 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ε. Γεωργίου- Αντωνίου, Ε. Δ. Αρ. Αγωγής: 2134/2012 Μεταξύ: STROSSROUD CO LTD Ενάγουσα -και- Γαβριήλ Καλούδης Εναγόμενος ------------------- Αίτηση ημερομηνίας 09/07/2013 για παραμερισμό της απόφασης ημερ.15/11/2013 εναντίον του Εναγόμενου Ημερομηνία: 24 Ιανουαρίου, 2014 Εμφανίσεις: Για Αιτητή-Εναγόμενο: κα Κώστα για Γ. Βασιλείου (για να ακούσει απόφαση η κα Καϊμακλιώτη) Για Καθ' ης η Aίτηση- Ενάγουσα: κ. Σαμμούτας Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την Αίτησή του, ημερομηνίας 09/07/2013, ο Αιτητής -Εναγόμενος επιδιώκει τον παραμερισμό ή/και την ακύρωση της απόφασης, ημερομηνίας 15/11/2013, που εκδόθηκε στην υπό κρίση αγωγή. Η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.17 θ.10, Δ.33θ.5 και 15, Δ.57, Δ.64 και Δ.48 θ.1-4 και στη γενική πρακτική και συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου. Υποστηρίζεται από την Ένορκη Δήλωση του Αιτητή-Εναγομένου. Στη Ένορκη Δήλωσή του αναφέρει ότι είναι ο Εναγόμενος και γνωρίζει πολύ καλά τα γεγονότα, σε σχέση δε με τα νομικά θέματα έχει λάβει συμβουλή από τους δικηγόρους του. Σύμφωνα με τον ομνύοντα το συγκεκριμένο Κλητήριο Ένταλμα ουδέποτε είχε έρθει σε γνώση του και είχε λάβει γνώση για την ύπαρξη της συγκεκριμένης αγωγής μετά από την επίδοση της Αίτησης Μηνιαίων Δόσεων, ημερομηνίας 02/04/13 και επικοινώνησε αμέσως με τον δικηγόρο του. Στις 02/07/13, που ήταν ορισμένη η Αίτηση Μηνιαίων Δόσεων, είχε κληθεί από το Δικαστήριο να αναγνωρίσει την υπογραφή του και ευθέως είχε αναφέρει ότι η συγκεκριμένη υπογραφή δεν ήταν δική του. Επιπρόσθετα είναι η θέση του ότι ο ίδιος δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην Ενάγουσα γιατί ο ίδιος εργαζόταν ως υπεργολάβος στην εταιρεία MAN CONTRACTORS & DEVELOPERS LTD, η οποία είχε αναλάβει την ανέγερση του πρατηρίου βενζίνης ιδιοκτησίας της Ενάγουσας Εταιρείας, και λόγω του ότι του οφειλόταν το ποσό των €4.280- είχε συμφωνηθεί η πληρωμή του σε είδος, ήτοι καύσιμα. Για το σκοπό αυτό του είχε παραχωρηθεί και σχετική εξουσιοδότηση. Η Ενάγουσα του είχε προμηθεύσει καύσιμα αξίας €1,184,59- και παραμένει υπόλοιπο το ποσό των €3,095.41. Οπόταν, δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό και η Ενάγουσα παράνομα και αδικαιολόγητα εξέδιδε χρεωστικά τιμολόγια αφού είχε υποχρέωση να τον προμηθεύει χωρίς οποιαδήποτε χρέωση, σύμφωνα με την εξουσιοδότηση της εταιρείας MAN CONTRACTORS & DEVELOPERS LTD. Σύμφωνα με τον ομνύοντα είναι άδικο να αποστερηθεί του δικαιώματος να υπερασπιστεί τον εαυτό του αφού η υπεράσπισή του είναι ουσιώδης και πραγματική και ο ίδιος δεν έχει οποιαδήποτε υποχρέωση στην Ενάγουσα. Αντίθετα του οφείλει η Ενάγουσα και όχι αυτός. Μόλις περιήλθε στην αντίληψή του ότι είχε εκδοθεί εναντίον του απόφαση χωρίς καθυστέρηση προχώρησε στην καταχώριση της συγκεκριμένης αίτησης. Καταλήγει ότι είναι συνταγματικό του δικαίωμα να ακουστεί λόγω του ότι η απουσία του ήταν δικαιολογημένη και όχι εσκεμμένη και δεν είχε πρόθεση να περιφρονήσει το Δικαστήριο. Η Αίτηση αντιμετωπίστηκε με Ένσταση στην οποία καταγράφηκαν τρεις

(3)λόγοι ένστασης, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως: Ότι η αγωγή είχε επιδοθεί δεόντως στον Εναγόμενο, ότι παρέλειψε να καταχωρίσει εμφάνιση και για αυτό η Ενάγουσα είχε προχωρήσει στην έκδοση της απόφασης και ότι το ποσό για το οποίο εκδόθηκε η απόφαση δεν είχε χρεωθεί στο λογαριασμό της MAN CONTRACTORS & DEVELOPERS LTD γιατί είχε δοθεί επιστολή, ημερομηνίας 27/02/12, στον Εναγόμενο ότι αν αγόραζε καύσιμα θα έπρεπε από την 01/03/12 να τα πληρώνει. Ως νομικό υπόβαθρο της Ένστασης καταγράφηκαν οι Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμοί Δ.48 θ.1-4, Δ.17 θ.10, Δ.26 θ.14, Δ.33 θ.5 και 15 και Δ.64 καθώς και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, οι γενικές αρχές του νόμου και της νομολογίας. Η Ένσταση υποστηρίχθηκε από την Ένορκη Δήλωση του κ. Κοσμά Κουρρή, ο οποίος είναι διευθυντής της Ενάγουσας και γνωρίζει καλά τα γεγονότα. Σύμφωνα με τον ομνύοντα ο Εναγόμενος - Αιτητής είχε λάβει γνώση του Κλητηρίου Εντάλματος γιατί του είχε γίνει προσωπική επίδοση στις 27/07/12. Η Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση είχε προμηθεύσει με καύσιμα τον Εναγόμενο - Αιτητή δυνάμει τιμολογίων ημερομηνίας 31/10/2011 για το ποσό €709-, 30/11/11 για το ποσό €543,50- και 29/02/12 για το ποσό €919,93-. Τα συγκεκριμένα ποσά είχαν χρεωθεί στην εταιρεία MAN CONTRACTORS & DEVELOPERS LTD. Στις 27/02/12 όμως η Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση με επιστολή της του είχε γνωστοποιήσει ότι η εξουσιοδότηση, ημερομηνίας 06/10/11, που του είχε παραχωρήσει η εταιρεία MAN CONTRACTORS & DEVELOPERS LTD είχε παύσει να ισχύει και από την 01/03/12 θα έπρεπε να πληρώνει τα καύσιμα που προμηθευόταν. Ο Εναγόμενος - Αιτητής είχε λάβει γνώση της επιστολής αλλά συνέχιζε να προμηθεύεται καύσιμα και όφειλε στην Ενάγουσα - Καθ' ης η Αίτηση, τον Μάρτιο 2012, το ποσό των €1,184.59- για το οποίο είχε εκδοθεί η απόφαση. Και οι δυο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις με γραπτές αγορεύσεις τις οποίες το Δικαστήριο έχει αναγνώσει και θα λάβει υπόψη του. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η Δ.17 θ.10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, επί της οποίας στηρίζεται η Αίτηση, αναφέρει τα πιο κάτω: "Where judgment is entered pursuant to any of the preceding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary such judgment upon such terms as may be just." Σε ελεύθερη μετάφραση στα Ελληνικά: «Όταν εκδοθεί απόφαση σύμφωνα με τους προηγηθέντες κανονισμούς αυτής της Διάταξης θα είναι νόμιμο διά το Δικαστήριο στη κατάλληλη περίπτωση να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει τέτοια απόφαση με όρους που θα ήθελαν φανεί δίκαιοι.» Όπως προκύπτει από τις πρόνοιες της πιο πάνω Διάταξης, ο παραμερισμός απόφασης που εκδόθηκε ερήμην ανάγεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, η άσκηση της οποίας έχει αναλυθεί με σαφήνεια σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. Γεωργίου κ.α. ν. Επάρχου Λεμεσού
(2000)1 Α.Α.Δ. 79, Imbrahim v. Pillar Enterprises Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 1243, Kourbatova v. V.G. Roussos Leisure Industries Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 345, «Βοθροτέξ» Λτδ ν. Φαντάκη
(2001)1 Α.Α.Δ. 339, Kean Soft Drinks Ltd v. Safm Lines N.V. κ.α.
(2001)Α.Α.Δ. 1784, Kings Head Development Co. Ltd v. Χριστοδούλου κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 533, Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 2118, Παπανικολάου ν. Κότσαπα
(2004)1 Α.Α.Δ. 1800) και πρόσφατα στην Κυριακή Τσεμελόγλου ν. Σοφοκλή Σοφοκλέους, Πολ. Έφ. 252/09, ημερ. 15/01/13. Κλασσική υπόθεση επί του θέματος, η οποία έχει υιοθετηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι η Evans v. Bartlam
(1937)ALL E.R. 646, όπου στη σελίδα 479 ο Lord Atkins αναφέρει: «The discretion is in terms unconditional. The Courts however, have laid down for themselves rules to guide them in the normal exercise of their discretion. One is that where the judgement was obtained regularly there must be an affidavit on the merit, meaning that the applicant must produce to the Court evidence that he has a prima facie defence.» Συνοπτικά, οι προϋποθέσεις για επιτυχία της Αίτησης είναι δύο. Αφ' ενός μεν θα πρέπει ο Αιτητής να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση στην αγωγή και, αφ' ετέρου, να προβάλει σοβαρή και εύλογη αιτιολόγηση για την απουσία του κατά την ημέρα της δίκης. Σε σχέση δε με τη δεύτερη προϋπόθεση, παραθέτω αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Παπανικολάου (ανωτέρω): «Όπως έχει επανειλημμένα τονισθεί, πρέπει να διασφαλίζονται από τη μια το δικαίωμα ακρόασης του διάδικου και από την άλλη η ανάγκη ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Η άνευ φειδούς επανάνοιξη υπόθεσης δημιουργεί αβεβαιότητα στην τελεσιδικία και γι' αυτό, αν η συμπεριφορά διαδίκου είναι τέτοια που πλήττει τα θεμέλια της απονομής της δικαιοσύνης και καταδεικνύει καταφρόνηση της δικαστικής διαδικασίας, το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί το αίτημα του διαδίκου.» Φαίνεται ότι σε περίπτωση που η απόφαση εκδόθηκε κανονικά, τότε είναι σχεδόν αλύγιστος κανόνας ότι πρέπει να υπάρχει Ένορκος Δήλωση επί της ουσίας. Ο Αιτητής θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση. Στην Κωνσταντινίδη v. Hissin
(2004)1 A.A.Δ. 1774, λέχθηκε ότι: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας.» Η πιο πάνω θέση υιοθετήθηκε και στην πρόσφατη απόφαση στην Πολ. Έφ.284/2008, Παναγιώτης Νέμιτσας v. Salwa Chaparian, ημερ.10/05/2011. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπεράσπισης και ούτε ο Aιτητής υποχρεούται να αποδείξει την υπεράσπισή του. Εκείνο που χρειάζεται είναι να φανεί από τα γεγονότα και τα στοιχεία που παρουσιάζονται, δηλαδή να αποδειχθεί με τα γεγονότα που παρουσιάζονται, ότι ο Αιτητής έχει καλή υπεράσπιση (βλ. Έλλη Κ. Χατζηνικολάου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2001)1Β Α.Α.Δ. 1179). Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η υπόθεση Phylactou v. Michael
(1982)1 C.L.R. 204, στην οποία ο Δικαστής Πικής (όπως ήταν τότε), επεξήγησε ότι θα ήταν αντινομικό εκ μέρους του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της ορθότητας οποιοδήποτε γεγονότων που τίθενται ενώπιόν του στο στάδιο της αίτησης, διότι το έργο του εξαντλείται στο να διακρίνει κατά πόσο αποκαλύπτεται επαρκής υπεράσπιση, που είναι και το βασικό κριτήριο που θα δικαιολογούσε το επανάνοιγμα της υπόθεσης. Πέραν της ύπαρξης εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης, που είναι η κύρια και πρωταρχική προϋπόθεση που λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο προτού ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια, λαμβάνει υπόψη του και κάποιους άλλους παρεμφερείς παράγοντες. Ένας από αυτούς είναι και η εξήγηση των λόγων παράλειψης εμφάνισης καθώς επίσης και του χρόνου που διέρρευσε από την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου μέχρι την καταχώριση της αίτησης για παραμερισμό. Από τη νομολογία προκύπτει ότι αν και η δικαιολογία που θα προβάλει ο Αιτητής για τη μη εμφάνισή του στο Δικαστήριο, είναι ένας παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, εντούτοις είναι σε καθαρές περιπτώσεις παντελούς έλλειψης ενδιαφέροντος που η μη εμφάνιση αποτελεί τροχοπέδη στο επανάνοιγμα της υπόθεσης. Στην υπόθεση Βίκα Πίκα Ντίσκο Λτδ v. Χαράλαμπου Σπανούδη
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 28, λέχθηκε ότι το βασικό κριτήριο για το επανάνοιγμα μιας υπόθεσης είναι κατά πόσο ο Αιτητής ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Τα υπόλοιπα κριτήρια, όπως π.χ. η επιμέλεια την οποία επέδειξε και η ταχύτητα με την οποία έδρασε μετά την έκδοση της απόφασης εναντίον του, μολονότι είναι στοιχεία που μετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου, δεν αναιρούν το πιο ουσιώδες, την ύπαρξη δηλαδή εκ πρώτης όψεως καλής υπεράσπισης. Ο Αιτητής οφείλει να δράσει άμεσα από την ημερομηνία που θα λάβει γνώση για την έκδοση απόφασης εναντίον του. Όπως έχει λεχθεί στη Mine & Quarry Services Ltd v. Γεωργίου
(1993)1 Α.Α.Δ. 36, η ανεξήγητη αργοπορία είναι παράγοντας που προσμετρά κατά του διαδίκου που παρέλειψε να κινηθεί με την πρώτη δυνατή ευκαιρία για να διεκδικήσει το δικαίωμα να ξανανοίξει την υπόθεσή του. Στην υπόθεση Σκάρος v. 1. Π. Χριστοδούλου κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 291 καταγράφηκαν τα ακόλουθα: «Η γενική αρχή του δικαίου όπως προκύπτει από τις πιο πάνω αποφάσεις είναι ότι για να επιτύχει τον παραμερισμό μιας απόφασης ο αιτητής θα πρέπει να πείσει ότι έχει μια εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση στην απαίτηση που προβάλλεται εναντίον του. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια το Δικαστήριο θα πρέπει να λάβει σοβαρά υπόψη από τη μια την ανάγκη διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Όμως η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης μπορεί να αποτελέσει λόγους για την απόρριψη της αίτησης.» Πρωταρχικό έργο του Δικαστηρίου σε τέτοιας φύσεως αιτήσεις, είναι να ισοζυγίσει τους δύο παράγοντες που είναι θεμελιώδεις για την απονομή της δικαιοσύνης, την ανάγκη από τη μια αποτελεσματικής διασφάλισης του δικαιώματος ακρόασης του διαδίκου και την ανάγκη από την άλλη διασφάλισης της ταχείας διεκπεραίωσης των δικαστικών υποθέσεων. Η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στο κατά πόσο θα διατάξει τον παραμερισμό μιας απόφασης ή όχι, συναρτάται άμεσα από τη συμπεριφορά που επιδεικνύει ο Αιτητής έναντι της δικαστικής διαδικασίας. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Phylactou v. Michael (ανωτέρω), όπου η συμπεριφορά του Αιτητή είναι αδικαιολόγητη και προσβλητική σε βαθμό καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο μπορεί να μην διατάξει τον παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Ερχόμενη στην υπό κρίση υπόθεση, ο Αιτητής προβάλει τη θέση ότι έχει καλή εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, παραθέτοντας τα γεγονότα που την υποστηρίζουν. Στην υπόθεση Βύρων Τεγκεράκης, διαχειριστής της περιουσίας της αποβιωσάσης Κορίνας Τεγκεράκη (Χατζηπαναγή) Γιαννή v. Δήμου Λευκωσίας
(2005)1 Α.Α.Δ. 289 λέχθηκε ότι: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης προϋποθέτει και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση της εκδοχής του αιτητή, δηλαδή προϋποθέτει την προσκόμιση στο Δικαστήριο κάποιων αποδεικτικών στοιχείων και μαρτυρίας υπό μορφή ένορκης δήλωσης, που να υποστηρίζουν την εκδοχή του αιτητή.» Στην υπόθεση Milouca Motor Trading Ltd v. Χρύσανθου Κούρτη,
(1997)1 Α.Α.Δ. 941, στη σελ.945, επεξηγούνται οι αρχές. Παρατίθενται δε τα πιο κάτω αποσπάσματα από αυτήν: «Εάν ένας διάδικος μπορεί απρόσκοπτα να επιδιώκει το επανάνοιγμα υπόθεσης, η σφραγίδα της οριστικότητας την οποία φέρει η απόφαση και όλα όσα αυτό εξυπακούει, καθώς και η βεβαιότητα την οποία προάγει στη διαχείριση των υποθέσεων του ανθρώπου θα απολεσθούν με οδυνηρές συνέπειες για την απονομή της δικαιοσύνης.» . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . «Το απαύγασμα της νομολογίας κατατείνει στο ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να επιδεικνύει υπέρμετρο ζήλο στην αποστέρηση του δικαιώματος του διαδίκου να ακουστεί νοουμένου ότι αποκαλύπτει υπεράσπιση. Εντούτοις το Δικαστήριο μπορεί, παρά ταύτα, να αρνηθεί να επανανοίξει την υπόθεση, εάν η διαγωγή του είναι τέτοια, ώστε να πλήττει το θεμέλιο της απονομής της δικαιοσύνης. Όπου η διαγωγή του διαδίκου ο οποίος εξαιτείται τον παραμερισμό εκδοθείσας απόφασης, είναι ασυγχώρητη, περιφρονητική μέχρι βαθμού καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας ή των δικαιωμάτων του αντιδίκου, το Δικαστήριο δύναται ενασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια να αρνηθεί να παραμερίσει την απόφαση.» Στην προαναφερθείσα απόφαση, παρόλο που το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε ότι αποδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, το στοιχείο αυτό δεν κρίθηκε αρκετό για τον παραμερισμό της απόφασης και θεωρήθηκε καθοριστικό το στοιχείο της αργοπορίας στη λήψη μέτρων. Η εν λόγω απόφαση επικυρώθηκε από το Εφετείο (βλ. επίσης Sabin Zehil v. Neil Roberts
(2009)1 (A) Α.Α.Δ.678, στη σελ.685). Ερχόμενο το Δικαστήριο στην επίδικη Αίτηση και αρχίζοντας από το στοιχείο της μη εμφάνισης, θα πρέπει να αναφερθεί ότι η αγωγή, σύμφωνα με το περιεχόμενο του δικαστικού φακέλου, είχε επιδοθεί στον Εναγόμενο- Αιτητή, στις 27/07/12. Το γεγονός αυτό ο ίδιος το αμφισβητεί και ισχυρίζεται ότι η αγωγή δεν είχε περιέλθει σε γνώση του ενώ επιπρόσθετα προβάλλει την θέση ότι είχε λάβει γνώση της αγωγής μετά από την επίδοση της αίτησης μηνιαίων δόσεων και ενήργησε άμεσα όταν εμφανίστηκε στο Δικαστήριο, στις 02/07/13 και αμφισβήτησε την επίδοση της αγωγής. Αμέσως μετά, στις 09/07/13,καταχωρίστηκε η υπό κρίση αίτηση. Απ' τα πιο πάνω, προκύπτει ότι ο Εναγόμενος - Αιτητής έδρασε άμεσα και προχώρησε χωρίς καθυστέρηση με τη λήψη μέτρων για παραμερισμό της εκδοθείσας απόφασης. Έχοντας λοιπόν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι δόθηκε από τον Εναγόμενο - Αιτητή ικανοποιητική και εύλογη εξήγηση για την παράλειψη καταχώρησης Σημειώματος Εμφάνισης στην παρούσα αγωγή, έρχομαι τώρα στην εξέταση του θέματος κατά πόσο αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπεράσπιση στην αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη ότι δεν απαιτείται απόδειξη των γεγονότων που στοιχειοθετούν την υπεράσπιση (βλ. Μαρία Λευκίδου v. Άριστος Κανναουρίδης
(1999)1 (Α) Α.Α.Δ. 528). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Καλλής Ξενοφών v. Alpha Bank Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 793, στη σελίδα 799: «Αντλώντας κατεύθυνση από τη νομολογία, η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούσει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον Αιτητή μιας εκδοχής, διαφορετικής από αυτή του Ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύεται μέσα από τους ίδιους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετείται χρήσιμος σκοπός επιλύσεως της διαφοράς των διαδίκων . αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σ' αυτούς κάποια βαρύτητα θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει, τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων, όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών.» Το βάρος απόδειξης της ύπαρξης καλής υπεράσπισης το φέρει ο Αιτητής. Ο ισχυρισμός του Εναγόμενου-Αιτητή, όπως αυτός καταγράφεται στην παράγραφο 4 της Ένορκης Δήλωσης, καταδεικνύει ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ή συζητήσιμη υπόθεση ή, εν πάση περιπτώσει, θα ήταν παρακινδυνευμένο να αποκλεισθεί η υπεράσπισή του. Ο ίδιος έχει επισυνάψει μια επιστολή της εργοδότριας εταιρείας του, ημερομηνίας 06/11/11, προς την Ενάγουσα με την οποία την εξουσιοδοτεί να προμηθεύσει τον Εναγόμενο με καύσιμα αξίας €4.280-. Ο διευθυντής της Ενάγουσας, στην παράγραφο 5 της Ένορκης Δήλωσής του, ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα είχε προμηθεύσει τον Εναγόμενο με καύσιμα αξίας €2.172,43-. Οπόταν, αν έτσι έχουν τα πράγματα ο Εναγόμενος δεν οφείλει το συγκεκριμένο ποσόν. Έπεται ότι πληρούται η βασική προϋπόθεση για παραμερισμό της απόφασης. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Μιχάλης Πατούρης ν. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2118, στη σελίδα 2124: «Ενέχει δυνητικά το στοιχείο της πειστικότητας υπεράσπιση η οποία είναι λογικοφανής βασισμένη σε γεγονότα που την καθιστούν συζητήσιμη. Εφόσον η προβαλλόμενη υπεράσπιση έχει αυτά τα χαρακτηριστικά καθίσταται συζητήσιμη. Όπου ελλείπει η αναγκαία θεμελίωση η αίτηση απορρίπτεται.» Στην υπόθεση Παναγιώτης Νέμιτσας ν. Salwa Chaparian, Πολ. Εφ.284/2008, ημερ.10/05/2011, παραπέμποντας στην υπόθεση Κωνσταντινίδης ν. Hissin
(2004)1 Α.Α.Δ. 1774, λέχθηκε από τη Δικαστή Παπαδοπούλου ότι: «Η αποκάλυψη εκ πρώτης όψεως συζητήσιμης υπεράσπισης, προκειμένου να επιτύχει η αίτηση για παραμερισμό, συνιστά πρωταρχικό παράγοντα ο οποίος λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο κατά την ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας.» Με βάση τις πιο πάνω αρχές και εφόσον το Δικαστήριο έχει ήδη αποφασίσει ότι δεν υπήρξε καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση Αίτησης μετά που ο Εναγόμενος έλαβε γνώση για την ύπαρξη της απόφασης, κρίνω ότι η παρούσα είναι από τις περιπτώσεις που θα πρέπει να επιτραπεί στον Εναγόμενο να καταχωρίσει υπεράσπιση στην αγωγή. Για όλα τα πιο πάνω, ασκώντας τη διακριτική ευχέρεια που έχει το Δικαστήριο επί του θέματος, θα εγκρίνω την Αίτηση με όρους που θα σχετίζονται με τα έξοδα. Η απόφαση που εκδόθηκε στις 15/11/2012 παραμερίζεται, υπό τον όρο ότι ο Εναγόμενος θα καταβάλει όλα τα μέχρι τώρα συσσωρευθέντα δικηγορικά έξοδα εντός 30 ημερών από την ημέρα που η Ενάγουσα -Καθ' ης η Αίτηση θα του κοινοποιήσει κατάλογο του Πρωτοκολλητή που θα τα εγκρίνει εκτός εάν η εν λόγω προθεσμία παραταθεί από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................ Ε. Γεωργίου Αντωνίου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.