Σάββας Φουκαρίδης & Σια ν. Κύπρου Ανδρέου, Υπόθεση αρ.: 11318/2013, 18/3/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:B34 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 11318/2013 Σάββας Φουκαρίδης & Σια και Κύπρου Ανδρέου Κατηγορουμένου 18 Μαρτίου, 2014. Για τους παραπονουμένους, εμφανίζεται ο Λ. Γ. Λουκαίδης για τους κ.κ. Λουκής Γ. Λουκαϊδης και Σία Κατηγορούμενος, παρών και εμφανίζεται αυτοπροσώπως Α Π Ο Φ Α Σ Η ----------------------- Σύμφωνα με την έκθεση αδικήματος, ο κατηγορούμενος διώκεται για το αδίκημα της πλαστογραφίας ως αυτό διαγράφεται από τα άρθρα 331, 333(α), 334 και 335 του Ποινικού Κώδικα (Κεφ. 154, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια). Ως πρωτογενή γεγονότα, στοιχειοθετούντα το επίδικο αδίκημα, καταγράφονται, στις λεπτομέρειες, τα εξής: «Ο κατηγορούμενος κατά ή περί την 07.05.2010 στη Λάρνακα της επαρχίας Λάρνακας ετοίμασε και καταχώρησε στο Δικαστήριο Λάρνακας ποινικό έντυπο αρ. 7 ιδιωτικής ποινικής δίωξης με αρ. 8903/2010 εναντίον Δημήτρη Πουλόπουλου παρουσιαζόμενο το έντυπο αυτό ότι ήταν ποινική δίωξη εκ μέρους της ενάγουσας ενώ στην πραγματικότητα η ενάγουσα ουδέποτε εξουσιοδότησε, επέτρεψε ή ενέκρινε τέτοια ποινική δίωξη». Κληθείς να απαντήσει στο κατηγορητήριο, ο κατηγορούμενος υπέβαλε αίτημα για τον παραμερισμό του (motion to quash the indictment) προβάλλοντας τα ακόλουθα:
(1)Στις λεπτομέρειες αδικήματος περιγράφεται το αδίκημα της πλαστογραφίας δικαστικού εγγράφου το οποίο αποτελεί κακούργημα τιμωρούμενο με ποινή φυλάκισης έως και 10 έτη. Αρμόδιο να εκδικάσει το αδίκημα αυτό είναι το κακουργιοδικείο, εκτός εάν ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας συγκατατεθεί για τη συνοπτική εκδίκασή του. Εν προκειμένω, το κατηγορητήριο κατεχωρίστηκε χωρίς να δοθεί τέτοια συγκατάθεση.
(2)Οι παραπονούμενοι δεν νομιμοποιούνται να καταχωρίσουν το προκείμενο κατηγορητήριο εφ΄ όσον δεν υπήρξε νόμιμη εξουσιοδότηση από το μοναδικό σύμβουλο και/ή διευθυντή τους. Αυτός είναι μη αποκατασταθείς πτωχεύσας.
(3)Οι παραπονούμενοι δεν νομιμοποιούνται να καταχωρίσουν το προκείμενο κατηγορητήριο γιατί δεν προηγήθηκε καταγγελία της υπόθεσης στην αστυνομία. Ιδιωτική ποινική δίωξη επιτρέπεται μόνον αφού προηγηθεί η καταγγελία της υπόθεσης στην αστυνομία και αυτή αρνηθεί ή αδρανήσει να προχωρήσει σε ποινική δίωξη.
(4)Οι παραπονούμενοι δεν νομιμοποιούνται να καταχωρήσουν το κατηγορητήριο γιατί δεν είναι το θύμα οιασδήποτε αδικοπραγίας. Η επίδικη ιδιωτική ποινική υπόθεση αρ. 8903/2010 (Ε.Δ. Λάρνακας) Φουκκαρίδης και Σία Λτδ ν. Δημήτρη Πουλόπουλου ηγέρθηκε υπέρ των συμφερόντων των παραπονουμένων και όχι εναντίον τους.
(5)Η προκείμενη διαδικασία είναι καταχρηστική και σκοπόν έχει να καταπιέσει τον κατηγορούμενο ο οποίος, ως ο προηγούμενος δικηγόρος των παραπονουμένων, διεκδικεί από αυτούς διάφορα σημαντικά ποσά ως η δικηγορική αμοιβή του.
(6)Οι παραπονούμενοι είναι ανύπαρκτο νομικό πρόσωπο. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των παραπονουμένων υπεστήριξε τη νομιμότητα και την κανονικότητα του κατηγορητηρίου. Για σκοπούς εκδίκασης του αιτήματος για τον παραμερισμό του κατηγορητηρίου κατετέθηκαν, ως τεκμήρια, διάφορα έγγραφα: αντίγραφο του κατηγορητηρίου στην υπόθεση αρ. 8903/2010 (Ε.Δ. Λάρνακας) Φουκκαρίδης και Σία Λτδ ν. Δημήτρη Πουλόπουλου (τεκμήριο 1), διάταγμα ημερ. 11.08.1988, εκδοθέν στην αίτηση αρ. 18/1987 (Ε.Δ. Λάρνακας / Αμμοχώστου - Δικαιοδοσία Πτωχεύσεων) αναφορικώς με το Σάββα Γ. Τύλληρου άλλως Φουκκαρήν ή Φουκκαρίδην (τεκμήριο 2), έντυπο του γραφείου του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη (τεκμήριο 3), διατακτικό της απόφασης ημερ. 29.05.2006 στην αγωγή αρ. 155/2006 (Ε.Δ. Λάρνακας) Φουκκαρίδης και Σία Λτδ ν. Δημήτρη Πουλόπουλου (τεκμήριο 4), έγγραφα με τα αποτελέσματα έρευνας στο μηχανογραφημένο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη σχετικώς με την εταιρεία «Φουκαρίδης και Σία Λιμιτεδ» (τεκμήριο 5) και τους αξιωματούχους αυτής (τεκμήριο 6) και γραπτή συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ημερ. 02.01.2014 για την συνοπτική εκδίκαση «του Κύπρου Ανδρέου, από Λάρνακα κατηγορουμένου για τη διάπραξη αδικημάτων δυνάμει των άρθρων 331, 333(α), 334 και 335 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, στις 07.05.2010, στην Ιδιωτική Ποινική Υπόθεση 113818/2013, Ε.Δ. Λάρνακας» (τεκμήριο 7). Μελετήθηκαν τα επίδικα νομικά ζητήματα, υπό το πρίσμα των καταγεγραμμένων στο κατηγορητήριο και των δηλώσεων και αγορεύσεων των ευπαίδευτων δικηγόρων, και εξετάσθηκε το περιεχόμενο των τεκμηρίων: Εν σχέσει με το προκριματικό ζήτημα της ύπαρξης των παραπονουμένων σημειώνεται πώς η ποινική δίωξη δεν μπορεί να επιτύχει εάν εγείρεται από ανύπαρκτο πρόσωπο. Στις περιπτώσεις φυσικών προσώπων η ύπαρξή τους είναι αυταπόδεικτη. Όμως, στις περιπτώσεις νομικών οντοτήτων, η ύπαρξή τους πρέπει να αποδεικνύεται. Παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση K.N.G. Autoparts Ltd v. Ιωάννου
(1996)1 (Β) Α.Α.Δ. 689, 691: «Κατ΄ αρχήν ο ισχυρισμός περί νομικής οντότητας διαδίκου δεν μπορεί να θεωρηθεί, ......... ως εισαγωγικός άνευ σημασίας. Η ύπαρξη διαδίκου αποτελεί προϋπόθεση για την όποια διεκδίκηση. Έτσι, όπου διάδικος δεν είναι φυσικό πρόσωπο, η νομική οντότητα του πρέπει να καταδεικνύεται. Αυτό γίνεται με απόδειξη του αντίστοιχου ισχυρισμού εκτός όπου προκύπτει άμεσα από το νόμο οπότε λαμβάνεται δικαστική γνώση. Στην περίπτωση εταιρείας .... η ύπαρξη της πρέπει να αποδεικνύεται.» Η σαφής παραδοχή της πλευράς των παραπονουμένων πώς εγγεγραμμένη εταιρεία είναι μόνον η οντότητα «Φουκαρίδης και Σία Λίμιτεδ» και όχι οι παραπονούμενοι «Σάββας Φουκαρίδης και Σία» σφραγίζει την τύχη του κατηγορητηρίου. Εφ΄ όσον απαραίτητη προϋπόθεση επιτυχίας κάθε ποινικής δίωξης είναι, μεταξύ άλλων, η ύπαρξη του παραπονουμένου, η παραδοχή αυτή οδηγεί στην απόρριψη της υπόθεσης. Παρά τα ανωτέρω, θα συζητηθούν και οι υπόλοιποι λόγοι παραμερισμού του κατηγορητηρίου:
(1)Η υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να καθορίσει, στο κατηγορητήριο, όλα τα ιδιαίτερα πρωτογενή γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν το εκάστοτε επίδικο αδίκημα είναι αυστηρή, πηγάζει από το Σύνταγμα και τη νομολογία και διασφαλίζει το δικαίωμα του κατηγορουμένου να μην παραπλανηθεί και να μπορέσει να ετοιμάσει την υπεράσπισή του (Δημοκρατία ν. Σπύρου
(2000)2 Α.Α.Δ., 144). Η παράλειψη της κατηγορούσας αρχής να συμμορφωθεί με την υποχρέωσή της αυτή, είτε γιατί οι λεπτομέρειες που κατέγραψε στο κατηγορητήριο είναι ανεπαρκείς είτε γιατί οι λεπτομέρειες αυτές είναι λανθασμένες ή γιατί αυτές δεν συνάδουν με τα συστατικά του αναφερόμενου στο κατηγορητήριο αδικήματος καθιστά το κατηγορητήριο ελαττωματικό και προσφέρει έρεισμα για την υποβολή ένστασης ως προς την εγκυρότητά του. Η ένσταση αυτή μπορεί να λάβει τη μορφή αιτήματος για τον παραμερισμό του κατηγορητηρίου (motion to quash the indictment) (Archbold, Criminal Pleading, Evidence and Practice, 1993 Re-issue, Volume 1, παρα. 1-209 επ.). Επειδή η ένσταση περί της ανεπάρκειας και των σφαλμάτων των λεπτομερειών άπτεται της ουσίας των κατηγοριών, της εγκυρότητας και του νόμω βάσιμου του κατηγορητηρίου, αυτή δύναται να προβληθεί σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας (Γαβριηλίδης ν. Κοινοτικού Συμβουλίου Αγίου Τίχωνα
(2002)2 Α.Α.Δ. 251, 254 και Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν. Σοφρωνίου
(2008)2 Α.Α.Δ. 803, 806, Αndreaw N. Loizou, George M. Pikis, Criminal Procedure in Cyprus, 1975, σελ. 83). Εν προκειμένω, οι καταγεγραμμένες στο κατηγορητήριο λεπτομέρειες αποκαλύπτουν τη διάπραξη του ιδιώνυμου κακουργήματος της πλαστογραφίας δικαστικού εγγράφου, ως το αδίκημα αυτό διαγράφεται από τα άρθρα 331, 333(α) και 337 του Κεφ. 154. Συναφώς σημειώνεται πώς το ποινικό έντυπο αρ. 7, δια του οποίου εισάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου μια ποινική υπόθεση, αποτελεί «δικαστικό έγγραφο» εν τη εννοία του άρθρου 337 του Κεφ. 154 εφ΄ όσον ως «δικαστικό» νοείται κάθε έγγραφο το οποίο σχετίζεται με τους δικαστές, τη δίκη ή το δικαστήριο. Το ιδιώνυμο κακούργημα της πλαστογραφίας δικαστικού εγγράφου τιμωρείται με ποινή φυλάκισης έως και 10 έτη (άρθρο 337 του Κεφ. 154) και η εκδίκαση του εμπίπτει στην δικαιοδοσία του κακουργιοδικείου (άρθρα 20 και 24 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/1960ως αυτός τροποποιήθηκε στη συνέχεια). Ας σημειωθεί πώς οι «διαχωρισμοί, για σκοπούς ανάληψης δικαιοδοσίας σε αστικές ή ποινικές υποθέσεις, γίνονται θεσμικά από διάφορες νομοθεσίες, κυρίως από τον περί Δικαστηρίου Νόμο. Με τις ρυθμίσεις αυτές ασφαλώς δεν διαβαθμίζεται η ποιότητα της δικαιοσύνης ανάλογα με το Δικαστήριο που την απονέμει, αλλά θεμελιώνεται το απαραίτητο δικαιοδοτικό πλαίσιο του συστήματος απονομής της δικαιοσύνης που ακολουθούμε» (Γενικός Εισαγγελέας (Αρ. 2)
(2000)1 Α.Α.Δ. 1669, 1679). Συνεπώς, η εκ μέρους ορισμένου δικαστηρίου ανάληψη δικαιοδοσίας για την εκδίκαση ορισμένης υπόθεσης αποτελεί ζήτημα ρυθμιζόμενο από το νόμο και όχι ζήτημα ρυθμιζόμενο από τους διαδίκους. Όμως, δυνάμει του άρθρου 24
(2)του Ν.14/1960 ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας έχει την αποκλειστική εξουσία να παραπέμπει για συνοπτική εκδίκαση ενώπιον επαρχιακού δικαστηρίου μίαν υπόθεση εμπίπτουσα, κατ΄ αρχήν, στην δικαιοδοσία του κακουργιοδικείου (Παναγιώτου (Αντάρτης) ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 138, 142). Αποτέλεσμα της άσκησης της συγκεκριμένης εξουσίας είναι να μειώνεται η θεσμοθετημένη σοβαρότητα της παραπεμφθείσας υπόθεσης και αυτή να εκδικάζεται συνοπτικώς (Chafari v. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 442). Η δυνάμει του άρθρου 24
(2)του Ν.14/1960 αποκλειστική αρμοδιότητα του Γενικού Εισαγγελέα να δίδει την έγκρισή του για τη συνοπτική εκδίκαση μίας υπόθεσης, για την οποίαν άλλως αρμόδιο θα ήταν το κακουργιοδικείο, αναφέρεται τόσον στις υποθέσεις οι οποίες καταχωρίζονται εκ μέρους του ή κατ΄ εντολήν του όσον και σε αυτές οι οποίες καταχωρίζονται από ιδιώτες (Γενικός Εισαγγελέας
(2002)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2088, 2092). Ουδείς, πλην του Γενικού Εισαγγελέως, δύναται να επιλέξει την συνοπτική εκδίκαση μιας υπόθεσης ανήκουσας, κατ΄ αρχήν, στην δικαιοδοσία του κακουργιοδικείου. Στην προκείμενη περίπτωση, η εκ των υστέρων δοθείσα συγκατάθεση του Γενικού Εισαγγελέως (τεκμήριο 7) νομιμοποιεί την επιλογή των παραπονουμένων να επιδιώξουν την συνοπτική εκδίκαση του κατηγορουμένου για το ιδιώνυμο κακούργημα της πλαστογραφίας δικαστικού εγγράφου.
(2)Το αναντίλεκτο γεγονός πώς μοναδικός διευθυντής της εταιρείας «Φουκαρίδης και Σία Λιμιτεδ» είναι ο Σαββάκης Φουκαρίδης (τεκμήριο 6), σε συνδυασμό με το αναντίλεκτο γεγονός πώς ο Σαββάκης Φουκαρίδης κηρύχθηκε σε πτώχευση στις 11.08.1988 (τεκμήριο 2) και έκτοτε δεν απεκαταστάθηκε, καθιστούν την οποία συμμετοχή του προσώπου αυτού στη διοίκηση της εταιρείας πράξη δια νόμου απαγορευμένη και αξιόποινη. Η δια του άρθρου 179 του περί Εταιρειών Νόμου (Κεφ. 113, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια) απαγόρευση στον μη αποκατασταθέντα πτωχεύσαντα Σαββάκη Φουκαρίδη να συμμετέχει στη διοίκηση της εταιρείας «Φουκαρίδης και Σία Λίμιτεδ» δεν συνιστά μιαν απλή «έλλειψη στο διορισμό ή τα προσόντα του». Έτσι, τα διαλαμβανόμενα στο άρθρο 174 του Κεφ. 113 σύμφωνα με τα οποία « .... Οι πράξεις συμβούλου ή διαχειριστή είναι έγκυρες ανεξάρτητα από οποιαδήποτε έλλειψη η οποία δυνατόν να αποκαλυφθεί αργότερα στον διορισμό ή προσόντα του» δεν τυγχάνουν, στην προκείμενη περίτπωση, εφαρμογής (δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, Σολωμού ν. Εταιρείας Vineyard View Tourist Enterpises Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 300)
(3)Η αναντίλεκτη δυνατότητα ιδιωτικής ποινικής δίωξης, η οποία «αποτελεί χρήσιμη συνταγματική εγγύηση εναντίον της παράλειψης ή άρνησης των αρμόδιων αρχών να διώξουν αδικοπραγούντες λόγω ιδιοτροπίας, διαφθοράς ή μεροληψίας» (Αιπεία Λτδ ν. Sirocco Estates Co Ltd κ.α.
(1997)2 Α.Α.Δ. 434, 437) προσφέρεται σε οιονδήποτε επηρεάζεται αμέσως από την εγκληματική ενέργεια (Toffinis v. Theocharides and another
(1983)2 C.L.R. 363, Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522). Η δυνατότητα αυτή δεν εξαρτάται από την προηγούμενη καταγγελία της υπόθεσης στην αστυνομία. Και ούτε εξαρτάται από την επίδειξη, εκ μέρους της αστυνομίας, «ιδιοτροπίας, διαφθοράς ή μεροληψίας».
(4)Η κρίση περί της μη νομιμοποίησης των παραπονουμένων να καταχωρήσουν το προκείμενο κατηγορητήριο γιατί δεν υπήρξαν το θύμα αδικοπραγίας προϋποθέτει την παρουσίαση μαρτυρίας. Τέτοια κρίση διαμορφώνεται επί τη βάσει μαρτυρίας η οποία να καταδεικνύει τις συνέπειες της καταχώρησης της ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης αρ. 8903/2010 (Ε.Δ. Λάρνακας) Φουκκαρίδης και Σία Λτδ ν. Δημήτρη Πουλόπουλου και το πρόσωπο το οποίο υπέστηκε τις συνέπειες αυτές.
(5)Παρόμοια ισχύουν και εν σχέσει με τη μομφή περί κατάχρησης διαδικασίας. Συναφώς, αναφέρεται πώς «καταχρηστική» χαρακτηρίζεται η δικαστική διαδικασία όταν δι΄ αυτής επιδιώκεται σκοπός όμοιος με σκοπόν ο οποίος επιδιώκεται διαμέσου της παράλληλης προώθησης άλλου ένδικου μέσου (Beogradskα DD
(1996)1 Α.Α.Δ. 911) καθώς επίσης και η δικαστική διαδικασία όταν πραγματικός της σκοπός είναι η εξόντωση ή η καταπίεση του αντιδίκου (Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522). Η δικαστική εξουσία για παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας εξ αιτίας του καταχρηστικού της χαρακτήρα ασκείται με φειδώ και μόνον εφ΄ όσον η διαδικασία είναι προδήλως καταχρηστική. Η σχετική απόφαση πρέπει να λαμβάνεται κατόπιν συνεκτίμησης αφ΄ ενός του συνταγματικού δικαιώματος κάθε προσώπου να προσφεύγει απρόσκοπτα στη δικαιοσύνη και αφ΄ ετέρου της ευθύνης του Δικαστηρίου να περιφρουρεί και να διασφαλίζει την ορθή και αποτελεσματική λειτουργία του (απόφαση στην Ποινική Έφεση αρ. 90/2011 Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου Λτδ ν. Αδελφοί Σ. Πεκρής (Γενικές Επιχειρήσεις) Λτδ κ.ά. ημερ. 11.09.2013). Η κρίση περί καταχρηστικής διαδικασίας δεν διαμορφώνεται επί τη βάσει υποθέσεων και εικασιών. Τέτοια κρίση διαμορφώνεται επί τη βάσει μαρτυρίας. Συνεπώς, ευρισκόμενοι σε στάδιο πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και πριν από την παρουσίαση οιασδήποτε μαρτυρίας το ζήτημα της κατάχρησης της διαδικασίας είναι ανεπίδεκτο δικαστικής κρίσης. Καταληκτικώς διαπιστώνεται πώς η επιτυχής προβολή του προκριματικού ζητήματος της ανυπαρξίας των παραπονουμένων καθιστά το αίτημα για παραμερισμό του κατηγορητηρίου βάσιμο. Το κατηγορητήριο παραμερίζεται. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει. (Υπ.) .............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο