Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Andrei Gearba κ.α., Υπόθεση αρ.: 21658/2011, 29/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:B14 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 21658/2011 Μεταξύ: Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας και 1. Andrei Gearba 2. Alexandru Constandin Gearba Κατηγορουμένων 29 Ιανουαρίου, 2014. Για την κατηγορούσα αρχή, εμφανίζεται ο κ. Θ. Παπανικολάου Για τους κατηγορουμένους αρ. 1 και 2, εμφανίζεται η κα Μ. Μικελλίδου Κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2, παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η (άρθρο 74
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155) Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 («οι κατηγορούμενοι») διώκονται για το αδίκημα της επίθεσης η οποία προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη (άρθρο 243 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια). Ως λεπτομέρειες αδικήματος καταγράφονται οι εξής: «Οι κατηγορούμενοι στις 03.06.2011 στη Λεωφ. Μακαρίου στη Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας παράνομα επιτέθηκαν στον Ηλία Χατζιηλία από την Λάρνακα και προξένησαν σε αυτόν πραγματική σωματική βλάβη». Οι κατηγορούμενοι αρνούνται ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για να αποδειχθεί η υπόθεση κλήθηκαν και κατέθεσαν, ενώπιον του Δικαστηρίου, ο παραπονούμενος Ηλίας Χατζιηλία (Μ.Κ.1), ο εξεταστής της υπόθεσης αστυφύλακας 2189 Λ. Αντωνίου (Μ.Κ.2) και ο κυβερνητικός ιατρός Δρ. Σωτήρης Πάμπου (Μ.Κ.3). Επιπλέον της ένορκης προφορικής μαρτυρίας τους, τα πρόσωπα αυτά επαρουσίασαν και έγγραφη μαρτυρία. Επαρουσιάσθηκαν και εσημειώθηκαν, ως τεκμήρια, οι γραπτές καταθέσεις του Ηλία Χατζιηλία (Μ.Κ.1) στην αστυνομία ημερ. 10.06.2011 και 08.07.2011 (τεκμήρια 1 και 2, αντιστοίχως), η γραπτή κατάθεση του αστυφύλακα 2189 Λ. Αντωνίου (Μ.Κ.2) ημερ. 14.11.2011 (τεκμήριο 3), η γραπτή κατάθεση της Ανθούσας Σταυριανού στην αστυνομία ημερ. 05.07.2011 (τεκμήριο 4) και έγγραφο στο οποίο καταγράφεται το παραπεμπτικό του Ηλία Χατζιηλία (Μ.Κ.1) στον επί καθήκοντι κυβερνητικό ιατρό του Γενικού Νοσοκομείου Λάρνακας ημερ. 04.06.2011 καθώς και τα ευρήματα του ιατρού μετά από την εξέταση (τεκμήριο 5). Από τη μαρτυρία την οποία προσήξε η κατηγορούσα αρχή προκύπτει πώς η σύλληψη των κατηγορουμένων και η προσαγωγή τους ενώπιον του Δικαστηρίου βασίζεται, αποκλειστικώς και μόνον, στην οπτική αναγνώριση (visual identification) και την υπόδειξή τους από τον Ηλία Χατζιηλία (Μ.Κ.1) έναν και πλέον μήνα μετά το επίδικο περιστατικό. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, δηλ. το βράδυ της 03.06.2011, οι κατηγορούμενοι ήσαν άγνωστοι στον Ηλία Χατζιηλία (Μ.Κ.1). Αυτός ανεγνώρισε τους κατηγορουμένους και τους υπέδειξε στην αστυνομία, ως τα πρόσωπα τα οποία του επετέθηκαν, το απόγευμα της 4.07.2011, αφού τους εντόπισε στο χώρο εργασίας τους, σε ένα πρατήριο καυσίμων. Από τα όσα ο Ηλίας Χατζιηλία (Μ.Κ.1) και ο αστυφύλακας 2189 Λ. Αντωνίου (Μ.Κ.2) αναφέρουν στις γραπτές καταθέσεις τους (τεκμήρια 1 έως και 3) και εδήλωσαν ενώπιον του Δικαστηρίου η επίδικη επίθεση και η διαδικασία αναγνώρισης των κατηγορουμένων παρουσιάζονται να εξελίχθηκαν ως εξής: Το βράδυ της 03.06.2011 ο Ηλίας Χατζιηλία (Μ.Κ.1) δέχθηκε δύο διαδοχικές επιθέσεις. Η δεύτερη επίθεση έλαβε χώρα περί τις 21:30 σε χώρο έξω από ένα περίπτερο. Ο χώρος είχε «φωτισμό καλό», «προβολείς» και τα «φώτα (κάποιας) μπυραρίας». Τη δεύτερη επίθεση την διενήργησαν «περίπου 10 πρόσωπα πιθανόν Ρουμάνοι ..... (οι οποίοι) άρχισαν να ..... κτυπούν (τον Ηλία Χατζιηλία (Μ.Κ.1)) με τα χέρια τους σε διάφορα μέρη του σώματος του ...... τότε ήρθε κοντά (του) ο ιδιοκτήτης της μπυραρίας «Αnonymous» ........ και έδιωξε τα εν λόγω πρόσωπα ......» (τεκμήριο 1). Ο Ηλίας Χατζιηλία (Μ.Κ.1) αντελήφθηκε πώς οι επιτιθέμενοι ήταν Ρουμάνοι «που τη γλώσσα που μιλούσαν και που τη φασαρία που εκάμναν και λόγω το ότι (ο ίδιος ασχολείται) σε ποδοσφαιρικές ομάδες που είχαν να κάνουν με πολλούς Ρουμάνους και αναγνωρίζ(ει) τη γλώσσα». Ο Ηλίας Χατζιηλία (Μ.Κ.1) έδωσε κατάθεση στην αστυνομία στις 10.06.2011, δηλαδή 7 ημέρες μετά το επίδικο περιστατικό. Έναν περίπου μήνα αργότερα, και συγκεκριμένα στις 04.07.2011, περί τις 14:00, ο Ηλίας Χατζιηλία (Μ.Κ.1) μετέβηκε στο αρμόδιο αστυνομικό τμήμα «και ανέφερε (στον αστυφύλακα 2189 Λ. Αντωνίου (Μ.Κ.2)) ότι είδε και αναγνώρισε δύο από τα πρόσωπα που του επιτέθηκαν και τον κτύπησαν και ότι αυτοί εργάζονται στο πρατήριο καυσίμων LUKOIL στην Λεωφόρο Μακαρίου στη Λάρνακα .....» (τεκμήριο 3). Ο αστυφύλακας 2189 Λ. Αντωνίου (Μ.Κ.2) μετέβηκε αμέσως στο πρατήριο, συνοδευόμενος από τον Ηλία Χατζιηλία (Μ.Κ.1) και έναν λοχία. Εκεί, ο Ηλίας Χατζιηλία (Μ.Κ.1) του υπέδειξε τους κατηγορουμένους, οι οποίοι είναι Ρουμάνοι, ως δύο από τους επιτιθεμένους το βράδυ της 3.06.2012. Ο αστυφύλακας 2189 Λ. Αντωνίου (Μ.Κ.2) ενημέρωσε σχετικώς τους κατηγορουμένους. Και οι δύο κατηγορούμενοι αρνήθηκαν τα όσα τους απεδώθηκαν (τεκμήριο 3). Την επομένη, δηλαδή στις 05.07.2013, οι κατηγορούμενοι έδωσαν γραπτές καταθέσεις στην αστυνομία. Αυθημερόν κατηγορήθηκαν γραπτώς και αρνήθηκαν ενοχή (τεκμήριο 4). Παρατηρείται πως από τη γραπτή κατάθεση του Ηλία Χατζιηλία (Μ.Κ.1) στην αστυνομία ημερ. 10.6.2011 (τεκμήριο 1) απουσιάζει οιαδήποτε περιγραφή των αγνώστων, σε αυτόν, επιτεθεμένων. Παρατηρείται, επίσης, πως η κατάθεση αυτή (τεκμήριο 1) είναι ελλειπτική εφ΄ όσον ουδεμία αναφορά γίνεται στη διάρκεια του επίδικου περιστατικού και στο κατά πόσον ο Ηλίας Χατζιηλία (Μ.Κ.1) είχε την δυνατότητα παρατήρησης των επιτιθεμένων. Ερωτήσεις και υποβολές που τέθηκαν σε μάρτυρες κατηγορίας δηλώνουν πως η υπεράσπιση αρνείται την ορθότητα της οπτικής αναγνώρισης (visual identification) των κατηγορουμένων. Η άρνηση αυτή αναδεικνύει, ως προκριματικό ζήτημα, την εξέταση της νομιμότητας και της ποιότητας της οπτικής αναγνώρισης (visual identification) των κατηγορουμένων. Ας σημειωθεί πώς η νομιμότητα και η ποιότητα της αναγνώρισης υπόπτου συναρτάται με την εφαρμογή των διαδικασιών που καθιέρωσαν σχετικώς οι διωκτικές αρχές καθώς και με την ικανοποίηση των κριτηρίων που έθεσε σχετικώς η νομολογία. Παρά το ότι, μετά το πέρας προσαγωγής μαρτυρίας εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, η υπεράσπιση επέλεξε να μην υποβάλει οιανδήποτε εισήγηση, εντούτοις, το Δικαστήριο, εκ καθήκοντος, θα εξετάσει στο στάδιο αυτό, το ως άνω προκριματικό ζήτημα. Ας σημειωθεί πώς «...ένας κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία όταν, (Ι). Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή (ΙΙ). Η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει πάνω σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου» (Technotent K. Γ. Γιώργατσος Λτδ ν. Ορφανίδου
(2004)2 Α.Α.Δ. 388, 392). Το βάρος απόδειξης που φέρει η κατηγορούσα αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της διαφέρει από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσης η οποία να δημιουργεί υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Εάν η μαρτυρία που παρουσιάζει η κατηγορούσα αρχή είναι τέτοιας ποιότητας ώστε θα ήταν επισφαλές να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί τη βάσει αυτής και μόνον, τότε η υπόθεση απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία. Γενικός Εισαγγέλεας ν. Κουννίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, 86-7. Όμως, στο τελικό στάδιο, το κριτήριο για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου είναι αυστηρό. Τα εξαχθέντα συμπεράσματα πρέπει να είναι τόσον ισχυρά ώστε η ενοχή να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9). Για το θεμιτό της συζήτησης, κατά το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, θεμελιακών ζητημάτων που αφορούν στην ευθύνη του κατηγορουμένου, εφ΄όσον οι συνθήκες το επιτρέπουν, παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εντίμου Δικαστού κ. Ναθαναήλ στις Ποινικές Εφέσεις αρ. 5/2012 κ.α. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Δράκου κ.α. ημερ. 11.12.2012. «.......... το εκ πρώτης όψεως στάδιο αποτελεί θεμελιώδες στάδιο της ποινικής δίκης προστατεύοντας τον κατηγορούμενο από τη συνέχιση της δίκης ασκόπως ή για λόγους που δεν άπτονται ή δεν αφορούν την καθαυτή και καλώς νοούμενη απονομή της δικαιοσύνης. Στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, η κατηγορούσα αρχή έχει ήδη ολοκληρώσει την υπόθεση της. Έχει παραθέσει όλη τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση της εναντίον του κατηγορουμένου, (Charalambos Savva "Pambos" v. Police
(1986)2 C.L.R. 30). Αν η μαρτυρία αυτή εκτιμώμενη στο απόγειο της δεν στοιχειοθετεί ή θεμελιώνει ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή είναι αντινομική και εγγενώς συγκρουόμενη μεταξύ της, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα άφηνε την υπόθεση να προχωρήσει, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται απαλλαγής από το στάδιο αυτό. Όπως το θέτει ο Murphy on Evidence, 8η έκδ., σελ. 77: «The case is fatally defective in law. The defendant could safely refuse to call any evidence, and if the judge found for the claimant, the judgment would be set aside on appeal.» Σε μετάφραση: «Η υπόθεση είναι θνησιγενώς ελαττωματική κατά νόμο. Ο κατηγορούμενος με ασφάλεια μπορεί να αρνηθεί να καλέσει οποιαδήποτε μαρτυρία, και αν ο δικαστής αποφασίσει υπέρ της κατηγορούσας αρχής, η απόφαση θα ακυρωθεί κατ΄ έφεση.» Τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο που το ίδιο το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν θέσει ζήτημα ο κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν τα προαναφερθέντα. Αυτό, διότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας, εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του και παρουσιάσει μαρτυρία. Άλλωστε, το εκ πρώτης όψεως βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα αρχή, μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει, ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης. Δεν υπάρχει λοιπόν εγγενώς οποιοδήποτε νομικό πρόβλημα ή εμπόδιο για ένα Δικαστήριο να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από το εκ πρώτης όψεως στάδιο, εφόσον καθοδηγείται ορθά από τις νομολογιακές παραμέτρους. Αντίθετα επιβάλλεται, όταν οι συνθήκες της υπόθεσης το απαιτούν.» Η κατανόηση και η αποδοχή, εκ μέρους των διωκτικών αρχών, των κινδύνων που εμφιλοχωρούν στην αναγνώριση υπόπτου οδήγησε στην εισαγωγή της Αστυνομικής Διαταγής αρ. 3/8 η οποία καθορίζει τις ακολουθητέες διαδικασίες κατά την αναγνώριση προσώπων και περιουσίας. Μεταξύ άλλων, η Διαταγή αυτή διαλαμβάνει και τα εξής: «ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΤΙΚΕΣ ΜΕΘΟΔΟΙ (Α.Δ. 3/8) 1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ «
(1)Η εξακρίβωση της ταυτότητας αγνώστων προσώπων είναι θέμα το οποίο αντιμετωπίζεται συχνά από την Αστυνομία. Οι πιο συνηθισμένες μέθοδοι αναγνώρισης προσώπων που χρησιμοποιούνται είναι οι ακόλουθες: (α) Με φωτογραφίες (β) Με παράταξη προσώπων (γ) Επιστημονική απόδειξη της ταυτότητας με τον τρόπο δράσης (MODUS OPERANDI) και από τα προσωπικά ελαττώματα ή ιδιορρυθμίες του δράστη. (δ) Επιστημονική απόδειξη της ταυτότητας με τα δακτυλικά αποτυπώματα. (ε) Επιστημονική απόδειξη της ταυτότητας με το γραφικό χαρακτήρα. (στ) Επιστημονική απόδειξη της ταυτότητας με ετοιμασία ηλεκτρονικού σκίτσου. (ζ) Επιστημονική απόδειξη της ταυτότητας με τη μέθοδο D.N.A. κ.λ.π.
(2)ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ
(1)Η αξιοπιστία που θα αποδοθεί σε τέτοιες αναγνωρίσεις εξαρτάται από την παρατηρητικότητα, τη μνήμη και το χαρακτήρα του προσώπου που κάνει την αναγνώριση. Η Αστυνομία όταν συλλέγει τέτοιου είδους μαρτυρία, πρέπει να ενεργεί με προσοχή ώστε η αξιοπιστία τέτοιας μαρτυρίας να μη μπορεί να αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση ή και το Δικαστήριο.
(2)Η ικανότητα κάποιου να βλέπει και να αναγνωρίζει άτομα από απόσταση δεν είναι η ίδια σε όλα τα πρόσωπα. Ο μάρτυρας στην περιγραφή του πρέπει να αναφέρει την απόσταση που είδε το άτομο, αν ο φωτισμός ήταν επαρκής, αν η όραση του είναι καλή, τυχόν ιδιορρυθμίες του υπόπτου, για πόσο χρονικό διάστημα τον έβλεπε, αν είναι γνωστός του κ.λ.π.
(3)Ο Αστυνομικός να προσπαθεί να εξασφαλίζει την καλύτερη δυνατή περιγραφή του υπόπτου, την οποία να περιλαμβάνει στην κατάθεση του μάρτυρα. Όταν ο μάρτυρας είναι σε θέση να περιγράψει με λεπτομέρεια τον ύποπτο και πρόκειται για σοβαρή υπόθεση, να καλείται ειδικός ο οποίος να κάνει το σκίτσο του υπόπτου, το οποίο να διανέμεται μεταξύ των μελών της Αστυνομίας και με την έγκριση του Αστ. Διευθυντή Τμήματος Γ΄ να δημοσιεύεται στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. ----------------------------------------------------------------------------------------------------------------
(5)ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΣΕ ΠΟΛΥΣΥΧΝΑΣΤΟ ΜΕΡΟΣ Όταν ύποπτος δεν συνελήφθηκε και πιθανόν να βρίσκεται σε πολυσύχναστο μέρος όπως σε αγορές, εργοστάσια κ.λ.π. η αναγνώριση του να γίνεται ως ακολούθως:
(1)Συγκεντρώνονται πληροφορίες ως προς τις κινήσεις του υπόπτου.
(2)Ο μάρτυρας να μεταφέρεται στο μέρος που θα γίνει η αναγνώριση.
(3)Να λεχθεί στο μάρτυρα να υποδείξει τον ύποπτο, σε περίπτωση που θα τον δει.
(4)Ο μάρτυρας να μην υποβοηθηθεί στην αναγνώριση με οποιοδήποτε τρόπο.
(5)Αν ο ύποπτος αναγνωρισθεί και πει οτιδήποτε το ενοχοποιητικό, να του επιστηθεί η προσοχή του στο Νόμο και να σημειωθεί αυτό που θα πει.
(6)Να φωτογραφίζεται η περιοχή που έγινε η αναγνώριση». Η Αγγλική αυθεντία η οποία πραγματεύεται διεξοδικά το ζήτημα της οπτικής αναγνώρισης υπόπτου (visual identification), των κινδύνων που εμφιλοχωρούν σε μια τέτοια αναγνώριση και των διαδικασιών που πρέπει να ακολουθούνται για τον αποκλεισμό, στο μέτρο του δυνατού, σφάλματος, είναι η R. ν. Turnbull
(1976)3 All E.R. 549. Η απόφαση αυτή απετέλεσε σημείο αναφοράς σε πολλές Κυπριακές αποφάσεις (Θεοδωρίδης ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 160, 166). Επί τη βάσει των αποφασισθέντων στην R. ν. Turnbull (ανωτέρω) προκύπτουν και τα εξής: Όπου η υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου βασίζεται αποκλειστικώς ή κυρίως στην ορθότητα μίας ή περισσότερων αναγνωρίσεών του, τις οποίες η υπεράσπιση εγκαλεί ως εσφαλμένες, το Δικαστήριο εξετάζει με ιδιαίτερη προσοχή την ποιότητα της μαρτυρίας περί της αναγνώρισης (the quality of the identification evidence). Η μαρτυρία περί της αναγνώρισης κρίνεται ως υψηλής ή χαμηλής ποιότητας, αναλόγως, επί τη βάσει των απαντήσεων στα ακόλουθα ερωτήματα: Ποία υπήρξε η διάρκεια της παρατήρησης του κατηγορουμένου από τον μάρτυρα; Από ποία απόσταση ο μάρτυρας παρετήρησε τον κατηγορούμενο; Υπό ποίες συνθήκες φωτισμού ο μάρτυρας παρετήρησε τον κατηγορούμενο; Παρεμποδίζετο η παρατήρηση από οιονδήποτε παράγοντα; Είχε δει ο μάρτυρας τον κατηγορούμενο προηγουμένως, και εάν ναι, πόσες φορές; Εάν ο μάρτυρας έτυχε να δει τον κατηγορούμενο προηγουμένως, υπήρχε οιοσδήποτε λόγος για να τον θυμάται; Πόσος χρόνος διέρρευσε από την αρχική παρακολούθηση έως και την αναγνώριση του κατηγορουμένου; Υπάρχει οιαδήποτε ουσιώδης απόκλιση μεταξύ της περιγραφής του κατηγορουμένου, η οποία αρχικώς εδόθη από τον μάρτυρα στην αστυνομία, και της πραγματικής εμφάνισης του; (R. ν. Turnbull (ανωτέρω) 552). Εάν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η ποιότητα της μαρτυρίας περί της αναγνώρισης είναι χαμηλή (the quality of the identifying evidence is poor) γιατί, επί παραδείγματι, αυτή βασίζεται αποκλειστικώς σε ένα φευγαλέο βλέμμα (a fleeting glance) ή σε μία μεγαλύτερης διάρκειας παρατήρηση η οποία, όμως, έγινε υπό δύσκολες συνθήκες (a longer observation made in difficult conditions) και εφ΄ όσον δεν υπάρχει άλλη μαρτυρία η οποία να υποστηρίζει την ορθότητα της αναγνώρισης, τότε η υπόθεση θα πρέπει να απορριφθεί από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως (R. ν. Turnbull (ανωτέρω) 553). Εν προκειμένω, η εξέταση της μαρτυρίας που επαρουσίασε η κατηγορούσα αρχή, υπό το πρίσμα των ανωτέρω, αποκαλύπτει πώς η οπτική αναγνώριση (visual identification) των κατηγορουμένων από τον Ηλία Χατζιηλία (Μ.Κ.1) αφ΄ ενός έγινε κατά παράβασιν των διαδικασιών αναγνώρισης υπόπτου, ως αυτές καθορίζονται από την Αστυνομική Διαταγή αρ. 3/8, και αφ΄ ετέρου είναι πολύ χαμηλής ποιότητας. Για τα διακεκριμένα αυτά ελαττώματα, τα οποία συντρέχουν, παρατηρούνται, ειδικώτερα, τα εξής; Πρώτον, λαμβάνοντας κατάθεση από τον Ηλία Χατζιηλία (Μ.Κ.1) ο επί καθήκοντι αστυφύλακας δεν μερίμνησε ώστε «να εξασφαλί(σ)ει την καλύτερη δυνατή περιγραφή τ(ων) υπόπτ(ων), την οποία να περιλά(βει) στην κατάθεση του μάρτυρα» ως η παρα.
(2)
(2)της Αστυνομικής Διαταγής 3/8 ορίζει (δείτε ανωτέρω). Πρόκειται για παράλειψη καθοριστικής σημασίας εφ΄ όσον καθιστά αδύνατη τη σύγκριση μεταξύ των προσώπων τα οποία ο Ηλίας Χατζιηλία (Μ.Κ.1) ισχυρίζεται ότι είδε κατά τον ουσιώδη χρόνο και των προσώπων τα οποία ο ίδιος μάρτυρας ισχυρίζεται ότι ανεγνώρισε στο πρατήριο καυσίμων ένα μήνα αργότερα. Εν πάση περιπτώσει, η διερεύνηση της υπόθεσης εκ μέρους της αστυνομίας υπήρξε υποτυπώδης. Πληροφορηθέντες για το επίδικο περιστατικό, οι αρμόδιοι αστυνομικοί περιορίσθηκαν να παρεπέμψουν τον Ηλία Χατζιηλία (Μ.Κ.1) στον επί καθήκοντι κυβερνητικό ιατρό για εξέταση στις 4.6.2011 (τεκμήριο 5), να λάβουν γραπτή κατάθεση από αυτόν στις 10.6.2011 (τεκμήριο 1) και να τον συνοδεύσουν, στις 4.7.2011, σε πρατήριο καυσίμων, για την αναγώριση και υπόδειξη των υπόπτων. Μάλιστα, η μετάβαση των αρμοδίων αστυνομικών και του Ηλία Χατζιηλία (Μ.Κ.1) στο πρατήριο καυσίμων έγινε με πρωτοβουλία του τελευταίου και όχι γιατί οι έρευνες της αστυνομίας οδήγησαν στον εντοπισμό υπόπτων. Δεύτερον, η ποιότητα της οπτικής αναγνώρισης των κατηγορουμένων από τον Ηλία Χατζιηλία (Μ.Κ.1) παρουσιάζεται χαμηλή. Υπενθυμίζεται η ελλειπτικότητα της γραπτής κατάθεσης του Ηλία Χατζιηλία (Μ.Κ.1) ημερ. 10.6.2011 (τεκμήριο 1) και σημειώνεται η απόκλιση της επίδικης οπτικής αναγνώρισης από τα κριτήρια που θέτει σχετικώς η απόφαση R v. Turnbull (ανωτέρω): Ουδεμία μαρτυρία υπάρχει για τη διάρκεια του επίδικου περιστατικού και ουδεμία μαρτυρία υπάρχει για το εάν ο Ηλίας Χατζιηλία (Μ.Κ.1) είχε απρόσκοπτη ορατότητα προς τους επιτιθεμένους. Επίσης, απουσιάζει η αρχική περιγραφή των υπόπτων από τον μάρτυρα αυτό. Εν όψει των πιο πάνω, διαπιστώνεται πώς δεν στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων. Η υπόθεση απορρίπτεται. Οι κατηγορούμενοι αρ, 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται από την κατηγορία που αντιμετωπίζουν. (Υπ.) .............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο