← Κύπρος

SALMONA ENTERPISES LTD ν. E.S. MOS - PRESTIGE LTD κ.α., Υπόθεση αρ.: 2177/2012, 23/1/2014

SALMONA ENTERPISES LTD ν. E.S. MOS - PRESTIGE LTD κ.α., Υπόθεση αρ.: 2177/2012, 23/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:B11 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 2177/2012 Μεταξύ: SALMONA ENTERPISES LTD και

  1. E.S. MOS - PRESTIGE LTD
  2. ΕΛΕΝΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ Κατηγορουμένων 23 Ιανουαρίου,
  3. Για τους παραπονουμένους, εμφανίζονται ο κ. Α. Δημητρίου και η κα Π. Μιχαήλ για τους κ.κ. Κύπρος Ανδρέου Δ.Ε.Π.Ε. Για τους κατηγορουμένους αρ. 1 και 2, εμφανίζεται κ. Θ. Θωμά για τους κ.κ. Θέμης Θωμά και Συνεργάτες Κατηγορουμένη αρ. 2, παρούσα Α Π Ο Φ Α Σ Η (άρθρο 74

(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155) Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 («οι κατηγορούμενοι», εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου) διώκονται για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, ως αυτό διαγράφεται από το άρθρο 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα (Κεφ. 154, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια, 1η και 3η κατηγορία) καθώς και για το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών δια ψευδών παραστάσεων, ως αυτό διαγράφεται από τα άρθρα 297 και 298 του Κεφ. 154 (2η και 4η κατηγορία). Στις εκθέσεις αδικήματος περιλαμβάνεται και το άρθρο 20 του Κεφ. 154, γεγονός το οποίο επιτρέπει να θεωρηθεί πώς η κατηγορουμένη αρ. 2 διώκεται ως η συνεργός των κατηγορουμένων αρ. 1, μίας εταιρείας, ως δηλώνει η επωνυμία της. Επίδικες είναι η επιταγή υπ΄ αριθμόν 93972820, ημερ. 15.06.2011, για το ποσόν των €553,48, και η επιταγή υπ΄ αριθμόν 93972815, ημερ. 08.01.2011, για το ποσόν των €711,39 («οι επιταγές»). Οι επιταγές εξεδόθηκαν επί του τραπεζικού οργανισμού «Τράπεζα Κύπρου», από τον τραπεζικό λογαριασμό υπ΄ αριθμόν 0582-01-019840, του οποίου δικαιούχοι είναι οι κατηγορούμενοι αρ. 1 («ο τραπεζικός λογαριασμός»). Ως δικαιούχος των επιταγών παρουσιάζεται η οντότητα «SALMONA ENTERPRISES». Οι επιταγές φέρουν τραπεζικές σφραγίδες με τις ενδείξεις: «ΝΑ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΤΕΙ ΞΑΝΑ - ΜΗ ΕΠΑΡΚΗ ΥΠΟΛΟΙΠΑ» και «ΑΠΟΤΑΘΕΙΤΕ ΣΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ - ΑΝΕΠΑΡΚΗ ΥΠΟΛΟΙΠΑ». Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 διώκονται ως εκδότες των επιταγών και ως πρόσωπο το οποίο εξασφάλισε, εις βάρος των παραπονουμένων, αγαθά δια ψευδών παραστάσεων. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης και της 4ης κατηγορίας εγκαλούμενες ως «ψευδείς» ήσαν παραστάσεις σύμφωνα με τις οποίες οι επιταγές «θα επληρών(οντο) κατά την παρουσίαση και/ή κατάθεση (τους) στην Τράπεζα». Οι κατηγορούμενοι αρνούνται ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Όσον αφορά στο νομικό πλαίσιο το οποίο εδώ ενδιαφέρει σημειώνονται τα εξής: Διαπράττει το διαγραφόμενο από το άρθρο 305 Α
(1)του Κεφ. 154 αδίκημα όποιος (α) εκδίδει επιταγή, (β) η οποία, κατά την ημερομηνία που καθίσταται πληρωτέα ή αργότερα, παρουσιάζεται στην τράπεζα επί της οποίας εξεδόθηκε, (γ) δεν εξοφλείται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του εκδότη της είναι κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασής της και (δ) παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την παρουσίασή της (Ιωάννου ν. Σαμουρίδης
(2000)2 Α.Α.Δ. 299). Το εδ.
(3)του άρθρου 305Α του Κεφ. 154 διευκολύνει την απόδειξη του ισχυρισμού ότι συγκεκριμένη επιταγή δεν τιμήθηκε καθώς και της αιτίας για το γεγονός αυτό (έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων ή κλείσιμο του λογαριασμού ή ανάκληση της επιταγής) καθιερώνοντας μαχητό τεκμήριο για την αλήθεια του περιεχομένου της σχετικής σφραγίδας που τίθεται επί της επιταγής όταν αυτή παρουσιάζεται για εξόφληση. Βεβαίως, το γεγονός ότι ορισμένη επιταγή δεν τιμήθηκε καθώς και ο λόγος για κάτι τέτοιο μπορούν πάντοτε να αποδειχθούν με οιανδήποτε αποδεκτή μαρτυρία (Ιωάννου ν. Ναναίμο Λτδ κ.ά
(2005)2 Α.Α.Δ. 555, 560-1). Η ευθύνη επί τη βάσει του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154 βαραίνει τον εκδότη. Στην περίπτωση επιταγής εταιρείας, εκδότης είναι η ίδια η εταιρεία και όχι ο διευθυντής ή ο σύμβουλος ο οποίος την υπογράφει και ο οποίος θεωρείται, γενικώς, ως ο αντιπρόσωπος της εταιρείας. Το φυσικό αυτό πρόσωπο, το οποίο ενεργεί υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα, δεν υπέχει προσωπικώς αστική ευθύνη. Δεν αποκλείεται, όμως, να υπέχει ποινική ευθύνη ως συνεργός. Κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός (άρθρο 20 του Κεφ. 154). Στην περίπτωση δίωξης συνεργού, ακόμη και για αδίκημα απόλυτης ευθύνης, απαραίτητη προϋπόθεση, για να αποδοθεί σε αυτόν αξιόποινη συμπεριφορά, είναι και η απόδειξη της πρόθεσής του (ένοχη διάθεση - mens rea) σε σχέση τόσον με τη συνέργεια (την παροχή βοήθειας ή συμβουλής ή την παρακίνηση ή την παρότρυνση ή τη διευκόλυνση) όσον και με τις περιστάσεις του αδικήματος. Όσον αφορά σε συνεργό, το νοητικό στοιχείο που θα πρέπει να αποδειχθεί είναι γενικώς στενότερο και πιο απαιτητικό απ΄ ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του (Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261, 266 επ, Zenonos General Motors Ltd v. Δημοκρατία,
(2009)2 Α.Α.Δ. 5). Όπως προκύπτει από τον νομοθετικό ορισμό του, το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι αδίκημα βασικής πρόθεσης. Δεν περιλαμβάνεται στον ορισμό του ρητή αναφορά σε ειδική πρόθεση. Απλώς υποδηλώνεται ότι η πρόθεση (mens rea) πρέπει, κατ΄ αρχήν, να συνοδεύει κάθε πτυχή της αξιόποινης συμπεριφοράς (actus reus). Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου ο δράστης γνωρίζει πως η πράξη του είναι ηθικώς μεμπτή. Πρόθεση του δράση να επιφέρει αυτό που η πράξη του επάγεται συντρέχει (α) όταν αυτός επιθυμεί κάτι τέτοιο, ανεξαρτήτως εάν το προβλέπει ή όχι ως πιθανόν και (β) όταν αυτός προβλέπει ότι κάτι τέτοιο πιθανόν να συμβεί, είτε το επιθυμεί είτε όχι. Στις περιπτώσεις αδικημάτων βασικής πρόθεσης, ό,τι απαιτείται να αποδειχθεί είναι να έχει κατά νουν ο δράστης τι θα επιφέρει με τις πράξεις του ή τουλάχιστον την πιθανότητα των επιπτώσεων (Halsbury's, Law of England, fourth edition, reissue, vol. 11
(1), σελ. 18 επ., Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, 270 επ. και Αθανασίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 367, 371-2). Η συνδρομή των στοιχείων που συνιστούν την υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος προκύπτει, ως εξυπακουόμενη, επί τη βάσει των γεγονότων. Στη συνήθη πορεία των πραγμάτων δεν αναμένεται άμεση απόδειξη της πρόθεσης. Τα γεγονότα παρέχουν, συχνά, έρεισμα για τα συμπεράσματα ως προς την πρόθεση. Όμως, δεν υπάρχει αμάχητο τεκμήριο για την πρόθεση κάποιου να προκαλέσει τα φυσιολογικά αποτελέσματα των πράξεών του. Είναι απαραίτητη η δικαστική κρίση, η οποία, επί τη βάσει της μαρτυρίας, θα καταλήξει κατά πόσον έτσι σκεφτόταν ο συγκεκριμένος δράστης. Το πώς θα σκεφτόταν ένας λογικός άνθρωπος εάν βρισκόταν στη θέση του δράστη είναι αδιάφορο (Ακκελίδου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), 271). Τέλος, όταν η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο συνέργεια στην έκδοση ακάλυπτης επιταγής συνίσταται στο γεγονός ότι αυτός υπέγραψε την επιταγή, η αξιόποινη συμπεριφορά του συντελείται κατά το χρόνο της υπογραφής. Αυτός ο χρόνος είναι και ο κρίσιμος για να κριθεί η συνδρομή ένοχης πρόθεσης εκ μέρους του συνεργού (Παυλόπουλος v. Skopy Shoe Factory Ltd (ανωτέρω), 268 και απόφαση στην Ποινική Έφεση αρ. 150/2009 Militos Trading Limited v. Αθηνάς Μαλέκου, ημερ. 15.10.2012.). Διαπράττει το διαγραφόμενο από το άρθρο 298 του Κεφ. 154 αδίκημα όποιος με ψευδή παράσταση και με σκοπό την καταδολίευση αποκτά από άλλον ο,τιδήποτε το οποίο μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής ή παρακινεί άλλον να παραδώσει σε τρίτον τέτοιο πράγμα. Ως «ψευδής» θεωρείται οιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, γενομένη με λόγια, έγγραφο ή συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής εφ΄ όσον το πρόσωπο που την παριστάνει γνωρίζει το ψεύδος αυτής ή δεν πιστεύει στην αλήθεια της. Εξ αρχής σημειώνεται η υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να καθορίσει, στο κατηγορητήριο, τα ιδιαίτερα πρωτογενή γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν το εκάστοτε επίδικο αδίκημα. Πρόκειται για υποχρέωση αυστηρή, πηγάζουσα από το Σύνταγμα και τη νομολογία, η οποία διασφαλίζει το δικαίωμα του κατηγορουμένου να μην παραπλανηθεί και να μπορέσει να ετοιμάσει την υπεράσπισή του (Δημοκρατία ν. Σπύρου
(2000)2 Α.Α.Δ. 107, 144). Επακόλουθο της υποχρέωσης αυτής αποτελεί η ανάγκη όπως η μαρτυρία που θα προσκομίσει η πλευρά της κατηγορούσας αρχής να συνάδει προς το πλαίσιο των γεγονότων που καθορίζεται στο κατηγορητήριο. Μαρτυρία η οποία βρίσκεται εκτός του πλαισίου αυτού δεν μπορεί να γίνει δεχτή (Σταυρινίδης ν. Δήμου Λεμεσού
(2000)2 Α.Α.Δ. 429, 433). Σημειώνεται, ακόμη, το βάρος της κατηγορούσας αρχής να επικαλεστεί και να στοιχειοθετήσει κάθε επιμέρους συστατικό του επίδικου αδικήματος. Ως προς την ύπαρξη γεγονότων δεν επιτρέπονται υποθέσεις, όσον εύλογες και αν είναι αυτές. Κενά εν σχέσει με την συνδρομή πρωτογενών γεγονότων που στοιχειοθετούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (Λοίζου ν. Αστυνομία
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, 365-6). Για να αποδειχθεί η υπόθεση κλήθηκαν και κατέθεσαν ο Ιβάν Ποτάποφ (Μ.Κ.1), εκπρόσωπος των παραπονουμένων, ο Σταύρος Βαβατσινιώτης (Μ.Κ.2), υπάλληλος της «Τράπεζας Κύπρου» και η Natalia Filipova (Μ.Κ.3), πρώην υπάλληλος των παραπονουμένων Επιπλέον της ένορκης προφορικής μαρτυρίας τους, τα πρόσωπα αυτά κατέθεσαν και έγγραφη μαρτυρία. Μεταξύ άλλων, κατετέθηκαν οι επίδικες επιταγές υπ΄ αριθμόν 93972815 (τεκμήριο 1) και 93972820 (τεκμήριο 2), κατάσταση του τραπεζικού λογαριασμού καλύπτουσα την περίοδο από τις 03.01.2011 έως και τις 29.09.2011 (τεκμήριο 4) και κατάσταση του χρεωπιστωτικού λογαριασμού, τον οποίον διατηρούσαν οι παραπονούμενοι εν σχέσει με τις συναλλαγές τους με τους κατηγορουμένους αρ. 1, καλύπτουσα την περίοδο από τις 05.05.2010 έως και τις 03.10.2011 (τεκμήριο 6). Μετά το πέρας προσαγωγής μαρτυρίας εκ μέρους των παραπονουμένων, ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων εισηγήθηκε πως δεν στοιχειοθετήθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των πελατών του. Ας σημειωθεί πώς «Στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, παρέχεται πάντα η δυνατότητα στο Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία, εξ όψεως κρινόμενη (on the face of it), στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Το θέμα διακρίνεται από την αξιοπιστία των μαρτύρων και τη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους». (Γιάγκου (Λεμόνα) ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, 385). «...ένας κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία όταν, (Ι). Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή (ΙΙ). Η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει πάνω σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου» (Technotent K. Γ. Γιώργατσος Λτδ ν. Ορφανίδου
(2004)2 Α.Α.Δ. 388, 392). Το βάρος απόδειξης που φέρει η κατηγορούσα αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της διαφέρει από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσης η οποία να δημιουργεί υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Εάν η μαρτυρία που παρουσιάζει η κατηγορούσα αρχή είναι τέτοιας ποιότητας ώστε θα ήταν επισφαλές να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί τη βάσει αυτής και μόνον, τότε η υπόθεση απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία. Όμως, στο τελικό στάδιο, το κριτήριο για τον καθορισμό της ενοχής του κατηγορουμένου είναι αυστηρό. Τα εξαχθέντα συμπεράσματα πρέπει να είναι τόσον ισχυρά ώστε η ενοχή να αποδεικνύεται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου (ανωτέρω)). Ακολουθεί η σκιαγράφηση και ο σχολιασμός της μαρτυρίας που επαρουσίασαν οι παραπονούμενοι: Ο Ιβάν Ποτάποφ (Μ.Κ.1) εδήλωσε, κατά την κυρίως εξέτασή του, πώς μεταξύ των παραπονουμένων και των κατηγορουμένων αρ. 1 υπήρχε επαγγελματική συνεργασία. Στα πλαίσια της συνεργασίας αυτής οι πρώτοι πωλούσαν και παρέδιδαν στους δευτέρους εμπορεύματα. «..... κατά ή περί την 08.01.11 οι παραπονούμενοι πώλησαν και παρέδωσαν στην κατηγορουμένη 1 εμπορεύματα αξίας €1.265,87.-.... Αφού παραδόθηκαν τα εμπορεύματα ((ο ίδιος) ζήτησ(ε) την πληρωμή των και η κατηγορουμένη 1 εξέδωσε επιταγές και τις υπέγραψε η κατηγορουμένη 2 και η οποία (τον) διαβεβαίωσε ότι οι επιταγές θα επληρώνοντο κατά την παρουσίαση των στην τράπεζα και (του) εγγυήθηκε ότι αν δεν επληρώνοντο οι επιταγές θα τις πλήρωνε η ίδια προσωπικά». (δείτε στις παρά 5 και 6 του εγγράφου αρ. 1). Η κατηγορουμένη αρ. 2 υπέγραψε, εκ μέρους των κατηγορουμένων αρ. 1, τις επιταγές ενώπιόν του. Παρουσιασθείσες στην τράπεζα, οι επιταγές δεν εξοφλήθηκαν ελλείψει διαθέσιμων κεφαλαίων. Οι επιταγές παραμένουν έως και σήμερα απλήρωτες. Αντεξετασθείς ο Ιβάν Ποτάποφ (Μ.Κ.1) επέμεινε πώς οι επιταγές υπεγράφησαν από την κατηγορουμένη αρ. 2 ενώπιόν του και πώς αυτή του τις παρέδωσε προσωπικώς. Διευκρίνισε, όμως, πώς δεν θυμάται πότε ακριβώς υπεγράφηκε και παραδόθηκε, στον ίδιο, κάθε μία από τις επιταγές. Η Natalia Filipova (Μ.Κ.3), η οποία παρουσιάσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως η υπάλληλος των παραπονουμένων η οποία ενημέρωνε τον χρεωπιστωτικό λογαριασμό που αυτοί διατηρούσαν εν σχέσει με τις επαγγελματικές τους συναλλαγές με τους κατηγορουμένους αρ. 1 (τεκμήριο 6) απεκάλυψε πώς οι επιταγές ήσαν μεταχρονολογημένες. Η μάρτυς, παραπέμποντας σε κατεχωρίσεις στο τεκμήριο 6, εδήλωσε πώς, έχοντας στα χέρια της την επιταγή υπ΄ αριθμόν 93972815 (τεκμήριο 1) καθώς και την επιταγή υπ΄ αριθμόν 93972820 (τεκμήριο 2), τις κατεχώρισε αμέσως στον προαναφερθέντα χρεωπιστοτικό λογαριασμό. Κατεχώρισε την μεν πρώτη (τεκμήριο 1) στις 08.12.10, την δε δεύτερη (τεκμήριο 2) στις 15.12.10. Άρα, από τα όσα η Natalia Filipova (Μ.Κ.3) κατέθεσε προκύπτει πώς ο χρόνος έκδοσης των επίδικων επιταγών είναι προγενέστερος του Ιανουαρίου του έτους 2011, στον οποίον περιορίζεται η παρουσιασθείσα, ως τεκμήριο 4, κατάσταση του τραπεζικού λογαριασμού. Ο Σταύρος Βαβατσινιώτης (Μ.Κ.2) δεν προσέθεσε ο,τιδήποτε το ουσιώδες. Η εξέταση της μαρτυρίας την οποίαν επαρουσίασαν οι παραπονούμενοι, σε συνάρτηση με τα όσα καταγράφονται στο κατηγορητήριο και υπό το πρίσμα του ως άνω νομοθετημένου και νομολογημένου πλαισίου, αποκαλύπτει ουσιώδη κενά εν σχέσει με συστατικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων: Κατά πρώτον, υπάρχει κενόν όσον αφορά στο χρόνο έκδοσης των επιταγών καθώς και όσον αφορά στο πιστωτικό υπόλοιπο του τραπεζικού λογαριασμού κατά τον χρόνο αυτό. Υπενθυμίζεται πώς η Natalia Filipova (Μ.Κ.3) εδήλωσε πως οι επιταγές ήσαν μεταχρονολογημένες εφ΄ όσον η ιδία τις είχε στα χέρια της και τις κατεχώρισε στο σχετικό χρεωστικό λογαριασμό (τεκμήριο 6) στις 08.12.2010 (τεκμήριο 1) και στις 15.12.10 (τεκμήριο 2). Επισημαίνεται, επίσης, πώς ουδεμία μαρτυρία παρουσιάσθηκε για την κατάσταση του τραπεζικού λογαριασμού κατά το χρόνο έκδοσης των επιταγών. Όμως, ο χρόνος αυτός είναι κρίσιμος για να διαπιστωθεί η ύπαρξη πρόθεσης εκ μέρους των κατηγορουμένων. Η έκδοση, εκ μέρους των κατηγορουμένων αρ. 1, των επιταγών και η προς τούτο συνδρομή της κατηγορουμένης αρ. 2 είναι αξιόποινες μόνον εφ΄ όσον αυτοί, κατά τον χρόνο έκδοσης των επιταγών, είχαν πρόθεση να επιφέρουν αυτό που οι πράξεις τους επάγονται. Εφ΄ όσον ο χρόνος έκδοσης των επιταγών καθώς και το υπόλοιπο του τραπεζικού λογαριασμού, κατά το χρόνο αυτό, παραμένουν άγνωστα είναι αδύνατον να αξιολογηθούν άλλα γεγονότα ή άλλες συμπεριφορές των κατηγορουμένων ικανά να πείσουν πως αυτοί εγνώριζαν τα ουσιώδη και, άρα, είχαν πρόθεση. Συναφώς αναφέρεται πως η μαρτυρία για έκδοση των επιταγών με την συνδρομή της κατηγορουμένης αρ. 2 και η μαρτυρία για την μη εξόφλησή τους λόγω ανεπαρκών υπολοίπων δεν αρκεί. Απαιτείται και η παρουσίαση μαρτυρίας για την γνώση και την πρόθεση των κατηγορουμένων κατά τον χρόνο έκδοσής τους, δηλαδή κατά τον χρόνο εκδήλωσης της αδικοπραγίας. Δεύτερον, στις λεπτομέρειες αδικήματος της 2ης και της 4ης κατηγορίας ουδεμία ψευδής παράσταση παρελθόντος ή παρόντος γεγονότος καταγράφεται. Στις λεπτομέρειες αυτές καταγράφεται ως «ψευδής» μόνον μια παράσταση μέλλοντος, δηλαδή η παράσταση περί εξόφλησης των επιταγών άμα τη καταθέσει τους στην τράπεζα («....... παρέστησαν ότι η επιταγή θα επληρώνετο κατά την παρουσίαση και/ή κατάθεση της στην Τράπεζα»). Συνεπώς, απουσιάζει από το κατηγορητήριο καταγραφή συστατικού στοιχείου του διαγραφόμενου, από τα άρθρα 297 και 298 του Κεφ. 154, αδικήματος. Εν όψει των πιο πάνω, διαπιστώνεται πως δεν στοιχειοθετήθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων. Η υπόθεση απορρίπτεται. Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται από τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. (Υπ.) ............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.