← Κύπρος

Μάρκος Μάρκου ν. JOANNI MARMI LTD κ.α., Υπόθεση αρ.: 19256/2012, 21/1/2014

Μάρκος Μάρκου ν. JOANNI MARMI LTD κ.α., Υπόθεση αρ.: 19256/2012, 21/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:B9 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 19256/2012 Μάρκος Μάρκου και

  1. JOANNI MARMI LTD
  2. Τάκη Παπαγεωργίου Κατηγορουμένων 21 Ιανουαρίου,
  3. Για τον παραπονούμενο, εμφανίζεται η κα Μ. Γιώρκα για τους κ.κ. Χ. Αργυρού και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για τους κατηγορουμένους 1 και 2, εμφανίζεται ο κ. Χρ. Θ. Χριστάκη Κατηγορούμενος αρ. 2, παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η ----------------------- Δια του κατηγορητηρίου, το οποίο κατεχωρίστηκε τον Οκτώβριο του έτους 2012, ο παραπονούμενος εγκαλεί τους κατηγορουμένους αρ. 1 και 2 («οι κατηγορούμενοι», εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου) για παραβιάσεις του περί Προστασίας των Μισθών Νόμου (Ν.35(Ι)/2007, ως αυτός τροποποιήθηκε στη συνέχεια). Συγκεκριμένα, ο παραπονούμενος εγκαλεί τους κατηγορουμένους αρ. 1, μια εταιρεία, ως δηλώνει η επωνυμία της, για την παράλειψή τους να του καταβάλουν μηνιαίους μισθούς (1η, 3η και 5η κατηγορία) καθώς και για την παράλειψή τους να καταβάλουν την αντίστοιχη συνεισφορά που τους αναλογεί σε διάφορα ταμεία (7η, 9η, 11η, 13η και 15η κατηγορία). Ο παραπονούμενος εγκαλεί τον κατηγορούμενο αρ. 2 για συνέργεια (2η, 4η, 6η, 8η, 10η, 12η, 14η και 16η κατηγορία). Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες των αδικημάτων, οι κατηγορούμενοι αρ. 1 υπήρξαν εργοδότες του παραπονουμένου κατά τους μήνες Μάιο, Ιούνιο και Ιούλιο του έτους
  4. Οι κατηγορούμενοι αρ. 1, με την συνέργεια του διευθυντή τους κατηγορουμένου αρ. 2, παρέλειψαν να καταβάλουν στον παραπονούμενο μέρος του μισθού του για το μήνα Μάιο του έτους 2012 ύψους €576,92, ολόκληρο το μισθό του για το μήνα Ιούνιο του έτους 2012 ύψους €1888,12 και ολόκληρο το μισθό του για το μήνα Ιούλιο του έτους 2012 ύψους €1.409,
  5. Επίσης, οι κατηγορούμενοι αρ. 1, με τη συνέργεια του διευθυντή τους κατηγορουμένου αρ. 2, παρέλειψαν να καταβάλουν, ως εργοδότες του παραπονουμένου, διάφορα άλλα ποσά ως οι αντίστοιχες συνεισφορές που τους αναλογούν στα ταμεία προνοίας, υγείας, αργιών, αδειών και ανάρρωσης. Ας σημειωθεί πώς ο Ν.35(Ι)/2007διαλαμβάνει, μεταξύ άλλων, και τα εξής: Ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει στον εργοδοτούμενο του μισθό τοις μετρητοίς, σε νόμιμο χρήμα (άρθρο 3), απευθείας (άρθρο 5) και σε τακτά χρονικά διαστήματα, εβδομαδιαίως ή μηνιαίως (άρθρο 9). Οιαδήποτε διαφορά αστικής φύσεως, η οποία αναφύεται μεταξύ εργοδότη και εργοδοτουμένου εντός του πλαισίου του Ν.35(Ι)/2007 επιλύεται από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών (άρθρο 19). Επιπλέον, η εκ μέρους εργοδότη παραβίαση υποχρεώσεων του έναντι του εργοδοτουμένου, θεσπισμένων δια του Ν. 35(Ι)/2007, δυνατόν να συνιστά και ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο,σε περίπτωση καταδίκης, με ποινή φυλάκισης έως και 6 μήνες και/ή με χρηματική ποινή έως και €15.
  6. Κατά την πρώτη δικάσιμο ημερ. 06.12.2012, οι κατηγορούμενοι απήντησαν στο κατηγορητήριο αρνούμενοι ενοχή. Η υπόθεση ορίσθηκε, κατ΄ επανάληψιν, για ακρόαση. Κατά τη δικάσιμο ημερ. 28.06.2013 ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων ζήτησε αναβολή της προγραμματισθείσας ακρόασης για να εγείρει προδικαστικές ενστάσεις επικαλούμενος το κοινοτικό κεκτημένο. Το έπραξε κατά τη δικάσιμο ημερ. 12.12.
  7. Ο κ. Χριστάκη εγείρει τις εξής ποικίλες και πολυσχιδείς ενστάσεις: (α) Ο Ν. 35(Ι)/2007, σε όση έκταση ποινικοποιεί την παράλειψη του εργοδότη να εκπληρώσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις προς τον εργοδοτούμενο του εν σχέσει με την καταβολή μισθών, αντίκειται στο άρθρο 1 του Τέταρτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (κυρωθέντος διά του περί της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (Τέταρτο Πρωτόκολλο) Κυρωτικού Νόμου του 1989, Ν. 52/1989, «το Πρωτόκολλο») καθώς και στο άρθρο 11 του περί των Διεθνών Συμφώνων (Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα και Αστικά και Πολιτικά Δικαιώματα) (Κυρωτικού) Νόμου του 1969 (Ν.14/1969). (β) Οι επίδικες διατάξεις του Ν.35(Ι)/2007 αντίκεινται στο άρθρο 7 της Σύμβασης. (γ) Το παρόν Ποινικό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας. Το σκεπτικό στο οποίο βασίζονται οι προδικαστικές ενστάσεις είναι το ακόλουθο: Πρώτον, οι επίδικες διατάξεις του Ν.35(Ι)/2007 καθιερώνουν αδικήματα αυστηρής ευθύνης, δηλαδή αδικήματα στα συστατικά στοιχεία των οποίων δεν περιλαμβάνεται η εγκληματική πρόθεση (mens rea). Έτσι, δια του Ν.35(Ι)/2007 ποινικοποιείται, και προβλέπεται να τιμωρηθεί με ποινή φυλάκισης, η απλή αδυναμία του εργοδότη να εκπληρώσει τη συμβατική υποχρέωσή του να καταβάλει στον εργοδοτούμενο το μισθό του, ανεξαρτήτως της πρόθεσής του. Για το λόγο αυτό, σε όση έκταση ο Ν.35(Ι)/2007διαλαμβάνει ποινικές διατάξεις, αντίκειται στο άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου, το οποίο ορίζει πώς «Κανένας δεν θα στερείται της ελευθερίας του, απλώς και μόνο διότι αδυνατεί να εκπληρώσει συμβατική υποχρέωση», καθώς και στο άρθρο 11 του Ν.14/1969 το οποίο ορίζει πώς: «Ουδείς θέλει φυλακισθεί εκ μόνου του λόγου ότι αδυνατεί να εκπληρώσει συμβατική αυτού υποχρέωσιν». Οι επίδικες διατάξεις, συνεχίζει τη σκέψη της η πλευρά των κατηγορουμένων, θα μπορούσαν να είναι συμβατές με το άρθρο 1 του Πρωτοκόλλου και το άρθρο 11 του Ν.14/1969 εάν καθιέρωναν «αδίκημα (το οποίο) να έχει ως συστατικό του στοιχείο τον δόλο ή την πρόθεση καταδολίευσης (maliciousness or fraudulent intent) ή όταν προκύπτει εκ προθέσεων ή εξ αμελείας άρνηση πληρωμής (a deliberate or negligent refusal to pay» (δείτε στη σελ. 4 της γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου των κατηγορουμένων). Δεύτερον, ο Ν.35(Ι)/2007γενικώς και τα άρθρα 3, 5, 6, 9, 19 και 20 αυτού ειδικώς είναι ασαφή με αποτέλεσμα οι κατηγορούμενοι να μη γνωρίζουν επακριβώς ποίες από τις πράξεις ή παραλείψεις τους συνιστούν αστική διαφορά και ποίες από αυτές συνιστούν αξιόποινη συμπεριφορά. Επίσης, δεν είναι σαφές κατά πόσον στον όρο «μισθός», ως αυτός ερμηνεύεται στο άρθρο 2 του Ν.35(Ι)/2007, εμπίπτουν και οι συνεισφορές του εργοδότη στο ταμείο αργιών. Και ούτε είναι σαφές κατά πόσον την ποινική δίωξη εναντίον του εργοδότη δύναται να καταχωρήσει ο ίδιος ο εργοδοτούμενος ή οι επιθεωρητές ή οι λειτουργοί τους οποίους ο Υπουργός Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων δύναται να διορίσει για την καλύτερη εφαρμογή του Ν.35(Ι)/2007 (άρθρο 13). Τρίτον, εν πάση περιπτώσει, οι εδώ εγκαλούμενες πράξεις και/ή παραλείψεις των κατηγορουμένων αποτελούν αμιγώς ζητήματα αστικής φύσης για τα οποία αποκλειστικώς αρμόδιο είναι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Η ευπαίδευτη συνήγορος του παραπονουμένου εξέφρασε αντίθετες απόψεις. Η κα Γιώρκα ήγειρε, επίσης, ζήτημα εκπρόθεσμης προβολής των συγκεκριμένων ενστάσεων, επικαλουμένη το άρθρο 66 του Περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 155, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια). Μελετήθηκαν τα κρίσιμα ζητήματα υπό το πρίσμα και των όσων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι υποστηρίζουν δια των αγορεύσεών τους. Παρατηρούνται δε τα ακόλουθα: Οι επίδικες προδικαστικές ενστάσεις δεν περιορίζονται σε εκ πρώτης όψεως τυπικά μειονεκτήματα του κατηγορητηρίου. Αντιθέτως, πρόκειται για ενστάσεις οι οποίες άπτονται της ουσίας των κατηγοριών, της εγκυρότητας και του νόμω βασίμου του κατηγορητηρίου. Συνεπώς, οι κατηγορούμενοι δύνανται να εγείρουν τις επίδικες προδικαστικές ενστάσεις σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας, χωρίς να περιορίζονται από το χρονικό πλαίσιο που θέτει το άρθρο 66 του Κεφ. 155 (Γαβριηλίδης ν. Κοινοτικού Συμβουλίου Αγίου Τύχωνα

(2002)2 Α.Α.Δ. 251, 254 και Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν. Σοφρωνίου
(2008)2 Α.Α.Δ. 803, 806). Όπως προκύπτει από τον νομοθετικό ορισμό τους, τα επίδικα αδικήματα αποτελούν αδικήματα βασικής πρόθεσης. Δεν περιλαμβάνεται στον ορισμό τους ρητή αναφορά σε ειδική πρόθεση. Απλώς υποδηλώνεται ότι η πρόθεση (mens rea) πρέπει, κατ΄ αρχήν, να συνοδεύει κάθε πτυχή της αξιόποινης συμπεριφοράς (actus reus). Πρόθεση του δράση να επιφέρει αυτό που η πράξη του επάγεται συντρέχει (α) όταν αυτός επιθυμεί κάτι τέτοιο, ανεξαρτήτως εάν το προβλέπει ή όχι ως πιθανόν και (β) όταν αυτός προβλέπει ότι κάτι τέτοιο πιθανόν να συμβεί, είτε το επιθυμεί είτε όχι. Στις περιπτώσεις αδικημάτων βασικής πρόθεσης, ως τα επίδικα, ό,τι απαιτείται να αποδειχθεί για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης τους είναι να έχει κατά νουν ο δράστης τι θα επιφέρει με τις πράξεις του ή τουλάχιστον την πιθανότητα των επιπτώσεων (Halsbury's, Laws of England, fourth edition, reissue, vol. 11
(1), σελ. 18 επ., Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, 270 επ. και Αθανασίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 367, 371-2). Η παρατήρηση αυτή δίδει απάντηση στην πρώτη προδικαστική ένσταση: Οι επίδικες διατάξεις του Ν.35(Ι)/2007 δεν καθιερώνουν αδικήματα αυστηρής ευθύνης και ούτε ποινικοποιούν την απλή αδυναμία εκπλήρωσης συμβατικής υποχρέωσης του εργοδότη έναντι του εργοδοτουμένου. Οι επίδικες διατάξεις του Ν. 35(Ι)/2007 ποινικοποιούν την παράλειψη του εργοδότη να εκπληρώσει συγκεκριμένες νόμιμες υποχρεώσεις του έναντι του εργοδοτούμενου του εφ΄ όσον, μεταξύ άλλων, αποδειχθεί η ένοχη πρόθεσή του (mens rea). Τούτων δεδομένων, οι επίδικες διατάξεις του Ν.35(Ι)/2007 δεν αντίκεινται στο άρθρο 1 του Πρωτόκολλου και ούτε αντίκειται στο άρθρο 11 του Ν.14/1969. Αβάσιμη είναι και η δεύτερη προδικαστική ένσταση. Οι επίδικες διατάξεις του Ν.35(Ι)/2007 είναι σαφείς και ουδόλως δικαιολογείται η εκ προοιμίου απόρριψη των κατηγοριών που βασίζονται σε αυτές. Η επί της ουσίας βασιμότητα του προκείμενου κατηγορητηρίου θα κριθεί αφού παρουσιασθεί μαρτυρία και αφού η μαρτυρία αυτή συναρτηθεί με το νόμο και με ό,τι καταγράφεται στις λεπτομέρειες των αδικημάτων, ως πρωτογενή γεγονότα που θεμελειώνουν τις αδικοπραγίες. Όσον αφορά στο ειδικώτερο ζήτημα της νομιμοποίησης του παραπονούμενου να καταχωρήσει την ποινική υπόθεση σημειώνονται τα εξής: Η αναντίλεκτη δυνατότητα ιδιωτικής ποινικής δίωξης, η οποία «αποτελεί χρήσιμη συνταγματική εγγύηση εναντίον της παράλειψης ή άρνησης των αρμόδιων αρχών να διώξουν αδικοπραγούντες λόγω ιδιοτροπίας, διαφθοράς ή αμεροληψίας» (Αιπεία Λτδ ν. Sirocco Estates Co Ltd κ.α.
(1997)2 Α.Α.Δ. 434) προσφέρεται σε οιονδήποτε επηρεάζεται αμέσως από την εγκληματική ενέργεια (Toffinis v. Theocharides and another
(1983)2 C.L.R. 363). Έτσι, εν προκειμένω, νομιμοποιείται να ασκήσει ιδιωτική ποινική δίωξη και ο παραπονούμενος, ο οποίος, ως εργοδοτούμενος των κατηγορουμένων αρ. 1, παρουσιάζεται να είναι το θύμα της αδικοπραγίας αυτών και του συνεργού τους κατηγορουμένου αρ. 2, παρουσιάζεται να είναι το πρόσωπο το οποίο υφίσταται αμέσως τις συνέπειες της αδικοπραγίας αυτών. Τέλος, ως αβάσιμη κρίνεται και η τρίτη προδικαστική ένσταση Εφ΄ όσον δια του άρθρου 20 του Ν.35(Ι)/2007 καθιερώνεται και ποινική ευθύνη των εργοδοτών σε περιπτώσεις παράλειψης εκπλήρωσης νόμιμων υποχρεώσεών τους, το παρόν Δικαστήριο είναι αρμόδιο να επιληφθεί της υπόθεσης. Η αρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου προκύπτει από το άρθρο 24 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960, ως αυτός τροποποιήθηκε στη συνέχεια) καθώς και από το ισχύον πρόγραμμα εργασίας των δικαστών του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας - Αμμοχώστου κατά το τρέχον δικαστικό έτος. Για όλους τους πιο πάνω λόγους οι προδικαστικές ενστάσεις κρίνονται ως αβάσιμες και απορρίπτονται. (Υπ.) .............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.