← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Daniel Georgiev Ivanob, Υπόθεση αρ.: 1916/2014, 5/3/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Daniel Georgiev Ivanob, Υπόθεση αρ.: 1916/2014, 5/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:B30 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 1916/2014 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας και Daniel Georgiev Ivanob Κατηγορουμένου 5 Μαρτίου, 2014. Για την κατηγορούσα αρχή, εμφανίζεται ο κ. Μ. Κουτσόφτας Για τον κατηγορούμενο, εμφανίζεται η κα Στ. Στυλιανού Κατηγορούμενος, παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η (άρθρο 74

(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155). ----------------------- Ο κατηγορούμενος διώκεται για το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη του κακουργήματος της πλαστογραφίας (άρθρα 331 και 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια - 1η κατηγορία), για το αδίκημα της πλαστογραφίας (άρθρα 331, 333 και 335 του Κεφ. 154 - 2η κατηγορία), για το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου (άρθρα 331, 333, 335 και 339 του Κεφ. 154 - 3η κατηγορία) και για το αδίκημα της απόπειρας απόσπασης χρημάτων δια ψευδών παραστάσεων (άρθρα 297, 298
(2)και 336 του Κεφ. 154 - 4η κατηγορία). Ως πρωτογενή γεγονότα, στοιχειοθετούνται τα αδικήματα, καταγράφονται, στις λεπτομέρειες, τα εξής: Στις 31.01.2014, στην Αραδίππου της επαρχίας Λάρνακας, ο κατηγορούμενος συνωμότησε με την Sylvia Theodoreva Georgieva για να διαπράξουν το κακούργημα της πλαστογραφίας. Κατά την ίδια ημέρα, περί τις 15:00, σε περίπτερο εντός των τοπικών ορίων της Αραδίππου, ο κατηγορούμενος, εν γνώσει του και με πρόθεση την καταδολίευση, παρεποίησε αριθμούς σε λαχείο, τύπου «ξυστό», το οποίο επαρουσιαζόταν να κερδίζει το ποσόν των €50, έθεσε αυτό σε κυκλοφορία και απεπειράθηκε, διαμέσου αυτού, να αποσπάσει χρήματα από τον Σέργιο Σεργίου. Εξ αρχής σημειώνεται η υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να καθορίσει, στο κατηγορητήριο, τα ιδιαίτερα πρωτογενή γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν το εκάστοτε επίδικο αδίκημα. Πρόκειται για υποχρέωση αυστηρή, πηγάζουσα από το Σύνταγμα και τη νομολογία, η οποία διασφαλίζει το δικαίωμα του κατηγορουμένου να μην παραπλανηθεί και να μπορέσει να ετοιμάσει την υπεράσπισή του (Δημοκρατία ν. Σπύρου
(2000)2 Α.Α.Δ. 107, 144). Επακόλουθο της υποχρέωσης αυτής αποτελεί η ανάγκη όπως η μαρτυρία που θα προσκομίσει η πλευρά της κατηγορούσας αρχής να συνάδει προς το πλαίσιο των γεγονότων που καθορίζεται στο κατηγορητήριο. Μαρτυρία η οποία βρίσκεται εκτός του πλαισίου αυτού δεν μπορεί να γίνει δεχτή (Σταυρινίδης ν. Δήμου Λεμεσού
(2000)2 Α.Α.Δ. 429, 433). Σημειώνεται, ακόμη, το βάρος της κατηγορούσας αρχής να επικαλεστεί και να στοιχειοθετήσει κάθε επιμέρους συστατικό του επίδικου αδικήματος. Ως προς την ύπαρξη γεγονότων δεν επιτρέπονται υποθέσεις, όσον εύλογες και αν είναι αυτές. Κενά εν σχέσει με την συνδρομή πρωτογενών γεγονότων που στοιχειοθετούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (Λοίζου ν. Αστυνομία
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, 365-6). Ο κατηγορούμενος αρνείται ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για να αποδειχθούν οι κατηγορίες κλήθηκαν και κατέθεσαν ενόρκως ο Σέργιος Σεργίου (Μ.Κ.1), ιδιοκτήτης περιπτέρου, και ο εξεταστής της υπόθεσης αστυφύλακας 2644 Λ. Μολέσκης (Μ.Κ.2). Η ακροαματική διαδικασία διευκολύνθηκε, κατά πρώτον, με την κοινή δήλωση πώς η γραπτή κατάθεση του αστυφύλακα 2644 Λ. Μολέσκη (Μ.Κ.2), ημερ. 05.02.2014 (τεκμήριο 1), είναι αληθής κατά περιεχόμενον. Διευκολύνθηκε, επίσης, με την εκ συμφώνου κατάθεση έγγραφης μαρτυρίας, συμπεριλαμβανομένης της γραπτής κατάθεσης του κατηγορουμένου στην αστυνομία ημερ. 03.02.2014 (τεκμήριο 7). Μετά το πέρας προσαγωγής μαρτυρίας εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, η ευπαίδευτη συνήγορος του κατηγορουμένου εισηγήθηκε ότι δεν στοιχειοθετήθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη της γιατί δεν στοιχειοθετήθηκαν συστατικά στοιχεία τόσον της αντικειμενικής (actus reus) όσον και της υποκειμενικής υπόστασης (mens rea) των αδικημάτων. Επίσης, η κα Στυλιανού επεσήμανε το γεγονός πώς δεν κατετέθηκε, ενώπιον του Δικαστηρίου, το επίδικο λαχείο. Ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούσας αρχής υπεστήριξε πώς το μαρτυρικό υλικό, το οποίο επαρουσίασε η κατηγορούσα αρχή, επαρκεί για να στοιχειοθετήσει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου. Ας σημειωθεί πώς η αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας για να κριθεί κατά πόσον δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9, 16), προϋποθέτει τον εντοπισμό των συστατικών στοιχείων του εκάστοτε επίδικου αδικήματος. «Στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, παρέχεται πάντα η δυνατότητα στο Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία, εξ όψεως κρινόμενη (on the face of it), στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Το θέμα διακρίνεται από την αξιοπιστία των μαρτύρων και τη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους». (Γιάγκου (Λεμόνα) ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, 385). «...ένας κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία όταν, (Ι). Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή (ΙΙ). Η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει πάνω σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου» (Technotent K. Γ. Γιώργατσος Λτδ ν. Ορφανίδου
(2004)2 Α.Α.Δ. 388, 392). Εάν η μαρτυρία που παρουσιάζει η κατηγορούσα αρχή είναι τέτοιας ποιότητας ώστε θα ήταν επισφαλές να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί τη βάσει αυτής και μόνον, τότε η υπόθεση απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία (Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου (ανωτέρω)). Για το θεμιτό της συζήτησης, κατά το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, θεμελιακών ζητημάτων που αφορούν στην ευθύνη του κατηγορουμένου, εφ΄όσον οι συνθήκες το επιτρέπουν, παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εντίμου Δικαστού κ. Ναθαναήλ στις Ποινικές Εφέσεις αρ. 5/2012 κ.α. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Δράκου κ.α. ημερ. 11.12.2012: «.......... το εκ πρώτης όψεως στάδιο αποτελεί θεμελιώδες στάδιο της ποινικής δίκης προστατεύοντας τον κατηγορούμενο από τη συνέχιση της δίκης ασκόπως ή για λόγους που δεν άπτονται ή δεν αφορούν την καθαυτή και καλώς νοούμενη απονομή της δικαιοσύνης. Στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, η κατηγορούσα αρχή έχει ήδη ολοκληρώσει την υπόθεση της. Έχει παραθέσει όλη τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση της εναντίον του κατηγορουμένου, (Charalambos Savva "Pambos" v. Police
(1986)2 C.L.R. 30). Αν η μαρτυρία αυτή εκτιμώμενη στο απόγειο της δεν στοιχειοθετεί ή θεμελιώνει ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή είναι αντινομική και εγγενώς συγκρουόμενη μεταξύ της, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα άφηνε την υπόθεση να προχωρήσει, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται απαλλαγής από το στάδιο αυτό. Όπως το θέτει ο Murphy on Evidence, 8η έκδ., σελ. 77: «The case is fatally defective in law. The defendant could safely refuse to call any evidence, and if the judge found for the claimant, the judgment would be set aside on appeal.» Σε μετάφραση: «Η υπόθεση είναι θνησιγενώς ελαττωματική κατά νόμο. Ο κατηγορούμενος με ασφάλεια μπορεί να αρνηθεί να καλέσει οποιαδήποτε μαρτυρία, και αν ο δικαστής αποφασίσει υπέρ της κατηγορούσας αρχής, η απόφαση θα ακυρωθεί κατ΄ έφεση.» Τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο που το ίδιο το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν θέσει ζήτημα ο κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν τα προαναφερθέντα. Αυτό, διότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας, εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του και παρουσιάσει μαρτυρία. Άλλωστε, το εκ πρώτης όψεως βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα αρχή, μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει, ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης. Δεν υπάρχει λοιπόν εγγενώς οποιοδήποτε νομικό πρόβλημα ή εμπόδιο για ένα Δικαστήριο να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από το εκ πρώτης όψεως στάδιο, εφόσον καθοδηγείται ορθά από τις νομολογιακές παραμέτρους. Αντίθετα επιβάλλεται, όταν οι συνθήκες της υπόθεσης το απαιτούν.» Μελετήθηκαν τα κρίσιμα νομικά ζητήματα και εξετάσθηκε η μαρτυρία: Υπενθυμίζεται, κατ΄ αρχάς, πώς, ως ιδιαίτερο πρωτογενές γεγονός, το οποίο στοιχειοθετεί τα αδικήματα καθορίζεται, στο κατηγορητήριο, η ύπαρξη ενός λαχείου, τύπου «ξυστού», το οποίο επαρουσιαζόταν να κερδίζει το ποσόν των €50 και το οποίο είχε πλαστογραφηθεί δια της παραποίησης αριθμών του. Όλα τα αδικήματα συναρτώνται με την ύπαρξη του λαχείου αυτού. Στις περιπτώσεις, ως η προκειμένη, όπου το πρωτογενές γεγονός για την στοιχειοθέτηση όλων των αδικημάτων είναι η πλαστογράφηση ενός εγγράφου δια της παραποίησης του περιεχομένου του, ο αποδεικτικός κανών της καλύτερης δυνατής μαρτυρίας (the best evidence rule) απαιτεί, κατ΄ αρχήν, την προσαγωγή του πρωτοτύπου του εγγράφου αυτού (primary evidence). Το ενδεχόμενο η προσαγωγή του πρωτοτύπου του εγγράφου να είναι αδύνατη δεν είναι αφ΄ εαυτού μοιραίο. Το δίκαιο της απόδειξης αναγνωρίζει, υπό ορισμένες συνθήκες, την δυνατότητα προσαγωγής δευτερογενούς μαρτυρίας (secondary evidence) προς το σκοπό απόδειξης του περιεχομένου του κρίσιμου εγγράφου. Τέτοια δευτερογενής μαρτυρία είναι και η προφορική (oval evidence) (Blackstone, Criminal Practice, 2004, Oxford, σελ. 2125). Όμως, το πρόσωπο το οποίο καλείται να δώσει προφορική μαρτυρία για το περιεχόμενο ενός μη προσαχθέντος εγγράφου πρέπει εξ αντικειμένου να δύναται να το πράξει. Εάν, για πράδειγμα, η προφορική μαρτυρία για το περιεχόμενο του εγγράφου περιέχει και την έκφραση γνώμης επί ζητήματος που απαιτεί εμπειρογνωμοσύνη αυτή πρέπει να δίδεται από εμπειρογνώμονα. Το ζήτημα της πλαστογράφησης εγγράφου δια της παραποίησης του αποτελεί ζήτημα το οποίο απαιτεί να ακουσθεί η γνώμη εμπειρογνώμονος (Blackstone's (ανωτέρω) σελ. 2174). Εν προκειμένω, η παρουσιασθείσα, από την κατηγορούσα αρχή, μαρτυρία συνοψίζεται ως εξής: Αποτελούν αδιαμφισβήτητα γεγονότα τα εξής, τα οποία καταγράφονται στην κατάθεση του εξεταστή της υπόθεσης αστυφύλακα 2644 Λ. Μολέσκη (Μ.Κ.2) (τεκμήριο 1): Στις 15:10 της 31.01.2014 ο Σέργιος Σεργίου (Μ.Κ.1), ιδιοκτήτης περιπτέρου στην Αραδίππου, κατήγγειλε στην αστυνομία πώς ζεύγος αλλοδαπών, διακινούμενοι με το αυτοκίνητο υπ΄ αριθμόν εγγραφής ΖΚΝQ628 («το αυτοκίνητο») επεσκέφθηκαν το περίπτερο του και πώς ο άνδρας επεχείρησε να εξαργυρώσει ένα λαχείο, τύπου «ξυστό», το οποίο επαρουσιαζόταν να κερδίζει το ποσόν των €50. Ο Σέργιος Σεργίου (Μ.Κ.1) διεπίστωσε πώς το λαχείο ήταν πλαστό και αρνήθηκε να το εξαργυρώσει. Η αστυνομία ανεζήτησε το ζεύγος των αλλοδαπών και όταν εντόπισε το αυτοκίνητο ανέκοψε την πορεία του και το ερεύνησε. Στο ντουλαπάκι του συνοδηγού του αυτοκινήτου ανευρέθηκαν 11 λαχεία, τύπου «ξυστά», εκ των οποίων τα 4 ήσαν πλαστά. Παρά το ότι ανεζητήθηκε, το επίδικο λαχείο δεν εντοπίσθηκε. Το ζεύγος των αλλοδαπών, οι οποίοι είναι άτομα νεαρής ηλικίας, Βουλγαρικής καταγωγής, συνελήφθηκαν, οδηγήθηκαν σε αστυνομικό σταθμό και πληροφορήθηκαν για την εναντίον τους διερευνώμενη υπόθεση. Και οι δύο αρνήθηκαν οιανδήποτε ανάμειξη στην υπόθεση. Το απόγευμα της 03.02.2014 λήφθηκε ανακριτική κατάθεση από τον κατηγορούμενο. Δια της γραπτής κατάθεσής του στην αστυνομία ημερ. 03.02.2014 (τεκμήριο 7) ο κατηγορούμενος αναφέρει τα εξής: Κατάγεται από την Βουλγαρία και διαμένει στην Κύπρο τα τελευταία δύο χρόνια μαζί με την σύζυγό του Sylvia Theodoreva Georgieva. Προς το σκοπό εξόφλησης δανείου που παρέσχε σε ομοεθνή του, ο τελευταίος του έδωσε, για να εξαργυρώσει, 6 λαχεία, τύπου «ξυστά», τα οποία επαρουσιάζονταν να κερδίζουν. Στις 31.01.2014, ευρισκόμενος στην περιοχή της Αραδίππου μαζί με την σύζυγό του, για αναψυχή, επεχείρησε να εξαργυρώσει ένα από τα λαχεία αυτά σε περίπτερο. Ο ιδιοκτήτης του περιπτέρου «είδε (το λαχείο αυτό) ..... και (του) ....... είπε ότι (αυτό) .......... δείχνει να κερδίζει αλλά λείπουν κάποια γράμματα και δεν μπορούσε να (του το) αλλάξει». Το λαχείο το οποίο επεχείρησε να εξαργυρώσει «ήταν μωβ των €2 ευρώ αλλά δεν θυμά(ται) τι ποσό έλεγε ότι κέρδιζε». Μετά την άρνηση του ιδιοκτήτη του περιπτέρου να εξαργυρώσει το λαχείο ο ίδιος το έδωσε στη σύζυγό του και αυτή το εφύλαξε στην τσάντα της μαζί με άλλα λαχεία. Όλα αυτά τα λαχεία, του επίδικου συμπεριλαμβανομένου, εν τέλει κατεσχέθηκαν από την αστυνομία. Αρνείται ότι κατέστρεψε το επίδικο λαχείο, όμως, αδυνατεί να το αναγνωρίσει ανάμεσα στα κατασχεθέντα. Δια της γραπτής κατάθεσής του στην αστυνομία ημερ. 02.02.2014 (τεκμήριο 11) ο Σέργιος Σεργίου (Μ.Κ.1) δηλώνει τα εξής: Είναι ιδιοκτήτης περιπτέρου και στις 31.01.2014 τον επεσκέφθηκε εκεί ο κατηγορούμενος ο οποίος του «ζήτησε να του αλλάξ(ει) ένα ξυστό λαχείο που κέρδιζε €50 ευρώ ...... δεν θυμά(ται) αν ήταν του ενός ή των δύο ευρώ .....Επειδή ξέρ(ει) και καταλαβαίν(ει) αρκετά τεχνάσματα πάνω σε λαχεία ξεκίνησ(ε) να το ελέγχ(ει) ..... προσεκτικά. Διέκριν(ε) κάποια ασπρίσματα στους αριθμούς του λαχείου τα οποία γίνονται με πιο έντονο ξύσιμο δηλαδή κατά την αλλοίωση των αριθμών και των ποσών ..... (του) δημιουργούνταν οι υποψίες ότι ήταν τεχνάσματα και δεν ήταν γνήσιο .... έξησ(ε) καλά το λαχείο για να μπορείσ(ει) να δ(ει) τα γράμματα κωδικούς. Δηλαδή εκτός από το ποσόν που αναγράφεται στα λαχεία ότι κερδίζουν υπάρχουν και γράμματα κωδικοί που το επιβεβαιώνουν ...... Για το ποσόν των €50 που κερδίζουν τα λαχεία είναι το κωδικό γράμμα ΗΗ. Ελέγχοντας το (επίδικο) ...... λαχείο δεν εντόπισ(ε) κανένα γράμμα κωδικού αφού ήταν ξυσμένα με έντονο τρόπο». Το επίδικο λαχείο δεν συμπεριλαμβάνεται στα λαχεία τα οποία η αστυνομία του υπέδειξε ως τα ανευρεθέντα στην κατοχή του κατηγορουμένου. Παρατηρείται πώς στην προκείμενη περίπτωση, προφορική μαρτυρία περί του πλαστογραφημένου περιεχομένου του μη προσαχθέντος επίδικου εγγράφου (του κρατικού λαχείου) έδωσε μόνον ο Σέργιος Σεργίου (Μ.Κ.1), ιδιοκτήτης περιπτέρου, ο οποίος δεν εδήλωσε να διαθέτει προσόντα ακαδημαϊκά ή επαγγελματικά σχετικής εμπειρογνωμοσύνης. Η μαρτυρία την οποίαν αυτός έδωσε είναι η μαρτυρία ενός ερασιτέχνη, ενός προσώπου το οποίο στερείται επαγγελματισμού και ειδικών γνώσεων. Είναι για το λόγο αυτό μαρτυρία αίολη και στερούμενη «πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει πάνω σ΄ αυτήν την καταδίκη του κατηγορουμένου» (Technotent Κ. Γ. Γιώργατσος Λτδ ν. Ορφανίδου (ανωτέρω)). Η απουσία μαρτυρίας, αποδεκτής από το δίκαιο της απόδειξης, για να βεβαιωθεί το πλαστογραφημένο περιεχόμενο του επίδικου λαχείου, το οποίο δεν ανευρίσκεται, οδηγεί όλες τις κατηγορίες σε απόρριψη. Και αυτό γιατί το πλαστογραφημένο περιεχόμενο του λαχείου καθορίζεται (στο κατηγορητήριο) ως πρωτογενές γεγονός για τη στοιχειοθέτηση όλων των αδικημάτων. Επιπλέον, και σε ό,τι αφορά ειδικότερα στην 1η και την 2η κατηγορία, παρατηρούνται και τα εξής: Ουδεμία μαρτυρία προσήχθηκε τείνουσα να καταδείξει πώς στις 31.01.2014 και περί ώραν 15:00, σε περίπτερο εντός των τοπικών ορίων της Αραδίππου, ο κατηγορούμενος πλαστογράφησε κρατικό λαχείο, τύπου «ξυστό», παραποιώντας αριθμούς του, με σκοπό την καταδολίευση. Έτσι, η 2η κατηγορία οδηγείται σε απόρριψη και για τον πρόσθετο αυτό λόγο. Η απόρριψη της 2ης κατηγορίας, σε συνδυασμό με τη απουσία οιασδήποτε μαρτυρίας περί σύναψης συμφωνίας του κατηγορουμένου με άλλο πρόσωπο, οδηγούν στην απόρριψη και της 1ης κατηγορίας η οποία αφορά στην συνομωσία προς διάπραξη του συγκεκριμένου αδικήματος. Είναι, βεβαίως, γνωστό πως η αθώωση κατηγορουμένου εν σχέσει με το ουσιαστικό αδίκημα δεν οδηγεί εφ΄ εαυτής στην αθώωσή του εν σχέσει και με το αδίκημα της συνομωσίας προς τον σκοπό διάπραξής του (Gani ν. Δημοκρατία
(1991)2 Α.Α.Δ., 134). Όμως, στην προκείμενη περίπτωση, ουδεμία μαρτυρία προσήχθηκε η οποία να τείνει να καταδείξει πως ο κατηγορούμενος συνήψε με οιονδήποτε συμφωνία για να διαπράξει το αδίκημα της πλαστογραφίας. Συναφώς καταγράφεται το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην Ποινική Έφεση αρ. 213/2008 Γρηγόρης Α. Χρυσάνθου ν. Δημοκρατίας ημερ. 31.05.2011: «Αποτελεί γεγονός ότι η συνύπαρξη της κατηγορίας της συνωμοσίας μαζί με το ουσιαστικό αδίκημα δεν είναι επιθυμητή διότι πιθανόν να προκαλέσει επιπλοκές. Στο σύγγραμμα του Archbold: «Criminal Pleading Evidence and Practice» 2007, αναφέρεται στις σελ. 2906-2907, στις παραγρ. 34-35 μέχρι 34-56 ότι δεν μπορούν να τεθούν ανελαστικοί κανόνες σε σχέση με το επιθυμητό για την ορθότητα συμπερίληψης σε κατηγορητήριο κατηγορίας συνωμοσίας. Κάθε υπόθεση θα πρέπει να εξετάζεται στη βάση των δικών της δεδομένων (R. v. Jones (J.) 59 Cr. App. R. 120). Η γενική αρχή του ανεπιθύμητου της συμπερίληψης στη βάση των αποφάσεων Verrier v. DPP
(1967)2 A.C. 195, R. v. Griffiths
(1966)1 Q. B. 509 και R. Greenfield 57 Cr. App. R. 849, υπόκειται στις εξής εξαιρέσεις:
(1)Η συμπερίληψη είναι επιθυμητή προς το συμφέρον της δικαιοσύνης σε περίπλοκες υποθέσεις, όπου είναι αναγκαία η παρουσίαση ολοκληρωμένης εικόνας, που δεν μπορεί να επιτευχθεί με μόνη την ένθεση σχετικών ουσιαστικών κατηγοριών (R. v. Hammersely 42 Cr. App. R. 207). (II) Υποθέσεις όπου η συνωμοσία μπορεί να εξαχθεί γενικώς από περιφερειακά γεγονότα, ενώ οι συγκεκριμένες ενέργειες που συνιστούν, για παράδειγμα, το καθαυτό αδίκημα της κλοπής υποστηρίζονται από νεφελώδη, κατά τα άλλα, μαρτυρία. Όπου λοιπόν υπάρχει καθαρή μαρτυρία για συνωμοσία, αλλά ελάχιστη μαρτυρία όσον αφορά τη διάπραξη από τους συνωμότες των ουσιαστικών αδικημάτων, η συμπερίληψη της κατηγορίας της συνωμοσίας είναι και δικαιολογημένη και αναγκαία (R. v. Cooper and Copton 32 Cr. App R. 102). (III) Όπου η συμφωνία για τη διάπραξη του αδικήματος είναι από μόνη της πλέον ειδεχθής, παρά το ίδιο το αδίκημα. Ως παράδειγμα αναφέρεται η συνωμοσία προς βεβήλωση κοιμητηρίου που επιφέρει μεγαλύτερη ποινή από την ποινή που επιφέρει το ουσιαστικό αδίκημα της καταστροφής περιουσίας εντός του χώρου του κοιμητηρίου». Για τους πιο πάνω λόγους ολόκληρο το κατηγορητήριο απορρίπτεται. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από όλες τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει. (Υπ.) .............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.