Α. & A. IΩΑΝΝΟΥ ΛΤΔ ν. P. G. SHOP RIGHT DISCOUNT STORES (NICOSIA) LTD κ.α., Υπόθεση αρ.: 15096/2011, 28/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:B42 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 15096/2011 Α. & A. IΩΑΝΝΟΥ ΛΤΔ και
- P. G. SHOP RIGHT DISCOUNT STORES (NICOSIA) LTD
- Ανδρούλας Καζαμία
- Αντιγόνης Τσιαγκλίδου Κατηγορουμένων 28 Μαρτίου,
- Για τους παραπονουμένους, εμφανίζεται ο κ. Γ. Χ¨Κωστής Για τους κατηγορουμένους αρ. 1, καμία εμφάνιση Για την κατηγορουμένη αρ. 2, εμφανίζεται η κα Κ. Κώστα για τους κ.κ. Γιώργος Βασιλείου και Συνεργάτες Κατηγορουμένη αρ. 2, παρούσα. Α Π Ο Φ Α Σ Η (άρθρο 74
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155) Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 3 («οι κατηγορούμενοι» εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου) διώκονται για το αδίκημα της έκδοσης επιταγής χωρίς αντίκρισμα, ως αυτό διαγράφεται από το άρθρο 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα (Κεφ. 154, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια) καθώς και για το αδίκημα της εξασφάλισης αγαθών δια ψευδών παραστάσεων, ως αυτό διαγράφεται από τα άρθρα 297 και 298 του Κεφ.
- Διαρκούσης της εκκρεμότητας της υπόθεσης, το κατηγορητήριο απεσύρθηκε σε όση έκταση αφορά στην κατηγορουμένη αρ.
- Συνακολούθως, η κατηγορουμένη 3 αθωώθηκε και απηλλάγηκε από τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετώπιζε. Επίδικες είναι η επιταγή υπ΄ αριθμόν 90072816, για το ποσόν των €682,93 (1η και 9η κατηγορία), η επιταγή υπ΄ αριθμόν 90798347, για το ποσόν των €472,49 (2η και 10η κατηγορία), η επιταγή υπ΄ αριθμόν 90798348, για το ποσόν των €318,55 (3η και 11η κατηγορία), η επιταγή υπ΄ αριθμόν 90798349, για το ποσόν των €428,87 (4η και 12η κατηγορία), η επιταγή υπ΄ αριθμόν 91682884, για το ποσόν των €325 (5η και 13η κατηγορία), η επιταγή υπ΄ αριθμόν 91682885, για το ποσόν των €325 (6η και 14η κατηγορία), η επιταγή υπ΄ αριθμόν 91682886, για το ποσόν των €325 (7η και 15η κατηγορία) και η επιταγή υπ΄ αριθμόν 91682887, για το ποσόν των €327,92 (8η και 16η κατηγορία). Όλες οι επιταγές εξεδόθηκαν επί του τραπεζικού οργανισμού «Τράπεζα Κύπρου» από τον λογαριασμό υπ΄ αριθμόν 0577-11-001087, του οποίου δικαιούχοι είναι οι κατηγορούμενοι αρ.
- Οι επιταγές εξεδόθηκαν προς όφελος οντότητας με την επωνυμία «Α & Α Ιωάννου Λτδ» ή «Α & Α Ioannou Ltd» και όλες φέρουν δύο υπογραφές καθώς και τραπεζική σφραγίδα με την ένδειξη: «Η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής». Όσον αφορά στην 1η έως και την 8η κατηγορία, οι κατηγορούμενοι αρ. 1 διώκονται ως οι εκδότες των επιταγών και η κατηγορουμένη αρ. 2 διώκεται ως η νόμιμη αντιπρόσωπος και συνεργός τους. Η αποδιδομένη στην κατηγορούμενη αρ. 2 συνέργεια συνίσταται στο ότι αυτή υπέγραψε τις επιταγές για λογαριασμό των κατηγορουμένων αρ.
- Όσον αφορά στην 9 έως και την 16η κατηγορία οι κατηγορούμενοι αρ. 1 διώκονται γιατί «δια ψευδών παραστάσεων και επί σκοπώ καταδολιεύσεως απέσπασαν από τον κ. Αντώνη Ιωάννου, διευθυντή της παραπονούμενης εταιρείας Α. & Α. ΙΩΑΝΝΟΥ ΛΤΔ αγαθά» διαφόρων αξιών. Η αποδιδομένη στην κατηγορουμένη αρ. 2 συνέργεια συνίσταται στο ότι αυτή αντιπροσώπευε τους κατηγορουμένους αρ.
- Οι κατηγορούμενοι αρνούνται ενοχή σε όλες τις κατηγορίες και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για να αποδειχθεί η υπόθεση κλήθηκαν και κατέθεσαν ενόρκως η Άλκηστις Δημητριάδου (Μ.Κ.1), τραπεζική υπάλληλος, και ο Αντώνης Ιωάννου (Μ.Κ.2), πρώην διευθυντής των παραπονουμένων. Επιπλέον της ένορκης προφορικής μαρτυρίας τους τα πρόσωπα αυτά κατέθεσαν και έγγραφη. Η προφορική μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά της διαδικασίας, η δε έγγραφη είναι καταχωρισμένη ως τεκμήρια. Εξ αρχής σημειώνεται η υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να καθορίσει, στο κατηγορητήριο, τα ιδιαίτερα πρωτογενή γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν το εκάστοτε επίδικο αδίκημα. Πρόκειται για υποχρέωση αυστηρή, πηγάζουσα από το Σύνταγμα και τη νομολογία, η οποία διασφαλίζει το δικαίωμα του κατηγορουμένου να μην παραπλανηθεί και να μπορέσει να ετοιμάσει την υπεράσπισή του (Δημοκρατία ν. Σπύρου
(2000)2 Α.Α.Δ. 107, 144). Επακόλουθο της υποχρέωσης αυτής αποτελεί η ανάγκη όπως η μαρτυρία που θα προσκομίσει η πλευρά της κατηγορούσας αρχής να συνάδει προς το πλαίσιο των γεγονότων που καθορίζεται στο κατηγορητήριο. Μαρτυρία η οποία βρίσκεται εκτός του πλαισίου αυτού δεν μπορεί να γίνει δεχτή (Σταυρινίδης ν. Δήμου Λεμεσού
(2000)2 Α.Α.Δ. 429, 433). Σημειώνεται, ακόμη, το βάρος της κατηγορούσας αρχής να επικαλεστεί και να στοιχειοθετήσει κάθε επιμέρους συστατικό του επίδικου αδικήματος. Ως προς την ύπαρξη γεγονότων δεν επιτρέπονται υποθέσεις, όσον εύλογες και αν είναι αυτές. Κενά εν σχέσει με την συνδρομή πρωτογενών γεγονότων που στοιχειοθετούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (Λοίζου ν. Αστυνομία
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, 365-6). Μετά το πέρας προσαγωγής μαρτυρίας εκ μέρους των παραπονουμένων, η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορουμένης αρ. 2 εισηγήθηκε πως δεν στοιχειοθετήθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον της πελάτιδάς της. Η κα Κώστα υπεστήριξε την προκαταρκτική θέση πώς οι παραπονούμενοι δεν αποτελούν υπαρκτό πρόσωπο. Υπεστήριξε, επίσης, πώς οι επίδικες επιταγές δεν έχουν εκδοθεί κανονικώς, εφ΄ όσον αυτές φέρουν μόνον δύο υπογραφές και όχι τις απαιτούμενες τρεις υπογραφές, και πώς δεν στοιχειοθετήθηκαν συστατικά στοιχεία του αδικήματος της εξασφάλισης αγαθών δια ψευδών παραστάσεων. Αντίθετες θέσεις εξέφρασε ο ευπαίδευτος συνήγορος των παραπονουμένων. Όσον αφορά στην αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας για να κριθεί κατά πόσον δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9, 16), σημειώνεται πως αυτή προϋποθέτει τον εντοπισμό των συστατικών στοιχείων του εκάστοτε επίδικου αδικήματος. «Στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, παρέχεται πάντα η δυνατότητα στο Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία, εξ όψεως κρινόμενη (on the face of it), στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Το θέμα διακρίνεται από την αξιοπιστία των μαρτύρων και τη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους». (Γιάγκου (Λεμόνα) ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, 385). «...ένας κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία όταν, (Ι). Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή (ΙΙ). Η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει πάνω σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου» (Technotent K. Γ. Γιώργατσος Λτδ ν. Ορφανίδου
(2004)2 Α.Α.Δ. 388, 392). Το βάρος απόδειξης που φέρει η κατηγορούσα αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της διαφέρει από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσης η οποία να δημιουργεί υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Εάν η μαρτυρία που παρουσιάζει η κατηγορούσα αρχή είναι τέτοιας ποιότητας ώστε θα ήταν επισφαλές να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί τη βάσει αυτής και μόνον, τότε η υπόθεση απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία (Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου (ανωτέρω)). Για το θεμιτό της συζήτησης, κατά το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, θεμελιακών ζητημάτων που αφορούν στην ευθύνη του κατηγορουμένου, εφ΄όσον οι συνθήκες το επιτρέπουν, παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εντίμου Δικαστού κ. Ναθαναήλ στις Ποινικές Εφέσεις αρ. 5/2012 κ.α. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Δράκου κ.α. ημερ. 11.12.2012: «.......... το εκ πρώτης όψεως στάδιο αποτελεί θεμελιώδες στάδιο της ποινικής δίκης προστατεύοντας τον κατηγορούμενο από τη συνέχιση της δίκης ασκόπως ή για λόγους που δεν άπτονται ή δεν αφορούν την καθαυτή και καλώς νοούμενη απονομή της δικαιοσύνης. Στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, η κατηγορούσα αρχή έχει ήδη ολοκληρώσει την υπόθεση της. Έχει παραθέσει όλη τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση της εναντίον του κατηγορουμένου, (Charalambos Savva "Pambos" v. Police
(1986)2 C.L.R. 30). Αν η μαρτυρία αυτή εκτιμώμενη στο απόγειο της δεν στοιχειοθετεί ή θεμελιώνει ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή είναι αντινομική και εγγενώς συγκρουόμενη μεταξύ της, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα άφηνε την υπόθεση να προχωρήσει, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται απαλλαγής από το στάδιο αυτό. Όπως το θέτει ο Murphy on Evidence, 8η έκδ., σελ. 77: «The case is fatally defective in law. The defendant could safely refuse to call any evidence, and if the judge found for the claimant, the judgment would be set aside on appeal.» Σε μετάφραση: «Η υπόθεση είναι θνησιγενώς ελαττωματική κατά νόμο. Ο κατηγορούμενος με ασφάλεια μπορεί να αρνηθεί να καλέσει οποιαδήποτε μαρτυρία, και αν ο δικαστής αποφασίσει υπέρ της κατηγορούσας αρχής, η απόφαση θα ακυρωθεί κατ΄ έφεση.» Τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο που το ίδιο το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν θέσει ζήτημα ο κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν τα προαναφερθέντα. Αυτό, διότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας, εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του και παρουσιάσει μαρτυρία. Άλλωστε, το εκ πρώτης όψεως βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα αρχή, μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει, ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης. Δεν υπάρχει λοιπόν εγγενώς οποιοδήποτε νομικό πρόβλημα ή εμπόδιο για ένα Δικαστήριο να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από το εκ πρώτης όψεως στάδιο, εφόσον καθοδηγείται ορθά από τις νομολογιακές παραμέτρους. Αντίθετα επιβάλλεται, όταν οι συνθήκες της υπόθεσης το απαιτούν.» Μελετήθηκαν τα κρίσιμα νομικά ζητήματα και εξετάσθηκε η προσκομισθείσα μαρτυρία. Κρίνεται ευχερέστερο και αρκετό η ουσιώδης μαρτυρία να παρουσιασθεί τμηματικά, κατά τη συζήτηση εκάστου κρισίμου ζητήματος:
(1)Εν σχέσει με το προκαταρκτικό ζήτημα της ύπαρξης των παραπονουμένων σημειώνεται πώς η ποινική δίωξη δεν μπορεί να επιτύχει εάν εγείρεται από ανύπαρκτο πρόσωπο. Στις περιπτώσεις φυσικών προσώπων η ύπαρξή τους είναι αυταπόδεικτη. Όμως, στις περιπτώσεις νομικών οντοτήτων, η ύπαρξή τους πρέπει να αποδεικνύεται. Παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση K.N.G. Autoparts Ltd v. Ιωάννου
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 689, 691: «Κατ΄ αρχήν ο ισχυρισμός περί νομικής οντότητας διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί, ......... ως εισαγωγικός άνευ σημασίας. Η ύπαρξη διαδίκου αποτελεί προϋπόθεση για την όποια διεκδίκηση. Έτσι, όπου διάδικος δεν είναι φυσικό πρόσωπο, η νομική οντότητα του πρέπει να καταδεικνύεται. Αυτό γίνεται με απόδειξη του αντίστοιχου ισχυρισμού εκτός όπου προκύπτει άμεσα από το νόμο οπότε λαμβάνεται δικαστική γνώση. Στην περίπτωση εταιρείας .... η ύπαρξη της πρέπει να αποδεικνύεται.» Η σαφής παραδοχή της πλευράς των παραπονουμένων πώς εγγεγραμμένη εταιρεία είναι μόνον η οντότητα «ΑΝΤΩΝΗΣ & ΑΝΔΡΟΥΛΛΑ ΙΩΑΝΝΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ», ως το τεκμήριο 13 αποκαλύπτει, και όχι οι παραπονούμενοι «Α & Α Ιωάννου Λτδ» σφραγίζει την τύχη του κατηγορητηρίου. Εφ΄ όσον απαραίτητη προϋπόθεση επιτυχίας κάθε ποινικής δίωξης είναι, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη του παραπονουμένου, η παραδοχή αυτή οδηγεί στην απόρριψη της υπόθεσης. Είναι δε αδιάφορος ο ισχυρισμός πώς η εγγεγραμμένη και υπαρκτή νομική οντότητα «ΑΝΤΩΝΗΣ & ΑΝΔΡΟΥΛΛΑ ΙΩΑΝΝΟΥ ΛΙΜΙΤΕΔ» είναι γνωστή και ως «Α & Α Ιωάννου Λτδ». Κρίσιμο είναι το γεγονός πώς οι εμφανιζόμενοι ως διάδικοι (παραπονούμενοι) δεν αποτελούν υπαρκτή νομική οντότητα.
(2)Η Άλκηστις Δημητριάδου (Μ.Κ.1) εδήλωσε τα εξής: Δυνάμει απόφασης του διοικητικού συμβουλίου τους, την οποίαν εκοινοποίησαν στον τραπεζικό οργανισμό «Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ» («η Τράπεζα Κύπρου») οι κατηγορούμενοι αρ. 1 εξέδιδαν επιταγές δια της υπογραφής τριών εξουσιοδοτημένων αντιπροσώπων τους, και συγκεκριμένα της Αντιγόνης Τσιακλίδου ή του Μάκη Τσιακλίδη, της Ανδρούλας Καζαμία και του Γιώργου Καζαμία (τεκμήριο 12). Τα πρόσωπα αυτά παρέσχαν στην «Τράπεζα Κύπρου» δείγματα των υπογραφών τους για σκοπούς ελέγχου (τεκμήριο 9). Οι επίδικες επιταγές (τεκμήρια 1 έως και 8) φέρουν μόνον δύο υπογραφές, τις υπογραφές της Ανδρούλας Καζαμία και του Γιώργου Καζαμία. Απουσιάζει η τρίτη απαραίτητη υπογραφή, δηλαδή η υπογραφή είτε της Αντιγόνης Τσιακλίδου είτε του Μάκη Τσιακλίδη. Για τον λόγο αυτό, οι επίδικες επιταγές (τεκμήρια 1 έως και 8) δεν θα μπορούσαν να πληρωθούν. Οι δηλώσεις αυτές της μάρτυρος κατηγορίας Άλκηστις Δημητριάδου (Μ.Κ.1) αποκαλύπτουν πώς οι επίδικες επιταγές δεν αποτελούν επιταγές «εκδοθείσες» από τους κατηγορουμένους αρ. 1, ένα νομικό πρόσωπο το οποίο εκδίδει επιταγές δια των αντιπροσώπων του, τους οποίους έχει προκαθορίσει δια των νόμιμων διαδικασιών του. Έτσι, εκθεμελιώνεται συστατικό στοιχείο του αδικήματος που διαγράφεται από το άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154 εφ΄ όσον η στοιχειοθέτηση του αδικήματος αυτού προϋποθέτει, μεταξύ άλλων, και την κανονική έκδοση της επιταγής. Ας σημειωθεί πώς διαπράττει το διαγραφόμενο, από το άρθρο 305Α
(2)του Κεφ. 154 αδίκημα όποιος (α) εκδίδει επιταγή, (β) την οποία ανακαλεί, πριν ή κατά την ημερομηνία που καθίσταται πληρωτέα (Eurofreight Logistics Ltd v. Γεωργίου
(2006)2 Α.Α.Δ. 29, και Philippa Estates Ltd v. Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ. 142). Η διαπίστωση αυτή οδηγεί στην απόρριψη της 1ης έως και την 8η κατηγορία και σε όση έκταση αφορά στους κατηγορουμένους αρ. 1 και 2.
(3)Διαπράττει το διαγραφόμενο από το άρθρο 298 του Κεφ. 154 αδίκημα όποιος με ψευδή παράσταση και με σκοπό την καταδολίευση αποκτά από άλλον ο,τιδήποτε το οποίο μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής ή παρακινεί άλλον να παραδώσει σε τρίτον τέτοιο πράγμα. Ως «ψευδής» θεωρείται οιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, γενομένη με λόγια, έγγραφο ή συμπεριφορά, η οποία είναι ψευδής εφ΄ όσον το πρόσωπο που την παριστάνει γνωρίζει το ψεύδος αυτής ή δεν πιστεύει στην αληθεία της. Παρατηρείται πώς στις λεπτομέρειες αδικήματος της 9ης έως και την 16η κατηγορία ουδεμία ψευδής παράσταση γεγονότος παρελθόντος ή παρόντος καταγράφεται και ούτε προσδιορίζονται τα αγαθά τα οποία εξασφαλίσθηκαν δια των ψευδών παραστάσεων. Εν πάση περιπτώση, ακόμη και εάν θεωρηθεί πώς ως «ψευδείς» εγκαλούνται παραστάσεις περί εξόφλησης των επίδικων επιταγών άμα τη καταθέσει τους στην τράπεζα, παρατηρείται πώς πρόκειται για παραστάσεις γεγονότων μελλόντων να συμβούν και όχι γεγονότων παρελθόντων ή παρόντων. Συνεπώς, απουσιάζει από το κατηγορητήριο καταγραφή συστατικών στοιχείων του διαγραφόμενου, από τα άρθρα 297 και 298 του Κεφ. 154, αδικήματος. Η διαπίστωση αυτή οδηγεί στην απόρριψη της 9ης έως και την 16η κατηγορία και σε όση έκταση αφορά στους κατηγορούμενους αρ. 1 και 2. Για τους πιο πάνω λόγους διαπιστώνεται πώς δεν στοιχειοθετήθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων αρ. 1 και 2. Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται από όλες τις κατηγορίες που αντιμετωπίζουν. (Υπ.) ............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο