C.E.D. ELECTRIC DISTRIBUTORS LTD ν. ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Υπόθεση αρ.: 4000/2011, 20/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:B37 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 4000/2011 C.E.D. ELECTRIC DISTRIBUTORS LTD και ΜΑΡΓΑΡΙΤΑΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Κατηγορουμένης 20 Μαρτίου, 2014. Για τους παραπονουμένους, εμφανίζεται ο κ. Κ. Α. Σέργη Για την κατηγορουμένη, εμφανίζεται ο κ. Ε. Μάνουλος για τον κ. Χρ. Μ. Τριανταφυλλίδη Κατηγορουμένη, παρούσα. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Η κατηγορουμένη διώκεται για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, ως αυτό διαγράφεται από το άρθρο 305Α
(1)και
(2)του Ποινικού Κώδικα (Κεφ. 154, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια). Αρνείται ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Κατά την ακροαματική διαδικασία της 18.02.2014 ως πρώτος μάρτυρας των παραπονουμένων κλήθηκε ο Ιάκωβος Γενάρης (Μ.Κ.1). Όταν αυτός επεχείρησε να καταθέσει, ως τεκμήριο, το πιστοποιητικό εγγραφής των παραπονουμένων ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορουμένης ήγειρε ένσταση. Υπεστήριξε πώς εφ΄ όσον η πλευρά των παραπονουμένων δεν απήντησε σε επιστολή των δικηγόρων της κατηγορουμένης ημερ. 03.1.2013, δια της οποίας εζητείτο «το ουσιώδες μαρτυρικό υλικό», αυτή δεν δικαιούται να παρουσιάσει, κατά την ακρόαση της υπόθεσης, οιανδήποτε έγγραφη μαρτυρία. Ο κ. Μάνουλος υπεστήριξε πώς οι διατάξεις του άρθρου 7 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 155, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια) τυγχάνουν εφαρμογής και στις ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις. Εάν δε, συνέχισε ο ευπαίδευτος συνήγορος, διαπιστωθεί πώς το άρθρο 7 του Κεφ. 155 περιορίζεται μόνον στις ποινικές διώξεις τις οποίες καταχωρίζει η Αστυνομία αυτό είναι αντισυνταγματικό γιατί παραβιάζει τα Άρθρα 28 και 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας («το Σύνταμα») καθώς, επίσης, και τα αντίστοιχα άρθρα της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Αντίθετες θέσεις υπεστήριξε ο ευπαίδευτος συνήγορος των παραπονουμένων. Δια της τεκμηριωμένης αγόρευσής του και παραπέμποντας στη νομολογία ο κ. Σέργη υπέδειξε τα εξής: Η δυνάμει του άρθρου 7 του Κεφ. 155 υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να αποκαλύπτει, πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, το μαρτυρικό υλικό αφορά μόνον στις υποθέσεις τις οποίες καταχωρίζει η Αστυνομία αφού προηγηθεί αστυνομική ανάκριση. Η αρχή αυτή προκύπτει από τα κριθέντα στην απόφαση Νικολαίδης ν. Αστυνομίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 271 και Κορέλλης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1998)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1718. Μάλιστα, στην απόφαση Κορέλλης ν. Γενικού Εισαγγελέα (ανωτέρω) εκρίθηκε πώς η δυνάμει του άρθρου 7 του Κεφ. 155 υποχρέωση της Αστυνομίας, ως κατηγορούσας αρχής, να αποκαλύπτει, πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, το μαρτυρικό υλικό δεν επεκτείνεται σε όλο το μαρτυρικό υλικό το οποίο ευρίσκεται εντός του φακέλου της. Η Αστυνομία, ως κατηγορούσα αρχή, υποχρεούται να αποκαλύψει την σχετική και ουσιώδη μαρτυρία καθώς και τη μαρτυρία η οποία δυνατόν να καταστεί ουσιώδης εν σχέσει με επίδικα ζητήματα τα οποία αναμένεται να εγερθούν κατά την ακροαματική διαδικασία ή τα οποία εγείρονται αίφνης κατά την ακροαματική διαδικασία. Όσον αφορά, τέλος, στον ισχυρισμό περί αντισυνταγματικότητας του άρθρου 7 του Κεφ. 155, εάν αυτό ερμηνευθεί ως περιοριζόμενο στις ποινικές υποθέσεις τις οποίες καταχωρίζει η Αστυνομία, ο κ. Σέργη παρέπεμψε στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Κορέλλης ν. Γενικού Εισαγγελέα (ανωτέρω) 1755-6: «Η έκταση του βαθμού της προδικαστικής αποκάλυψης μαρτυρικού υλικού ρυθμίζεται από το άρθρο 7 του ιδίου Νόμου ................ Τα άρθρα 12.5 (β), 30.2 και 35 του Συντάγματος, το άρθρο 6
(1)και 3(β) της Σύμβασης και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου δεν παρέχουν έρεισμα για την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων. Εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια της Κατηγορούσας Αρχής να παραδώσει στην υπεράσπιση όλο το υλικό το οποίο καλύπτεται από το πιο πάνω άρθρο 7 ή οποιοδήποτε άλλο υλικό για να καταστεί η δίκη δίκαιη. Εναπόκειται στον κατηγορούμενο στο τέλος της δίκης να ισχυριστεί ότι μη αποκαλυφθέν υλικό ήταν απαραίτητο για την ετοιμασία της υπεράσπισης του (Βλ. Jespers, πιο πάνω) και ότι η μη αποκάλυψη του τον έχει πράγματι επηρεάσει δυσμενώς (prejudice) (Βλ. Law of the European Convention on Human Rights (πιο πάνω) σελ. 255). Σε τέτοια περίπτωση ο κατηγορούμενος δεν μένει χωρίς θεραπεία. Το δικαστήριο έχει εξουσία να προχωρήσει στην απαλλαγή του. Η έννοια της δίκαιης δίκης συναρτάται με την διεξαγωγή της. Χωρίς νομοθετική ή δικονομική εξουσιοδότηση δεν είναι δυνατή η λήψη προληπτικών μέτρων για την διασφάλιση του συνταγματικού δικαιώματος για δίκαιη δίκη. Μια τέτοια πορεία συνεπάγεται την υιοθέτηση μέτρων - όπως ήταν εδώ η περίπτωση - πέρα και έξω από το Νόμο και τους Δικονομικούς Κανόνες, ενώ τα δικαστήρια πρέπει να λειτουργούν αποκλειστικά μέσα στα πλαίσια που προδιαγράφονται από το Νόμο και τους Δικονομικούς Κανόνες. Πρωτοβουλία για έκδοση διαταγμάτων χωρίς νομοθετική ή δικονομική κάλυψη όχι μόνο αντιβαίνει προς το Νόμο αλλά συμβάλλει στην εκτροπή και εκτροχιασμό της ποινικής διαδικασίας με συνέπειες αρνητικές για την ορθή απονομή της ποινικής δικαιοσύνης». Μελετήθηκαν τα κρίσιμα νομικά ζητήματα υπό το πρίσμα και των εκατέρωθεν αγορεύσεων. Διαπιστώνεται πώς, πράγματι, το πεδίο εφαρμογής του άρθρου 7 του Κεφ. 155 περιορίζεται στις ποινικές υποθέσεις τις οποίες καταχωρίζει η Αστυνομία αφού διερευνήσει το ενδεχόμενο διάπραξης ποινικού αδικήματος. Τη θέση αυτή υποστηρίζουν, κατά πρώτον, οι αποφάσεις Νικολαίδης ν. Αστυνομίας (ανωτέρω) και Κορέλλης ν. Γενικού Εισαγγελέα (ανωτέρω). Τη θέση αυτή υποστηρίζει επιπροσθέτως, η λογική και η συστηματική ερμηνεία του άρθρου (Mechanov
(2003)1 (A) A.A.Δ. 217, 222-4). Το άρθρο 7 του κεφ. 155 διαλαμβάνει τα εξής: «7. Δικαίωμα κατηγορουμένου να εφοδιαστεί με αντίγραφο των καταθέσεων και εγγράφων.
(1)Όταν κλήση ή ένταλμα που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 44 του παρόντος Νόμου επιδοθεί στον κατηγορούμενο, αυτός δικαιούται με γραπτό αίτημα του προς την κατηγορούσα αρχή να ζητήσει να εφοδιαστεί με αντίγραφο των καταθέσεων και εγγράφων που λήφθηκαν κατά την διερεύνηση της υπόθεσης αναφορικά με το υπό εκδίκαση ποινικό αδίκημα: Νοείται ότι έναντι της παροχής των αντιγράφων ο κατηγορούμενος θα καταβάλλει το τέλος το οποίο εκάστοτε θα καθορίζεται από τον Αρχηγό Αστυνομίας, με την έγκριση του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως.
(2)Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού ο όρος «αντίγραφο» περιλαμβάνει φωτοαντίγραφα των καταθέσεων και εγγράφων στην κατάσταση στην οποίαν βρίσκονται». Το άρθρο 7 εντάσσεται στο «Μέρος ΙΙ» του Κεφ. 155 το οποίο φέρει τον τίτλο: «Ανάκριση Ποινικών Αδικημάτων και Διαδικασία πριν από τη Δίωξη» και το οποίο, μεταξύ άλλων, ρυθμίζει τη διαδικασία διεξαγωγής ανάκρισης, από αστυνομικούς ή εξουσιοδοτημένα, από το Υπουργικό Συμβούλιο ή το Γενικό Εισαγγελέα, πρόσωπα (άρθρο 4: «Ανακριτές») καθώς και τις εξουσίες αυτών. Το γεγονός πώς το δικαίωμα της λήψης αντιγράφων του μαρτυρικού υλικού συναρτάται με τη προηγηθείσα «διερεύνηση της υπόθεσης» καθώς επίσης και με την καταβολή τέλους, καθοριζομένου εκάστοτε «από τον Αρχηγό Αστυνομίας» αποκαλύπτει πώς ο νομοθέτης ηθέλησε να καθιερώσει το δικαίωμα αυτό μόνον υπέρ των κατηγορουμένων σε υποθέσεις καταχωρισμένες από την Αστυνομία. Τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 7 αποκαλύπτουν αυτήν τη «δομή ... σκέψης του νομοθέτη», αυτήν την λογική (λογική ερμηνεία). Στην ίδια ερμηνεία καταλήγει και η συστηματική μέθοδος εφ΄ όσον το άρθρο 7 δεν ευρίσκεται σε τυχαία θέση στο Κεφ. 155. Όπως προαναφέρεται, το άρθρο 7 εντάσσεται στο «Μέρος ΙΙ» του Κεφ. 155 το οποίο φέρει τον τίτλο «Ανάκριση Ποινικών Αδικημάτων και Διαδικασία πριν από τη Δίωξη». Συνεπώς, το άρθρο 7 πρέπει να αντιμετωπίζεται ως τμήμα των νομοθετικών ρυθμίσεων που αφορούν στη διερεύνηση ποινικών αδικημάτων από την Αστυνομία και το νόημά του πρέπει να συναρτάται με τις ρυθμίσεις αυτές (συστηματική ερμηνεία). Συναφώς παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Mechanov (ανωτέρω), 2238: «(β) Η λογική ερμηνεία. Ως λογική ερμηνεία εννοεί ο Savigny την ερμηνεία που στηρίζεται στη δομή της σκέψης του νομοθέτη. Η ερμηνευτική αυτή προσέγγιση ελέγχει το πόρισμα της γραμματικής ερμηνείας με κριτήριο το λόγο. ........................ (δ) Η συστηματική ερμηνεία. Η προσέγγιση αυτή τοποθετεί τον ερμηνευόμενο κανόνα μέσα στο όλο σύστημα του δικαίου, τον αντιμετωπίζει ως τμήμα της ενότητας αυτής και συναρτά το νόημα του με το νόημα του συστήματος» Ο περιορισμός της εφαρμογής του άρθρου 7 του Κεφ. 155 μόνον στις ποινικές υποθέσεις τις οποίες καταχωρίζει η Αστυνομία και όχι στις ιδιωτικές ποινικές υποθέσεις τις οποίες καταχωρίζουν ιδιώτες παραπονούμενοι ουδεμία συνταγματική διάταξη παραβιάζει. Το Άρθρο 28 του Συντάγματος επιβάλλει την ίση μεταχείριση ομοίων καταστάσεων. Εν προκειμένω, η διάκριση μεταξύ των ποινικών υποθέσεων τις οποίες καταχωρίζει η Αστυνομία και των ιδιωτικών ποινικών υποθέσεων τις οποίες καταχωρίζουν ιδιώτες είναι σαφής εφ΄ όσον, μεταξύ άλλων, η διερεύνηση των δευτέρων δεν διέρχεται τα στάδια τα οποία διέρχεται η διερεύνηση των πρώτων, οι δε ιδιώτες παραπονούμενοι δεν έχουν τις εξουσίες με τις οποίες περιβάλλονται οι ανακριτές («Μέρος ΙΙ» του Κεφ. 155). Ούτε τίθεται ζήτημα, εκ προοιμίου και άνευ άλλου τινός, διαπίστωσης παραβίασης της αρχής της δίκαιης δίκης την οποίαν κατοχυρώνει το Άρθρο 30 του Συντάγματος (Κορέλλης ν. Γενικού Εισαγγελέα (ανωτέρω). Για τους πιο πάνω λόγους η ένσταση της πλευράς της κατηγορουμένης όσον αφορά στην κατάθεση, ως τεκμηρίου, του πιστοποιητικού εγγραφής των παραπονουμένων απορρίπτεται. (Υπ.) ............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο