← Κύπρος

Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου Λτδ ν. Αδελφοί Σ. Πεκρής (Γενικές Επιχειρήσεις) Λτδ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 832/2009, 2/1/2014

Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου Λτδ ν. Αδελφοί Σ. Πεκρής (Γενικές Επιχειρήσεις) Λτδ κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 832/2009, 2/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:B1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. MΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 832/2009 Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου Λτδ -ν-

  1. Αδελφοί Σ. Πεκρής (Γενικές Επιχειρήσεις) Λτδ
  2. Ιωσήφ Πεκρής
  3. Μιχάλης Πεκρής Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 2 Ιανουαρίου
  4. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Β. Πέτρου-Πιερίδου. Για τους Κατηγορουμένους 1 και 2: κ. Η. Πεκρής (για ν' ακούσει απόφαση ο κ. Σ. Χαραλάμπους). Κατηγορούμενος 2: Παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν από κοινού Κατηγορία για έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα κατά παράβαση των Άρθρων 305 Α

(2)και 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154, ως τροποποιήθηκε μέχρι και το Νόμο 70(Ι)/
  1. Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος της Πρώτης Κατηγορίας, οι Κατηγορούμενοι κατά ή περί τον Αύγουστου του 2008 εξέδωσαν προς όφελος της Παραπονουμένης την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αρ. 78320020 για το ποσό των €15.719.13 πληρωτέα στις 9/1/2009, η οποία κατά την παρουσίασή της προς πληρωμή στην τράπεζα κατά ή μετά την ημερομηνία κατά την οποία κατέστη πληρωτέα δεν ξοφλήθηκε και επιστράφηκε απλήρωτη με την ένδειξη «Η ΠΛΗΡΩΜΗ ΕΧΕΙ ΑΝΑΚΛΗΘΕΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΚΔΟΤΗ ΤΗΣ ΕΠΙΤΑΓΗΣ- STOP PAYMENT» και οι Κατηγορούμενοι χωρίς εύλογη αιτία προκάλεσαν με τις πράξεις τους την μη εξόφληση της επιταγής και παρέμεινε απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την παρουσίασή της στην τράπεζα για πληρωμή. Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε συνολικά 2 μάρτυρες για να αποδείξει την υπόθεσή της. Όταν δε οι Κατηγορούμενοι κλήθηκαν σε απολογία, αυτοί κατέθεσαν ενόρκως και κάλεσαν ένα μάρτυρα για υποστήριξη της υπεράσπισής τους. Ως πρώτος μάρτυρας κατέθεσε ο διευθυντής της Παραπονουμένης, κ. Γερόλεμος Ν. Γερολέμου (Μ.Κ.1), ο οποίος κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως εξέτασής του (Έγγραφο «Α»). Σύμφωνα με αυτό, η Παραποιουμένη ασχολείται με τις μεταφορές εμπορευματοκιβωτίων και γενικού φορτίου. Πιστοποιητικό Σύστασης και Πιστοποιητικό Αξιωματούχων αυτής κατατέθηκαν ως Τεκμήρια «1» και «2» αντιστοίχως. Η Κατηγορουμένη 1 ασχολείται, επίσης, με τις μεταφορές εμπορευμάτων. Πιστοποιητικό Σύστασης και Πιστοποιητικό Αξιωματούχων αυτής κατατέθηκαν ως Τεκμήρια «3» και «4» αντιστοίχως. Ο Κατηγορούμενος 2 είναι διευθυντής και γραμματέας της Κατηγορουμένης από την 1/11/
  2. Ο Μ.Κ.2 γνωρίζει τους Κατηγορουμένους 1 και 2 από γύρω στο
  3. Υπήρξε συνεργασία μεταξύ της Παραπονουμένης και της Κατηγορουμένης 1 με την ανάληψη εκτέλεσης μεταφορών από την τελευταία για λογαριασμό της πρώτης έναντι αμοιβής. Για τις μεταφορές που εκτελούσε η Κατηγορουμένη 1 χρησιμοποιούσε με την άδεια της Παραπονουμένης και χωρίς χρέωση τα ρυμουλκούμενα οχήματα της τελευταίας. Δυνάμει γραπτής συμφωνίας ημερομηνίας 9/8/2008 (Τεκμήριο «5») μεταξύ της Παραπονουμένης και της Κατηγορουμένης 1, τον Αύγουστο του 2008 η Παραπονουμένη πώλησε στην Κατηγορουμένη 1 τρία φορτηγά αυτοκίνητα μαζί με την αντίστοιχη Άδεια «Α» εκάστου, 21 ρυμουλκούμενα οχήματα (καρότσες) και ένα ανυψωτικό όχημα (forklift) 6 τόνων, συμπεριλαμβανομένης της πελατείας της για μεταφορές εμπορευματοκιβωτίων και γενικού φορτίου αντί του συμφωνηθέντος ποσού των Λ.Κ.115.000,00 (€196.489,00), συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. Η Κατηγορουμένη 1 ανέλαβε, δυνάμει του Τεκμηρίου 5, να πληρώσει την Παραπονουμένη με αρχικό ποσό €39.297,83 στις 11/8/2008 και το υπόλοιπο των €157.191,33 σε δέκα ισόποσες μηνιαίες δόσεις των €15.719,13 εκάστη με την έκδοση επ' ονόματι της Παραπονουμένης 10 επιταγών. Στο Έγγραφο Α καταγράφονται ακολούθως κάποιες από τις πρόνοιες του Τεκμηρίου 5 σε σχέση με τον τρόπο υλοποίησης του Τεκμηρίου
  4. Σύμφωνα, περαιτέρω, με το Έγγραφο Α, το Τεκμήριο 5 υπογράφηκε στις εγκαταστάσεις της Κατηγορουμένης 1 στην βιομηχανική περιοχή Αραδίππου και αναφέρεται ποιοί ήταν παρόντες κατά την υπογραφή του. Μεταξύ αυτών ήταν ο υπάλληλος της Παραπονουμένης, η οποίος μετά την υπογραφή του Τεκμηρίου 5 εργοδοτήθηκε από την Κατηγορουμένη
  5. Πριν ο Μ.Κ.1 πάει για την υπογραφή του Τεκμηρίου 5, ο Κατηγορούμενος 2 τον είχε ειδοποιήσει τηλεφωνικά να πάρει μαζί του όλους τους τίτλους ιδιοκτησίας των εγγεγραμμένων οχημάτων για να τους δει, κάτι που ο Μ.Κ.1 έπραξε. Ο Κατηγορούμενος 2 υπέγραψε το Τεκμήριο 5 μετά που έλεγξε τους εν λόγω τίτλους ιδιοκτησίας. Αμέσως μετά την υπογραφή του Τεκμηρίου 5, ο Κατηγορούμενος εξέδωσε και παρέδωσε στον Μ.Κ.1 δέκα μεταχρονολογημένες επιταγές της Τράπεζας Κύπρου των €15.719,13 εκάστη προς όφελος της Παραπονουμένης, της πρώτης πληρωτέας στις 9/9/2008 και ούτω καθ' εξής μέχρι εξοφλήσεως. Μεταξύ αυτών ήταν και η επιταγή με αρ. 78320020 (στο εξής «η Επίδικη Επιταγή»), ημερομηνίας πληρωμής 9/1/2009, η οποία ήταν η πέμπτη στη σειρά. Επιπλέον, ο Κατηγορούμενος 2 εξέδωσε και παρέδωσε στον Μ.Κ.1 την επιταγή της Τράπεζας Κύπρου με αρ. 78320015 (στο εξής «η Αρχική Επιταγή»), ημερομηνίας πληρωμής 11/8/2008 για το ποσό των €14.350,65 για την εξόφληση του αρχικού ποσού, αφού αφαίρεσε το ποσό των €24.947,18 που η Παραπονουμένη όφειλε στην Κατηγορουμένη 1 από τις μεταξύ τους δοσοληψίες. Η Αρχική Επιταγή είναι η μόνη που εξαργυρώθηκε. Μετά την υπογραφή του Τεκμηρίου 5, η Παραπονουμένη παρέδωσε στην Κατηγορουμένη 1 τα πωληθέντα, τα οποία η τελευταία παρέλαβε όλα εκτός από το forklift, το οποίο παρέμεινε στη θέση του, δηλαδή στις εγκαταστάσεις της Παραπονουμένης για να παραληφθεί από την Κατηγορουμένη
  6. Η Επίδικη Επιταγή (Τεκμήριο «6») παρουσιάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου για πληρωμή, αλλά επιστράφηκε απλήρωτη με την ένδειξη «Η πληρωμή έχει ανακληθεί από τον εκδότη της επιταγής - stop payment». Στο μεταξύ, είχαν επιστραφεί απλήρωτες λόγω ανάκλησης της πληρωμής τους και όλες οι προηγούμενες μηνιαίες επιταγές που είχαν παραδοθεί. Όταν ο Μ.Κ.2 πληροφορήθηκε από την τράπεζα τη μη πληρωμή της πρώτης επιταγής, ήτοι αυτής που ήταν πληρωτέας την 9/9/2008, τηλεφώνησε στον Κατηγορούμενο 2 και τον ρώτησε τι έγινε. Ο Κατηγορούμενος 2 του είπε πως ξέχασε να τον ειδοποιήσει ότι σταμάτησε την πληρωμή της και ο λόγος ήταν ότι επειδή η μεταβίβαση των φορτηγών με τις αντίστοιχες Άδειες «Α» θα καθυστερούσαν, λόγω της έγκρισης που θα έπρεπε να πάρει από το αρμόδιο τμήμα της Δημοκρατίας, και επειδή η τράπεζα της Κατηγορουμένης 1 ζητούσε αντίκρισμα, ο Κατηγορούμενος 2 ζήτησε από τον Μ.Κ.1 να του πάρει όλα τα κοτσιάνια των οχημάτων που κρατούσε η Παραπονουμένη και την σφραγίδα της για να υπογράψει και να σφραγίσει ο Μ.Κ.1 όλα τα έντυπα για άμεση μεταβίβαση των οχημάτων αυτών για να του πληρώσει την πρώτη επιταγή. Παρά τα συμφωνηθέντα, ο Μ.Κ.1, με σκοπό να βοηθήσει να προχωρήσουν, περί τις 13/9/2008 πήγε στην Αραδίππου και παρέδωσε στον Κατηγορούμενο 2 τους τίτλους ιδιοκτησίας των τριών φορτηγών, των 3 Αδειών «Α», των ρυμουλκούμενων οχημάτων με αρ. 46, 43, 44, 52, 50, 51, 25, 23 και 26 και τα έντυπα C72, δυνάμει των οποίων η Κατηγορουμένη 1 μπορούσε να προβεί σε απ' ευθείας εγγραφή επ΄ονόματί της των ρυμουλκούμενων οχημάτων με αρ. 45, 21, 49 και
  7. Ο Μ.Κ.1, επίσης, υπέγραψε και σφράγισε τα έντυπα που του υπέδειξε ο Κατηγορούμενος 2 για τις μεταβιβάσεις των εν λόγω οχημάτων, ως και τα έντυπα των αιτήσεων που έπρεπε να υποβληθούν στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών για έγκριση των μεταβιβάσεων των τριών Αδειών «Α». Οι Κατηγορούμενοι δεν πλήρωσαν την πρώτη επιταγή, όπως υποσχέθηκε ο Κατηγορούμενος 2, και ανακάλεσαν και την πληρωμή και της δεύτερης επιταγής, ήτοι αυτής που ήταν πληρωτέα στις 9/10/
  8. Μόλις ο Μ.Κ.1 πληροφορήθηκε ότι επιστράφηκε απλήρωτη η δεύτερη επιταγή τηλεφώνησε στον Κατηγορούμενο 2, ο οποίος του είπε ότι σταμάτησαν την πληρωμή της γιατί δεν του έχουν εμπιστοσύνη και ότι θα πληρώσουν οι ίδιοι απ' ευθείας τις δύο επιταγές που σταμάτησαν στις υποχρεώσεις που η Παραπονουμένη είχε σε δύο τράπεζες. Τότε η Παραπονουμένη όφειλε στη Λαϊκή Τράπεζα Χρηματοδοτήσεις υπόλοιπο πέριξ των €13.000,00 από την ενοικιαγορά του φορτηγού αυτοκινήτου με αρ. εγγραφής HPZ567, ως επίσης στην Τράπεζα Κύπρου υπόλοιπο γύρω στις €17.5000,00 από την ενοικιαγορά πέντε καρότσων. Η Κατηγορουμένη 1 γνώριζε τις εν λόγω οφειλές πριν από την υπογραφή του Τεκμηρίου 5 γιατί ο Μ.Κ.1 είχε αναφέρει τούτες στους Κατηγορουμένους 2 και 3 στο στάδιο των διαπραγματεύσεων. Ο Μ.Κ.2 αποδέχθηκε την εισήγηση του Κατηγορουμένου 2, εφόσον οι τράπεζες θα έπρεπε να πληρωθούν. Για το σκοπό αυτό, ο Μ.Κ.1 επικοινώνησε τηλεφωνικά με την κα. Έλενα Γαλαταριώτη στο υποκατάστημα 179 της Τράπεζας Κύπρου στην Κοκκινοτρυμιθιά που είχε υπό τον έλεγχό της τον αναφερόμενο λογαριασμό της Παραπονουμένης στην εν λόγω τράπεζα και την κα. Έλενα που είχε υπό τον έλεγχό της το λογαριασμό της Παραπονουμένης στη Λαϊκή Χρηματοδοτήσεις και τις ενημέρωσε ότι θα πάει κάποιος από την Κατηγορουμένη 1 να πληρώσει τις εν λόγω οφειλές. Οι εν λόγω τράπεζες ήταν ήδη ενημερωμένες από τον Μ.Κ.1 για την επικείμενη πώληση και ανέμεναν την εξόφλησή τους από το προϊόν της πώλησης. Η Κατηγορουμένη 1 δεν πλήρωσε ούτε τις τράπεζες ούτε την Παραπονουμένη και σταμάτησε την πληρωμή και της τρίτης επιταγής, ήτοι αυτής που ήταν πληρωτέα στις 9/11/
  9. Η απαίτηση του Κατηγορουμένου 2 αυτή την φορά ήταν όπως ο Μ.Κ.1 τους εφοδιάσει με το προσάρτημα. Δηλαδή, ένα επιπλέον έντυπο που έπρεπε να υπογράψει η Παραπονουμένη για τη μεταβίβαση των Αδειών «Α». Ο Κατηγορούμενος 2 ανέφερε στον Μ.Κ.1 ότι προσπάθησε να επικοινωνήσει με τη Γαλαταριώτη της Τράπεζας Κύπρου, αλλά αυτή δεν έβγαινε στη γραμμή, πράγμα που η ίδια διέψευσε όταν την ρώτησε ο Μ.Κ.
  10. Ο Μ.Κ.1 πρότεινε στον Κατηγορούμενο 2 να του πάρει το προσάρτημα, αλλά τουλάχιστον η Κατηγορούμενη 1 να πληρώσει κάποια επιταγή από αυτές που επιστράφηκαν απλήρωτες, αλλά ο Κατηγορούμενος 2 δεν δέχθηκε ισχυριζόμενος ότι μπορεί να είχαν πρόβλημα οι Άδειες «Α» που πωλήθηκαν και με την ίδια δικαιολογία επιστράφηκε απλήρωτη και η τέταρτη επιταγή, ήτοι αυτή που ήταν πληρωτέα στις 9/12/
  11. Ο Μ.Κ.1 πιεζόταν από τα χρέη της Παραπονουμένης, για τα οποία είχε προσωπικές εγγυήσεις, και από χρέη που είχε κάνει για τις δραστηριότητες της Παραπονουμένης με υποθήκευση οικογενειακών ακινήτων και με προσωπικές εγγυήσεις των γονιών του, στα οποία λόγω της συμπεριφοράς των Κατηγορουμένων για μήνες δεν πληρώθηκε οποιαδήποτε δόση. Επιπλέον, λόγω της πώλησης στην Κατηγορουμένη 1 των οχημάτων της Παραπονουμένης, τα οποία αποτελούσαν βασικά την όλη επιχείρησή της, η Παραπονουμένη δεν είχε εισοδήματα για να πληρώνονται οι δόσεις των δανείων. Ενόψει τούτου, ο Μ.Κ.1 περί τις 22/12/2008 αναγκάστηκε και παρέδωσε στον Κατηγορούμενο 2 στην Αραδίππου το προσάρτημα που ήθελε, ευελπιστώντας ότι θα άρχιζαν οι πληρωμές. Την ίδια ημέρα, ο Μ.Κ.1 πήγε μαζί με τον Κατηγορούμενο 2 στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών στη Λάρνακα για να υποβάλουν τα διάφορα έγγραφα/έντυπα για την έκδοση των εγκρίσεων που χρειάζονταν για την μεταβίβαση των Αδειών «Α». Η υπάλληλος εκεί απουσίαζε και τους είπαν να τα υποβάλουν τη Δευτέρα. Τότε ο Μ.Κ.1 πήρε τον Κατηγορούμενο 2 πίσω στις εγκαταστάσεις της Κατηγορουμένης 1 και ο Μ.Κ.1 του ζήτησε να του πληρώσει όλες τις επιταγές που είχαν επιστραφεί απλήρωτες. Ο Κατηγορούμενος 2 του είπε να συναντηθούν με τους Δικηγόρους τους την επομένη και πως τώρα που πήρε το προσάρτημα όλα είναι εντάξει και οι επόμενες επιταγές θα πληρωθούν κανονικά. Την επομένη, ο Μ.Κ.1 τηλεφώνησε στον Κατηγορούμενο 2, ο οποίος του είπε να μιλήσει με τη δικηγόρο της Παραπονουμένης και αυτή με το δικηγόρο της Κατηγορουμένης 1 για να διευθετηθεί η συνάντηση. Ο Μ.Κ.1 μίλησε με την δικηγόρο, η οποία μίλησε με το δικηγόρο της Κατηγορουμένης, ο οποίος δεν ήταν ενήμερος και ανέλαβε να μιλήσει με τον Κατηγορούμενο 2 και να επανέλθει, αλλά το θέμα έμεινε εκεί. Στο μεταξύ, μεσολάβησαν οι γιορτές των Χριστουγέννων και ο Μ.Κ.1 μίλησε με τη δικηγόρο του περί τις 29/12/2008, η οποία του είπε ότι είχε μιλήσει ενωρίτερα με το δικηγόρο της Κατηγορουμένης 1, ο οποίος της είπε ότι δεν μπορούν να γίνουν οι πληρωμές επειδή ο Κατηγορούμενος 2 βρισκόταν στο εξωτερικό και θα επέστρεφε στις 6/1/
  12. Επιπλέον την ενημέρωσε ότι οι αιτήσεις για τις μεταβιβάσεις των Αδειών «Α» επ' ονόματι της Κατηγορουμένης υποβλήθηκαν στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών στη Λάρνακα την ίδια ημέρα, δηλαδή στις 29/12/
  13. Πιστά αντίγραφα των εν λόγω τριών αιτήσεων κατατέθηκαν ως Τεκμήρια «7», «8» και «9». Στις 7/1/2009 δεν επικοινώνησε κάποιος από την Κατηγορουμένη 1 και η δικηγόρος της Παραπονουμένης μίλησε αργά το απόγευμα με το δικηγόρο της Κατηγορουμένης 1, ο οποίος ανέλαβε να επικοινωνήσει με τον Κατηγορούμενο 2 για να ξεκαθαρίσει κατά πόσον οι πελάτες του θα πλήρωναν. Στη συνέχεια, ο δικηγόρος της Κατηγορουμένης 1 ενημέρωσε τη δικηγόρο της Παραπονουμένης ότι ο Κατηγορούμενος 2 ήδη μίλησε με τον Μ.Κ.1 και θα πήγαινε να πληρώσει τις οφειλές της Παραπονουμένης στη Λαϊκή Τράπεζα και την Τράπεζα Κύπρου. Ο Κατηγορούμενος 2, όμως, δεν είχε κάποια πρόσφατη επικοινωνία με τον Μ.Κ.
  14. Ενώ ο Μ.Κ.2 περίμενε την πληρωμή της Επίδικης Επιταγής, Τεκμήριο 5, αυτή επιστράφηκε απλήρωτη λόγω ανάκλησης της πληρωμής της. Ο Μ.Κ.1 έμαθε περί τούτου στις 12/1/2009 και τηλεφώνησε αμέσως στον Κατηγορούμενο 2, ο οποίος του ζήτησε να πάρει όλα τα χαρτιά των ρυμουλκούμενων οχημάτων που δεν ήταν γραμμένα στην Παραπονουμένη. Τότε, ο Μ.Κ.1 του είπε να πληρώσει όλα τα καθυστερημένα και αν θέλει να ξοφλήσει να του πάρει και όλα τα χαρτιά των άγραφων καρότσων. Τότε, ο Κατηγορούμενος 2 του είπε -Αφού είσαι έτσι πήγαινε να πληρώσεις τις τράπεζες και φέρε μου μεταβίβαση. Ο Κατηγορούμενος 2, όμως, ήξερε ότι η Παραπονουμένη δεν ήταν σε θέση να πληρώσει. Ο Μ.Κ.1 του αντιπρότεινε να παν μαζί στις Τράπεζες και να πληρώσει τις οφειλές της Παραπονουμένης στις τράπεζες που ήταν γύρω στις €32.500,00 από τα χρήματα που η Κατηγορουμένη 1 όφειλε στην Παραπονουμένη, ήτοι €78.595,
  15. Ο Κατηγορούμενος 2 δέχθηκε και του είπε ότι περιμένει τηλεφώνημα από το Τμήμα Οδικών Μεταφορών για τις εγκρίσεις των μεταβιβάσεων των Αδειών «Α» και μόλις εγκριθούν να παν να μεταβιβάσουν τις Άδειες «Α» και τα φορτηγά επ' ονόματι της Κατηγορουμένης 1 και να πληρώσει όλες τις ανακληθείσες επιταγές. Η δικηγόρος της Παραπονουμένης είχε πει στον Μ.Κ.1 ότι, όπως της είπε ο δικηγόρος της Κατηγορουμένης 1, οι φόβοι των τελευταίων ήταν μήπως και δεν εγκριθούν οι μεταβιβάσεις των Αδειών «Α» και πως μόλις εγκριθούν θα γίνουν οι μεταβιβάσεις και οι πληρωμές. Ο Μ.Κ.1 επικοινωνούσε συνεχώς με το Τμήμα Οδικών Μεταφορών και προσπαθούσε να πιέσει τα πράγματα για να εκδοθούν οι εγκρίσεις το συντομότερο. Γνώριζε ότι όλα τα έγγραφα ήταν εντάξει και δεν υπήρχε λόγος να μην εκδοθούν οι εγκρίσεις. Στις 21/1/2009 το πρωϊ, ο Μ.Κ.1 τηλεφώνησε στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών και πληροφορήθηκε ότι εγκρίθηκαν οι μεταβιβάσεις που περίμεναν. Πιστά αντίγραφα των τριών εγκρίσεων κατατέθηκαν ως Τεκμήρια «10», «11» και «12». Αμέσως, ο Μ.Κ.1 προσπάθησε να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς με τον Κατηγορούμενο 2, ο οποίος δεν απαντούσε. Ακολούθως, ενημέρωσε τη δικηγόρο της Παραπονουμένης, η οποία έστειλε αυθημερόν επιστολή με φαξ στους δικηγόρους της Κατηγορουμένης 1 (Τεκμήριο «13»). Ως τον πληροφόρησε η δικηγόρος του, αυτή μίλησε αργότερα τηλεφωνικά με τον δικηγόρο της Κατηγορουμένης 1, ο οποίος της είπε ότι ο Κατηγορούμενος 2 θα επικοινωνήσει με τον Μ.Κ.1 για να παν μαζί στις τράπεζες για να πληρώσει. Πριν επικοινωνήσει η κα. Πιερίδου με τον Μ.Κ.1, ο τελευταίος κατάφερε να μιλήσει με τον Κατηγορούμενο 2 και όταν του είπε ότι εγκρίθηκαν οι μεταβιβάσεις, ο Κατηγορούμενος 2 απάντησε ότι οι υπογραφές στα έντυπα των μεταβιβάσεων δεν ήταν πιστοποιημένες από πιστοποιούντα υπάλληλο. Ο Μ.Κ.1 του εξήγησε ότι αυτό δεν είναι πρόβλημα γιατί έξω από την αρμόδια υπηρεσία υπάρχει πιστοποιών υπάλληλος. Ο Κατηγορούμενος 2 αρνήθηκε και του είπε ότι έχει δικό του άνθρωπο στην Αραδίππου για να κάνει τις πιστοποιήσεις. Τότε, ο Μ.Κ.1 του πρότεινε να ξεκινήσει εκείνη την ώρα για να πάει στην Αραδίππου για τις πιστοποιήσεις, αλλά ο Κατηγορούμενος 2 αρνήθηκε και του είπε ότι θα χρειαστούν μερικές ημέρες για να ξεκαθαρίσουν κάποιες επιταγές των πελατών της Κατηγορουμένης 1 που κατέθεσε στη Λαϊκή Τράπεζα. Την επομένη, η δικηγόρος του Μ.Κ.1 απέστειλε με φαξ επιστολή στους δικηγόρους της Κατηγορουμένης 1 (Τεκμήριο «14»). Κατατέθηκε, επίσης, η αλληλογραφία που ακολούθησε μεταξύ των δικηγόρων ως Τεκμήρια «15» έως «20». Έκτοτε οι Κατηγορούμενοι απέφυγαν και δεν συνεργάστηκαν να γίνουν οι μεταβιβάσεις, δεν πλήρωσαν οποιοδήποτε ποσό στην Παραπονουμένη και ανακάλεσαν την πληρωμή και των υπόλοιπων επιταγών. Κατά την αντεξέτασή του, ο M.Κ.1 ανέφερε ότι είχε προφορική συγκατάθεση από Λαϊκή Τράπεζα και Τράπεζα Κύπρου για τις πωλήσεις των οχημάτων που ήταν σε ενοικιαγορά. Με τα έντυπα του τελωνείου C72 που παρέδωσε, ο Κατηγορούμενος 2 μπορούσε να γράψει τις συγκεκριμένες καρότσες για πρώτη φορά επ' ονόματι της Κατηγορουμένης
  16. Η Παραπονουμένη είχε αγοράσει αυτά, δεν είχε τίτλο και για να εγγραφούν χρειάζονταν το έντυπο C72 και τιμολόγια. Τιμολόγια στο όνομα της Παραπονουμένης υπήρχαν. Η Παραπονουμένη δεν εξέδωσε κάποιο τιμολόγιο στο όνομα της Κατηγορουμένης 1, εφόσον δεν πληρώθηκε οποιαδήποτε επιταγή. Για να γίνει η μεταβίβαση θα έπρεπε να πληρώσει η Κατηγορουμένη 1 και να εκδώσει τιμολόγια η Παραπονουμένη. Ακολούθως, ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ως Τεκμήρια «21» έως «24» τέσσερις ανοικτές μεταβιβάσεις για τις καρότσες με αρ. 40, 41, 42 και 53 αντιστοίχως, ως αυτές περιγράφονται στο Τεκμήριο
  17. Υπήρχαν και άλλες καρότσες, για τις οποίες δεν υπήρχε τίτλος και υπήρχε τιμολόγιο αγοράς. Για τις καρότσες που η Παραπονουμένη είχε τίτλο, ο Μ.Κ.1 υπέγραψε ανοικτές μεταβιβάσεις. Για αυτές δεν χρειαζόταν το έντυπο C
  18. Δεν θυμόταν πότε πήρε στα χέρια του το Τεκμήριο
  19. Μπορεί να ήταν και μετά την υπογραφή του Τεκμηρίου
  20. Ανέφερε, επίσης, ότι είχε συγκεκριμένο άνθρωπο στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών που τον πλήρωνε και του έκανε τις δουλειές του. Ο ίδιος δεν ήξερε ακριβώς τις διαδικασίες. Αν χρειαζόταν, ο πιστοποιών υπάλληλος θα πιστοποιούσε την υπογραφή του Μ.Κ.1 χωρίς να είναι ο ίδιος παρών. Ανέφερε, επίσης, ότι περίμενε να πληρωθεί για να μεταβιβάσει, όπως και σήμερα και θα έπρεπε να εκδοθούν τιμολόγια για όλες τις καρότσες για να γίνει η μεταβίβαση. Υπήρχαν και άλλες 5 καρότσες που ήταν ενοικιαγορά στην τράπεζα. Οι πέντε καρότσες που ήταν αντικείμενο ενοικιαγοράς δεν ήταν ξοφλημένες. Αρνήθηκε υποβολή ότι η Τράπεζα Κύπρου δεν γνώριζε για την πώληση και είχε και αντίρρηση, προσθέτοντας ότι στην τράπεζα περίμεναν να πάει ο Κατηγορούμενος 2 να πληρώσει για να τους δώσουν μεταβίβαση. Το ίδιο συνέβαινε και με το φορτηγό που ήταν αντικείμενο ενοικιαγοράς στη Λαϊκή Τράπεζα. Ακολούθως κατατέθηκαν ως Τεκμήρια «Α», «Β» και «Γ» προς αναγνώριση αντίγραφο απόφασης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην Αγωγή με αρ. 7643/05, ημερομηνίας 23/11/05, επιστολή των δικηγόρων Χρ. Γ. Βασιλειάδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε., ημερομηνίας 13/4/2010, και επιστολή της Τράπεζας Κύπρου ημερομηνίας 6/5/2010 αντίστοιχα. Ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι το Τεκμήριο Α προς αναγνώριση δεν αφορά την Παραπονουμένη. Έμαθε για την ύπαρξή του όταν έδινε μαρτυρία στην άλλη ποινική υπόθεση που εκδικάστηκε στη Λευκωσία. Έκτοτε ξόφλησε το φορτηγό, αντικείμενο της εν λόγω αγωγής. Δεν είχε υπόψη του την απόφαση το 2005, μπορεί να υπήρξαν κάποιες καθυστερήσεις στο παρελθόν, αλλά μετά πλήρωνε τις δόσεις του. Δεν ζήτησε γραπτώς συγκατάθεση από την κα. Γαλαταριώτη, αλλά συνηθίζεται να γίνεται η πώληση όταν βρίσκεται το αντικείμενο σε ενοικιαγορά και αυτό απελευθερώνεται μετά την εξόφληση του ποσού της ενοικιαγοράς. Δέχθηκε, επίσης, ότι πρόσφατα πήγε και εξόφλησε το Τεκμήριο Α προς αναγνώριση. Σύμφωνα με τον Μ.Κ.1, οι Κατηγορούμενοι ήταν ενήμεροι για το ιδιοκτησιακό καθεστώς των οχημάτων και τους ρώτησε κατά πόσον ήθελαν να μεταβιβαστούν πρώτα στην Παραπονούμενη και μετά σε αυτούς, αλλά ο Κατηγορούμενος 2 του είπε ότι δεν χρειαζόταν να γίνει κάτι τέτοιο. Όταν συμφώνησαν προφορικά, πήγαν στο γραφείο της δικηγόρου της Παραπονουμένης και ο Κατηγορούμενος 2 δεν ζήτησε να γίνει αναφορά για την ενοικιαγορά. Είναι ο Κατηγορούμενος 2 που είπε στη Δικηγόρο της Παραπονουμένης πώς θα γίνει η συμφωνία. Οι Κατηγορούμενοι, επίσης, ήξεραν τα μηχανήματα, εφόσον τα είχαν χρησιμοποιήσει στο παρελθόν. Ο Μ.Κ.1 κατέθεσε ως Τεκμήριο «26» την πληρωμή που έκανε στην Λαϊκή Τράπεζα στις 4/8/2008, ως Τεκμήριο «27» τον τίτλο ιδιοκτησίας του φορτηγού - αντικείμενο της απόφασης στην Αγωγή 7643/05 - και ως Τεκμήριο «28» κατάσταση πληρωμών στην Τράπεζα Κύπρου. Αρνήθηκε ότι μετά το 2005 κινήθηκαν διαδικασίες από τη δικηγόρο του για να παραμεριστεί η απόφαση στην Αγωγή 7643/
  21. Ανέφερε, ακολούθως, ότι, μετά που θα έπαιρνε τα χρήματά του και θα απελευθερωνόταν από αυτή την κατάσταση, σκόπευε να πάει στον Καναδά. Όχι, όμως τα Χριστούγεννα του
  22. Τον Δεκέμβριο του 2008 έκανε κάποια ένορκη δήλωση στο Δικαστήριο γιατί έχασε το προσάρτημα για τις άδειες Α. Δεν γνώριζε για το εν λόγω προσάρτημα, αλλά όταν ρώτησε αυτόν που τον βοηθά του είπε ότι υπάρχει, εξ ου και έκανε ένορκη δήλωση. Η Παραπονουμένη σήμερα δεν έχει εισοδήματα και δεν έκανε κάποια μεταβίβαση στην Κατηγορουμένη 1 γιατί δεν πληρώθηκε ο,τιδήποτε βάσει της συμφωνίας. Κάποια από τα πωληθέντα αντικείμενα παραλήφθηκαν από τις εγκαταστάσεις της Παραπονουμένης, άλλα από το παρκινγκ έξω από το λιμάνι και κάποια τα είχε η Κατηγορουμένη 1 ήδη στην κατοχή της. Το Τεκμήριο 5 υπογράφτηκε Σάββατο και την Δευτέρα ή Τρίτη ειδοποίησε τον Μ.Κ.1 ο Ευριπίδης Ευριπίδου ότι ήταν στο γκαράζ της Παραπονουμένης με διάφορους, συμπεριλαμβανομένου και του αδελφού του Κατηγορουμένου 2, για να παραλάβουν τα μηχανήματα. Αρνήθηκε υποβολή ότι η Κατηγορουμένη 1 χρειάστηκε δύο μήνες για να εξεύρει όλα τα μηχανήματα από μόνη της, προσθέτοντας ότι ο συγκεκριμένος υπάλληλος ήξερε καλύτερα από κάθε άλλο πού βρίσκονταν όλα τα μηχανήματα. Εξ άλλου, τα μηχανήματα δεν ήταν τόσα πολλά και προηγουμένως χρησιμοποιούνταν για τις ανάγκες και των δύο. Ακολούθως, υποδείχθηκε στον Μ.Κ.1 μια φωτογραφία, την οποία αναγνώρισε και κατατέθηκε ως Τεκμήριο «28». Αρνήθηκε υποβολή συμφώνησε να πωλήσει στην Κατηγορουμένη 1 το forklift του Τεκμηρίου 28, το οποίο δεν ανήκε στην Παραπονουμένη, προσθέτοντας ότι αυτό που απεικονίζεται στο Τεκμήριο 28 είναι 16 τόνων και ανήκει σε κάποια εταιρεία που ήταν πελάτες της Παραπονουμένης και μετά εξυπηρετούνταν από την Κατηγορουμένη
  23. Το forklift που πωλήθηκε ήταν 6 τόνων. Ήταν η θέση το Μ.Κ.1 ότι ήταν δικά του όλα τα μηχανήματα που πώλησε εφόσον τα είχε αγοράσει και πληρώσει και ήταν έτοιμος ανά πάσα στιγμή να μεταβιβάσει. Ως δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας κλήθηκε και κατέθεσε ο κ. Χριστάκης Ιωάννου (Μ.Κ.2), υπάλληλος στο υποκάταστημα της Φανερωμένης στη Λάρνακα της Τράπεζας Κύπρου από το 2008 και διευθυντής αυτού στην υπηρεσία μικρομεσαίων επιχειρήσεων από τον Ιανουάριο του
  24. Ο Μ.Κ.2 γνωρίζει την Κατηγορουμένη 1, η οποία είναι πελάτης τους και διατηρεί τρεχούμενο λογαριασμό, ο δε Κατηγορούμενος 2 είναι εξουσιοδοτημένος από την Κατηγορουμένη 1 να υπογράφει επιταγές και άλλα έγγραφα που αφορούν τον λογαριασμό της. Η Επίδικη Επιταγή, Τεκμήριο 6, παρουσιάστηκε για πληρωμή, ως η σφραγίδα επί αυτής, αλλά δεν πληρώθηκε γιατί έγινε ανάκληση της πληρωμής της από την Κατηγορουμένη
  25. Η ανάκληση ήταν γραπτή και κατέθεσε ως Τεκμήριο «29» το έντυπο ανάκλησης ημερομηνίας 12/1/2009 που υποβλήθηκε από την Κατηγορουμένη 1 και υπέγραψε για λογαριασμό της ο Κατηγορούμενος
  26. Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι εργάζεται στον τραπεζικό τομέα 37 χρόνια. Δεν εργάστηκε σε τομείς που αφορούν ενοικιαγορές, αλλά είναι για πολλά χρόνια στον τομέα του δανεισμού και γνωρίζει πως για οποιαδήποτε αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος ενός αντικειμένου ενοικιαγοράς χρειάζεται συγκατάθεση της τράπεζας. Οι όροι απαλλαγής εξαρτώνται από την περίπτωση. Κατά την επανεξέταση του, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι εκείνο που ενδιαφέρει την Τράπεζα όταν ο πελάτης επιθυμεί να πωλήσει ένα αντικείμενο ενοικιαγοράς είναι να πάρει τα χρήματά της. Δηλαδή, η τράπεζα μπορεί να πει στον πελάτη της ότι θα τον απαλλάξει νοουμένου ότι θα της καταβληθεί συγκεκριμένο ποσό. Ο πελάτης μπορεί να ενημερώσει το κατάστημα με το οποίο συνεργάζεται ότι θα πωλήσει το αντικείμενο της ενοικιαγοράς και η τράπεζα να του πει ότι είναι εντάξει, νοουμένου ότι θα πληρωθεί η τράπεζα. Ως προανέφερα, ο Κατηγορούμενος 2 κατέθεσε ενόρκως τόσο για τον ίδιο, όσο και για λογαριασμό της Κατηγορουμένης
  27. Ως μέρος της κυρίως εξέτασής του κατέθεσε γραπτή δήλωση (Έγγραφο «Β»). Στο Έγγραφο Β κατ' αρχάς καταγράφεται ότι ο Κατηγορούμενος 2 είναι ένας από τους διευθυντές της Κατηγορουμένης
  28. Κατά τον Δεκέμβριο του 2007, ο Μ.Κ.1 προσέγγισε τον Κατηγορούμενο 2 ώστε η Κατηγορουμένη 1 να του εκτελέσει κάποιες μεταφορικές εργασίες. Αφού συμφώνησαν προφορικά τους όρους της συνεργασίας τους, η Κατηγορουμένη 1 εκτέλεσε εκ μέρους της Παραπονούμενης κάποιες εργασίες και εξέδωσε τιμολόγια συνολικού ύψους €15.821,93, τα οποία, όμως, η Παραπονουμένη αρνείτο να πληρώσει. Στις 30/5/2008, οι δικηγόροι της Κατηγορουμένης έστειλαν προειδοποιητική επιστολή στην Παραπονουμένη. Μετά παρέλευσης κάποιου χρονικού διαστήματος, ο Μ.Κ.1 επικοινώνησε με τον Κατηγορούμενο 2, του είπε ότι η Παραπονούμενη αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες και δεν ήταν σε θέση να πληρώσει τα εν λόγω τιμολόγια και του πρότεινε όπως η Κατηγορουμένη 1 αγοράσει από την Παραπονουμένη διάφορα περιουσιακά στοιχεία της τελευταίας. Ακολούθησαν διαπραγματεύσεις και αφού κατέληξαν προφορικά σε συμφωνία αναφορικά με την τιμή αγοράς, ο Μ.Κ.1 ενημέρωσε τον Κατηγορούμενο 2 ότι η δικηγόρος του Μ.Κ.1 θα ετοιμάσει τη συμφωνία για να την υπογράψουν. Κατά τις 8/8/2008 και ημέρα Παρασκευή ο Κατηγορούμενος 2 πήγε στο γραφείο της κας Πιερίδου με σκοπό την υπογραφή της συμφωνίας. Κατά την εκεί επίσκεψή του, ο Κατηγορούμενος 2 ζήτησε από τον Μ.Κ.1 να του παραδώσει όλους τους τίτλους ιδιοκτησίας των μηχανημάτων που η Παραπονούμενη είχε σκοπό να πωλήσει. Η κα. Πιερίδου επιβεβαίωσε τον Κατηγορούμενο 2 ότι οι τίτλοι ιδιοκτησίας είναι στην κατοχή της, αλλά δεν ήταν σε θέση να τους παραδώσει γιατί απουσίαζε η γραμματέας της και υποσχέθηκε ότι θα τους ετοίμαζε τη Δευτέρα. Την επομένη ημέρα, ο Μ.Κ.1 πήγε στο γκαράζ της Κατηγορουμένης 1 στη Λάρνακα και υπέγραψαν την συμφωνία στην παρουσία του αδελφού του Κατηγορουμένου 2 και διευθυντή της Κατηγορουμένης 1, Μιχαλάκη Πεκρή. Κατά την υπογραφή της συμφωνίας, ο Μ.Κ.1 τους διαβεβαίωσε ότι θα τους παραδώσει τη Δευτέρα όλους τους τίτλους ιδιοκτησίας των μηχανημάτων που τους πωλούσε, ως επίσης και τα μηχανήματα, και γι' αυτό το λόγο ο Κατηγορούμενος 2 υπέγραψε τη συμφωνία και εξέδωσε έντεκα επιταγές που παρέδωσε στον Μ.Κ.
  29. Ο Μ.Κ.1, αφού αφαίρεσε το ποσό που όφειλε στην Κατηγορουμένη 1 από τη συνολική τιμή πώλησης, εξέδωσε στον Κατηγορούμενο 2 τιμολόγιο και εξόφληση για το ποσό της πρώτης επιταγής που ήταν η προκαταβολή. Αυτή ήταν η τελευταία φορά που ο Κατηγορούμενος 2 είδε τον Μ.Κ.1 για αρκετό καιρό. Τη Δευτέρα, ο Κατηγορούμενος 2 προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον Μ.Κ.1 και την κα. Πιερίδου για να του παραδώσουν τους τίτλους και τα μηχανήματα, αλλά δεν του απαντούσαν το τηλέφωνο. Στο μεταξύ, η πρώτη επιταγή παρουσιάστηκε για πληρωμή στις 12 Αυγούστου και εξαργυρώθηκε. Ο Κατηγορούμενος 2 άρχισε να ανησυχεί, αφού η Κατηγορουμένη 1 είχε πληρώσει το ποσό των €39.297,83 χωρίς να πάρει τίποτα. Τότε ο Κατηγορούμενος 2 ξεκίνησε με άλλους υπαλλήλους του προσπάθεια ανεύρεσης του Μ.Κ.1 και των μηχανημάτων. Η δεύτερη επιταγή ήταν πληρωτέα στις 9/9/2008 και αφού δεν κατάφερε να επικοινωνήσει με τον Μ.Κ.2, ο Κατηγορούμενος 2 δεν είχε άλλη επιλογή και έδωσε οδηγίες στην τράπεζα για ανάκληση της πληρωμής της. Τότε μόνο και μετά παρέλευσης 3 - 4 ημερών από την ημερομηνία που ήταν πληρωτέα η δεύτερη επιταγή επικοινώνησε ο Μ.Κ.1 με τον Κατηγορούμενο 2, ο οποίος απαίτησε να τηρηθούν οι όροι της συμφωνίας, ενώ ο Μ.Κ.1 του είπε πως δεν θα του δώσει ο,τιδήποτε αν δεν του δώσει λεφτά. Εις απάντηση, ο Κατηγορούμενος 2 του είπε ότι με λεφτά που πήρε θα έπρεπε ήδη να μεταβιβάσει στην Κατηγορουμένη 1 τα τρία πρώτα οχήματα που αναφέρονται στη συμφωνία. Επιπλέον, να παραδώσει στην Κατηγορουμένη 1 όλους τους τίτλους ιδιοκτησίας, αλλά και τα μηχανήματα. Περί τα τέλη του Σεπτέμβρη, η κα. Πιερίδου τηλεφώνησε στον Κατηγορούμενο 2 και του ζήτησε όπως η Κατηγορουμένη 1 τιμήσει όλες τις επιταγές, ενώ ο Κατηγορούμενος 2 της είπε ότι θα συνέχιζε να σταματά τις επιταγές μήνα με το μήνα, όταν αυτές θα ήταν πληρωτέες, αν δεν τηρείτο η συμφωνία. Η κα. Πιερίδου είπε, επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος 2 ήταν υπεύθυνος να κάνει τις διαδικασίες μεταβίβασης και όχι ο πελάτης της. Μετά παρέλευση λίγων ημερών, ο Μ.Κ.1 έστειλε στον Κατηγορούμενο 2 ορισμένους τίτλους και τα Α των τριών ρυμουλκών, χωρίς να συμπεριλαμβάνει μεταβιβάσεις και το προσάρτημα. Όταν ο Κατηγορούμενος 2 είδε τους τίτλους, ορισμένοι είχαν σαν ιδιοκτήτη τη Λαϊκή Τράπεζα και άλλοι την Τράπεζα Κύπρου. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με την προσπάθεια της Παραπονουμένης να εισπράξει τις επιταγές χωρίς να μεταβιβάσει ούτε ένα από τα μηχανήματα, ανησύχησαν ακόμη περισσότερο τον Κατηγορούμενο
  30. Ο Κατηγορούμενος 2 προσπάθησε να επικοινωνήσει αμέσως εκ νέου με τον Μ.Κ.1 για να πάρει εξηγήσεις χωρίς αποτέλεσμα. Προσπάθησε και μέσω τρίτων ατόμων, μεταξύ αυτών και μέσω του πρώην οδηγού του, του Εύρου. Στο μεταξύ και με μοναδικό στόχο την προστασία των συμφερόντων της Κατηγορουμένης 1, ο Κατηγορούμενος 2 συνέχιζε κάθε μήνα να ανακαλεί την πληρωμή κάθε επιταγής. Κατά τον Δεκέμβριο του 2008, και αφού η Κατηγορουμένη 1 είχε ανακαλέσει όλες τις προηγούμενες επιταγές, ο Μ.Κ.1 επικοινώνησε και πάλι με τον Κατηγορούμενο 2 και του ανέφερε ως δικαιολογία ότι δεν μπορούσε να κάνει τις μεταβιβάσεις επειδή είχε χάσει το προσάρτημα. Του είπε ότι θα έκανε αίτηση στο Δικαστήριο για να πάρει νέο, πράγμα το οποίο έγινε. Συμφώνησαν να καταθέσουν τις αιτήσεις για τις μεταβιβάσεις των αδειών Α, των ρυμουλκών οχημάτων, ως επίσης να ξεκαθαρίσουν τα θέματα ιδιοκτησίας όλων των μηχανημάτων, αφού η Παραπονουμένη δεν ήταν ιδιοκτήτρια, ως αρχικά αναφέρθηκε στη γραπτή συμφωνία. Μετά την κατάθεση των αιτήσεων και πριν την έγκρισή τους από την αρμόδια αρχή, ήρθε στην αντίληψη του Κατηγορουμένου 2 ότι ο Μ.Κ.1 είχε σκοπό να φύγει από την Κύπρο για τον Καναδά και θα προσπαθούσε να αποσπάσει όσα λεφτά μπορούσε από την Κατηγορουμένη 1, χωρίς να δώσει κανένα αντίκρισμα. Έμαθε επιπλέον ότι τα περισσότερα μηχανήματα δεν ήταν ιδιοκτησίας της Παραπονουμένης, όπως για παράδειγμα το forklift που ανήκε στην εταιρεία J.S.P. Ltd, ιδιοκτησίας του κ. Φρίξου Κουλέρμου, το οποίο φαίνεται στη φωτογραφία, Τεκμήριο
  31. Περί τα μέσα του Ιανουαρίου η Κατηγορουμένη 1 πήρε τις εγκρίσεις για μεταβίβαση των αδειών Α, χωρίς όμως να τους παραδοθούν τα έντυπα μεταβιβάσεων από την Παραπονουμένη υπογεγραμμένα με πιστοποίηση πιστοποιούντος υπαλλήλου. Βλέποντας ότι η συμφωνία δεν είχε απολύτως καμιά πιθανότητα να τηρηθεί από μέρους της Παραπονουμένης, ο Κατηγορούμενος 2 έδωσε οδηγίες στους Δικηγόρους της Κατηγορουμένης 1 τον Απρίλιο του 2009 να τερματίσουν τη συμφωνία, κάτι που έπραξαν με επιστολή τους ημερομηνίας 2/4/
  32. Όλη αυτή την περίοδο μέχρι και την ημερομηνία αποστολής της εν λόγω επιστολής, η Παραπονουμένη είχε ήδη καταχωρήσει εναντίον των Κατηγορουμένων αριθμό ποινικών και αστικών υποθέσεων σε δύο Επαρχίες σε σχέση με την συμφωνία. Η πολλαπλή καταχώρηση αυτών των υποθέσεων είχε ως αποτέλεσμα την απίστευτη ταλαιπωρία τόσο του Κατηγορουμένου 2 όσο και του Κατηγορουμένου 3, αφού παρουσιάζονταν στα Δικαστήρια δύο επαρχιών σε τακτά χρονικά διαστήματα για την ίδια συμφωνία. Επίσης, τόσο η Κατηγορουμένη 1 όσο και ο Κατηγορούμενος 2 επιβαρύνθηκαν οικονομικά, αφού κλήθηκαν να καταβάλουν δικηγορικά έξοδα στους Δικηγόρους τους για όλες τις διαδικασίες. Μετά την πρώτη εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης, ήρθε σε γνώση του Κατηγορουμένου 2 ότι το όχημα HPZ567 δεν ήταν μόνο αντικείμενο ενοικιαγοράς, αλλά εκδόθηκε και απόφαση στις 23/11/2005 στην Αγωγή με αρ. 7643/05 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας υπέρ της Λαϊκής Τράπεζας και εναντίον της Παραπονουμένης. Ο Κατηγορούμενος 2 κατέθεσε ως Τεκμήριο «30» το Τεκμήριο Α προς αναγνώριση. Η τράπεζα παρέλαβε το εν λόγω όχημα, το οποίο ήταν ένα από τα οχήματα που πωλήθηκε δυνάμει της συμφωνίας, από τις εγκαταστάσεις της Κατηγορουμένης στην Αραδίππου. Ο Κατηγορούμενος 2 έλαβε γνώση για την εν λόγω απόφαση μέσω των δικηγόρων του από το Τεκμήριο Β προς αναγνώριση, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο «31». Κατέθεσε, επίσης, το Τεκμήριο Γ προς αναγνώριση ως Τεκμήριο «32». Τα πέντε ρυμουλκούμενα οχήματα που αναφέρονται στο Τεκμήριο 32 ήταν μεταξύ των αντικειμένων που πωλήθηκαν από την Παραπονουμένη. Με αυτά τα δεδομένα ο Κατηγορούμενος 2 δεν είχε άλλη επιλογή από του να ανακαλέσει όλες τις επιταγές που είχε εκδώσει η Κατηγορουμένη 1 για να προστατεύσει τα συμφέροντα της Κατηγορουμένης 1 και περιορίζοντας τη ζημιά της στο ποσό των €39.297,
  33. Ο Κατηγορούμενος είπε ότι το forklift, στο οποίο αναφέρθηκε, είναι αυτό που φαίνεται στην φωτογραφία, Τεκμήριο
  34. Κατά την αντεξέτασή του, ο Κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι ο Μ.Κ.1 δεν του απαντούσε τα τηλέφωνα μετά την αποστολή των τιμολογίων για τις εκτελεσθείσες εργασίες και αυτό συνιστούσε άρνηση. Στο μεταξύ ο Κατηγορούμενος 2 μίλησε με τον Κουλέρμο, ο οποίος μίλησε με τον Μ.Κ.1 και του είπε ότι θα κανονίσει την πληρωμή. Η αξία των αντικειμένων που η Κατηγορουμένη 1 συμφώνησε να αγοράσει από την Παραπονουμένη ήταν πέριξ των €200.000,
  35. Η Κατηγορουμένη 1 αναπτύσσετο τότε. Η τιμολόγηση της Κατηγορουμένης 1 προς την Παραπονουμένη ήταν βάσει των δρομολογίων που εκτελούσε η πρώτη, η ανάλυση των οποίων επισυνάπτεται στα τιμολόγια. Αρνήθηκε υποβολή ότι έστειλε στην Παραπονούμενη τιμολόγιο χωρίς το συνημμένο έγγραφο με τα δρομολόγια και ότι ο Μ.Κ.1 ζητούσε επίμονα από αυτόν να το αποστείλει, εξ ου και δεν τον πλήρωσε. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι συμφώνησε το τίμημα πώλησης και τον τρόπο πληρωμής που καταγράφηκε στο Τεκμήριο 5 με τον Μ.Κ.
  36. Παρά το περιεχόμενο της παραγράφου 4 του Τεκμηρίου 5, ο Κατηγορούμενος 2 δεν είχε δει ένα προς ένα τα αντικείμενα που συμφώνησε να αγοράσει. Δέχθηκε, όμως, ότι συμφώνησε με τον Μ.Κ.1 ό,τι καταγράφεται στο Τεκμήριο
  37. Πρωταρχικός σκοπός που πήγαν στη Λευκωσία στις 8/8/2008 ήταν για να δουν κάποιον πελάτη της Παραπονουμένης. Μετά που είδαν τον πελάτη, ο Μ.Κ.1 του είπε να περάσουν να δουν τη δικηγόρο. Ο Κατηγορούμενος 2 δεν ήξερε από πριν ότι θα πήγαιναν στη δικηγόρο. Για να υπογραφεί η συμφωνία χρειαζόταν και ο Κατηγορούμενος 3, ο οποίος θα υπέγραφε εγγύηση. Κατά την εκεί συνάντηση δεν συμφώνησαν γιατί έλειπε το forklift από την συμφωνία. Δεν είδε τους τίτλους κατά την εν λόγω συνάντηση επειδή η Δικηγόρος του είπε ότι δεν τους είχε. Σε ερώτηση κατά πόσον κρατούσε τους τίτλους η Δικηγόρος, ο Κατηγορούμενος 2 απάντησε ότι βασίστηκε και στο λόγο της κας. Πιερίδου ότι όλα ήταν εντάξει. Στη συνέχεια ανέφερε ότι η συμφωνία δεν υπογράφηκε εκείνη την ημέρα επειδή δεν του έδειξαν τους τίτλους ιδιοκτησίας. Υπέγραψε τη συμφωνία το Σάββατο με την προοπτική ότι θα του έπαιρναν το φάιλ με τους τίτλους ιδιοκτησίας τη Δευτέρα. Την ημέρα που υπογράφτηκε η συμφωνία ήταν η τελευταία φορά που είδε τον Μ.Κ.1 μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου. Ο Κατηγορούμενος 2 ανησύχησε τη Δευτέρα που δεν του πήρε ο Μ.Κ.1 το φάιλ με τους τίτλους και που δεν απαντούσε είτε αυτός είτε η δικηγόρος το τηλέφωνο. Η πρώτη επιταγή ήταν πληρωτέα τη Δευτέρα, αλλά δεν έκανε κάτι επειδή σκέφτηκε ότι μπορεί να τους έτυχε κάτι και δεν απαντούσαν. Ο Μ.Κ.1 είχε εξαφανιστεί και η κα. Πιερίδου ήταν διακοπές για δύο βδομάδες και ο Κατηγορούμενος 2 μίλησε μαζί της περί τα τέλη του Αυγούστου. Τότε η κα. Πιερίδου είπε στον Κατηγορούμενο 2 ότι ο Μ.Κ.1 κρατούσε το φάιλ με τους τίτλους. Μετά που σταμάτησε την πρώτη από τις δέκα επιταγές και επικοινώνησε μαζί του ο Μ.Κ.1, ο Κατηγορούμενος 2 του είπε ότι θέλει χαρτιά για να μεταβιβάσουν κυρίως τα φορτηγά για να καλύψουν Το ποσό της προκαταβολής και για να είναι νόμιμοι στον δρόμο. Ο Νόμος του δίδει προθεσμία ενός μηνός για να γίνει η μεταβίβαση. Ο Κατηγορούμενος 2 αναγνώρισε κάποιο έγγραφο που του υποδείχθηκε ως αυτό που είχε ετοιμάσει ο ίδιος (Τεκμήριο «33»), όπου, μεταξύ άλλων, προσδιόρισε την αξία των τριών φορτηγών ρυμουλκών κατά τον χρόνο καταρτισμού του Τεκμηρίου 5 στο ποσό πέριξ των €92.000,
  38. Ο Κατηγορούμενος 2 δεν αρνήθηκε ότι είναι αυτός που επέλεξε τον συγκεκριμένο τρόπο υλοποίησης της συμφωνίας. Στη συνέχεια, ο Κατηγορούμενος 2 αναγνώρισε ότι είναι δική του η ένορκη δήλωση ημερομηνίας 4/3/2009 (Τεκμήριο «34»). Του τέθηκαν διάφορες ερωτήσεις σε σχέση με τα όσα κατέγραψε στο Τεκμήριο 34 και ο Κατηγορούμενος έδωσε την εκδοχή του. Μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι ο Μ.Κ.1 τους έδωσε να καταλάβουν ότι το forklift που πωλήθηκε είναι αυτό που απεικονίζεται στο Τεκμήριο
  39. Μετά από 6 μήνες κατάλαβε ότι δεν ήταν το συγκεκριμένο που πωλήθηκε. Ανέφερε, επίσης, ότι ο Μ.Κ.1 έστειλε κάποιους από τους τίτλους χωρίς τις μεταβιβάσεις και το προσάρτημα τον Σεπτέμβριο με Οκτώβριο του 2008 και τότε αντιλήφθηκε ότι ήταν αντικείμενο ενοικιαγοράς κάποια αντικείμενα. Όταν ο Μ.Κ.1 πήγε στο γκαράζ του Κατηγορουμένου 2 του είπε ότι θα επικοινωνήσει με την τράπεζα, να δουν τα υπόλοιπα και να τα διευθετήσουν. Ο Κατηγορούμενος 2 προσπάθησε να σώσει τη συμφωνία και τα λεφτά που έδωσε για να μην κινηθεί δικαστικώς. Ακολούθως, δέχθηκε ότι πώλησε το φορτηγό με αρ. 1 στο συνημμένο κατάλογο του Τεκμηρίου 5, το οποίο δεν είχε εγγραφεί επ' ονόματι της Κατηγορουμένης 1, σε κάποια εταιρεία. Ο Κατηγορούμενος 2 αναγνώρισε το αντίγραφο του τιμολογίου ημερομηνίας 30/9/2008, με το οποίο η Κατηγορουμένη 1 πώλησε σε τρίτη εταιρεία το εν λόγω φορτηγό, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο «35». Ο ίδιος καθυστέρησε να δώσει τιμολόγιο στον εν λόγω αγοραστή. Το διάστημα που ο Μ.Κ.1 είχε εξαφανιστεί έλεγε στον Εύρο ότι είχε προσάρτημα, αλλά δεν απαντούσε τα τηλεφωνήματα του Κατηγορουμένου
  40. Μετά φάνηκε πως δεν είχε το προσάρτημα. Στο μεταξύ, είχε τηλεφωνήσει στον Κατηγορούμενο 2 η μητέρα του Μ.Κ.
  41. Όταν ο Μ.Κ.1 επικοινώνησε μαζί με τον Κατηγορούμενο 2 τον Δεκέμβριο του 2008 και του είπε ότι θα πάει να βγάλει νέο προσάρτημα, ο Κατηγορούμενος 2 ένιωσε κάποια ικανοποίηση. Ο Μ.Κ.1 εμφανίστηκε με αυτό λίγο πριν τα Χριστούγεννα του
  42. Ο Κατηγορούμενος 2 αντιλήφθηκε μέσα στο Δεκέμβριο του 2008 με Ιανουάριο του 2009 ότι ο Μ.Κ.1 θα πήγαινε στον Καναδά. Ο Μ.Κ.1 είχε βγάλει και το εισιτήριο για Καναδά, κάτι που είπε στον Κατηγορούμενο
  43. Είχε μάθει «από έξω» ότι ο Μ.Κ.1 θα πήγαινε στον Καναδά και όταν ο τελευταίος πήγε στη Λάρνακα για τις αιτήσεις για τις μεταβιβάσεις των αδειών Α των ρυμουλκών, ο Κατηγορούμενος 2 τον ρώτησε πλαγίως για τα σχέδιά του και του απάντησε. Βλέποντας τη φωτογραφία, Τεκμήριο 28, ο Κατηγορούμενος 2 είπε ότι το forklift που φαίνεται σε αυτό είναι τουλάχιστον 15 τόνων. Μέχρι σήμερα, ο Κατηγορούμενος 2 δεν είδε το forklift που αγόρασε και δεν θα έκανε τη δουλειά του με το forklift των 6 τόνων. Ανέφερε, επίσης, ότι δεν γνώριζε τότε για το υπόλοιπο που είχε η Παραπονουμένη στις τράπεζες. Είχαν κλείσει ραντεβού στη Λαϊκή Τράπεζα, αλλά δεν είχε εμφανιστεί ο Μ.Κ.
  44. Έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του να τερματίσουν την συμφωνία τον Απρίλιο του 2009, γεγονός που δείχνει τις προσπάθειες που έκανε για να σώσει τη συμφωνία. Είχε συμβουλή ότι έπρεπε να ειδοποιηθούν οι τράπεζες για τα μηχανήματα που είχε στο γκαράζ του και είναι οι δικηγόροι του που διευθέτησαν την παραλαβή του φορτηγού από την Λαϊκή Τράπεζα. Η Τράπεζα Κύπρου, όμως, δεν παρέλαβε τα μηχανήματα. Ακολούθως, ο Κατηγορούμενος 2 κατέθεσε ως Τεκμήρια «36» και «37» τις επιστολές που οι δικηγόροι του απέστειλαν στην Τράπεζα Κύπρου και Λαϊκή Τράπεζα αντιστοίχως, ημερομηνίας 23/3/
  45. Δεν έστειλε επιστολή προηγουμένως στις Τράπεζες γιατί προσπαθούσε να σώσει τη συμφωνία. Κατά την επανεξέτασή του, ο Κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι όταν υπέγραφε το Τεκμήριο 5 αντιλαμβανόταν ότι αγόραζε το forklift που φαίνεται στην φωτογραφία, Τεκμήριο
  46. Ως πρώτος μάρτυρας υπεράσπισης κατέθεσε ο κ. Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου (Μ.Υ.1), υπάλληλος της Λαϊκής Τράπεζας στο τμήμα επισφαλών λογαριασμών. Γνωρίζει την Παραπονούμενη, εφόσον χειρίζεται το προβληματικό της συμβόλαιο ενοικιαγοράς, το οποίο αφορούσε το αυτοκίνητο με αρ. εγγραφής HPZ567 μάρκας Volvo και άλλα δύο μηχανήματα. Γνωρίζει τον Μ.Κ.1 ως τον διευθυντή της Παραπονουμένης, τον οποίο είδε μια φορά. Μιλούσε στο τηλέφωνο μαζί του. Ο Μ.Κ.1 και η Κυριακή Γερολέμου ήταν εγγυητές της Παραπονουμένης. Υπήρξαν καθυστερημένες δόσεις και ως αποτέλεσμα τούτου η τράπεζα τερμάτισε το συμβόλαιο ενοικιαγοράς τον Αύγουστο του 2005 (Τεκμήριο «38»). Ακολούθως, η τράπεζα καταχώρησε την Αγωγή με αρ. 7643/05 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και τον Νοέμβριο του 2005 εκδόθηκε απόφαση υπέρ της τράπεζας (Τεκμήριο 30). Ανέφερε, επίσης, ότι τον Δεκέμβριο του 2011, ο Μ.Κ.1 ξόφλησε το Τεκμήριο 30 και το συμβόλαιο ενοικιαγοράς. Οι δύο μηχανές που μνημονεύονται στο Τεκμήριο 30 ήταν ενεχυριασμένες στην τράπεζα (Τεκμήριο «39»). Ο Μ.Κ.1 ανέφερε τη διαδικασία που ακολουθείται σε περιπτώσεις που ο πελάτης επιθυμεί να πωλήσει κάποιο αντικείμενο ενοικιαγοράς, ως και ότι ο ίδιος δεν είναι ενήμερος αν ενημερώθηκε η τράπεζα για την επίδικη πώληση. Δεν υπήρξε έγκριση από την τράπεζα και στον φάκελό του δεν υπάρχει αίτημα προς τους ανωτέρω, προς τους οποίους και δεν μπορεί να γίνει προφορικό, παρά μόνο γραπτό αίτημα. Η προϊστάμενη στο Τμήμα του είναι κάποια Έλενα και δεν νομίζει αυτή να γνωρίζει για την πώληση. Όταν παρέλαβαν την επιστολή, Τεκμήριο 37, οι δικηγόροι της τράπεζας απέστειλαν την επιστολή, Τεκμήριο
  47. Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Υ.1 ανέφερε ότι εργάζεται στους επισφαλείς λογαριασμούς από τον Οκτώβριο του
  48. Η επιστολή, Τεκμήριο 38, απευθύνεται στην Παραπονουμένη, παρά το ότι δεν αναγράφεται το «Λτδ». Οι δικηγόροι τους είπαν ότι πρόκειται για τυπογραφικό λάθος. Δεν θυμόταν κατά πόσον τηλεφώνησε στον Μ.Κ.1 μετά το 2008 που καθυστερούσε τις δόσεις η Παραπονουμένη. Δεν θυμόταν, επίσης, κατά πόσον ο Μ.Κ.1 του είπε ότι πώλησε το φορτηγό. Μετά την έκδοση της απόφασης, Τεκμήριο 30, η Παραπονούμενη ξεκίνησε τον Απρίλιο του 2006 να κάνει πληρωμές έναντι του ποσού της απόφασης, αλλά οι πληρωμές δεν γίνονταν στο τμήμα του. Δεν θυμόταν, επίσης, κατά πόσον οι δικηγόροι της τράπεζας έκαναν αιτήσεις στο Δικαστήριο για να αντικατασταθεί το όνομα της πρώτης εναγομένης στην απόφαση. Ξέρει απλώς ότι υπάρχει κάποιο πρόβλημα με την μη αναγραφή του «Λτδ». Ανέφερε, ακολούθως, ότι ακόμη και στην περίπτωση που πληρωθεί όλο το ποσό της ενοικιαγοράς, χρειάζεται να υποβληθεί γραπτό αίτημα προς τους «ανωτέρω» για να αποδεσμευθεί κάποιο όχημα. Στη συνέχεια είπε ότι σε περίπτωση που ο πελάτης εξοφλήσει όλο το ποσό της ενοικιαγοράς, τότε η τράπεζα θα δώσει στον πελάτη το έγγραφο μεταβίβασης. Ανέφερε, επίσης, ότι ρώτησε την κα. Έλενα και του είπε ότι ουδέποτε έδωσε έγκριση στην Παραπονουμένη. Του τηλεφώνησε ο δικηγόρος των Κατηγορουμένων και τους παρέδωσε το φορτηγό. Το Τεκμήριο 25 είναι πληρωμή που έγινε για το συγκεκριμένο συμβόλαιο ενοικιαγοράς, στο οποίο φαίνεται το υπόλοιπο που υπήρχε στις 4/8/2008, αλλά δεν περιλαμβάνει τα δικηγορικά έξοδα. Ανέφερε, τέλος, ότι δεν δέχεται πολλές αιτήσεις για να πωληθεί κάποιο συμβόλαιο ενοικιαγοράς και δεν τον αφορά τί γίνεται στο παζάρι. Πριν το κλείσιμο της υπόθεσης των Κατηγορουμένων, τα ακόλουθα δηλώθηκαν και εγκρίθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα: 1.Στις 11/10/2005 καταχωρήθηκε η αγωγή με αρ. 7643/05 μεταξύ της Λαϊκής Κυπριακής Τραπέζης (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν.
  49. Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου,
  50. Κυριακής Γερολέμου και
  51. Γερόλεμου Γερολέμου. 2.Ο κ. Γερόλεμος Γερολέμου είναι ο Μ.Κ.
  52. 3.Στο φάκελο της αγωγής υπάρχει ένορκη δήλωση επιδότη περί επίδοσης της αγωγής στις 28/10/2005 στην Κυριακή Γερολέμου, επίδοση που αφορούσε τον κ. Γερολέμου, ως συγκάτοικο και μητέρα του και στις Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου ως γραμματέας, και την ίδια προσωπικά. 4.Στις 16/11/2005 καταχωρήθηκε από τους ενάγοντες αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης εμφάνισης εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 και ορίστηκε 23/11/
  53. Την αίτηση συνόδευε ένορκη δήλωση του κ. Κωνσταντίνου εκ μέρους των εναγόντων με τα εξής τεκμήρια: Τεκμήριο 1: Συμφωνία ενοικιαγοράς και εγγυήσεως ημερ. 29/11/2004 για όχημα HPZ567 μεταξύ εναγόντων και εταιρείας Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου Λτδ∙ Τεκμήριο 2: Αντίγραφο επιστολής τερματισμού προς τον Εναγόμενο 1 με ημερομηνία 5/8/2005∙ Τεκμήριο 3: Κατάσταση λογαριασμού (υπόλοιπο Λ.Κ.27.562,58)∙ Τεκμήριο 4: Έγγραφο επιβάρυνσης μηχανημάτων∙ Τεκμήριο 5: Τιμολόγιο για το όχημα HPZ
  54. 5.Στις 23/11/2005 εκδόθηκε απόφαση στην αγωγή με αρ. 7643/05, ήτοι το Τεκμήριο
  55. 6.Υπάρχει ένορκη δήλωση επιδότη στο φάκελο της αγωγής περί επίδοσης στις 4/2/2006 της απόφασης στον εναγόμενο 1 ήτοι Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου διά της Κούλλας Γερολέμου, συνιδιοκτήτη. 7.Στις 13/11/2006 εκδόθηκε διάταγμα παράδοσης στους ενάγοντες από τον εναγόμενο 1 της κινητής περιουσίας που περιγράφεται στην απόφαση.
  56. Στις 29/5/2009 έγινε έρευνα στο φάκελο της αγωγής από την κα. Βαρβάρα Πιερίδου υπό την ιδιότητά της ως δικηγόρος, με εξουσιοδότηση του κ. Γερόλεμου Γερολέμου, εναγομένου
  57. Στις 25/6/2009 οι ενάγοντες καταχώρησαν μονομερή αίτηση για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής ούτως ώστε το όνομα του εναγομένου 1 από Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου να καταστεί Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου Λτδ και ορίστηκε στις 8/7/
  58. 10.Το Δικαστήριο που επιλήφθηκε της αίτησης διέταξε την επίδοσή της στους εναγομένους 2 και 3 και στην εταιρεία Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου Λτδ.
  59. Στις 27/10/2009 η κα. Βαρβάρα Πιερίδου καταχώρησε ειδοποίηση προς τον Πρωτοκολλητή ότι έχει οδηγίες από την εταιρεία Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου Λτδ, η οποία δεν ήταν διάδικος στην αγωγή, να εμφανιστεί εκ μέρους της στην αίτηση ημερομηνίας 25/6/2009 και να καταχωρήσει ένσταση.
  60. Στις 17/2/2010 καταχωρήθηκε ένσταση στην προαναφερόμενη αίτηση τροποποίησης από την κα. Βαρβάρα Πιερίδου εκ μέρους των εναγομένων 2 και 3 και της εταιρείας Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου Λτδ που συνοδευόταν από ένορκη δήλωση του εναγομένου
  61. 13.Οι ενάγοντες απέσυραν την αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 25/6/2009, άνευ βλάβης.
  62. Στις 22/4/2010 καταχωρήθηκε από τους ενάγοντες νέα αίτηση (δια κλήσεως) τροποποίησης του τίτλου της αγωγής ούτως ώστε το μεν όνομα των εναγόντων από Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ να αντικατασταθεί σε Marfin Popular Bank Public Co Ltd, το δε όνομα του εναγομένου 1 από Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου να καταστεί Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου Λτδ και ορίστηκε στις 31/5/
  63. 15.Οι ενάγοντες στην ένορκή τους δήλωση ημερομηνίας 22/4/2010 που συνοδεύει την προαναφερόμενη αίτηση τροποποίησης καθορίζουν το οφειλόμενο υπόλοιπο των εναγομένων προς τους ιδίους στο ποσό των €13.948,94 πλέον τόκο.
  64. Το Δικαστήριο που επιλήφθηκε της νέας αίτησης τροποποίησης διέταξε την επίδοσή της στην εταιρεία Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου Λτδ.
  65. Στις 20/9/2010 καταχωρήθηκε από τους εναγομένους 2 και 3 αίτηση για παραμερισμό της νέας αίτησης τροποποίησης των εναγόντων που συνοδευόταν από ένορκη δήλωση του κ. Γερολέμου, η οποία ορίστηκε στις 4/11/
  66. Στις 23/9/2010 καταχωρήθηκε από τους εναγομένους 2 και 3 και την εταιρεία Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου Λτδ ένσταση στην νέα αίτηση για τροποποίηση του τίτλου της αγωγής με ένορκη δήλωση του κ. Γερολέμου.
  67. Στις 4/3/2011 εκδόθηκε ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου στην αίτηση των εναγομένων 2 και 3 ημερομηνίας 20/9/2010 (για παραμερισμό της νέας αίτησης των εναγόντων για τροποποίηση του τίτλου), δυνάμει της οποίας η αίτηση των εναγομένων 2 και 3 εγκρίθηκε και η προαναφερόμενη αίτηση των εναγόντων για τροποποίηση απορρίφθηκε.
  68. Μέχρι σήμερα ο τίτλος της αγωγής αρ. 7643/05 δεν υπέστη οποιαδήποτε τροποποίηση.
  69. Η ποινική υπόθεση με αρ. 27455/08 εκδικάστηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας ενώπιον της κας. Καπετάνιου, Ε.Δ., και εκδόθηκε απόφαση στις 19/4/
  70. Ο κ. Γερολέμου έδωσε ένορκη μαρτυρία στην ποινική υπόθεση με αρ. 27455/08 στις 25/11/2010 και 9/12/
  71. Στο στάδιο των αγορεύσεων, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεών τους παραπέμποντας στην προσκομισθείσα μαρτυρία και σε νομολογία. Ο κ. Πεκρής εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν απέδειξε την υπόθεσή της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Ήταν η θέση του πως το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να ερμηνεύσει το Τεκμήριο 5 εφόσον αυτό αποτελεί έργο του Δικαστηρίου σε πολιτική αγωγή. Εισηγήθηκε, επίσης, ότι το Τεκμήριο 5 έχει πάρα πολλές ασάφειες και μόνο για ξεκάθαρα ζητήματα μπορεί να προβεί σε κατάληξη το Δικαστήριο που καλείται να εξετάσει κατά πόσον τυγχάνει επιτυχούς επίκλησης η υπεράσπιση της εύλογης αιτίας. Στην παρούσα έγινε προσπάθεια να παρουσιαστεί εξωγενής μαρτυρία, την οποία το Δικαστήριο δεν μπορεί να λάβει υπόψη σε περίπτωση που επιχειρήσει να ερμηνεύσει το Τεκμήριο
  72. Εισηγήθηκε, επίσης, ότι μετά την αντεξέταση του Μ.Κ.1 φάνηκε ότι δεν ήταν στο χέρι της Κατηγορουμένης 1 να πάει και να μεταβιβάσει στο όνομά της αντικείμενα που δεν ήταν στο όνομα της Παραπονουμένης. Ενώ παραδόθηκαν όλα τα αντικείμενα, πλην του forklift, η Kατηγορούμενη 1 όχι μόνο διαφώνησε με την Παραπονουμένη, αλλά τους πώλησαν αντικείμενα που δεν τους ανήκαν και μέχρι σήμερα δεν τους έχει μεταβιβαστεί ούτε και ένα μηχάνημα. Μέχρι και την ανάκληση της επιταγής γίνονταν προσπάθειες για να μειωθεί η ζημιά της Κατηγορουμένης 1, κάτι που ήταν αδύνατο. Ένεκα του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των μηχανημάτων δεν μπορούσε να εκτελεστεί η συμφωνία. Η Παραπονουμένη δεν μπορούσε να πωλήσει κάτι που δεν ήταν δικό της. Εισηγήθηκε, επίσης, ότι ο Μ.Κ.1 δεν είπε την αλήθεια, μεταξύ άλλων, για τον αν είχε προφορική έγκριση από τη Λαϊκή Τράπεζα για την πώληση. Τόνισε, επίσης, ότι ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι έμαθε για πρώτη φορά για το Τεκμήριο 30 κατά την ακροαματική διαδικασία στην ποινική υπόθεση 27455/08 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, ενώ άλλα προκύπτουν από τα παραδεκτά γεγονότα. Εισηγήθηκε την απόρριψη της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 και από την άλλη ζήτησε από το Δικαστήριο να αποδεχθεί ως αξιόπιστη τη μαρτυρία του Κατηγορουμένου 2 για τους λόγους που εξήγησε. Ήταν η εισήγησή του ότι ο Κατηγορούμενος 2 με την μαρτυρία του έδωσε υποκειμενικά το αίσθημα ότι έπρεπε να προστατεύσει την Κατηγορουμένη 1 και αποδείχθηκε αντικειμενικά ότι πολύ καλά έκανε. Εισηγήθηκε, λοιπόν, την αθώωση των πελατών του εφόσον αποδείχθηκε η υπεράσπιση της εύλογης αιτίας. Στην αντίπερα όχθη, η ευπαίδευτη συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής εισηγήθηκε ότι η εκδοχή του Μ.Κ.1 υποστηρίζεται, μεταξύ άλλων, από τα κατατεθέντα τεκμήρια, σε αντίθεση με την μαρτυρία του Κατηγορουμένου 2, η οποία ήταν ψευδής, αόριστη και αντιφατική με τα συμφωνηθέντα, με προηγούμενες δηλώσεις κατά την πρώτη εκδίκαση της παρούσας, με το Τεκμήριο 34, αλλά και με τα ίδια τα λεγόμενά του στα πλαίσια της παρούσας, τα οποία δεν αντέχουν την βάσανο της λογικής, δίδοντας παραδείγματα. Μεταξύ άλλων, παρέπεμψε σε θέσεις του Κατηγορουμένου 2 που δεν τέθηκαν κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.
  73. Εισηγήθηκε, επίσης, ότι οι κατηγορούμενοι προσπαθούσαν με μεγάλη ευκολία να παραποιούν τα ρητώς συμφωνηθέντα και την αλήθεια. Τόνισε, επίσης, την αναφορά του Μ.Κ.2 ότι συγκαταθέσεις από την τράπεζα για πώληση αντικειμένων ενοικιαγοράς παρέχονται και προφορικά, ενώ από την άλλη εισηγήθηκε ότι συγκεκριμένες αναφορές του Μ.Υ.1 ήταν φτιαχτές. Για τους λόγους που εκτενώς εξήγησε, η κα. Πιερίδου εισηγήθηκε ότι η προβληθείσα υπεράσπιση της εύλογης αιτίας θα πρέπει να απορριφθεί και να κριθούν ένοχοι οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 στην Κατηγορία που αντιμετωπίζουν. Νομική Πτυχή - Αξιολόγηση - Ευρήματα - Συμπεράσματα Το Άρθρο 305Α
(2)του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (βλ. τροποποιητικό Νόμο 70(I) του 2008), ο οποίος αποτελεί το νομικό υπόβαθρο της Κατηγορίας διαλαμβάνει τα εξής: «
(2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου
(1), πρόσωπο το οποίο, χωρίς εύλογη αιτία, προκαλεί με οποιαδήποτε πράξη τη μη εξόφληση επιταγής που εκδόθηκε από το ίδιο, οποτεδήποτε πριν ή κατά την ημερομηνία που η επιταγή έχει καταστεί πληρωτέα, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία
(3)έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000,00) ή και στις δύο ποινές. Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας, δυνατό να γίνει από τον κατηγορούμενο εφόσον, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για σκοπούς πληρωμής της, ο κατηγορούμενος ως εκδότης παρέθεσε γραπτώς στο πιστωτικό ίδρυμα, επί του οποίου εκδόθηκε η επιταγή, το λόγο ή τους λόγους για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της». Το λεκτικό της πιο πάνω νομοθετικής διάταξης έχει, μεταξύ άλλων, ερμηνευθεί στις υποθέσεις Γιάννης Βούρας ν. 1. Ανδρέα, Λουκά, Ματθαίου (Α.Λ.Μ.) Γενικές Μεταφορές Λτδ κ.ά.
(2003)2 Α.Α.Δ 153 και Philippa Estates Ltd v. Γιαννάκη Ρούσου
(2006)2 Α.Α.Δ.142, από τις οποίες προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος είναι τα ακόλουθα: Η έκδοση επιταγής από τον κατηγορούμενο∙ Η πρόκληση μη εξόφλησής της από τον κατηγορούμενο με οποιαδήποτε πράξη του∙ Η πράξη με την οποία προκαλείται η μη εξόφληση επιταγής να αφορά σε επιταγή που εκδόθηκε προ ή κατά την ημερομηνία που αυτή κατέστη πληρωτέα. Όπως τονίστηκε στην Philippa (ανωτέρω), ο χρόνος τέλεσης της ποινικά επιλήψιμης πράξης, δηλ. της πρόκλησης μη εξόφλησης, δεν συναρτάται με την ημερομηνία που η επιταγή κατέστη πληρωτέα. Ο χρόνος κατά τον οποίο προκαλείται με οποιαδήποτε πράξη ή μη εξόφληση της επιταγής μπορεί να είναι προγενέστερος ή μεταγενέστερος της ημερομηνίας πληρωμής της επιταγής. Το Άρθρο 305Α
(2)αρχικά προοριζόταν να καλύψει και τη μεταχρονολογημένη επιταγή, εξ ου και χρησιμοποιήθηκε από το νομοθέτη η συγκεκριμένη νομοθετική διάταξη. Ακολούθησε, επίσης, η τροποποίηση του Άρθρου 4 του Κεφ.154, με τον Νόμο 164(I)/2003, που τέθηκε σε ισχύ στις 24/10/2003, με τον οποίο προσετέθη στις ερμηνευτικές διατάξεις ο ορισμός της «επιταγής», ο οποίος για τους σκοπούς του Άρθρου 305Α σημαίνει: «Γραπτή εντολή του εκδότη προς Τράπεζα για πληρωμή καθορισμένου ποσού σε ορισμένο φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή σε δικαιούχο κομιστή, ανεξάρτητα από το αν καθίσταται πληρωτέα σε μεταγενέστερο χρόνο από την ημερομηνία έκδοσής της ή/και παράδοσής της και περιλαμβάνει δίγραμμη επιταγή». Ο Κατηγορούμενος 2 κατηγορείται για παροχή συνδρομής στη διάπραξη του πιο πάνω αδικήματος. Στην υπόθεση Αθανάσιος Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261, τονίστηκε ότι παρά το ότι γενικά ένας διευθυντής ή σύμβουλος εταιρείας θεωρείται ως αντιπρόσωπος εταιρείας, το ότι υπογράφει μια επιταγή υπό αυτή του την ιδιότητα, δεν σημαίνει ότι υπέχει προσωπικά αστική ευθύνη, η οποία αστική ευθύνη βαρύνει την εταιρεία που παραμένει ο εκδότης της επιταγής. Τούτο, όμως, δεν αποκλείει τη δυνατότητα ύπαρξης ποινικής του ευθύνης ως συνεργού στο αδίκημα και έτσι μπορεί να διωχθεί, ως κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, ως αυτουργός δυνάμει του Άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Έτσι, στην κατάλληλη περίπτωση, και όπου αποδεικνύεται υποκειμενική υπόσταση (mens rea), τότε μπορεί να κριθεί ένοχος. Το ότι ένας διευθυντής ή σύμβουλος εταιρείας, στην κατάλληλη περίπτωση, μπορεί να κριθεί ένοχος ως συνεργός της εταιρείας στη διάπραξη του αδικήματος έχει αποφασιστεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Βλ., μεταξύ άλλων, Αστυνομία ν. Toorac Fashion Ltd
(1993)2 Α.Α.Δ. 117, Ευγένιος Ajini ν. Αστυνομίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 319, Zakakiotis v. Kalavas
(1999)2 Α.Α.Δ. 523, Ταμείο Προνοίας ν. Samoa (Αρ.2)
(2000)2 A.A.Δ. 619, Wellfit Engineering ν. Χαπίδη κ.ά.
(2004)2 Α.Α.Δ. 271 και Ιωάννου ν. Nanaimo Ltd
(2005)2 Α.Α.Δ.
  1. Τα ίδια, βεβαίως, ισχύουν και για άλλους αξιωματούχους της εταιρείας, οι οποίοι είναι εξουσιοδοτημένοι να υπογράφουν επιταγές για αυτήν. Σε αυτές τις περιπτώσεις, λοιπόν, πρέπει να αποδειχθεί η ένοχη πράξη (actus reus) από συνεργό, η οποία εμπεριέχει δύο έννοιες, ήτοι (α) την παροχή βοήθειας ή την παρακίνηση (β) σε αδίκημα, και η ένοχη διάνοια (mens rea), η οποία αναμένεται να σχετίζεται με τις δύο αυτές έννοιες. Το νοητικό, μάλιστα, στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται για συνεργό, είναι γενικά στενότερο και πιο απαιτητικό απ' ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του συνεργού. Εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι έχουν αποδειχθεί περάν πάσας λογικής αμφιβολίας τα πιο πάνω συστατικά στοιχεία του αδικήματος, τότε αυτό που θα πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσον ο κατηγορούμενος έχει κατορθώσει να αποδείξει την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας που παρέχει το εδάφιο 2 του Άρθρου 305 Α του Κεφ.
  2. Όπως έχει κατ' επανάληψιν τονιστεί, το βάρος απόδειξης υπεράσπισης που δημιουργείται είτε από το νόμο είτε από το κοινοδίκαιο έχει ο κατηγορούμενος με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Βλ., μεταξύ άλλων Tarapoulouzis v. The District Officer Nicosia
(1962)C.L.R 91, Zavos v. The Police
(1963)1 C.L.R. 57, Papadopoulos v. The Republic
(1980)2 C.L.R. 10, Ergatides v. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 182 και N.C. Diamonds Co. Ltd v. Χρίστου Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763. Το τί συνιστά εύλογη αιτία στα πλαίσια της υπεράσπισης που καθιερώνει το Άρθρο 305 Α
(2)του Κεφ. 154 έχει ερμηνευθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Diamonds (ανωτέρω). Τονίστηκε ότι το Άρθρο 305 Α
(2)ουσιαστικά καθιερώνει την αρχή του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία. Συγκεκριμένα έγινε αναφορά στην υπόθεση Pitsillides v. The Republic
(1983)2 C.L.R. 374, όπου η έννοια της εύλογης αιτίας συνδέθηκε με εκείνη της καλής πίστης. Αναφέρθηκε, επίσης, ότι η ίδια φράση έχει στην αγγλική νομολογία συσχετισθεί με την έννοια της δίκαιης αιτίας, ενώ σχετικά έγινε αναφορά και στην φράση bona fide (καλή τη πίστει) που στην αγγλική νομολογία θεωρήθηκε ταυτόσημη με τη λέξη «honestly» (ειλικρινά). Με βάση την πιο πάνω ερμηνεία, το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας κατέληξε ότι η αυτοκαθοδήγηση του εκεί πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με την υπεράσπιση του εδαφίου 2, ότι δηλαδή πρέπει ο κατηγορούμενος να δείξει ότι ο ίδιος ειλικρινά πίστευε ότι είχε το δικαίωμα να σταματήσει την πληρωμή της επιταγής (υποκειμενικό κριτήριο) και επιπρόσθετα ότι η πεποίθησή του αυτή ήταν εύλογη υπό τις περιστάσεις (κάτι που εξετάζεται αντικειμενικά), έγινε μέσα στο πνεύμα των παραπάνω αποφάσεων. Με βάση αυτά, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η ενέργεια του εκεί κατηγορουμένου ήταν 1) ειλικρινής και 2) υπαγορεύτηκε από εύλογη αιτία. Στην Diamonds κρίθηκε, επίσης, ότι η ποινική ευθύνη του εκδότη καθορίζεται στο αυστηρό πλαίσιο που θέτει το εδάφιο 2 του Άρθρου 305 Α, χωρίς να επεκτείνεται σε άλλες έννομες σχέσεις, γιατί σε αντίθετη περίπτωση δεν θα υπήρχαν περιθώρια επίκλησης της υπεράσπισης που παρέχει το εν λόγω εδάφιο, καθότι θα καθιερώνονταν η αντίθετη θεωρία, ήτοι του μη ανακλητού της επιταγής. Ως προς την εμβέλεια και εφαρμογή της εν λόγω υπεράσπισης σχετικές είναι και οι υποθέσεις Philippa (ανωτέρω), Κονιζίδου ν. Αρέστη (Αρ.1)
(2009)2 Α.Α.Δ. 345, Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου Λτδ ν.
  1. Αδελφοί Σ. Πεκρής (Γενικές Επιχειρήσεις) Λτδ κ.ά., Ποινική Έφεση Αρ. 45/2010, ημερομηνίας 2/11/2011, Αντρέου ν.
  2. Vangel Art Ltd κ.ά, Ποινική Έφεση Αρ. 246/2009, ημερομηνίας 24/1/2012 και Φωτίου ν. Exantas Marine Enterprises Ltd, Ποινική Έφεση Αρ. 38/2010, ημερομηνίας 31/10/
  3. Στην Vangel Art (ανωτέρω), όπου ο εκεί κατηγορούμενος εξήγησε ότι ανακάλεσε την πληρωμή της μίας εκ των δύο επιταγών επειδή ο παραπονούμενος του παρέδωσε μόνο τα τέσσερα γαϊδούρια που συμφώνησαν, ενώ ο παραπονούμενος ισχυρίζονταν ότι η συμφωνία ήταν για τα τέσσερα γαϊδούρια που του παρέδωσε, τονίστηκαν τα εξής από το Ανώτατο Δικαστήριο: «... το κρίσιμο ερώτημα για σκοπούς της υπεράσπισης του άρθρου 305(Α)
(2)δεν αφορά μάλλον στη θετική διαπίστωση του σχετικού όρου της προφορικής συμφωνίας, δεδομένης της εκ διαμέτρου διαφωνίας των διαδίκων ως προς τούτο, παρά στην κρίση του εύλογου της ενέργειας των Εφεσιβλήτων να προκαλέσουν τη μη εξόφληση εν όψει ακριβώς της έντονης διαφωνίας τους με τον Εφεσείοντα ως προς τον κρίσιμο όρο για τον αριθμό των γαϊδουριών που επωλήθησαν. Εξ άλλου, η ποινική διαδικασία, στερούμενη του δικογραφικού πλαισίου της αστικής διαδικασίας, και τοσούτο μάλλον αφού έχει άλλο σκοπό, όχι μόνο δεν προσφέρεται για την επακριβή επίγνωση μιας διαφοράς που έχει στη γένεση και στην ουσία της αστική μορφολογία, αλλά και έχει ως βασική παράμετρο την ένοχη πρόθεση παρά την αντικειμενική ορθότητα της πράξης. Η υπεράσπιση της ευλόγου αιτίας φαίνεται ακριβώς να έχει αυτή την κατεύθυνση και να επιδιώκει να αντισταθμίσει την άλλως αυστηρή ευθύνη που διέπει το άρθρο 305(Α)
(2), εισάγοντας, έστω και υπό τη μορφή υπεράσπισης, ένα στοιχείο που ουσιαστικά ανάγεται στο mens rea.» Από την άλλη, στην υπόθεση Γερολέμου (ανωτέρω) - η οποία παρεμπιπτόντως είναι η απόφαση δυνάμει της οποίας διατάχθηκε η επανεκδίκαση της πρώτης δίκης της παρούσας - το Ανώτατο Δικαστήριο παραμερίζοντας την πρωτόδικη αθωωτική απόφαση, με την οποία κρίθηκε ότι ο κατηγορούμενος απέδειξε την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας, τόνισε τα εξής: «Η ευπαίδευτη πρωτόδικη Δικαστής φαίνεται όντως να εβασίσθη σε ελλιπή προσέγγιση της μαρτυρίας. Κρίνοντας την αξιοπιστία, υπεραπλούστευσε την υπόθεση θεωρώντας ότι η εκδοχή της Εφεσίβλητης ήταν πιο πιστευτή από εκείνη της Εφεσείουσας αφού η Εφεσίβλητη, αν και πλήρωσε €39.297,83, δεν μπορούσε να χρησιμοποιήσει τα οχήματα αφού δεν έγιναν οι μεταβιβάσεις. Απέτυχε έτσι να συσχετίσει τα γεγονότα προς τις πρόνοιες της συμφωνίας, και δη να λάβει υπ' όψη της ότι για τα τρία φορτηγά και μεγάλο αριθμό των υπολοίπων οχημάτων υπήρχαν τίτλοι ιδιοκτησίας τους οποίους η Εφεσείουσα παρέδωσε, όπως και το Δικαστήριο αναφέρει, στην Εφεσίβλητη την 13/9/2008. Το γεγονός ότι οι μεταβιβάσεις δεν είχαν ολοκληρωθεί δεν ήταν αφ' εαυτού κρίσιμο ως προς το ζητούμενο αφού αυτές συναρτώντο προς άλλους παράγοντες για τις οποίες μπορεί να μην ευθύνετο η Εφεσείουσα. Εξ άλλου, οι όροι 6 και 7 σαφώς συναρτούσαν τη διενέργεια των μεταβιβάσεων προς τις μηνιαίες πληρωμές και την αντίστοιχη αξία των οχημάτων που είχαν τίτλους, ως προς δε τα οχήματα που δεν είχαν τίτλους έθετε την υποχρέωση στην Εφεσίβλητη να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για να γίνουν οι μεταβιβάσεις. Η ευπαίδευτη πρωτόδικη δικαστής απέτυχε να λάβει υπ' όψη της τα καθοριζόμενα στη συμφωνία και περιορίσθηκε στη γενικότητα του γεγονότος ότι δεν είχαν γίνει μεταβιβάσεις.» Όπως, επίσης, προκύπτει από το λεκτικό της ίδιας της επιφύλαξης του εδαφίου
(2)του Άρθρου 305 Α και τονίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Κονιζίδου ν. Αρέστη (ανωτέρω), προϋπόθεση για την επιτυχή επίκληση της υπεράσπισης της εύλογης αιτίας αποτελεί η παράθεση από τον κατηγορούμενο γραπτώς στην Τράπεζα, επί της οποίας εκδόθηκε η επιταγή, κατά ή πριν από την παρουσίαση της επιταγής για πληρωμή, του λόγου ή των λόγων για τους οποίους δόθηκε εντολή μη πληρωμής της. Έχω παρακολουθήσει με κάθε δυνατή και επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες, τον τρόπο, το ύφος, τη συμπεριφορά, τις αντιδράσεις και γενικά την παρουσία τους στο Δικαστήριο και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με σκοπό να καταλήξω στα αναγκαία ευρήματα και συμπεράσματα για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Κατ' αρχάς θα πρέπει να σημειωθεί ότι κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας αποτέλεσαν κοινό υπόβαθρο γεγονότων τα εξής: Η Παραπονούμενη και η Κατηγορούμενη 1, και οι δύο εταιρείες δεόντως εγγεγραμμένες που ασχολούνταν με τις μεταφορές εμπορευμάτων και γενικού φορτίου, στις 9/8/2008 και ημέρα Σάββατο στις εγκαταστάσεις της Κατηγορουμένης 1 στην Αραδίππου της Επαρχίας Λάρνακας συνήψαν γραπτή συμφωνία, Τεκμήριο 5 (στο εξής «η Συμφωνία»), με την οποία η Παραπονούμενη συμφώνησε να πωλήσει στην Κατηγορουμένη 1 και η Κατηγορουμένη 1 συμφώνησε να αγοράσει από την Παραπονούμενη 25 συνολικά οχήματα, τα οποία αναγράφονται σε κατάλογο (στο εξής «ο Κατάλογος») που επισυνάπτεται στη Συμφωνία, ήτοι τρία φορτηγά/ρυμουλκά οχήματα με τις αντίστοιχες άδειες «Α» εκάστου, 21 ρυμουλκούμενα οχήματα/καρόστες και ένα forklift (περονοφόρο όχημα) 6 τόνων (στο εξής μαζί καλουμένων «τα Αντικείμενα»). Στο προοίμιο της Συμφωνίας καταγράφεται ότι η Παραπονούμενη είναι ιδιοκτήτρια των Αντικειμένων και ότι η Κατηγορούμενη 1 γνωρίζει τα Αντικείμενα, τα έχει επιθεωρήσει και τα βρήκε της απολύτου αρεσκείας της. Με την παράγραφο 2 της Συμφωνίας καθορίστηκε ως τίμημα αγοράς (στο εξής «το Τίμημα Αγοράς») των Αντικειμένων το ποσό των Λ.Κ.115.000,00, ήτοι €196.489,00, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. Θα παραθέσω αυτούσιες τις παραγράφους 3, 4, 5, 6 και 7 της Συμφωνίας με την αυτονόητη διευκρίνιση ότι ο όρος «αγοραστής» αφορά την Κατηγορουμένη 1 και «πωλητής» την Παραπονούμενη: «
  1. Το Τίμημα Αγοράς θα πληρωθεί από τον Αγοραστή με τον ακόλουθο τρόπο: α) Στις 11/8/2008 ο Αγοραστής θα καταβάλει στον Πωλητή Λ.Κ.23.000,00 - που ισοδυναμεί με €39.297,
  2. β) Το υπόλοιπο ποσό των Λ.Κ.92.000,00 - ήτοι €157.191,33 θα πληρωθεί σε 10 ισόποσες μηνιαίες δόσεις των Λ.Κ.9.200 - ήτοι €15.719,13 εκάστη. Για το σκοπό αυτό ο Αγοραστής θα εκδώσει και θα παραδώσει στον Πωλητή 10 τραπεζικές επιταγές επ' ονόματι του Πωλητή της πρώτης επιταγής πληρωτέας την 01.09.08 και ούτω κάθε εξής την 1η ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι τελείας αποπληρωμής. 4.Ο Αγοραστής αγοράζει τα Αντικείμενα στην κατάσταση που βρίσκονται σήμερα και δηλώνει ότι τα έλεγξε και τα βρήκε της απολύτου αρεσκείας του. 5.Ο Πωλητής αναλαμβάνει και υποχρεούται να παραδώσει τα Αντικείμενα στον Αγοραστή αμέσως μετά την υπογραφή της παρούσας συμφωνίας. 6.Ο Αγοραστής αναλαμβάνει να υποβάλει αίτηση για άδεια στο αρμόδιο τμήμα της Δημοκρατίας για τη μεταβίβαση των τριών πρώτων Αντικειμένων (φορτηγών) στο όνομα του. Μετά την έκδοση της αναγκαίας άδειας ο Πωλητής θα μεταβιβάσει επ' ονόματι του Αγοραστή τα προαναφερόμενα αντικείμενα σταδιακά και αναλόγως των καταβληθέντων δόσεων, όπως στην παράγραφο 3(β) πιο πάνω αναφέρεται και της αξίας εκάστου αντικειμένου όπως ο ίδιος ο Πωλητής θα υπολογίσει και κοστολογήσει και θα εφοδιάζει τον Αγοραστή με σχετικό τιμολόγιο. 7.Τα υπόλοιπα Αντικείμενα όσα εξ' αυτών είναι εγγεγραμμένα στο όνομα του Πωλητή θα μεταβιβαστούν επ' ονόματι του Αγοραστή επίσης σταδιακά, αναλόγως των καταβληθέντων δόσεων και της αξίας εκάστου αντικειμένου, όπως ο Πωλητής θα υπολογίσει, ούτως ώστε κατά την εξόφληση του Τιμήματος Αγοράς να έχει ολοκληρωθεί και η μεταβίβαση των Αντικειμένων. Για εκείνα εκ των Αντικειμένων που ο Πωλητής δεν έχει τίτλο ο Αγοραστής αναλαμβάνει ο ίδιος να προβεί στις δέουσες ενέργειες για μεταβίβασή τους επ' ονόματί του.» Κατά την υπογραφή της Συμφωνίας παρόντες ήταν, μεταξύ άλλων, ο Μ.Κ.1, διευθυντής της Παραπονουμένης, ο οποίος υπέγραψε τούτη εκ μέρους και για λογαριασμό της και οι Κατηγορούμενοι 2 και 3, αδέλφια και διευθυντές της Κατηγορουμένης
  3. Ο Κατηγορούμενος 2 υπέγραψε τη Συμφωνία εκ μέρους και για λογαριασμό της Κατηγορουμένης
  4. Αυτός δε μαζί με τον Κατηγορούμενο 3 εγγυήθηκαν γραπτώς, μεταξύ άλλων, την από μέρους της Κατηγορουμένης 1 πιστή τήρηση της Συμφωνίας. Αμέσως μετά την υπογραφή της Συμφωνίας, η Κατηγορουμένη 1, διά μέσω του Κατηγορουμένου 2, εξέδωσε και παρέδωσε στον Μ.Κ.1, για λογαριασμό της Παραπονουμένης, μεταχρονολογημένη επιταγή επί της Τράπεζας Κύπρου εξ €14.350,65, με ημερομηνία πληρωμής στις 11/8/2008 και δικαιούχο την Παραπονουμένη (στο εξής «η Αρχική Επιταγή»), ως επίσης δέκα μεταχρονολογημένες επιταγές της Τράπεζας Κύπρου εξ €15.719,13 εκάστη με δικαιούχο την Παραπονουμένη, της πρώτης με ημερομηνία πληρωμής στις 9/9/2008 και ακολούθως την 9ην ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι τις 9/6/2009 που ήταν η ημερομηνία πληρωμής της τελευταίας χρονολογικά επιταγής. Μεταξύ των δέκα τελευταίων μεταχρονολογημένων επιταγών, ήτοι πέμπτη στη σειρά χρονολογικά και με ημερομηνία πληρωμής στις 9/1/2009, ήταν και η επιταγή με αρ. 78320020, Τεκμήριο 5 (στο εξής «η Επίδικη Επιταγή»). Η Αρχική Επιταγή παραδόθηκε προς ικανοποίηση της παραγράφου 3.α) της Συμφωνίας μετά που αφαιρέθηκε από το ποσό των €39.297,83 (στο εξής «το Αρχικό Ποσό») ποσό εξ €24.947,18 που η Παραπονούμενη όφειλε στην Κατηγορουμένη 1 από προηγούμενη συνεργασία που είχαν περί τα έτη 2007 και 2008, όπου η Κατηγορούμενη 1 εκτελούσε μεταφορές για λογαριασμό της Παραπονουμένης. Η Αρχική Επιταγή παρουσιάστηκε από την Παραπονουμένη στην τράπεζα επί της οποίας εκδόθηκε για πληρωμή στις 12/8/2008 και εξαργυρώθηκε κανονικά. Η Αρχική Επιταγή ήταν η μόνη που εξαργυρώθηκε όταν παρουσιάστηκε από την Παραπονουμένη στην πληρώτρια τράπεζα για πληρωμή, ενώ οι υπόλοιπες όχι, εφόσον η Κατηγορουμένη 1, διά μέσω του Κατηγορουμένου 2, έδιδε οδηγίες στην πληρώτρια τράπεζα για ανάκληση της πληρωμής τους. Τουλάχιστον μέχρι την Επίδικη Επιταγή, η Παραπονουμένη παρουσίαζε τις επιταγές στην πληρώτρια τράπεζα για πληρωμή κατά ή μετά την ημερομηνία πληρωμής εκάστης, οι δε εντολές για ανάκληση της πληρωμής τους δίδονταν από την Κατηγορουμένη 1 κοντά στην ημερομηνία πληρωμής ή παρουσίασης εκάστης στην πληρώτρια τράπεζα. Μέχρι και σήμερα η Κατηγορουμένη 1 δεν κατέβαλε στην Παραπονουμένη οποιοδήποτε ποσό έναντι του Τιμήματος Αγοράς πλην του Αρχικού Ποσού και ουδέν από τα Αντικείμενα μεταβιβάστηκαν επ' ονόματι της Κατηγορουμένης
  5. Κρίνω σκόπιμο να ξεκινήσω με τον Μ.Κ.2, η μαρτυρία του οποίου δεν έχει αμφισβητηθεί. Ανεξαρτήτως τούτου, ο Μ.Κ.2 μου προξένησε την εικόνα ειλικρινούς και αξιόπιστου προσώπου, εφόσον κατέθεσε με θετικό τρόπο σε σχέση με γεγονότα που γνώριζε και μέσα από έγγραφα που είχε στην κατοχή του ως εκ της θέσης και των καθηκόντων του ως διευθυντή του υποκαταστήματος της Τράπεζας Κύπρου στη Φανερωμένη στη Λάρνακα, με το οποίο συνεργάζονταν η Κατηγορουμένη
  6. Δεν έχω εντοπίσει ο,τιδήποτε είτε σε αυτά που ανέφερε είτε στον τρόπο που κατέθετε που να είναι ικανό να με οδηγήσει σε συμπέρασμα ότι ήταν διατεθειμένος να εμφανιστεί στο Δικαστήριο και να παραποιήσει την αλήθεια. Επίσης, παρά το ότι ο Μ.Κ.2 δεν εργάστηκε σε τομείς που αφορούν ενοικιαγορές, δέχομαι ότι, ως εκ της 37χρονης πείρας του στον τραπεζικό τομέα και των πολλών ετών ενασχόλησής του στον τομέα του δανεισμού, ήταν σε θέση να μεταφέρει στο Δικαστήριο την πρακτική που ακολουθείται όταν κάποιος πελάτης επιθυμεί να πωλήσει κάποιο αντικείμενο, η αγορά του οποίου χρηματοδοτείται από την τράπεζα με τη μέθοδο της ενοικιαγοράς. Ήτοι ότι αυτό που ενδιαφέρει την τράπεζα είναι να πάρει τα χρήματά της και μπορεί να δοθεί προφορική έγκριση για κάποια πώληση με την προϋπόθεση ότι η τράπεζα θα εξοφληθεί. Συνεπώς, αποδέχομαι την μαρτυρία του στην ολότητά της ως ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα. Από τη μαρτυρία, λοιπόν, του Μ.Κ.2 και το Τεκμήριο 6 που αυτός αναγνώρισε προκύπτει ότι η Κατηγορουμένη 1 διατηρεί τρεχούμενο λογαριασμό στην Τράπεζα Κύπρου με αρ. 0552-11-008201 (στο εξής «ο Λογαριασμός»), ο οποίος είναι συνδεδεμένος με βιβλιάριο επιταγών, ο δε Κατηγορούμενος 2 είναι εξουσιοδοτημένος από την Κατηγορουμένη 1 να υπογράφει εκ μέρους της επιταγές και άλλα έγγραφα που σχετίζονται με το Λογαριασμό. Η Επίδικη Επιταγή, η οποία εκδόθηκε από το Λογαριασμό, παρουσιάστηκε για πληρωμή στις 9/1/2009 στο υποκατάστημα της Κοκκινοτριμιθιάς της Τράπεζας Κύπρου, αλλά δεν πληρώθηκε επειδή η Κατηγορουμένη 1 στις 12/1/2009 έδωσε γραπτές οδηγίες στην Τράπεζα Κύπρου με έντυπο, Τεκμήριο 29 (στο εξής «το Έντυπο Ανάκλησης»), για την ανάκληση της πληρωμής της. Το Έντυπο Ανάκλησης υπογράφηκε εκ μέρους της Κατηγορουμένης 1 από τον Κατηγορούμενο 2 και σαν λόγος ανάκλησης αναγράφηκε «Παραβίαση Συμφωνίας». Ο Μ.Κ.1 μου προξένησε γενικά καλή εικόνα ως ειλικρινής και αξιόπιστος μάρτυρας. Πέραν κάποιων αναφορών, για τις οποίες θα προβώ σε ξεχωριστό σχολιασμό κατωτέρω, η μαρτυρία του ήταν πειστική, συνεπής με λογική αλληλουχία, δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή του και συνήδε με τη λογική των πραγμάτων και τα κατατεθέντα τεκμήρια και δη τη Συμφωνία, Τεκμήριο 5, τις τρεις αιτήσεις για την μεταβίβαση επ' ονόματι της Κατηγορουμένης 1 των αδειών «Α» των τριών φορτηγών/ρυμουλκών οχημάτων, Τεκμήρια 7, 8 και 9, τις εγκρίσεις από την αρμόδια αρχή των εν λόγω αιτήσεων, Τεκμήρια 10, 11 και 12, τις τέσσερις κενές μεταβιβάσεις τεσσάρων ρυμουλκούμενων οχημάτων που ήταν εγγεγραμμένες επ' ονόματι τρίτων προσώπων, Τεκμήρια 21-24, την αλληλογραφία που ανταλλάγηκε μεταξύ της δικηγόρου του και των δικηγόρων των Κατηγορουμένων και δη τις επιστολές της δικηγόρου του, Τεκμήρια 13-18, την πληρωμή που έγινε στην Λαϊκή Τράπεζα στις 4/8/2008, Τεκμήριο 25, για το συμβόλαιο ενοικιαγοράς ενός εκ των τριών φορτηγών, ως επίσης το Τεκμήριο 27 σε σχέση με τις διάφορες πληρωμές της Παραπονουμένης στην Τράπεζα Κύπρου για τα πέντε ρυμουλκούμενα οχήματα/καρότσες που είχε αγοράσει επίσης με τη μέθοδο της ενοικιαγοράς. Κατ' αρχάς, αρκετές από τις θέσεις του Μ.Κ.1 δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέτασή του, όπως για παράδειγμα ότι ο υπάλληλος της Παραπονουμένης, Ευριπίδης Ευριπίδου, ο οποίος, ως φαίνεται και από το Τεκμήριο 5, ήταν παρών κατά την υπογραφή του και υπέγραψε ως μάρτυρας με τον Εφραίτη Πεκρή, εργοδοτήθηκε από την Κατηγορουμένη 1 μετά την υπογραφή της Συμφωνίας, ότι είναι ο Μ.Κ.1 που παρέδωσε στον Κατηγορούμενο 2 στις 13/9/2008 στις εγκαταστάσεις της Κατηγορουμένης 1 στην Αραδίππου τους τίτλους ιδιοκτησίας των τριών φορτηγών, μαζί με τις άδειες «Α» αυτών, τους τίτλους ιδιοκτησίας 9 ρυμουλκούμενων οχημάτων/καρότσων, τα έντυπα C72 άλλων τεσσάρων ρυμουλκούμενων οχημάτων/καρότσων, ως επίσης ότι υπέγραψε και σφράγισε τα έντυπα που του υπέδειξε ο Κατηγορούμενος 2 για τις μεταβιβάσεις τούτων, ως και τα έντυπα των αιτήσεων που έπρεπε να υποβληθούν στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών για την έγκριση των μεταβιβάσεων του τριών αδειών «Α». Επίσης, δεν αμφισβητήθηκαν οι αναφορές του Μ.Κ.1 σε σχέση με τις διάφορες επικοινωνίες που είχαν οι δικηγόροι των διαδίκων περί τα τέλη του Δεκεμβρίου του 2008 και τον Ιανουάριο του 2009, και δη οι διαβεβαιώσεις των δικηγόρων των Κατηγορουμένων ότι οι τελευταίοι θα προέβαιναν σε πληρωμή των υποχρεώσεων της Παραπονουμένης στην Τράπεζα Κύπρου και τη Λαϊκή Τράπεζα, ήτοι την εξόφληση των υπολοίπων των συμβολαίων ενοικιαγοράς που αφορούσαν ουσιαστικά το ένα από τα τρία φορτηγά και τις πέντε από τις 21 καρότσες, τα οποία ανέρχονταν πέριξ των €32.500,
  7. Δεν αμφισβητήθηκε, περαιτέρω, η αναφορά του Μ.Κ.1 ότι ο Κατηγορούμενος 2 τον Οκτώβριο του 2008 ανέφερε σε αυτόν ότι θα προέβαινε ο ίδιος σε απ' ευθείας πληρωμή στις δύο τράπεζες, ως και ότι στη συνέχεια του είπε ότι προσπάθησε να επικοινωνήσει με την Έλενα Γαλαταριώτη στο υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στην Κοκκινοτριμιθιά, αλλά αυτή δεν έβγαινε στη γραμμή. Δεν αμφισβητήθηκε, επίσης, η θέση του ότι στη συνάντηση που είχαν στο γραφείο της κας. Πιερίδου στις 8/8/2008 είναι ο Κατηγορούμενος 2 που εισηγήθηκε τον τρόπο εξόφλησης του Τιμήματος Πώλησης και υλοποίησης της Συμφωνίας. Η θέση του Μ.Κ.1 ότι ήταν γνωστό στον Κατηγορούμενο 2 πως η Παραπονουμένη δεν είχε τίτλο για κάποια από τα Αντικείμενα είναι σύμφωνη με την σαφή και ξεκάθαρη πρόνοια της παραγράφου 7 της Συμφωνίας, όπου καταγράφεται ότι «για εκείνα εκ των Αντικειμένων που ο Πωλητής δεν έχει τίτλο ο Αγοραστής αναλαμβάνει ο ίδιος να προβεί στις δέουσες ενέργειες για τη μεταβίβασή τους επ' ονόματί του.» Η απορία που εκφράστηκε από το συνήγορο των Κατηγορουμένων κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1, δηλαδή πώς θα προέβαινε η Κατηγορουμένη 1 στις ενέργειες για μεταβίβαση εκείνων εκ των Αντικειμένων που δεν είχε τίτλο η Παραπονούμενη, είναι προφανώς ένα ζήτημα που θα έπρεπε να προβληματίσει τον Κατηγορούμενο 2 προτού συμφωνήσει στην συμπερίληψη της εν λόγω πρόνοιας στη Συμφωνία. Σε κάθε περίπτωση, εδώ ο Μ.Κ.1, παρά την εν λόγω ρητή πρόνοια της Συμφωνίας, δεν αρνήθηκε να συνεργαστεί για να βοηθήσει τον Κατηγορούμενο 2 να πετύχει την εγγραφή τούτων επ' ονόματι της Κατηγορουμένης 1, κάτι που προκύπτει και από την παράδοση από αυτόν στις 13/9/2008 των εντύπων C72 για τις τέσσερις καρότσες, οι οποίες δεν ήταν εγγεγραμμένες επ' ονόματι της Παραπονουμένης. Σε σχέση με την αναφορά στο προοίμιο της Συμφωνίας ότι η Παραπονουμένη είναι ιδιοκτήτρια των Αντικειμένων, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο όρος «ιδιοκτήτης» είναι όρος που τυγχάνει διάφορων ερμηνειών σε διάφορα νομοθετήματα. Για σκοπούς της παρούσας, δέχομαι ως ειλικρινή τη θέση του Μ.Κ.1 ότι ο ίδιος θεωρούσε ότι του ανήκαν όλα παρά το ότι δεν είχε τίτλο για κάποια από τα Αντικείμενα, εφόσον τα είχε πληρώσει και ήταν δικά του. Σε κάθε περίπτωση, ό,τι και να αναφέρεται στο προοίμιο της Συμφωνίας, οι πρόνοιες της παραγράφου 7 είναι τόσο ξεκάθαρες που δεν μπορεί κάποιος σοβαρά να ισχυρίζεται ότι δεν γνώριζε κατά τον καταρτισμό της ότι η Παραπονούμενη δεν είχε τίτλο για κάποια από τα Αντικείμενα. Περαιτέρω, δεν θεωρώ ότι ο Μ.Κ.1 είχε λόγο να αποκρύψει από τον Κατηγορούμενο 2, όπως επιχείρησε να ισχυριστεί η υπεράσπιση, ότι έξι από τα Αντικείμενα στην παρούσα είχαν αγοραστεί με τη μέθοδο της ενοικιαγοράς και δεν είχαν ακόμη εξοφληθεί οι τράπεζες. Κατ' αρχάς, τα ποσά που χρωστούσε η Παραπονουμένη στις δύο συγκεκριμένες τράπεζες για τα συμβόλαια ενοικιαγοράς δεν ξεπερνούσαν τα €32.500,00, όπως δε προκύπτει από το Τεκμήριο 25, το οποίο ο ίδιος ο Μ.Υ.1 διαβεβαίωσε ότι αφορούσε το συμβόλαιο ενοικιαγοράς με τη Λαϊκή Τράπεζα, η Παραπονούμενη πλήρωνε έναντι του οφειλομένου ποσού μέχρι και τον μήνα καταρτισμού της Συμφωνίας. Οι δε καθυστερήσεις, σύμφωνα με το Τεκμήριο 25, δεν ξεπερνούσαν στις 4/8/2008 το ποσό των €1.205,
  8. Όπως προκύπτει, επίσης, από το περιεχόμενο της Συμφωνίας και η λογική επιβάλλει, προτεραιότητα κατά την υλοποίηση της Συμφωνίας ήταν η μεταβίβαση των αδειών «Α» των τριών φορτηγών/ρυμουλκών οχημάτων και ακολούθως η μεταβίβαση από τον Πωλητή στον Αγοραστή των τριών φορτηγών. Η μεταβίβαση, όμως, των τριών φορτηγών, δυνάμει των όρων της Συμφωνίας, θα γινόταν σταδιακά και αναλόγως των καταβληθέντων δόσεων ως η παράγραφος 3.β) αυτής, δηλαδή ανάλογα με την εξόφληση των δέκα μεταχρονολογημένων επιταγών. Θα μπορούσε δηλαδή κάλλιστα η Παραπονουμένη με την εξόφληση της πρώτης σε σειρά επιταγής, ήτοι αυτής που ήταν πληρωτέα στις 9/9/2008, να εξοφλούσε την συγκεκριμένη οφειλή της στην Λαϊκή Τράπεζα και να ήταν σε θέση να μεταβιβάσει αμέσως, με την έκδοση και του απαιτούμενου τιμολογίου, το εν λόγω φορτηγό αντικείμενο ενοικιαγοράς, νοουμένου, βεβαίως, ότι στο μεταξύ η Κατηγορουμένη 1 θα εξασφάλιζε την απαιτούμενη έγκριση για τις άδειες «Α». Αντί, επίσης, της μεταβίβασης του συγκεκριμένου φορτηγού, η Παραπονούμενη θα μπορούσε κάλλιστα να μεταβιβάσει επ' ονόματι της Κατηγορουμένης 1 κάποιο από τα άλλα δύο φορτηγά που δεν ήταν αντικείμενο ενοικιαγοράς. Με τα χρήματα, επίσης, που θα λάμβανε η Παραπονουμένη από την εξόφληση των υπολοίπων επιταγών θα ήταν σε θέση να εξοφλήσει και το ποσό που οφείλονταν στην Τράπεζα Κύπρου για την ενοικιαγορά των πέντε καρότσων. Δηλαδή, η ύπαρξη των εν λόγω συμβολαίων ενοικιαγοράς δεν αποτελούσε κώλυμα στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Παραπονουμένης δυνάμει της Συμφωνίας. Όπως εξ άλλου ανέφερε ο Μ.Κ.2, τη μαρτυρία του οποίου έχω ήδη αποδεχθεί, αυτό που ενδιαφέρει την τράπεζα σε αυτές τις περιπτώσεις είναι να πάρει τα χρήματά της. Παρά το ότι δεν παρουσιάστηκε είτε η κα. Γαλαταριώτη της Τράπεζας Κύπρου είτε η κα. Ελένα της Λαϊκής Τράπεζας για να καταθέσουν κατά πόσον τους είχε ενημερώσει ο Μ.Κ.1 για την επικείμενη πώληση, δεν έχω λόγο να μην πιστέψω ότι πράγματι αυτός τις είχε ενημερώσει για την επικείμενη πώληση. Παρά το ότι καταβάλλονταν κάποιες δόσεις από την Παραπονουμένη, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 25 και 27 υπήρχαν καθυστερήσεις και το λογικό και αναμενόμενο θα ήταν ο Μ.Κ.1 να ενημέρωνε τις τράπεζες για την επικείμενη πώληση, με την οποία θα μπορούσε να εξοφλήσει τα οφειλόμενα σε αυτές. Δεν θα ήταν, επίσης, λογικό οι δύο τράπεζες να είχαν ένσταση στην πώληση, εφόσον για να δώσουν έγγραφο μεταβίβασης, το οποίο είναι ένα απλό διαδικαστικό ζήτημα, θα έπρεπε πρώτα να εξοφληθούν τα ποσά των ενοικιαγορών. Πέραν τούτων, δεν έχει διαφανεί ότι ο Μ.Κ.1 δεν θα ήταν σε θέση να εκπληρώσει για λογαριασμό της Παραπονουμένης τις υποχρεώσεις της έναντι της Κατηγορουμένης
  9. Προς τούτο συνηγορεί και η εξασφάλιση από αυτόν των τεσσάρων κενών μεταβιβάσεων, Τεκμήρια 21 έως 24, ανεξάρτητα του ότι κατά την ένορκη μαρτυρία του δεν ήταν σε θέση να προσδιορίσει την ημερομηνία εξασφάλισης τούτων. Ούτε, επίσης, υπήρχε κάποιο κώλυμα στο ότι οι ανοικτές μεταβιβάσεις που ο Μ.Κ.1 υπέγραψε και σφράγισε στις 13/9/2008 στις εγκαταστάσεις της Κατηγορουμένης 1 ήταν χωρίς πιστοποίηση, εφόσον διαπιστώνεται, όσο κατακριτέο και να είναι, ότι οι πιστοποιήσεις γίνονται ανά πάσα στιγμή και στην απουσία μάλιστα αυτών που τις υπογράφουν. Χρήζει επισήμανσης ότι τα ανοικτά έντυπα μεταβίβασης των τεσσάρων καρότσων, Τεκμήρια 21 έως 24, δεν ήταν μεταξύ των εγγράφων που ο Μ.Κ.1 παρέδωσε στον Κατηγορούμενο 2 στις 13/9/2008, αλλά παρουσιάστηκαν στην ακροαματική διαδικασία της παρούσας όταν ζητήθηκαν από τον συνήγορο υπεράσπισης. Σημειώνω ότι το Τεκμήριο 23 είναι υπογεγραμμένο και σφραγισμένο από την ίδια την Τράπεζα Κύπρου, αλλά χωρίς πιστοποίηση, ενώ το έντυπο ρητά απαιτεί την πιστοποίηση των υπογραφών. Δηλαδή, η πιστοποίηση αφέθηκε στην πράξη να αποτελεί ένα απλό διαδικαστικό ζήτημα που διενεργείται την ώρα που είναι έτοιμοι οι εμπλεκόμενοι να καταθέσουν τα έντυπα στην αρμόδια αρχή. Δεν έχω, επίσης, αντιληφθεί τη βαρύτητα που δόθηκε κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1 στο ότι δεν εξέδωσε κάποιο τιμολόγιο προς την Κατηγορούμενη 1 για οποιοδήποτε εκ των Αντικειμένων. Η έκδοση τιμολογίου σαφέστατα είναι ένα από τα έγγραφα που θα απαιτούνταν όπως η Παραπονούμενη εκδώσει και παραδώσει για τη μεταβίβαση των τριών φορτηγών, των 9 καρότσων για τις οποίες η Παραπονούμενη είχε τίτλο ιδιοκτησίας, ως και για την αρχική εγγραφή των 4 καρότσων στο όνομα της Κατηγορουμένης 1, για τις οποίες ο Μ.Κ.1 παρέδωσε τα έντυπα C72 του τελωνείου στις 13/9/2008, κατόπιν παράκλησης του Κατηγορουμένου
  10. Δεν θα αναμένετο, όμως, από τον Μ.Κ.1 να εκδώσει οποιοδήποτε τιμολόγιο οποτεδήποτε πριν το χρόνο που θα υποβάλλονταν τα έγγραφα στην αρμόδια αρχή για την όποια μεταβίβαση, για τη διενέργεια της οποίας θα έπρεπε να προηγηθεί η αντίστοιχη πληρωμή, η οποία ουδέποτε έλαβε χώρα. Ο Μ.Κ.1 δεν απέκρυψε τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε, δηλαδή τα χρέη της Παραπονουμένης, για τα οποία είχε προσωπικές εγγυήσεις, υποθηκεύτηκαν ακίνητα της οικογένειάς του και υπήρχαν προσωπικές εγγυήσεις των γονιών του. Τα πράγματα γι' αυτόν χειροτέρεψαν μετά που ξεκίνησε η ανάκληση των επιταγών από την Κατηγορουμένη 1 ένεκα του ότι μετά την Συμφωνία δεν είχε εισοδήματα, εφόσον παραχώρησε στην Κατηγορουμένη 1 ουσιαστικά όλα τα περιουσιακά στοιχεία της Παραπονουμένης, την πελατεία της και ανέλαβε για πέντε χρόνια να μην εκτελεί μεταφορές εμπορευματοκιβωτίων, εξ ου και φάνηκε διαλλακτικός στις διάφορες απαιτήσεις του Κατηγορουμένου
  11. Η επιλογή του Μ.Κ.1, δηλαδή να πωλήσει ουσιαστικά την επιχείρησή του για να απαλλάξει, μεταξύ άλλων, και τους γονείς του από τα οικονομικά βάρη στα οποία τους ενέπλεξε με τις δουλειές του φανερώνει άτομο που συναισθάνεται τις ευθύνες του έναντι της οικογένειάς του και δεν θεωρώ ότι ήταν ικανός, όπως εισηγήθηκε η υπεράσπιση, να αρπάξει ό,τι μπορούσε από την Κατηγορουμένη 1 και να το βάλει στα πόδια, χωρίς προηγουμένως να εξασφαλίσει τις υποχρεώσεις του. Όσον αφορά την αμφισβήτηση που έτυχε η θέση του Μ.Κ.1 σε σχέση με το κατά πόσον με τη Συμφωνία παραχωρήθηκε η πελατεία της Παραπονουμένης στην Κατηγορουμένη 1, σημειώνω ότι το περιεχόμενο των παραγράφων 8 και 9 της Συμφωνίας είναι ξεκάθαρο. Αν υπήρχε αντάλλαγμα από την Κατηγορουμένη 1 ή κατά πόσον δεσμεύουν την Παραπονουμένη οι εν λόγω πρόνοιες είναι ζήτημα νομικό που σαφώς δεν αφορά την παρούσα. Ό,τι ενδιαφέρει για την αξιοπιστία του Μ.Κ.1 είναι πως ο ίδιος θεωρεί ότι δεσμεύεται από τις συγκεκριμένες πρόνοιες της Συμφωνίας. Σε κάθε περίπτωση, δεν έγινε εισήγηση ότι αυτός δεν συμμορφώθηκε με τις εν λόγω υποχρεώσεις για λογαριασμό της Παραπονουμένης. Ομολογουμένως υπήρξε κάποια καθυστέρηση από τον Μ.Κ.1 να εξασφαλίσει και να παραδώσει στον Κατηγορούμενο 2 το προσάρτημα, το οποίο είχε απωλέσει. Δηλαδή αυτό ζητήθηκε από τον Κατηγορούμενο τον Νοέμβριο του 2008, ενώ ο Μ.Κ.1 δεν παρέδωσε τούτο παρά μόνο στις 22/12/
  12. Κατά τα άλλα, όμως, ο Μ.Κ.1 ήταν τόσο συνεργάσιμος στις διάφορες απαιτήσεις του Κατηγορουμένου 2 που όταν, επί παραδείγματι, στις 21/1/2009 ο τελευταίος αρνήθηκε να χρησιμοποιηθεί ο πιστοποιών υπάλληλος που ο Μ.Κ.1 χρησιμοποιούσε στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών για την πιστοποίηση των μεταβιβάσεων, έσπευσε να προτείνει να μεταβεί αμέσως στην Αραδίππου για να χρησιμοποιηθεί συγκεκριμένος πιστοποιών υπάλληλος της αρεσκείας του Κατηγορουμένου
  13. Προβλημάτισε, βεβαίως, το Δικαστήριο η στάση που ο Μ.Κ.1 τήρησε κατά την αντεξέτασή του σε σχέση με την απόφαση που εκδόθηκε στις 23/11/2005 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην Αγωγή με αρ. 7643/05, Τεκμήριο 30 (στο εξής «η Αγωγή 7643/05»). Ανέφερε ότι έμαθε πρώτη φορά για την ύπαρξή της κατά την ένορκη κατάθεσή του στα πλαίσια την Ποινικής Υπόθεσης 27455/08 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Σύμφωνα, όμως, με τα παραδεκτά γεγονότα ο Μ.Κ.1 έδωσε ένορκη μαρτυρία στην εν λόγω υπόθεση στις 25/11/2010 και στις 9/12/2010, ενώ στις 29/5/2009 έγινε έρευνα στο φάκελο της Αγωγής 7643/05 από τη συνήγορο του Μ.Κ.1, με εξουσιοδότηση από τον τελευταίο. Άρα, ο Μ.Κ.1 γνώριζε από τον Μάιο του 2009 για την ύπαρξη του Τεκμηρίου
  14. Είναι προφανές, όμως, πως η στάση αυτή του Μ.Κ.1 ήταν επηρεασμένη από την αμφισβήτηση που έτυχε από την Παραπονουμένη, με τις διάφορες διαδικασίες που έλαβαν χώρα στα πλαίσια της Αγωγής 7643/05, του κατά πόσον το Τεκμήριο 30 στρέφεται πράγματι εναντίον της ή όχι, εφόσον από την επωνυμία της εκεί πρώτης εναγομένης απουσιάζει το «Λτδ», ως και από το ότι μέχρι και σήμερα οι ενάγοντες στην Αγωγή 7643/05 δεν έχουν επιτύχει την τροποποίηση του τίτλου αυτής ώστε να προστεθεί το «Λτδ» μετά την επωνυμία «Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου». Η εν λόγω, όμως, στάση του Μ.Κ.1 κατά την ένορκη κατάθεσή του δεν είναι ικανή για να κλονίσει την γενικότερη καλή εντύπωση που σχημάτισα για την αξιοπιστία του σε σχέση με τα ουσιώδη της υπόθεσης ζητήματα. Κρίνω δε ότι η εν λόγω πτυχή της μαρτυρίας του Μ.Κ.1 κρίνεται επουσιώδης εφόσον ακόμη και η ύπαρξη της απόφασης, Τεκμήριο 30, δεν θα μπορούσε να αποτελέσει στην πράξη κώλυμα στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων της Παραπονουμένης έναντι της Κατηγορουμένης 1 δυνάμει της Συμφωνίας. Όπως έχω ήδη επισημάνει, η Παραπονουμένη κατέβαλλε προς τη Λαϊκή Τράπεζα ποσά για το συγκεκριμένο συμβόλαιο ενοικιαγοράς μέχρι και τις 4/8/2008, κάτι που συνηγορεί υπέρ του ότι υπήρχε συνεννόηση μεταξύ της Παραπονουμένης και της Λαϊκής Τράπεζας σε σχέση με την πληρωμή του οφειλομένου ποσού και δικαιολογεί και την μη προώθηση από την τράπεζα του διατάγματος παράδοσης (writ of delivery) που είχε εκδοθεί από τις 13/11/
  15. Με τις διαφοροποιήσεις και διευκρινίσεις, λοιπόν, στις οποίες προβαίνω ανωτέρω, η μαρτυρία του Μ.Κ.1 γίνεται αποδεκτή ως ανταποκρινόμενη στην πραγματικότητα. Από την άλλη ο Κατηγορούμενος 2 δεν με έπεισε για την ειλικρίνεια της εκδοχής του. Η μαρτυρία του δεν ήταν πειστική, χαρακτηριζόταν από γενικότητα και αοριστία, αυτός περιέπεσε σε σοβαρές αντιφάσεις, η δε εκδοχή του δεν αντέχει τη βάσανο της λογικής και δεν συνήδε με τα κατατεθέντα τεκμήρια και δη τη Συμφωνία. Περαιτέρω, ο Κατηγορούμενος 2 με την ένορκη μαρτυρία του προέβαλε για πρώτη φορά ουσιώδεις ισχυρισμούς που δεν τέθηκαν υπόψη των μαρτύρων κατηγορίας και δη του Μ.Κ.
  16. Θα δώσω κάποια παραδείγματα. Η θέση του Κατηγορουμένου 2 ότι κατά την συνάντηση που είχε με τον Μ.Κ.1 στο γραφείο της κας. Πιερίδου την Παρασκευή 8/8/2008 η τελευταία δεν του παρέδωσε τους τίτλους ιδιοκτησίας των Αντικειμένων, για τους οποίους του είπε ότι είχε στην κατοχή της, επειδή απουσίαζε η γραμματέας της και ότι του υποσχέθηκε ότι θα τους ετοίμαζε την επόμενη Δευτέρα, ως και ότι τη Δευτέρα προσπάθησε να επικοινωνήσει με την κα. Πιερίδου και τον Μ.Κ.1 για να του παραδώσουν τούτους, χωρίς αποτέλεσμα, προβλήθηκε για πρώτη φορά με την ένορκη κατάθεσή του και δεν τέθηκε στον Μ.Κ.
  17. Είναι γνωστές οι συνέπειες από την παράλειψη της υπεράσπισης να θέσει στους μάρτυρες κατηγορίες ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσής της, ώστε αυτοί να είναι σε θέση να τοποθετηθούν δεόντως. Όπως τονίστηκε, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Tekinder Pal v. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551, σελ. 590: «...Είναι γνωστή η νομική θεώρηση του θέματος. Η υπεράσπιση οφείλει να θέσει τα ζητήματα που έχει κατά νουν στους μάρτυρες κατηγορίας ώστε να έχουν τη δυνατότητα να απαντήσουν δεόντως. Ο κανόνας δεν διαφοροποιείται μεταξύ αστικών και ποινικών υποθέσεων. Η κλασσική τοποθέτηση επί του θέματος αφορούσε το αστικό δίκαιο. Έτσι στην Adidas Sportshunfabriken Adi Dassler KG v. The Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383, λέχθηκε ακριβώς ότι στο επίκεντρο του αντιπαραθετικού συστήματος δικαιοσύνης, πρέπει να τίθεται η θέση της υπεράσπισης στους μάρτυρες του ενάγοντος, το δε Δικαστήριο στην απουσία ικανής δικαιολογίας ως προς το λόγο της παράλειψης, δικαιούται να αγνοήσει την μονομερώς τεθείσα εκδοχή που προέρχεται από τον ένα και μόνο των διαδίκων. Το πώς θα ενεργήσει το Δικαστήριο εξαρτάται βεβαίως και από το ουσιώδες ή μη του παραλειφθέντος ισχυρισμού ... Σημαντική στο θέμα ήταν η προβληθείσα υπεράσπιση περί κακοποίησης του εφεσείοντα. Η θέση αυτή προβλήθηκε όμως για πρώτη φορά κατά την αντεξέταση του εφεσείοντα ... Ορθά επομένως το Κακουργιοδικείο αναφέρθηκε στο σημείο αυτό ως πλήττον την αξιοπιστία της γενικότερης εκδοχής των εφεσειόντων...» Στην κρινόμενη υπόθεση, ουδεμία επεξήγηση δόθηκε για την παράλειψη της υπεράσπισης να θέσει στο Μ.Κ.1 την εν λόγω ουσιωδέστατη εκδοχή, εφόσον μάλιστα ο ίδιος ήταν παρών κατά την εν λόγω συνάντηση. Συνεπώς, δεν μπορώ παρά να αγνοήσω την εν λόγω μονομερώς τεθείσα εκδοχή του Κατηγορουμένου
  1. Σε κάθε περίπτωση, η επί του προκειμένου μαρτυρία του Κατηγορουμένου 2 δεν παρέμεινε σταθερή κατά την αντεξέτασή του, όπου ανέφερε ότι κατά την εν λόγω συνάντηση στο γραφείο της κας Πιερίδου δεν είδε τους τίτλους ιδιοκτησίας επειδή η κα. Πιερίδου δεν τους είχε, διαφοροποιώντας δηλαδή την αρχική του θέση. Αποφεύγοντας μάλιστα να απαντήσει σε ερώτηση κατά πόσον η εν λόγω δικηγόρος κρατούσε τους τίτλους, περιορίστηκε να πει ότι βασίστηκε στο λόγο της ότι όλα είναι εντάξει. Δεν αντέχει, επίσης, τη βάσανο της λογικής η θέση του Κατηγορουμένου 2 ότι δεν υπογράφηκε η Συμφωνία στο γραφείο της κας. Πιερίδου την Παρασκευή επειδή δεν του έδειξαν τους τίτλους ιδιοκτησίας, θέση την οποία στη συνέχεια διαφοροποίησε λέγοντας ότι έλειπε το forklift από το κείμενο της συμφωνίας, αλλά υπέγραψε τούτη το Σάββατο με την προοπτική ότι θα του παρέδιδαν τους τίτλους τη Δευτέρα. Προς τί τότε η σπουδή να υπογραφεί η συμφωνία το Σάββατο και όχι τη Δευτέρα όταν θα του παρέδιδαν τους τίτλους; Αν, επίσης, έτσι είχαν τα πράγματα και αναζητούσε απελπισμένα τον Μ.Κ.1 και τη δικηγόρο του για να του παραδώσουν τους τίτλους γιατί δεν προέβηκε στην ανάκληση της Αρχικής Επιταγής που ήταν πληρωτέα στις 11/8/2008, η οποία, ως ο ίδιος ανέφερε, παρουσιάστηκε για πληρωμή την Τρίτη 12/8/2008; Ενώ, περαιτέρω, κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι η πρώτη επικοινωνία που είχε μετά την υπογραφή της Συμφωνίας, ενώ κατά τα άλλα αναζητούσε τη δικηγόρο και τον Μ.Κ.1 για τους τίτλους, ήταν όταν ο τελευταίος επικοινώνησε μαζί του λίγες ημέρες μετά την ανάκληση της πρώτης από τις δέκα μεταχρονολογημένες επιταγές που ήταν πληρωτέα στις 9/9/2008, κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι μίλησε με την εν λόγω δικηγόρο περί τα τέλη Αυγούστου και του είπε ότι κρατούσε ο Μ.Κ.1 το φάιλ με τους τίτλους. Είμαι, λοιπόν, πεπεισμένη ότι ο Κατηγορούμενος 2 δεν είπε την αλήθεια σε σχέση με το πότε είδε τους τίτλους σε μια προσπάθεια να πείσει ότι ο Μ.Κ.1 τον ξεγέλασε και ο ίδιος δεν γνώριζε κατά την υπογραφή της Συμφωνίας ότι η Παραπονουμένη δεν είχε τίτλους για κάποια από τα Αντικείμενα, ως και ότι κάποια από αυτά ήταν αντικείμενα ενοικιαγοράς, τα συμβόλαια των οποίων δεν είχαν εξοφληθεί. Η αλήθεια βρίσκεται στα όσα ο Μ.Κ.1 ανέφερε, την μαρτυρία του οποίου έχω ήδη αποδεχθεί, ήτοι ότι ο Κατηγορούμενος 2 γνώριζε από το στάδιο των διαπραγματεύσεων το ιδιοκτησιακό καθεστώς των Αντικειμένων και ότι ο Μ.Κ.1 παρουσίασε στον Κατηγορούμενο 2, κατόπιν παράκλησης του τελευταίου, κατά τη συνάντηση που είχαν στις εγκαταστάσεις της Κατηγορουμένης 1 στην Αραδίππου με σκοπό την υπογραφή της Συμφωνίας όλους τους τίτλους των εγγεγραμμένων οχημάτων, τους οποίους ο Κατηγορούμενος 2 επιθεώρησε πριν υπογράψει τη Συμφωνία. Μεταξύ αυτών, ήταν το πιστοποιητικό εγγραφής του φορτηγού/ρυμουλκού οχήματος με αρ. 2 επί του Καταλόγου, ήτοι το όχημα μάρκας Volvo με αρ. εγγραφής HPZ567, αντικείμενο του συμβολαίου ενοικιαγοράς με την Λαϊκή Τράπεζα (Τεκμήριο 26), ως επίσης τα πιστοποιητικά εγγραφής των ακόλουθων ρυμουλκούμενων οχημάτων/καρότσων που ήταν αντικείμενο ενοικιαγοράς με την Τράπεζα Κύπρου (βλ. Τεκμήριο 33 και τους τίτλους που επισυνάπτονται στο Τεκμήριο 34): 1) Η καρότσα με αρ. 43 στον Κατάλογο, ήτοι το όχημα με αρ. εγγραφής 8544CT∙ 2) H καρότσα με αρ. 44 στον Κατάλογο, ήτοι το όχημα με αρ. εγγραφής 8545CT∙ 3) Η καρότσα με αρ. 52 στον Κατάλογο, ήτοι το όχημα με αρ. εγγραφής 8564CT∙ 4) Η καρότσα με αρ. 50 στον Κατάλογο, ήτοι το όχημα με αρ. εγγραφής 8559CT∙ και 5) Η καρότσα με αρ. 51 στον Κατάλογο, ήτοι το όχημα με αρ. εγγραφής 8560CT. Γνώριζε, επίσης, ότι η Παραπονουμένη δεν είχε τίτλο για κάποια από τα οχήματα, εξ ου και η συμπερίληψη της παραγράφου 7 στην Συμφωνία, την οποία μνημονεύω ανωτέρω. Σημειώνω, επίσης, ότι δεν αναφέρεται πουθενά στην Συμφωνία ότι τα Αντικείμενα είναι ελεύθερα βαρών, επιβαρύνσεων κλπ. Δεν τέθηκε, επίσης, κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1 ότι αυτός αρνούνταν να πληρώσει το ποσό των €24.947,18 που η Παραπονούμενη όφειλε στην Κατηγορουμένη 1 από τις προηγούμενες μεταξύ τους δοσοληψίες και άρα δεν μπορώ παρά να αγνοήσω την επί του προκειμένου ένορκη εκδοχή του Κατηγορουμένου 2, η οποία προφανώς προβλήθηκε για να παρουσιαστεί ο Μ.Κ.1 σαν ένα πρόσωπο που αποφεύγει να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του. Δεν έπεισε, επίσης, ο Κατηγορούμενος 2 ότι δεν του παραδόθηκαν τα Αντικείμενα μετά την Συμφωνία και ότι χρειάστηκε να ξεκινήσει με άλλους υπαλλήλους προσπάθεια για την ανεύρεσή τους. Στο Τεκμήριο 34, ένορκη δήλωση του ιδίου που έγινε στις 4/3/2009 σε άλλη δικαστική διαδικασία, ήτοι σε χρόνο ολιγότερο των δύο μηνών μετά την ανάκληση της Επίδικης Επιταγής, ο Κατηγορούμενος 2 δεν παραπονέθηκε για τη μη παράδοση των Αντικειμένων από την Παραπονούμενη. Τουναντίον, ανέφερε ρητά στην παράγραφο 8.11 αυτής ότι «πλην του περονοφόρου οχήματος (fork lift), οι Ενάγοντες παρέδωσαν προς τους Εναγομένους τα αντικείμενα που αναγράφονται στον επισυναπτόμενο κατάλογο της Συμφωνίας.» Δεν παραβλέπω, βεβαίως, πως στην παράγραφο 8.13 του Τεκμηρίου 34 ανέφερε πως στη συνέχεια ζήτησε από τον Μ.Κ.1 να του παραδοθούν όλα τα αντικείμενα ως η Συμφωνία. Σε συνδυασμό, όμως, με το όσα ανέφερε στην παράγραφο 8.11 είναι σαφές πως εννοούσε ότι ζήτησε να του παραδοθεί το fork lift και όχι οποιοδήποτε άλλο από τα Αντικείμενα, τα οποία είχε παραλάβει. Σημειώνω, περαιτέρω, πως, σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία του Μ.Κ.1, το περονοφόρο όχημα βρισκόταν στις εγκαταστάσεις της Παραπονουμένης, έτοιμο για να παραληφθεί από την Κατηγορουμένη 1, ως και ότι ο τέως υπάλληλος και οδηγός της Παραπονουμένης, Ευριπίδης Ευριπίδου, μετά την Συμφωνία εργοδοτήθηκε από την Κατηγορουμένη 1 και γνώριζε καλύτερα από οποιοδήποτε άλλο πού βρίσκονταν τα Αντικείμενα. Ο Κατηγορούμενος 2 προσπάθησε, επίσης, να παρουσιάσει τον Μ.Κ.1 να είναι εξαφανισμένος και άρα να μην συνεργάζεται για την υλοποίηση της Συμφωνίας, να προσπαθεί απεγνωσμένα να τον βρει και να μην εμφανίζεται παρά μόνο όταν πληροφορούνταν την ανάκληση κάποιας επιταγής. Σε αυτά τα πλαίσια, κατά την κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι ο Μ.Κ.1 του «έστειλε» κάποιους τίτλους, δηλαδή δεν πήγε ο ίδιος να τους παραδώσει, και πως μόλις ο Κατηγορούμενος 2 αντιλήφθηκε ότι, μεταξύ άλλων, κάποιοι είχαν συνιδιοκτήτη την Τράπεζα Κύπρου και τη Λαϊκή Τράπεζα, ξεκίνησε πάλι να τον ψάχνει για να ζητήσει εξηγήσεις, χωρίς αποτέλεσμα. Πέραν του ότι δεν τέθηκε κάτι τέτοιο κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1, κατά την αντεξέτασή του ο Κατηγορούμενος 2 ανέφερε ότι ο Μ.Κ.1 πήγε στις εγκαταστάσεις του και του πήρε τους τίτλους και τα άλλα έγγραφα. Δεν τέθηκε, επίσης, κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.1 ότι ο Κατηγορούμενος 2 είχε διευθετήσει συνάντηση στη Λαϊκή Τράπεζα πριν την ανάκληση της Επίδικης Επιταγής, στην οποία ο Μ.Κ.1 δεν είχε εμφανιστεί, αναφορά που δεν μπορώ παρά να αγνοήσω. Πολύ περισσότερο, δεν μπορώ να αποδεχθώ τη θέση του Κατηγορουμένου 2 ότι ένας από τους λόγους που προέβηκε στην ανάκληση της Επίδικης Επιταγής ήταν επειδή έμαθε στο μεταξύ ότι ο Μ.Κ.1 είχε σκοπό να φύγει για τον Καναδά και θα προσπαθούσε να αποσπάσει όσα λεφτά μπορούσε από την Κατηγορουμένη
  2. Πέραν της γενικότητας και αοριστολογίας που χαρακτήριζε την εν λόγω αναφορά, δηλαδή δεν ανέφερε από πού έμαθε για τα σχέδια του Μ.Κ.1, περιοριζόμενος στο ότι έμαθε τούτα «απ' έξω», η εκδοχή του ήταν και σε αυτό το σημείο αντιφατική. Κατά την κυρίως εξέταση ανέφερε ότι έμαθε για τα εν λόγω σχέδια του Μ.Κ.1 μεταξύ της περιόδου μετά την κατάθεση στην αρμόδια αρχή των αιτήσεων, Τεκμήρια 8, 9 και 10 και πριν την εξασφάλιση των εγκρίσεων, Τεκμήρια 10, 11 και 12, δηλαδή μεταξύ της περιόδου από τις 29/12/2008 μέχρι τις 21/1/
  3. Κατά την αντεξέτασή του, όμως, ανέφερε ότι είχε μάθει για αυτά πριν παν μαζί με τον Μ.Κ.1 στην αρμόδια αρχή για την υποβολή των αιτήσεων, δηλαδή στις 22/12/2008, όπου και ρώτησε πλαγίως τον Μ.Κ.1 για τα σχέδιά του και ο τελευταίος του είπε ότι πράγματι θα έφευγε για τον Καναδά και είχε μάλιστα εκδώσει και εισιτήριο. Ακατανόητη ήταν, επίσης, η θέση του Κατηγορουμένου 2 ότι ο Μ.Κ.1 τον ξεγέλασε επειδή το forklift που συμφώνησε να του πωλήσει δεν ανήκε στην Παραπονουμένη, αλλά σε κάποια εταιρεία J.S.P., ιδιοκτησίας του Φρίξου Κουλέρμου, λέγοντας αρχικά ότι το περονοφόρο όχημα, αντικείμενο της Συμφωνίας, είναι αυτό που φαίνεται στη φωτογραφία, Τεκμήριο
  4. Δεν έχει αμφισβητηθεί από την Κατηγορούσα Αρχή ότι το όχημα του Τεκμηρίου 28 δεν ήταν ιδιοκτησίας της Παραπονουμένης, αλλά ως ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 2 ανέφερε, συμφωνώντας ουσιαστικά με τη θέση του Μ.Κ.1, αυτό είναι πέριξ των 15 τόνων, ενώ η συμφωνία προνοούσε ρητά για περονοφόρο όχημα 6 τόνων. Συνεπώς, δεν είναι το περονοφόρο όχημα του Τεκμηρίου 28 που συμφωνήθηκε να πωληθεί. Το γιατί ο Κατηγορούμενος 2 θεωρούσε, ως στη συνέχεια ανέφερε, ότι κατά την υπογραφή της Συμφωνίας αγόραζε ένα forklift 15 τόνων, ενώ η Συμφωνία προνοούσε για forklift 6 τόνων, είναι ένα ερώτημα που παρέμεινε αναπάντητο. Το ίδιο ακατανόητη είναι, επίσης, η θέση του Κατηγορουμένου 2 ότι θα έπρεπε με την καταβολή του Αρχικού Ποσού, ήτοι με την εξαργύρωση της Αρχικής Επιταγής, να μεταβιβαστούν επ' ονόματι της Κατηγορουμένης 1 τα τρία φορτηγά/ρυμουλκούμενα οχήματα με αρ. 1, 2 και 3 στον Κατάλογο. Πέραν του ότι στην παράγραφο 6 της Συμφωνίας ρητά προνοείται ότι αυτά θα μεταβιβαστούν στην Κατηγορουμένη 1 σταδιακά και αναλόγως των καταβληθέντων δόσεων ως αναφέρεται στην παράγραφο 3.β) και της αξίας εκάστου και ουχί με την καταβολή του Αρχικού Ποσού, η συνολική αξία των εν λόγω τριών φορτηγών, όπως ο ίδιος ο Κατηγορούμενος 2 κατέγραψε τούτη στο Τεκμήριο 33, χωρίς τις αντίστοιχες άδειες «Α» αυτών, ανέρχονταν στα €47.150,00, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α, η δε αξία αυτών, μαζί με τις εν λόγω άδειες, ανέρχονταν στα €92.000,00, συμπεριλαμβανομένου του Φ.Π.Α. Δηλαδή, η συνολική αξία των εν λόγω φορτηγών, μαζί με τις άδειες, ήταν σχεδόν το ήμισυ του ποσού του Τιμήματος Αγοράς. Η απάντηση του Κατηγορουμένου 2, όταν κατά την αντεξέταση του τέθηκαν υπόψη οι εν λόγω αξίες, δηλαδή «Ας μου μεταβίβαζε τότε το ένα», είναι ενδεικτική της γενικότερης εικόνας που άφησε κατά την ένορκη κατάθεσή του, ήτοι ότι προσπαθούσε να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Κανένα, όμως, από τα τρία φορτηγά ήταν υποχρεωμένη η Παραπονούμενη να του μεταβιβάσει, εφόσον με την ανάκληση των επιταγών δεν είχε προβεί ουσιαστικά στην πληρωμή οποιασδήποτε δόσης έναντι του Τιμήματος Αγοράς, όπως καθορίζεται στην παράγραφο 3.β) της Συμφωνίας. Ως εκ των υστέρων δικαιολογία κρίνεται, επίσης, η θέση του Κατηγορουμένου 2 ότι επέμενε στη μεταβίβαση των φορτηγών γιατί έπρεπε να είναι συμμορφωμένος με τις απαιτήσεις του Νόμου που, μεταξύ άλλων, επιβάλλει την διενέργεια της μεταβίβασης εντός περιόδου ενός μηνός. Εάν η έγνοια του Κατηγορουμένου 2 ήταν να συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις του Νόμου, θα μπορούσε πολύ απλά να συμφωνούσε κάποιο άλλο τρόπο για την πληρωμή του Τιμήματος Αγοράς και την υλοποίηση της Συμφωνίας, τους όρους της οποίας συμφώνησε κατά την συνάντηση στο γραφείο της κας. Πιερίδου στις 8/8/
  5. Θα μπορούσε, επίσης, αν για οποιοδήποτε λόγο επιθυμούσε να του μεταβιβαστούν ενωρίτερα τα τρία φορτηγά, να εισηγούνταν στον Μ.Κ.1 να του καταβάλει αμέσως το ποσό που αναλογούσε στην αξία τους και να συμφωνούσε την ταυτόχρονη μεταβίβαση τούτων, κάτι που όχι μόνο δεν έπραξε, αλλά καθυστέρησε να μεριμνήσει για τη συλλογή των εγγράφων που απαιτούνταν για την υποβολή των αιτήσεων για την έγκριση της μεταβίβασης των Αδειών «Α. Η ίδια, μάλιστα, η ενέργεια του Κατηγορουμένου 2 να «πωλήσει» το ένα από τα τρία φορτηγά σε τρίτο πρόσωπο και να εκδώσει σχετικό τιμολόγιο στις 30/9/2008, ήτοι πριν καν εξασφαλίσει την μεταβίβαση της αντίστοιχης άδειας «Α» αυτού, συνηγορεί υπέρ του ότι δεν ήταν στις προτεραιότητές του η συμμόρφωση με τις διάφορες απαιτήσεις του Νόμου που σχετίζονται με την οδική συμπεριφορά. Αποδέχομαι, βεβαίως, ότι στις 2/4/2009, η Κατηγορουμένη 1, μέσω των Δικηγόρων της, απέστειλε επιστολή στην Παραπονουμένη με την οποία αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι τερματίζει τη Συμφωνία. Κατά πόσον είναι νόμιμος ή όχι ο εν λόγω τερματισμός δεν είναι θέμα που αφορά την παρούσα, αλλά ζήτημα που ενδεχομένως θα αποφασιστεί κατά την εκδίκαση των αγωγών που εκκρεμούν μεταξύ των διαδίκων. Σε σχέση με την επιστολή, Τεκμήριο 32, σημειώνω ότι από αυτήν δεν μπορεί να συναχθεί ασφαλές συμπέρασμα κατά πόσον γνώριζε ή όχι η Τράπεζα Κύπρου για τη Συμφωνία. Σε σχέση με την επιστολή, Τεκμήριο 31, θα επανέλθω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του Μ.Υ.
  6. Όσον αφορά τις επιστολές των Δικηγόρων των Κατηγορουμένων, Τεκμήρια 36 και 37, αποδέχομαι απλώς ότι είναι οι επιστολές που αυτοί απέστειλαν στις εν λόγω τράπεζες στις 23/3/2010 και εις απάντηση των οποίων στάλθηκαν οι επιστολές, Τεκμήρια 31 και
  7. Έχοντας, λοιπόν, υπόψη την όλη στάση του Κατηγορουμένου 2 στο ειδώλιο του μάρτυρα και έχοντας δώσει κάποια παραδείγματα, πέραν των όσων ρητά αποδέχομαι ανωτέρω, δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του σε σχέση με τα αμφισβητούμενα της υπόθεσης γεγονότα. Ο Μ.Υ.1 δεν με έπεισε, επίσης, ότι ήταν σε όλα τα θέματα ειλικρινής. Κατ' αρχάς, η μαρτυρία του σε σχέση με τα αμφισβητούμενα τα υπόθεσης γεγονότα ήταν ασυνεπής και αντιφατική. Ενώ κατά την κυρίως εξέταση ανέφερε ότι δεν νομίζει η προϊστάμενη στο Τμήμα του, ήτοι κάποια κα. Έλενα, να γνωρίζει για τη Συμφωνία, κατά την αντεξέτασή του ανέφερε ότι ρώτησε αυτήν και του είπε ότι ουδέποτε έδωσε έγκριση στην Παραπονουμένη. Απαντούσε, επίσης, με διστακτικότητα στις ερωτήσεις που του τέθηκαν κατά την αντεξέτασή του, ωσάν να προσπαθούσε να μην πει κάτι που θα ήταν προς όφελος της υπόθεσης της Παραπονουμένης. Επί παραδείγματι, ενώ έχει στην κατοχή του το φάκελο της υπόθεσης και είχε πει ότι μεταξύ των καθηκόντων του ήταν ο περαιτέρω χειρισμός των υποθέσεων που καταχωρούνται στο Δικαστήριο, δεν θυμόταν κατά πόσον έγιναν διαδικασίες για την τροποποίηση του ονόματος της πρώτης εναγομένης στην Αγωγή 7643/
  8. Περαιτέρω, προέτρεξε να πει ότι ακόμη και στην περίπτωση που θα πληρωθεί όλο το ποσό μιας ενοικιαγοράς χρειάζεται να υποβληθεί γραπτό αίτημα προς τους «ανωτέρω» για να αποδεσμευθεί κάποιο όχημα, για να διαφοροποιηθεί, όμως, στη συνέχεια λέγοντας το αυτονόητο, ήτοι ότι σε περίπτωση που ο πελάτης εξοφλήσει όλο το ποσό της ενοικιαγοράς, τότε η τράπεζα θα δώσει στον πελάτη το έντυπο μεταβίβασης. Δεν έχει, αμφισβητηθεί από την Κατηγορούσα Αρχή ότι πράγματι η Λαϊκή Τράπεζα παρέλαβε το φορτηγό με αρ. 2 στον Κατάλογο κατόπιν συνεννόησης με τους δικηγόρους των Κατηγορουμένων περί τον Απρίλιο του
  9. Σε σχέση, όμως, με την πρακτική που ακολουθείται από την τράπεζα όταν κάποιος πελάτης επιθυμεί να συμφωνήσει την πώληση κάποιου αντικειμένου που αγοράστηκε με τη μέθοδο της ενοικιαγοράς, θα επιλέξω την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Κ.
  10. Όσον αφορά, επίσης, τις διαδικασίες που έλαβαν χώρα στα πλαίσια της Αγωγής 7643/05, θα βασιστώ αναγκαστικά στα παραδεκτά γεγονότα της παρούσας. Δεν έχω λόγο να μην δεχθώ ότι η επιστολή, Τεκμήριο 31, αποτελεί την θέση της Λαϊκής Τράπεζας κατά τις 13/4/
  11. Δεν μπορώ, όμως, να αποδώσω οποιαδήποτε βαρύτητα στη θέση που εκφράζεται αναφορικά με το κατά πόσον γνώριζε ή όχι η Λαϊκή Τράπεζα ότι η Παραπονουμένη παρέδωσε στην Κατηγορουμένη 1 το φορτηγό με αρ. 2 στον Κατάλογο, εφόσον ο υπάλληλός της, Μ.Υ.1, δεν ήταν σε θέση να δώσει σαφή και αξιόπιστη μαρτυρία σε σχέση με το εν λόγω ζήτημα. Πέραν, λοιπόν, των όσων ρητά αποδέχομαι ανωτέρω, δεν αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Υ.1 σε σχέση με τα αμφισβητούμενα της υπόθεσης γεγονότα. Με βάση, λοιπόν, την πιο πάνω αξιολόγηση και ευρήματα, ως και τα όσα ρητά έχω αποδεχθεί ανωτέρω, τα οποία και καθίστανται αντίστοιχα ευρήματά μου, έχω ικανοποιηθεί ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε στον απαιτούμενο βαθμό όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της Κατηγορίας που αντιμετωπίζουν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2, ήτοι ότι στις 9/8/2008, η Κατηγορουμένη 1 εταιρεία, μέσω του Κατηγορουμένου 2, ο οποίος ήταν διευθυντής της και εξουσιοδοτημένο πρόσωπο που μπορούσε να υπογράψει επιταγές εκ μέρους της, ως και το πρόσωπο δια μέσω του οποίου η Κατηγορουμένη 1 ενεργούσε τον ουσιώδη χρόνο, εξέδωσε και παρέδωσε την Επίδικη Επιταγή προς όφελος της Παραπονουμένης. Επίσης, ότι όταν η Παραπονούμενη παρουσίασε την Επίδικη Επιταγή για πληρωμή στην πληρώτρια τράπεζα την ημερομηνία που αυτή ήταν πληρωτέα, ήτοι στις 9/9/2008, αυτή δεν πληρώθηκε επειδή η Κατηγορουμένη 1 με το Έντυπο Ανάκλησης που παραδόθηκε στην πληρώτρια τράπεζα στις 12/1/2009, το οποίο δόθηκε μέσω και δια της υπογραφής του Κατηγορουμένου 2, ο οποίος και είχε πάρει εκ μέρους της Κατηγορουμένης 1 την απόφαση για την ανάκληση, έδωσε οδηγίες για την μη πληρωμή της, ήτοι προκάλεσε την μη εξόφληση της από την πληρώτρια Τράπεζα. Μετά την πιο πάνω κατάληξή μου, αυτό που απομένει να εξεταστεί είναι κατά πόσον οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 έχουν κατορθώσει να αποδείξουν την υπεράσπιση της εύλογης αιτίας που παρέχει το εδάφιο 2 του Άρθρου 305 Α του Κεφ.
  12. Είναι εμφανές ότι, στη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας του Κατηγορουμένου 2, ως και της αποδεκτής μαρτυρίας και των ευρημάτων στα οποία έχω ήδη προβεί κατά το στάδιο της αξιολόγησης του συνόλου της μαρτυρίας, η υπεράσπιση που επιχείρησαν οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 να προβάλουν στην παρούσα είναι καταδικασμένη σε απόρριψη. Με την απόρριψη των ουσιωδών πτυχών της μαρτυρίας του Κατηγορουμένου 2 και την αποδοχή των ουσιωδών πτυχών της μαρτυρίας του Μ.Κ.1, ως και των σχολίων που προβαίνω κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι έκδηλο ότι ελλείπει το όποιο υπόβαθρο γεγονότων, επί του οποίου θα μπορούσε να γίνει εύρημα ότι η ενέργεια της Κατηγορουμένης 1, διά μέσω του Κατηγορουμένου 2, να προβεί σε ανάκληση της Επίδικης Επιταγής ήταν ειλικρινής και υπαγορεύτηκε από εύλογη αιτία. Τουναντίον, είναι εμφανές ότι τα όσα ο Κατηγορούμενος 2 ανέφερε στο Δικαστήριο σε σχέση με τους λόγους ανάκλησης της Επίδικης Επιταγής αποτελούσαν εκ των υστέρων σκέψεις για να δικαιολογήσει την πράξη του και την προσπάθειά του να αποφύγει την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του δυνάμει των συμφωνηθέντων. Δεν πρέπει, επίσης, να διαφεύγει της προσοχής μας ότι το ζητούμενο στην παρούσα δεν είναι κατά πόσον μέχρι σήμερα δεν έχει μεταβιβαστεί οποιοδήποτε από τα Αντικείμενα στην Κατηγορουμένη 1 ή κατά πόσον υφίσταται πλέον οποιαδήποτε αδυναμία ή κώλυμα εκ μέρους της Παραπονουμένης να εκπληρώσει τις δικές της υποχρεώσεις. Το ουσιώδες είναι ότι η Παραπονουμένη, σε αντίθεση με την Κατηγορουμένη 1, ήταν έτοιμη και πρόθυμη να εκπληρώσει κατά τον ουσιώδη χρόνο τις συμβατικές τις υποχρεώσεις, ως και ότι ουδείς από τους λόγους που η Κατηγορουμένη 1 προέβαλε για την ανάκληση της Επίδικης Επιταγής υφίστατο κατά τον χρόνο της ανάκλησής της. Το ζητούμενο είναι κατά πόσον η πράξη των Κατηγορουμένων να προκαλέσουν την ανάκληση της Επίδικης Επιταγής, τον κρίσιμο χρόνο που αυτή η πράξη έλαβε χώρα, ήταν ειλικρινής και υπαγορεύτηκε από εύλογη αιτία, κάτι που δεν έχει αποδειχθεί. Συνεπώς οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 απέτυχαν να αποδείξουν, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ότι προέβηκαν στην ανάκληση της πληρωμής της Επίδικης Επιταγής για εύλογη αιτία. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, η προβληθείσα από τους Κατηγορουμένους 1 και 2 υπεράσπιση απορρίπτεται. Κατά συνέπεια, οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 κρίνονται ένοχοι στην Κατηγορία που αντιμετωπίζουν. (Υπ.) ...................................... Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.