← Κύπρος

Αναπληρωτή Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων ν. Χαράλαμπος Νικόλα, Αρ. Υπόθεσης: 16360/2010, 14/1/2014

Αναπληρωτή Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων ν. Χαράλαμπος Νικόλα, Αρ. Υπόθεσης: 16360/2010, 14/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:B7 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. MΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 16360/2010 Αναπληρωτή Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων ν. Χαράλαμπος Νικόλα Κατηγορουμένου Ημερομηνία: 14 Ιανουαρίου 2014 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κα. Χρ. Κούνουνα. Για τον Κατηγορούμενο: κ. Π. Χ'' Παναγιώτου. Κατηγορούμενος: Παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο Κατηγορούμενος αντιμετωπίζει συνολικά 3 Κατηγορίες. Η Πρώτη Κατηγορία αφορά το αδίκημα της κατοχής αφορολόγητων εμπορευμάτων, κατά παράβαση του Άρθρου 140

(7)του περί Φόρων Κατανάλωσης Νόμου 91(Ι)/
  1. Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος της Πρώτης Κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος από την 1 Νοεμβρίου του 2001 μέχρι τις 18 Απριλίου 2007 στη Λάρνακα είχε στην κατοχή του το αφορολόγητο αυτοκίνητο μάρκας BMW με αριθμό εγγραφής DOK826V για το οποίο είχε λόγους να πιστεύει ότι αποφεύχθηκε η καταβολή του συνολικού ποσού φόρου κατανάλωσης ύψους €1.722,
  2. Η Δεύτερη Κατηγορία αφορά το αδίκημα της αποφυγής καταβολής φόρων κατανάλωσης, κατά παράβαση του Άρθρου 140
(6)του περί Φόρων Κατανάλωσης Νόμου 91(Ι)/
  1. Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος της Δεύτερης Κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος κατά τον αυτό χρόνο και τόπο που περιγράφονται στην Πρώτη Κατηγορία εν γνώσει του απέφυγε την καταβολή των οφειλομένων φόρων κατανάλωσης για το αυτοκίνητο που περιγράφεται στην Πρώτη Κατηγορία, που ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €1.722,
  2. Η Τρίτη Κατηγορία αφορά το αδίκημα της παράβασης όρων προσωρινής εισαγωγής εμπορευμάτων κατά παράβαση των Άρθρων 96
(1)και 126 του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου 94(Ι)/2004, σε συνδυασμό με το Άρθρο 150
(2)του περί Φόρων Κατανάλωσης Νόμου 91(Ι)/
  1. Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος της Τρίτης Κατηγορίας, ο Κατηγορούμενος κατά τον αυτό χρόνο και τόπο που περιγράφονται στην Πρώτη Κατηγορία, παρέλειψε να επανεξάξει το αυτοκίνητο που περιγράφεται στην Πρώτη Κατηγορία, το οποίο του παραχωρήθηκε για σκοπούς αναψυχής χωρίς την καταβολή των αναλογούντων σε αυτό φόρων κατανάλωσης, με έντυπο Τελ.104 με αρ. Β191289 ημερομηνίας 27 Μαΐου 1996, κατά παράβαση του επιβληθέντος υπό του Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων όρου της επανεξαγωγής του μέχρι την 31 Οκτωβρίου
  2. Μαρτυρία Για την απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου 5 μάρτυρες. Όταν ο Κατηγορούμενος κλήθηκε σε απολογία, αυτός επέλεξε και κατέθεσε ενόρκως και δεν κάλεσε οποιοδήποτε μάρτυρα προς υποστήριξη της υπεράσπισής του. Ως πρώτος μάρτυρας κλήθηκε και κατέθεσε ο κ. Σωτήρης Καϊττάνης (Μ.Κ.1), Τελωνειακός Λειτουργός τοποθετημένος στον Τομέα Διερευνήσεων, Συστήματος Πληροφοριών και ΜΟ.ΠΑ.Λ Λάρνακας, ο οποίος κατέθεσε γραπτή δήλωση ως μέρος της κυρίως του εξέτασης (Τεκμήριο «1»). Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1, στις 16/4/2007 ο Μ.Κ.1 ετοίμασε και εξασφάλισε ένταλμα έρευνας (Τεκμήριο «2») της κατοικίας του Κατηγορουμένου στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου, Landways Mansions, Διαμ. 202 στη Λάρνακα επειδή βρισκόταν στο χώρο στάθμευσής της το μεταχειρισμένο αφορολόγητο αυτοκίνητο μάρκας BMW με αρ. εγγραφής DOK826V. Με βάση τα στοιχεία από το αρχείο του Τμήματος Τελωνείων, το αυτοκίνητο είχε παραχωρηθεί στον Κατηγορούμενο με καθεστώς προσωρινής εισαγωγής με το έντυπο Τελ.104 αρ. Β191289, ημερομηνίας 27/5/1996 για περίοδο που, μετά από παρατάσεις που του δόθηκαν, έληγε στις 31/10/
  3. Αντίγραφο του εν λόγω εντύπου κατατέθηκε ως Τεκμήριο «3». Από τις 31/10/2001, ο Κατηγορούμενος δεν προέβηκε σε κάποια ενέργεια για τελωνειακή διευθέτηση του αυτοκινήτου. Καταγράφεται, επίσης, ότι στις 18/4/2007 και μεταξύ των ωρών 12:45 - 13:15, ο Μ.Κ.1 εκτέλεσε το ένταλμα έρευνας, Τεκμήριο 2, μαζί με το Βοηθό Τελώνη Δημήτρη Ηλία στην παρουσία του Κατηγορουμένου. Ο Μ.Κ.1 εξέδωσε απόδειξη κατάσχεσης στο Έντυπο Τελ. 71Α με αρ. Β 045941, ημερομηνίας 18/4/2007 (Τεκμήριο «4»), και κατάσχε το αναζητούμενο αυτοκίνητο. Ο Μ.Κ.1 εξήγησε στον Κατηγορούμενο τα γραφόμενα και το υπέγραψε. Ο Μ.Κ.1 έδωσε το πρωτότυπο του Τεκμηρίου 4 στον Κατηγορούμενο, στο οποίο είχε γράψει ότι διαμαρτύρεται επειδή είχε εφαρμόσει εξαρτήματα στο αυτοκίνητο, τα οποία διεκδικεί πίσω επειδή είναι φορολογημένα. Στις 26/4/2007, ο Μ.Κ.1 πήρε ανακριτική κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο «5». Καταγράφεται, επίσης, ότι στις 8/6/2007 ο Μ.Κ.1 ήταν παρών στο γραφείο του Προϊστάμενου της υπηρεσίας, ήτοι του Τελωνειακού Λειτουργού Α΄, Κ. Γεωργίου, όπου ο Κατηγορούμενος υπέγραψε την παραλαβή της επιστολής ημερομηνίας 8/6/2007, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο «6». Μετά από κάποια συζήτηση, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι αρνείται να καταβάλει το συμβιβαστικό ποσό των Λ.Κ.400,00 που του είχε προταθεί για εξώδικο συμβιβασμό και ότι το κατασχεθέν αυτοκίνητο θα έπρεπε να του επιστραφεί χωρίς να καταβάλει οποιουσδήποτε φόρους. Στις 5/12/2007, ο Μ.Κ.1 διενήργησε επίσκεψη στην κατοικία του Κατηγορουμένου μαζί με τον Βοηθό Τελώνη, Δημήτρη Ηλία, χωρίς να τον εντοπίσουν. Τις επόμενες μέρες, ο Μ.Κ.1 έκανε κάποια τηλεφωνήματα και μιλούσε με τον Κατηγορούμενο με σκοπό να τον πείσει να πάει στα γραφεία του Τελωνείου για να παραλάβει δεύτερη επιστολή σχετικά με το αίτημα που υπέβαλε στην Διευθύντρια του Τμήματος Τελωνείων. Ο Κατηγορούμενος τελικά πήγε στα γραφεία της προληπτικής υπηρεσίας του Τελωνείου στις 6/3/2008, οπόταν παράλαβε την επιστολή. Στις 27/2/2008, ο Μ.Κ.1 παρέδωσε το φάκελο κατάσχεσης που είχε ετοιμάσει (117/07) στον Εξεταστή Τελωνείου 1ης τάξης, Γ. Ιωάννου, για σκοπούς υπολογισμού των αναλογούντων δασμών και φόρων. Πέραν των όσων καταγράφονται στο Τεκμήριο 1, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι είχε εντοπιστεί το αυτοκίνητο στο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας που διέμενε ο Κατηγορούμενος, εξ ου και προχώρησε στην έκδοση του Τεκμηρίου
  4. Στις 18/4/2007, το αυτοκίνητο βρισκόταν στο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας. Με αναφορά στο Τεκμήριο 3, ο Μ.Κ.1 αναφέρθηκε στις διάφορες παρατάσεις που είχαν δοθεί. Ανέφερε, επίσης, ότι για να δοθεί παράταση θα πρέπει να ζητηθεί τούτο από τον ιδιοκτήτη ή εξουσιοδοτημένο πρόσωπο. Όταν λήξει η προσωρινή εισαγωγή υπάρχουν τέσσερις επιλογές. Πρώτον η αποταμίευση, δεύτερον η επανεξαγωγή του αυτοκινήτου σε οποιαδήποτε χώρα, τρίτον η καταβολή των δασμών και των φόρων για την κανονική χρήση του αυτοκινήτου στη Δημοκρατία, και, τέταρτον, η καταστροφή του αυτοκινήτου υπό την επίβλεψη του τελωνείου. Όταν το έντυπο συμπληρωθεί και υπογραφεί από τον τελωνειακό λειτουργό που το εκδίδει και τον αιτητή, το πρωτότυπο παραμένει στο Τμήμα Τελωνείου και το δεύτερο αντίτυπο (κίτρινο χρώμα) παραδίδεται στον ιδιοκτήτη. Ο Μ.Κ.1 ανέφερε, επίσης, ότι δεν γνωρίζει κατά πόσον ο Κατηγορούμενος προέβηκε σε οποιαδήποτε ενέργεια για το διακανονισμό του αυτοκινήτου μετά τις 31/10/
  5. Αν ακολουθούνταν μια από τις επιλογές, θα το γνώριζε ως ο εξεταστής της υπόθεσης. Κατέθεσε, επίσης, ως Τεκμήριο «7» επιστολή του Κατηγορουμένου ημερομηνίας 27/6/2007 προς το Τμήμα Τελωνείων εις απάντηση της επιστολής Τεκμήριο
  6. Ως Τεκμήριο «8» κατατέθηκε η επιστολή του Τμήματος Τελωνείων ημερομηνίας 22/10/2007 προς τον Κατηγορούμενο εις απάντηση του Τεκμηρίου 7, η οποία στάλθηκε με διπλοσυστημένο ταχυδρομείο και επιστράφηκε πίσω ως αζήτητη. Το Τεκμήριο 8 είναι η επιστολή που ο Κατηγορούμενος παρέλαβε στις 6/3/
  7. Ο Μ.Κ.1 ανέφερε τη διαδικασία που ακολουθείται σε σχέση με την έκδοση και την ανανέωση του εντύπου Τελ. 104 και ότι δεν υπάρχει το πρωτότυπο αυτού επειδή μετά πάροδο 7 ετών αρχίζει η διαδικασία καταστροφής των εγγράφων. Καταστράφηκε επειδή δεν πρόσεξαν οι συνάδελφοί του ότι είναι σε εκκρεμότητα το θέμα. Κατέθεσε ως Τεκμήριο «9» το αντίγραφο του κίτρινου εντύπου που είχε δοθεί στον Κατηγορούμενο, όπου φαίνονται και οι χορηγηθείσες παρατάσεις. Το Τεκμήριο 3 είναι το αντίγραφο του πρωτότυπου. Ακολούθως ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος είχε κάνει την ίδια διαδικασία σε σχέση με κάποιο άλλο αυτοκίνητο μάρκας Alfa Romeo. Σε εκείνη την περίπτωση, ο Κατηγορούμενος πριν τη λήξη της προσωρινής άδειας αποτάθηκε στο Τμήμα Τελωνείων και κατέβαλε τους αναλογούντες δασμούς. Κατάθεσε ως Τεκμήριο «10» το έντυπο Τελ. 104 αναφορικά με το Alfa Romeo. Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.1 ανέφερε ότι εργάζεται στο Τμήμα Τελωνείων από το
  8. Ο ίδιος ενεπλάκη στην υπόθεση κάποιες ημέρες πριν την κατάσχεση του αυτοκινήτου. Προσπαθούσαν να εντοπίσουν τον Κατηγορούμενο για την υπόθεση του Alfa Romeo και τότε βρήκαν και το επίδικο αυτοκίνητο. Δεν γνώριζε όμως λεπτομέρειες για την υπόθεση του Alfa Romeo. Ανέφερε, επίσης, ότι όταν βρήκε το επίδικο αυτοκίνητο αυτό ήταν σε άσχημη κατάσταση και έδειχνε ακινησία για πολύ χρονικό διάστημα. Σήμερα είναι εύκολη η διαδικασία για να εντοπιστεί κάποιο αυτοκίνητο, του οποίου λήγει η άδεια για προσωρινή χρήση λόγω των ηλεκτρονικών συστημάτων που χρησιμοποιούνται. Παλαιότερα, όμως, υπήρχε αρκετή δυσκολία στην καταγραφή, ήταν χρονοβόρες οι διαδικασίες και οι προληπτικές υπηρεσίες ήταν υποστελεχωμένες. Δεν έψαξε κάποιος το επίδικο αυτοκίνητο από το 2001 που έληξε η άδεια παραμονής μέχρι το
  9. Δεν γνώριζε, επίσης, κατά πόσον αυτό κυκλοφόρησε από το 2001, αλλά σίγουρα φαινόταν ακινητοποιημένο για αρκετά χρόνια. Δεν αρνήθηκε ότι το Τμήμα Τελωνείου γνώριζε τη διεύθυνση του Κατηγορουμένου πριν το
  10. Αρνήθηκε ότι ήταν ο Κατηγορούμενος που τους είχε καλέσει να παν σπίτι του για την υπόθεση του Alfa Romeo. Τότε ο συνάδελφός του, Δημήτρης Ηλία, έψαχνε τον Κατηγορούμενο και πήγαν σπίτι του χωρίς να τον ενημερώσουν από πριν. Κτύπησαν την πόρτα, ο Κατηγορούμενος μισάνοιξε και έκλεισε την πόρτα, την οποία άνοιξε μετά κατόπιν παρέμβασης του Μ.Κ.1 και είχαν στη συνέχεια μια ομαλή συζήτηση. Ο Μ.Κ.1 διατηρεί καλή σχέση με τον Κατηγορούμενο. Ακολούθως κατατέθηκε ως Τεκμήριο «11» έγγραφο του Τελωνείου με τίτλο «Assessment of duty-free vehicles for duty purposes» ημερομηνίας 9/10/1989, όπου μεταξύ άλλων φαίνεται ότι το επίδικο αυτοκίνητο εισήχθηκε για πρώτη φορά στις 29/7/
  11. Ο Μ.Κ.1 δεν γνωρίζει κατά πόσον ο Κατηγορούμενος ενημέρωσε το 1999 το Τμήμα Τελωνείων ότι βρισκόταν στην Αγγλία. Αναγνώρισε επιστολή του Τμήματος Τελωνείων ημερομηνίας 24/2/1999 προς τον Κατηγορούμενο, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο «12». Δεν γνωρίζει, επίσης, κατά πόσον ο Κατηγορούμενος είχε επικοινωνία με τους συναδέλφους του Χρύστα Χριστοδουλίδου και Σόλωνα, στους οποίους ανέφερε ότι το επίδικο αυτοκίνητο ήταν άχρηστο και αυτοί του είπαν ότι θα επικοινωνούσαν ξανά μαζί του για το πρόβλημα για να του πουν τί να κάνει. Ο Μ.Κ.1 γνωρίζει τα προβλήματα που είχε ο Κατηγορούμενος και προσπάθησε να επιλυθεί το πρόβλημα που προέκυψε. Αρνήθηκε ότι τα έγγραφα για το επίδικο αυτοκίνητο καταστράφηκαν γιατί είχε λήξει η υπόθεση για το Τμήμα Τελωνείων, ως και ότι κατασκευάστηκαν στη συνέχεια τα Τεκμήρια 3 και 9 επειδή υπάρχει κάποια κόντρα με τον Κατηγορούμενο. Ως δεύτερος μάρτυρας κλήθηκε και κατέθεσε ο κ. Δημήτρης Ηλία (Μ.Κ.2), ο οποίος υπηρέτησε για 7 χρόνια ως Βοηθός Τελώνης στην Προληπτική Υπηρεσία Λάρνακας μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2011, οπόταν αφυπηρέτησε. Μεταξύ των καθηκόντων του ήταν η διερεύνηση αναζητούμενων αυτοκινήτων, των οποίων είχε λήξει η άδεια προσωρινής χρήσης. Η πρώτη επαφή του Μ.Κ.2 με τον Κατηγορούμενο ήταν όταν τον επισκέφτηκε το 2007 στην οικία του στα πλαίσια διερεύνησης υπόθεσης για παράνομη κατοχή του Alfa Romeo. Ο Μ.Κ.2 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή κατάθεση στην οποία προέβη τον Δεκέμβριο του 2008 (Τεκμήριο «13»). Σύμφωνα με το Τεκμήριο 13, στις 18/4/2007 ο Μ.Κ.2 υλοποίησε με τον Μ.Κ.1 το ένταλμα έρευνας, Τεκμήριο
  12. Στις 19/4/2007, ο Μ.Κ.2 ετοίμασε και απέστειλε διπλοσυστημένη επιστολή στον Κατηγορούμενο καλώντας τον να προσέλθει στο Τελωνείο και να δώσει εξηγήσεις για τα αδικήματα που διέπραξε. Στις 8/6/2007 κοινοποίησε την πρώτη απόφαση της Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων συντάσσοντας και αποστέλλοντας στον Κατηγορούμενο την επιστολή, Τεκμήριο
  13. Μετά από τηλεφώνημά του προς τον Κατηγορούμενο, ο τελευταίος πήγε στο Τμήμα Τελωνείων, όπου παρέλαβε το Τεκμήριο
  14. Στις 22/10/2007 ο Μ.Κ.2 ετοίμασε την επιστολή, Τεκμήριο 8, για να κοινοποιήσει στον Κατηγορούμενο την απόφαση της Διευθύντριας στο αίτημά του να μειωθεί το συμβιβαστικό ποσό και να του επιστραφούν κάποια εξαρτήματα από το κατασχεθέν αυτοκίνητο. Στις 5 Δεκεμβρίου ο Μ.Κ.2 διενήργησε επίσκεψη μαζί με τον Μ.Κ.1 στην κατοικία του Κατηγορουμένου για να τον εντοπίσουν και σε τακτά χρονικά διαστήματα διενεργούσε τηλεφωνήματα για εντοπισμό και συνεννόηση μαζί του. Τις περισσότερες φορές, ο Κατηγορούμενος του υποσχόταν ότι θα περάσει από το Τελωνείο το συντομότερο δυνατό, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Τελικά, στις 6/3/2008 ο Κατηγορούμενος παρέλαβε το Τεκμήριο 8 στην παρουσία του Μ.Κ.
  15. Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.2 εξήγησε ποιά είναι τα καθήκοντα της Προληπτικής Υπηρεσίας. Ο ίδιος ανέλαβε καθήκοντα στην Προληπτική Υπηρεσία το 2004 και τότε δεν υπήρχε μηχανογραφημένο σύστημα. Ανέφερε, επίσης, πως κάθε τρεις μήνες κοινοποιούνται στα Επαρχιακά Τελωνεία αναλυτικές καταστάσεις σε σχέση με αυτοκίνητα που λήγει η άδεια προσωρινής μεταχείρισης, τα οποία ετοιμάζονται από το Τμήμα Προσωρινών Εισαγωγών του Αρχιτελωνείου. Αυτός ήταν ο τρόπος εντοπισμού και καταγραφής που υπήρχε μέχρι που αφυπηρέτησε ο Μ.Κ.
  16. Όταν παραλάμβανε τις λίστες, οι οποίες καταγράφουν όλα τα στοιχεία, ο Μ.Κ.2 προσπαθούσε να εντοπίσει τους ιδιοκτήτες τηλεφωνικά, κάτι που είχε αποτέλεσμα στις πλείστες των περιπτώσεων. Όταν τούτο δεν καθίστατο εφικτό, τότε ο Μ.Κ.2 επισκέπτονταν τις διευθύνσεις των ατόμων που αναφέρονται στις λίστες και όταν τους εντόπιζε προχωρούσε στη διερεύνηση της υπόθεσης. Για να μπει ένα αυτοκίνητο στη λίστα των αναζητούμενων αυτοκινήτων συνήθως περνούν 5 μήνες από την ημερομηνία που λήγει η ισχύς του εντύπου C
  17. Η υπηρεσία του ενημερώνει το Αρχιτελωνείο μόνο για τα αυτοκίνητα που εντοπίζονται. Οι καταστάσεις αρχειοθετούνται για κάποιο χρονικό διάστημα. Όταν βρήκαν το επίδικο αυτοκίνητο, αυτό ήταν σταθμευμένο στην πίσω πλευρά της πολυκατοικίας, από όπου είναι η είσοδος για το διαμέρισμα του Κατηγορουμένου, με ξεφούσκωτα τα λάστιχα. Φυσιολογικά το αυτοκίνητο ήταν ακινητοποιημένο για καιρό. Είδε για πρώτη φορά το αυτοκίνητο όταν πήγε για να αναζητήσει το Alfa Romeo το
  18. Δεν είχε μαζί του την λίστα και επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον υπεύθυνο του Κλάδου Προσωρινών Εισαγωγών και Απαλλαγών και πληροφορήθηκε ότι είναι και το επίδικο στη λίστα. Δεν έψαξε εκ των υστέρων για να δει αν αυτό ήταν καταχωρημένο στη λίστα. Ο Μ.Κ.2 δεν γνώριζε λεπτομέρειες για την υπόθεση του Alfa Romeo, δεν ασχολείται με τη φορολογία για τους ρύπους και δεν αναμίχθηκε περαιτέρω. Ο Κατηγορούμενος του ζήτησε προφορικά να του επιτρέψει να παραλάβει ορισμένα προσωπικά πράγματα και εξαρτήματα του αυτοκινήτου και τον παρακάλεσε να τον βοηθήσει να μειωθεί το συμβιβαστικό ποσό που του επιβλήθηκε. Αυτό, όμως, δεν ήταν στα καθήκοντα του Μ.Κ.2 και υπέδειξε στον Κατηγορούμενο να υποβάλει αίτηση στη Διευθύντρια. Σε υποβολή ότι το επίδικο αυτοκίνητο ουδέποτε στάλθηκε στις λίστες ως αναζητούμενο, ο Μ.Κ.2 ανέφερε ότι δεν θυμάται να το είδε καταγραμμένο στις αναλυτικές καταστάσεις. Είναι εκτενείς οι καταστάσεις. Δεν απέκλεισε, επίσης, να είδε το αυτοκίνητο στη λίστα, να τηλεφώνησε χωρίς να πάρει απάντηση και να παρέμεινε η υπόθεση σε εκκρεμότητα. Αρνήθηκε ότι το Τμήμα Τελωνείων καταδιώκει τον Κατηγορούμενο. Σε υποβολή ότι ο Κατηγορούμενος επικοινωνούσε πάντοτε μαζί τους, ο Μ.Κ.2 απάντησε ότι η επικοινωνία με τον Κατηγορούμενο ήταν προβληματική. Δεν αρνήθηκε ότι τους έδωσε και τα κλειδιά όταν πήγαν με το ένταλμα έρευνας και τους κέρασε μέχρι να ετοιμαστεί το έντυπο για την κατάσχεση. Ως τρίτος μάρτυρας κατηγορίας κατέθεσε ο κ. Γιώργος Ιωάννου (Μ.Κ.3), ο οποίος τον Φεβρουάριο του 2008 υπηρετούσε ως Εξεταστής Τελωνείων 1ης Τάξης στα γραφεία του Τελωνείου Λάρνακας. Ο Μ.Κ.3 κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του γραπτή κατάθεσή του έδωσε τον Δεκέμβριο του 2008 (Τεκμήριο «14»), όπου καταγράφεται ότι στις 27/2/2008 παρέλαβε τον φάκελο της υπόθεσης από τον Μ.Κ.1 και υπολόγισε τους αναλογούντες δασμούς και φόρους για τα κατασχεθέν αυτοκίνητο. Ανέφερε ότι ο Κατηγορούμενος δεν συμπλήρωσε το σχετικό έντυπο για τον υπολογισμό των δασμών που συμπληρώνει ο εισαγωγέας - ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου που επιθυμεί να εκτελωνίσει τούτο και το έντυπο, το οποίο κατέθεσε ως Τεκμήριο «15», συμπληρώθηκε στα πλαίσια της διερεύνησης της υπόθεσης. Το σύνολο των δασμών και των φόρων που αφορούν φόρους κατανάλωσης κατά την ημερομηνία της εκτίμησης ανέρχονταν στα €1722,
  19. Αναφέρθηκε, επίσης, στη νομοθεσία και κανονιστικές διοικητικές πράξεις, με βάση τις οποίες έγινε η εκτίμηση. Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.3 ανέφερε τι έγγραφα είχε στην κατοχή του όταν ετοίμασε την εκτίμηση, ως και ότι δεν χρειάζεται για την εκτίμηση να δει το αυτοκίνητο. Εξήγησε ακολούθως πώς κατέληξε στον υπολογισμό των δασμών και των φόρων. Μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι η ηλικία του αυτοκινήτου υπολογίστηκε από την ημερομηνία εγγραφής του στο Ηνωμένο Βασίλειο μέχρι την ημερομηνία εισόδου στη Δημοκρατία. Δεν καθορίστηκε η αξία του αυτοκινήτου, εφόσον ο νόμος δεν αναφέρεται στην αξία του αυτοκινήτου. Δηλαδή, ακόμη και να έχει μηδενική αξία το αυτοκίνητο, οι δασμοί και οι φόροι θα υπολογιστούν με μαθηματικές πράξεις. Ο εισαγωγέας, όμως, μπορεί να αποταθεί γραπτώς στο Αρχιτελωνείο και να ζητήσει επανεκτίμηση. Ανέφερε, επίσης, ότι η εκτίμηση, Τεκμήριο 11, αφορά το επίδικο αυτοκίνητο, η οποία έγινε με βάση τους δασμούς και τους φόρους που ίσχυαν το
  20. Ως τέταρτος μάρτυρας κλήθηκε και κατέθεσε ο κ. Ευγένιος Κληρίδης (Μ.Κ.4), ο οποίος από το 2000 μέχρι το 2001 εργαζόταν στον Κλάδο Προσωρινής Εισαγωγής του Τμήματος Τελωνείου στη Λευκωσία. Μεταξύ των καθηκόντων του ήταν η χορήγηση παρατάσεων σε επισκέπτες και η ενημέρωση των διαφόρων τμημάτων για καταζητούμενα αυτοκίνητα. Ο Μ.Κ.4 αναγνώρισε το Τεκμήριο 9 και ανέφερε ότι η υπογραφή στην σφραγίδα με την οποία χορηγήθηκε η τελευταία παράταση που έληγε στις 31/10/2001 είναι δική του. Κατά την αντεξέτασή του, ο Μ.Κ.4 είπε ότι αυτός ήταν ο αρμόδιος για την χορήγηση παρατάσεων και ανέφερε τη διαδικασία που ακολουθούνταν για το σκοπό αυτό. Μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι η μέγιστη περίοδος παράτασης τότε ήταν 3 μήνες, εκτός αν συνέτρεχαν άλλοι λόγοι και η μέγιστη συνολική περίοδος προσωρινής εισαγωγής ήταν 1 χρόνος εκτός αν υπήρχαν λόγοι. Στην περίπτωση του Κατηγορουμένου είχε ξεπεραστεί το όριο. Οι δύσκολες περιπτώσεις τύγχαναν χειρισμού από τους ανωτέρω του Μ.Κ.
  21. Ανέφερε, επίσης, ότι τότε οι παρατάσεις γίνονταν μόνο στη Λευκωσία. Αναφέρθηκε ακολούθως στη διαδικασία έκδοσης και ανανέωσης του καθεστώτος προσωρινής εισαγωγής και στην αρχειοθέτηση που ακολουθείτο. Ο Μ.Κ.4 δεν γνώριζε γιατί πήρε τόσες πολλές παρατάσεις ο Κατηγορούμενος, τον οποίο δεν θυμάται. Προφανώς δόθηκε μεγάλη παράταση γιατί είχε σχετική εντολή από το Τμήμα Απαλλαγών. Σε υποβολή ότι ο Κατηγορούμενος ήταν μόνιμος κάτοικος εξωτερικού και δεν υπέβαλε αίτηση στο Τμήμα Απαλλαγών, ο Μ.Κ.4 απάντησε πως τότε κακώς του έδωσε παράταση. Ανέφερε, επίσης, ότι ανά 3 μήνες ετοιμάζονταν καταστάσεις με τα αυτοκίνητα που κυκλοφορούσαν παράνομα, οι οποίες πήγαιναν σε όλες τις Επαρχίες. Ο Μ.Κ.4 δεν ετοίμαζε λίστες. Πέμπτη και τελευταία μάρτυρας κατηγορίας κατέθεσε η κα. Φιλιώ Μυτίδου (Μ.Κ.5), Τελωνειακή Λειτουργός στο γραφείο Αποθηκών Αποταμίευσης του Τελωνείου Λάρνακας, η οποία κατέθεσε γραπτή κατάθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασής της (Τεκμήριο «16»), όπου καταγράφεται ότι μεταξύ των καθηκόντων της είναι η έκδοση προσωρινών αδειών χρήσης αφορολόγητων αυτοκινήτων, τα οποία βρίσκονται αποταμιευμένα σε Αποθήκες Αποταμίευσης. Στις 27/5/1996, η Μ.Κ.5 εξέδωσε το έντυπο Τελ. 104 αρ. Β191289 με ημερομηνία λήξης στις 26/8/1996 στο όνομα του Κατηγορουμένου, ήτοι το Τεκμήριο
  22. Η υπογραφή στο κάτω μέρος δεξιά του Τεκμηρίου 9 είναι δική της. Κατά την αντεξέτασή της, η Μ.Κ.5 είπε ότι εργάζεται στο Τελωνείο από το 1995 και αναφέρθηκε στη διαδικασία που ακολουθούνταν τότε με το έντυπο Τελ.
  23. Είναι η Μ.Κ.5 που έγραψε στο Τεκμήριο 9 τη διεύθυνση του Κατηγορουμένου στην Αγγλία και Κύπρο. Θυμάται απλώς τη φυσιογνωμία του Κατηγορουμένου και δεν είχε κάποια άλλη ανάμειξη στην υπόθεση. Ο Κατηγορούμενος στη δική του ένορκη κατάθεση ανέφερε ότι αγόρασε το διαμέρισμα 202 στην οδό Βασιλέως Κωνσταντίνου, Landways Mansions, το 1990, όπου διαμένει όποτε είναι στην Κύπρο. Αγόρασε το επίδικο αυτοκίνητο από την Αγγλία στην τιμή των Αγγλικών Στερλινών
  24. Κατέθεσε ως Τεκμήριο «20» την απόδειξη με την οποία το αγόρασε. Ήταν τρακαρισμένο και άχρηστο στην Αγγλία, αλλά άξιζε τον κόπο αν μπορούσε να διορθωθεί φθηνά. Το αυτοκίνητο αφίχθηκε στη Δημοκρατία στις 29/7/1989 (Τεκμήριο «17»). Κατέθεσε, επίσης, ως Τεκμήριο «19» καλυπτικό ασφαλιστικό σημείωμα για το αυτοκίνητο ημερομηνίας 23/5/1991 και ως Τεκμήριο «19» απόδειξη είσπραξης ημερομηνίας 23/5/1991 αναφορικά με τα ασφάλιστρα. Όταν το αυτοκίνητο έφτασε στην Κύπρο, ο Κατηγορούμενος βρισκόταν στο εξωτερικό. Ένας εκτιμητής είχε κάνει μια έκθεση για σκοπούς τελωνείου που δείχνει την κατάσταση του αυτοκινήτου με την οποία αυτό ήρθε στην Κύπρο και τα έξοδα που χρειάζονταν για να επιδιορθωθεί. Σχετικά κατέθεσε ως Τεκμήριο «25» γραπτή εκτίμηση ημερ. 4/9/
  25. Ενώ σύμφωνα με την εκτίμηση χρειάζονταν πέραν των Λ.Κ.2.500,00 για να επιδιορθωθεί το αυτοκίνητο, ο Κατηγορούμενος το επιδιόρθωσε με Λ.Κ.1.600,00 επειδή χρησιμοποίησε μεταχειρισμένα μηχανήματα. Μετά την επιδιόρθωση, το αυτοκίνητο κυκλοφόρησε στην Κύπρο το 1996 σύμφωνα με το έντυπο C
  26. Προηγουμένως ή επιδιορθώνονταν από μηχανικούς ή βρισκόταν στην αποθήκη. Όταν κυκλοφόρησε, ήταν τελειωμένο και ασφαλές για το δρόμο. Είναι ο Κατηγορούμενος που αποτάθηκε και εκδόθηκε το έντυπο, το οποίο ανανεωνόταν κάθε φορά από τον ίδιο. Κάθε φορά που έφευγε, έβαζε το αυτοκίνητο στην αποθήκη και μετά το έβγαζε. Έπρεπε να ήταν παρών ο ίδιος όταν έβγαινε το αυτοκίνητο από την αποθήκη αποταμίευσης και άρα έπρεπε να περιμένει όποτε επισκεπτόταν την Κύπρο επειδή δούλευε στο εξωτερικό. Ανέφερε, επίσης, ότι κατά καιρούς έπαιρνε άδεια για σκοπούς επιδιόρθωσης του αυτοκινήτου. Συνολικά πρέπει να είχε 8 ανανεώσεις. Στη συνέχεια ανέφερε ότι όταν ο γιος του έγινε 17 ετών και πήρε άδεια οδήγησης, το 1997 ο Κατηγορούμενος αποτάθηκε στο Τελωνείο και συμπεριλήφθηκε το όνομα του γιου του σε αυτούς που μπορούσαν να το οδηγήσουν. Ο γιος του Κατηγορουμένου ήρθε διακοπές από τις σπουδές στην Κύπρο το καλοκαίρι του 2001 και χρησιμοποιούσε το αυτοκίνητο. Λίγο πριν τελειώσουν οι διακοπές του γιου του - ο Κατηγορούμενος ήταν στο Λονδίνο επειδή η πρώην γυναίκα του έκανε εκεί θεραπεία καρκίνου - του τηλεφώνησε ο γιος του και του είπε ότι «κρέπαρε» η μηχανή του αυτοκινήτου. Το αυτοκίνητο πήγε σε κάποιο μηχανικό, ο οποίος τους είπε ότι το αυτοκίνητο χρειαζόταν πέραν των Λ.Κ.1.000,00 για να επιδιορθωθεί. Δεν ήταν οικονομικά εφικτό να επιδιορθωθεί το αυτοκίνητο και ο Κατηγορούμενος τότε επικοινώνησε τηλεφωνικώς με το Τελωνείο, μίλησε με κάποια λειτουργό στο γραφείο της υπεύθυνης, της εξήγησε ότι το αυτοκίνητο ήταν πλέον άχρηστο για τον ίδιο και κάνει μόνο για πέταμα και τη ρώτησε τι να κάνει επειδή βρισκόταν στο Λονδίνο για τη θεραπεία της συζύγου του. Τούτο έγινε 3 μήνες πριν λήξει το C
  27. H λειτουργός του είπε ότι θα μιλούσε με κάποιον και όταν επέστρεψε στο τηλέφωνο του ζήτησε να τους στείλει το πρωτότυπο του C104 και του είπε να μην ανησυχεί για το αυτοκίνητο και θα τον ειδοποιήσουν αυτοί τί θα γίνει στο μέλλον. Μετά από λίγες ημέρες, ο Κατηγορούμενος έστειλε με απλό ταχυδρομείο το πρωτότυπο του εντύπου - κίτρινο χρώμα - στο Τελωνείο. Έκτοτε δεν επικοινώνησαν με τον Κατηγορούμενο. Οι διευθύνσεις του Κατηγορουμένου στην Κύπρο και στο εξωτερικό, όσο οι αριθμοί τηλεφώνου και φαξ, είναι οι ίδιοι από το 1990 μέχρι και σήμερα. Είχε και προηγουμένως αλληλογραφία με το Τελωνείο και ήξεραν τα πλήρη στοιχεία του. Συγκεκριμένα στις 4/2/1999 που είχε λήξει η άδεια C104, ο Κατηγορούμενος δεν μπορούσε να έρθει στη Κύπρο για να την ανανεώσει λόγω της θεραπείας της συζύγου του και απέστειλε με φαξ επιστολή στο Τελωνείο, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο «21». Η κα. Χριστοδουλίδη με την οποία συνομιλούσε τις πλείστες φορές ήταν η υπεύθυνη για τα εισαγόμενα αυτοκίνητα. Κατέθεσε, επίσης, ως Τεκμήριο «22» επιστολή του Τμήματος Τελωνείων ημερομηνίας 24/2/1999 προς τον Κατηγορούμενο, με την οποία απαντούσαν στο Τεκμήριο
  28. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε στη συνέχεια ότι η πρώτη φορά που επικοινώνησαν μαζί του μετά το καλοκαίρι του 2001 ήταν περί το 2006, όταν του τηλεφώνησε ο Μ.Κ.2, ο οποίος τον ρώτησε πληροφορίες και πού βρίσκεται το επίδικο αυτοκίνητο. Ο Κατηγορούμενος στην αρχή νόμιζε ότι του έκανε πλάκα ο Μ.Κ.2, τον οποίο γνώριζε από παλιά, και όταν συνειδητοποίησε ότι μιλούσε σοβαρά του είπε να κοιτάξει την αλληλογραφία για να απαντηθούν τα ερωτήματά του ως και ότι το αυτοκίνητο είναι έξω από το σπίτι του Κατηγορουμένου και να περάσει να το δει. Αυτή ήταν η πρώτη και τελευταία επικοινωνία που είχαν με τον Κατηγορούμενο μέχρι το 2007 - 2008 που ξεκίνησε η παρούσα διαδικασία. Ο Κατηγορούμενος δεν θυμόταν πότε ήρθε Κύπρο μετά το
  29. Πηγαινοερχόταν όποτε μπορούσε. Από το 2001 μέχρι το 2004 ήταν οι θεραπείες της πρώην συζύγου του και μόνο μια φορά ήρθαν Κύπρο το εν λόγω διάστημα. Μετά πηγαινοερχόταν όποτε μπορούσε λόγω της δουλειάς του ενώ η μόνιμη εγκατάστασή του είναι στο Λονδίνο. Το 1985 ο Κατηγορούμενος ήταν κυβερνήτης αεροσκάφους στις Κυπριακές Αερογραμμές και τότε γνώρισε τους Μ.Κ.1 και Μ.Κ.
  30. Ανέφερε ότι έφερε ακόμη δύο αυτοκίνητα στην Κύπρο με την ίδια διαδικασία, όπως το επίδικο. Το πρώτο το είχε φέρει το 1994 και το δεύτερο ήταν ένα Alfa Romeo, το οποίο έφερε το 2006 -
  31. Το τελευταίο το έχει μέχρι και σήμερα. Αναφέρθηκε στην επικοινωνία που είχε με το Τμήμα Τελωνείων αναφορικά με το Alfa Romeo, στα πλαίσια της οποίας ζητούσαν από τον Κατηγορούμενο να πάει στα γραφεία τους για να παραλάβει κάποια επιστολή. Ο Κατηγορούμενος τους είπε να περάσουν από το σπίτι του. Τότε πήγαν σπίτι του οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2, του έδωσαν την επιστολή για το Alfa Romeo, μίλησαν για τα παλιά και μετά έφυγαν. Ανέφερε, επίσης, ότι η διαφωνία σε σχέση με το Alfa Romeo συνεχίζεται. Όταν οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 πήγαν σπίτι του Κατηγορουμένου για να του πάρουν την επιστολή για το Alfa Romeo, το επίδικο αυτοκίνητο βρισκόταν ακριβώς έξω από την είσοδο της πολυκατοικίας, όπου βρίσκεται από το καλοκαίρι του 2001 χωρίς να έχει μετακινηθεί οποτεδήποτε. Θα ήταν δύσκολο να μην το πρόσεχαν οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2, εφόσον υπήρχε η πινακίδα εγγραφής. Ξαναπήγαν σπίτι του για να εκτελέσουν το ένταλμα έρευνας. Ο Κατηγορούμενος εξέφρασε την άποψη ότι όλα όσα έγιναν με το επίδικο όχημα ήταν εξ αφορμής της αντιπαράθεσης που προέκυψε αναφορικά με το Alfa Romeo. Από το 2001, ο Κατηγορούμενος θεωρούσε ότι το επίδικο αυτοκίνητο δεν ήταν δικό του. Ήταν ένα σκουπίδι. Τους είχε ειδοποιήσει πού βρίσκεται και μπορούσαν ανά πάσα στιγμή να παν να το εξετάσουν. Ο Κατηγορούμενος άφησε το επίδικο όχημα παρκαρισμένο στο χώρο της πολυκατοικίας για να μην του πάρουν το χώρο οι υπόλοιποι ένοικοι της πολυκατοικίας όταν απουσίαζε στο εξωτερικό. Μετά που ήρθε το Alfa Romeo, ο Κατηγορούμενος ήθελε το χώρο που βρισκόταν σταθμευμένο το επίδικο αυτοκίνητο. Αυτό δεν είχε μετακινηθεί από το συγκεκριμένο χώρο εφόσον δεν είχε μηχανή. Ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι δεν υπήρξε αντιπαράθεση με τους Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 για το επίδικο αυτοκίνητο και δεν το πίστευε όταν πήγαν να εκτελέσουν ένταλμα έρευνας, εφόσον είχε πει τηλεφωνικώς του Μ.Κ.2 να περάσει να το πάρει γιατί έτσι και αλλιώς σκεφτόταν να το πετάξει. Όταν πήγαν να εκτελέσουν το ένταλμα, ο Κατηγορούμενος έψαξε και βρήκε το κλειδί του αυτοκινήτου, το οποίο τους έδωσε. Δεν τους απέφυγε ούτε υπήρξε κάποια αντιπαράθεση μεταξύ τους. Ο Κατηγορούμενος υιοθέτησε το περιεχόμενο της κατάθεσής του, Τεκμήριο 5, ως και το περιεχόμενο της επιστολής του ημερομηνίας 27/6/2007, Τεκμήριο
  32. Αναφέρθηκε, επίσης, σε μια προσπάθεια που έγινε από το Τελωνείο μετά την καταχώρηση της παρούσας για εξώδικη διευθέτηση. Ο Μ.Κ.1 είχε εισηγηθεί με έκθεσή του να δοθεί το αυτοκίνητο πίσω στον Κατηγορούμενο. Κατέθεσε, επίσης, ως Τεκμήριο «23» το έντυπο C179 με το οποίο έγινε η πρώτη εκτίμηση για την αξία του αυτοκινήτου από το Τελωνείο στις 9/10/1989, ως Τεκμήριο «24» το πιστοποιητικό εγγραφής του αυτοκινήτου στην Αγγλία και ως Τεκμήριο «26» τη δήλωση ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου που συμπληρώθηκε από το Τελωνείο στις 6/10/
  33. Περαιτέρω, κατέθεσε ως Τεκμήριο «27» επιστολή του Υπουργείου Συγκοινωνιών και Έργων προς το Τμήμα Οδικών Μεταφορών ημερομηνίας 3/12/2012 σε σχέση με τη διαφορά που προέκυψε για τη φορολόγηση του Alfa Romeo. Ως Τεκμήρια «28.1» - «28.3» κατέθεσε δέσμη από φωτογραφίες του αυτοκινήτου, τις οποίες ο Κατηγορούμενος έβγαλε την ημέρα της κατάσχεσης στη θέση που βρισκόταν το αυτοκίνητο πριν μετακινηθεί. Κατέθεσε, επίσης, ως Τεκμήριο «29» φωτογραφία της εισόδου της πολυκατοικίας στην οποία διαμένει, όπου φαίνεται σταθμευμένο σήμερα το Alfa Romeo. Στο εν λόγω σημείο ήταν σταθμευμένο το επίδικο αυτοκίνητο. Κατά την αντεξέτασή του, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι ο χώρος στάθμευσης (Τεκμήριο 29) που ήταν παρκαρισμένο το επίδικο αυτοκίνητο όταν πήγαν οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 είναι δικός του. Αναγνώρισε, επίσης, το Τεκμήριο 9 ως το έντυπο που πήρε από το Τελωνείο για την προσωρινή εισαγωγή του αυτοκινήτου, ως και την υπογραφή του επί αυτού, και ανέφερε ότι η τελευταία παράταση έληγε στις 31/10/
  34. Ο Κατηγορούμενος αρνήθηκε υποβολή ότι γνώριζε μετά τη λήξη της προσωρινής εισαγωγής ότι έπρεπε να διευθετήσει τελωνειακά το αυτοκίνητο το οποίο κατείχε παράνομα. Αρνήθηκε, επίσης, υποβολή ότι όσα είπε για επικοινωνία και αλληλογραφία με το Τελωνείο είναι εκ των υστέρων σκέψεις. Όταν έστειλε το πρωτότυπο του εντύπου στο Τελωνείου το 2001, ο Κατηγορούμενος θεώρησε ότι το θέμα για τον ίδιο ήταν λήξαν. Αρνήθηκε, επίσης, υποβολή ότι παρόλο που γνώριζε τις υποχρεώσεις που είχε από την άδεια προσωρινής εισαγωγής από τον διευθυντή του Τμήματος Τελωνείου κατείχε το αυτοκίνητο αφορολόγητα και παράνομα εν γνώσει του και δεν πλήρωσε τους αναλογούντες δασμούς. O Κατηγορούμενος στη γραπτή κατάθεσή του ημερομηνίας 26/4/2007, Τεκμήριο 5, ανέφερε ότι έφερε το αυτοκίνητο για πρώτη φορά στην Κύπρο το
  35. Τότε εργαζόταν στην Αγγλία ως πιλότος και ερχόταν κατά καιρούς στην Κύπρο είτε ο ίδιος είτε τα παιδιά του και χρησιμοποιούσαν το αυτοκίνητο. Μετά την λήξη των διακοπών, τοποθετούσαν το αυτοκίνητο σε αποθήκη αποταμίευσης. Αυτό συνεχίστηκε μέχρι τον Οκτώβριο του 2001 που έληξε η άδεια προσωρινής εισαγωγής. Κατά την πρώτη εισαγωγή, το αυτοκίνητο ήταν τρακαρισμένο και ο Κατηγορούμενος έκανε τις απαραίτητες επιδιορθώσεις, όπως καταγράφεται στο έντυπο C179 ημερομηνίας 9/10/
  36. Το 2001 άρχισαν τα προβλήματα υγείας της συζύγου του Κατηγορουμένου και βρίσκονταν όλοι κοντά της στην Αγγλία, αφήνοντας το αυτοκίνητο στο παρκινγκ της πολυκατοικίας που έμεναν. Κατά τον μήνα Μάιο και επειδή δεν μπορούσε να φύγει από την Αγγλία, ο Κατηγορούμενος τηλεφώνησε στο Τμήμα Απαλλαγών του Τελωνείου επειδή είχε μάθει από το γιο του ότι κρέπαρε η μηχανή του αυτοκινήτου και απέτυχε η προσπάθεια αντικατάστασής της. Τους πληροφόρησε ότι το αυτοκίνητο δεν πρόκειται να ξαναχρησιμοποιηθεί από την οικογένειά του. Ο υπάλληλος του είπε να ταχυδρομήσει το κίτρινο έντυπο του εντύπου Τελ. 104, πράγμα που έκανε με επιστολή την οποία έχει αποθηκευμένη στον υπολογιστή του στην Αγγλία. Με την εν λόγω επιστολή τους έγραψε ότι τους στέλνει το C104 και ότι το αυτοκίνητο βρίσκεται σε συγκεκριμένη διεύθυνση και επειδή δεν πρόκειται να το ξαναχρησιμοποιήσουν να παν να το πάρουν από εκεί, επειδή ο Κατηγορούμενος θα δυσκολευόταν πολύ να φύγει από την Αγγλία. Η επιστολή αυτή γράφτηκε 2-3 μήνες πριν λήξει το έντυπο C
  37. O υπάλληλος στο Αρχιτελωνείο, όπου τηλεφώνησε ο Κατηγορούμενος, του είπε πως θα τον πληροφορήσει για το τι θα γινόταν μετά με το αυτοκίνητο, χωρίς ο Κατηγορούμενος να πάρει κάποια ειδοποίηση. Ο Κατηγορούμενος έμαθε ότι το αυτοκίνητό του ήταν σε κατάσταση αναζητούμενου αυτοκινήτου περί το τέλος Δεκεμβρίου 2006 με τις αρχές Ιανουαρίου του 2007 από το Δημήτρη Ηλία, στον οποίο είπε ότι το αυτοκίνητο παραμένει στο ίδιο χώρο που ήταν από το
  38. Ανέφερε, επίσης, ότι δεν υπήρχε λόγος για να εκδοθεί ένταλμα έρευνας, εφόσον η διάθεση του Κατηγορουμένου ήταν δεδομένη να συνεργαστεί με το Τελωνείο. Ζητά τέλος να του επιστραφεί το αυτοκίνητο για συναισθηματικούς λόγους. Στο στάδιο των αγορεύσεων, ο ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεών τους, παραπέμποντας στη μαρτυρία και σε νομολογία. Η κα. Κούνουνα εισηγήθηκε ότι η μαρτυρία του Κατηγορουμένου σε σχέση με τα αμφισβητούμενα θέματα θα πρέπει να απορριφθεί λόγω αντιφάσεων. Εισηγήθηκε, επίσης, ότι το αδίκημα της Πρώτης Κατηγορίας είναι αυστηρής ευθύνης, το οποίο αποδείχθηκε εφόσον το αυτοκίνητο ήταν αφορολόγητο μετά τη λήξη της προσωρινής εισαγωγής και βρισκόταν στο χώρο στάθμευσης στην πολυκατοικία του Κατηγορουμένου. Εισηγήθηκε, επίσης, ότι ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να καταδικαστεί και στο αδίκημα της Δεύτερης Κατηγορίας, εφόσον γνώριζε πολύ καλά τη διαδικασία που έπρεπε να ακολουθηθεί για να διευθετηθεί το αυτοκίνητο και απέφυγε να καταβάλει τους αναλογούντες φόρους παρά τις προσπάθειες που κατέβαλε το Τμήμα Τελωνείων με τις επιστολές του ημερομηνίας 8/6/2007 και 22/10/
  39. Εισηγήθηκε, περαιτέρω, ότι ο Κατηγορούμενος θα πρέπει να καταδικαστεί και στο αδίκημα της Τρίτης Κατηγορίας, εφόσον γνώριζε ότι μετά τη λήξη της προσωρινής εισαγωγής θα έπρεπε να τακτοποιήσει τούτο τελωνειακά, δηλαδή να πράξει μία από τις τρεις επιλογές που είχε, κάτι που δεν έπραξε. Από την άλλη, ο κ. Χ'' Παναγιώτου ανέφερε κατ' αρχάς ότι ο Νόμος δεν καθορίζει τι σημαίνει αφορολόγητο προϊόν και υπάρχει ασάφεια. Σε σχέση με το αδίκημα της Δεύτερης Κατηγορίας, έγινε εισήγηση ότι η μαρτυρία δεν έδειξε ότι ο Κατηγορούμενος ενέχεται στην αποφυγή ή απόπειρα αποφυγής καταβολής οφειλομένων ποσών. Σε σχέση με την Τρίτη Κατηγορία εισηγήθηκε, επίσης, ότι η μαρτυρία δεν έχει αποδείξει τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος. Εισηγήθηκε, επίσης, ότι το έντυπο C104, Τεκμήριο 3, εκδόθηκε με βάση την νομοθεσία που ίσχυε το 1996 και οι οδηγίες που δόθηκαν στον Κατηγορούμενο ήταν με βάση τη νομοθεσία που ίσχυε πριν την ένταξή μας στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα. Εάν το αυτοκίνητο εισάγονταν μετά το 2004 δεν θα ίσχυαν οι οδηγίες και οι όροι που τέθηκαν με το έντυπο C
  40. Εισηγήθηκε, επίσης, ότι οι πρόνοιες του Ν. 91(Ι) και 94(Ι)/04 που δίνουν αναδρομική ισχύ σε αυτούς είναι αντισυνταγματικές. Εισηγήθηκε, επίσης, ότι οι Νόμοι 91(Ι) και 94(Ι)/04 δεν έχουν αναδρομική ισχύ και τις ημερομηνίες που κατ' ισχυρισμό ξεκίνησαν να διαπράττονται τα αδικήματα, αυτοί δεν ήταν σε ισχύ. Μεταξύ άλλων, εισηγήθηκε, επίσης, πως το ότι φάκελος της υπόθεσης του Κατηγορούμενου καταστράφηκε επιβεβαιώνει τη θέση του ότι η υπόθεση θεωρήθηκε κλειστή ή διευθετηθείσα. Επίσης, ότι η εκτίμηση του Μ.Κ.3 είναι ελλιπής εφόσον δεν έλεγξε το αυτοκίνητο. Λόγω της κατάστασης του αυτοκινήτου δεν θα έπρεπε να επιβληθεί κανένας φόρος κατανάλωσης. Εισηγήθηκε, επίσης, ότι η καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην καταχώρηση της παρούσας ποινικής δίωξης καθιστά τη διαδικασία άκυρη στην ολότητά της. Αξιολόγηση-Ευρήματα Έχω παρακολουθήσει με κάθε δυνατή και επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες, τον τρόπο, το ύφος, τη συμπεριφορά, τις αντιδράσεις και γενικά την παρουσία τους στο Δικαστήριο και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με σκοπό να καταλήξω στα αναγκαία ευρήματα και συμπεράσματα για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Κατ' αρχάς θα πρέπει να λεχθεί πως, ως προκύπτει και από την σύνοψη της μαρτυρίας ανωτέρω, παρά της αμφισβήτησης που έτυχαν συγκεκριμένα ζητήματα από την υπεράσπιση στα αρχικά στάδια της διαδικασίας, όπως για παράδειγμα η αυθεντικότητα των αντιγράφων των εντύπων C.104 (άλλως Τελ.104) με αρ. Β191289 (στο εξής «Έντυπο Τελ.104»), Τεκμήρια 3 και 9, για τα οποία μάλιστα αρχικά τέθηκε η θέση ότι ήταν φτιαχτά, κατά την εξέλιξη της ακροαματικής διαδικασίας αποτέλεσαν κοινό υπόβαθρο γεγονότων τα ακόλουθα: Ο Κατηγορούμενος, περί τις αρχές του 1989 αγόρασε στην Αγγλία το μεταχειρισμένο αυτοκίνητο μάρκας BMW με αγγλικούς αριθμούς εγγραφής DOK 826V (στο εξής «το Αυτοκίνητο) στην τιμή των Αγγλικών Στερλινών 150 (salvage value), εφόσον αυτό είχε υποστεί εκτεταμένες ζημιές σε κάποιο δυστύχημα. Η ημερομηνία πρώτης εγγραφής του Αυτοκινήτου στην Αγγλία ήταν η 21/5/1980 (βλ. Τεκμήρια 11, 20, 23 και 24). Στις 29/7/1989 το Αυτοκίνητο αφίχθηκε για πρώτη φορά στην Κυπριακή Δημοκρατία με φορτωτική και τοποθετήθηκε σε αποθήκη αποταμίευσης (βλ. Τεκμήρια 11, 17 και 23). Στις 4/9/1989 υπολογίστηκε από εκτιμητή που διόρισε ο Κατηγορούμενος το κόστος επιδιόρθωσης του Αυτοκινήτου στο ποσό Λ.Κ.2.830,
  41. Στις 9/10/1989 υπολογίστηκε η αξία του Αυτοκινήτου από το Τμήμα Τελωνείου στο ποσό των Λ.Κ.1.164,
  42. Ο Κατηγορούμενος, ο οποίος εργαζόταν και διέμενε μόνιμα στην Αγγλία, στην πορεία επιδιόρθωσε τις ζημιές του Αυτοκινήτου και, κατόπιν αίτησής του, στις 27/5/1996 παραχωρήθηκε από το Τμήμα Τελωνείων με βάση το Έντυπο Τελ.104 στο Αυτοκίνητο το καθεστώς προσωρινής εισαγωγής στην Κυπριακή Δημοκρατία μέχρι τις 26/8/
  43. Στο Έντυπο Τελ. 104 ο Κατηγορούμενος ως ιδιοκτήτης και εισαγωγέας του Αυτοκινήτου υπέγραψε την εξής δήλωση σε σχέση με το Αυτοκίνητο: «I declare that I am temporarily importing the goods specified above for the purpose of using them for pleasure at Cyprus and I undertake to comply with conditions laid down in the laws and regulations of the Republic of Cyprus and in the attached Notice No. 28 and to re-export the said goods within the period stipulated by Customs below. I further declare that the said goods are owned abroad and that the particulars entered hereon are true and complete». Στη δεύτερη σελίδα στο πίσω μέρος του Εντύπου Τελ.104 υπάρχει σημείωση σε σχέση με τις επιλογές για τη νόμιμη χρήση του Αυτοκινήτου μετά την λήξη της χορηγηθείσας περιόδου προσωρινής αναστολής ή της εκάστοτε χορηγηθείσας παράτασης αυτής, ήτοι 1) η επανεξαγωγή, 2) η εκτελώνιση, 3) η καταστροφή υπό την επίβλεψη του Τμήματος Τελωνείων και 4) η τοποθέτηση τούτου σε Αποθήκη Αποταμίευσης. Ο Κατηγορούμενος εξασφάλισε από το Τμήμα Τελωνείων διαδοχικές παρατάσεις του καθεστώτος προσωρινής εισαγωγής του Αυτοκινήτου. Η τελευταία παράταση χορηγήθηκε στις 14/3/2001 και σύμφωνα με αυτή το καθεστώς προσωρινής εισαγωγής του Αυτοκινήτου στη Δημοκρατία έληγε στις 31/10/
  44. Κατά τον χρόνο έκδοσης του Εντύπου Τελ.104 παραδόθηκε στον Κατηγορούμενο αντίτυπο αυτού, στη δεύτερη σελίδα του οποίου, ήτοι στο πίσω μέρος αυτού, σφραγίζονταν και σημειώνονταν οι ημερομηνίες παραχώρησης των εκάστοτε παρατάσεων που εξασφάλιζε προσωπικά ο Κατηγορούμενος και οι ημερομηνίες λήξης αυτών (στο εξής «το Κίτρινο Αντίτυπο»). Στο Έντυπο Τελ. 104 καταγράφεται η διεύθυνση της κατοικίας του Κατηγορουμένου στην Αγγλία, ως και η διεύθυνση της διαμονής του Κατηγορουμένου στην Κύπρο, ήτοι οδός Βασιλέως Κωνσταντίνου, Landways Mansions, Διαμ. 202 (στο εξής «το Διαμέρισμα») στη Λάρνακα. Στις 16/4/2007 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας εξέδωσε ένταλμα (στο εξής «το Ένταλμα Έρευνας»), με το οποίο εξουσιοδοτούσε τη Διευθύντρια του Τμήματος Τελωνείων και όλους τους Τελωνειακούς Λειτουργούς να μπουν στο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας που βρίσκεται το Διαμέρισμα και να κατάσχουν το Αυτοκίνητο. Το Ένταλμα Έρευνας εκτελέστηκε στις 18/4/2007 στην παρουσία του Κατηγορουμένου από το Μ.Κ.1, Τελωνειακό Λειτουργό και τον Μ.Κ.2, Βοηθό Τελώνη, και το Αυτοκίνητο, το οποίο βρισκόταν στο χώρο στάθμευσης της πολυκατοικίας που βρίσκεται το Διαμέρισμα, κατασχέθηκε. Κατά τη διάρκεια της κατάσχεσης, ο Μ.Κ.1 συμπλήρωσε έντυπο κατάσχεσης (Τεκμήριο 4), το οποίο ο Κατηγορούμενος υπέγραψε υπό διαμαρτυρία γράφοντας τα εξής «As I have personal property fixed to the vehicle which all duties were paid, I will request and demand these». Στις 26/4/2007, ο Μ.Κ.1 πήρε κατάθεση από τον Κατηγορούμενο, (Τεκμήριο 5). Σε αυτή, μεταξύ άλλων, αναφέρει την εκδοχή του σε σχέση με το τί έλαβε χώρα το 2001 και γιατί δεν υπήρχε λόγος να εκδοθεί το Τεκμήριο 2 και να κατασχεθεί το Αυτοκίνητο, αφού αυτός ήταν διατεθειμένος να συνεργαστεί με το Τελωνείο. Στο τέλος ζητά να δουν την περίπτωσή του με κατανόηση και να του επιστρέψουν το Αυτοκίνητο. Στις 8/6/2007 παραδόθηκε ιδιοχείρως στον Κατηγορούμενο επιστολή (Τεκμήριο 6) του Ανώτερου Τελωνειακού Λειτουργού, Λ. Δημητρίου, ταυτάριθμης ημερομηνίας, με την οποία τον πληροφορεί ότι είναι διατεθειμένος να αποδεχθεί πρόταση εξώδικου συμβιβασμού «των αδικημάτων που έχουν διαπραχθεί κατά παράβαση της Τελωνειακής Νομοθεσίας» με την πληρωμή του ποσού των Λ.Κ.400,00 αντί της ποινικής του δίωξης. Καταγράφεται, επίσης, ότι σε περίπτωση που δεν πληρωθεί το εν λόγω ποσό μέσα σε 21 ημέρες από την ημερομηνία λήψης του Τεκμηρίου 6, τότε αυτός θα προχωρήσει στην ποινική δίωξη του Κατηγορουμένου. Στις 27/6/2007 ο Κατηγορούμενος με επιστολή του της ίδιας ημερομηνίας (Τεκμήριο 7) απάντησε στην επιστολή, Τεκμήριο 6, όπου, μεταξύ άλλων, εξηγεί τους λόγους για τους οποίους διαφωνεί με το Τεκμήριο 6, αποσύρει το αίτημά στο οποίο προέβη στο Τεκμήριο 5 για να του επιστραφεί το Αυτοκίνητο και απαιτεί να του επιστραφούν κάποια από τα ανταλλακτικά-εξαρτήματα, τα οποία αγόρασε και τοποθετήθηκαν στο Αυτοκίνητο κατά την εκτενή επιδιόρθωσή του όταν αυτό έφτασε στην Κύπρο, τα οποία δεν ήταν αφορολόγητα. Ζήτησε, επίσης, να επανεξεταστεί η απαίτηση του Τμήματος Τελωνείου που περιέχεται στο Τεκμήριο 6 εφόσον θεωρεί, για τους λόγους που αναφέρει, ότι αυτός ενεργούσε πάντοτε καλόπιστα και είναι άδικο να βρεθεί υπεύθυνος για οποιοδήποτε παράπτωμα, το οποίο απαιτεί την πληρωμή προστίμου. Στις 6/3/2008, ο Κατηγορούμενος παρέλαβε ιδιοχείρως επιστολή (Τεκμήριο 8) της Διευθύντριας του Τμήματος Τελωνείων ημερομηνίας 22/10/2007 προς τον ίδιο, εις απάντηση του Τεκμηρίου
  45. Με το Τεκμήριο 8 πληροφορείται ο Κατηγορούμενος ότι, κατόπιν επανεξέτασης, το αίτημά του για μείωση του ποσού των Λ.Κ.400,00 για τον εξώδικο συμβιβασμό απορρίπτεται, ως επίσης ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό το αίτημά του για απόδοση αριθμού εξαρτημάτων του Αυτοκινήτου, εφόσον αυτό προσκρούει στις πρόνοιες του Άρθρου 104 του Ν.94(Ι)/
  46. Καταγράφεται, επίσης, ότι με την καταβολή του προταθέντος ποσού για εξώδικο συμβιβασμό το Αυτοκίνητο μπορεί να αποδοθεί στον Κατηγορούμενο για οποιοδήποτε νόμιμο σκοπό, εκτός της προσωρινής εισαγωγής. Η επιστολή, Τεκμήριο 8, ταχυδρομήθηκε διπλοσυστημένη στη διεύθυνση του Κατηγορουμένου στις 24/10/2007, αλλά επιστράφηκε πίσω αζήτητη. Ο Κατηγορούμενος δεν κατέβαλε οποτεδήποτε μέχρι και σήμερα το ποσό των Λ.Κ.400,00 που του προτάθηκε για σκοπούς εξώδικου συμβιβασμού. Κατόπιν αίτησης του Κατηγορουμένου, στις 12/7/2006 το Τμήμα Τελωνείων (Τεκμήριο 10) παραχώρησε μέχρι τις 12/10/2006 το καθεστώς προσωρινής εισαγωγής στη Δημοκρατία του μεταχειρισμένου αυτοκινήτου του Κατηγορουμένου μάρκας Alfa Romeo (στο εξής «το Alfa Romeo») με αγγλικούς αρ. εγγραφής KS98XPJ. Πριν τη λήξη της περιόδου του καθεστώτος της προσωρινής εισαγωγής, ο Κατηγορούμενος υπέβαλε αίτημα για να τεθεί το Alfa Romeo σε ελεύθερη κυκλοφορία και κατέβαλε τους αναλογούντες δασμούς υπό διαμαρτυρία. Αποτέλεσε αμφισβητούμενο θέμα στην παρούσα το κατά πόσον ο Κατηγορούμενος το 2001 είχε επικοινωνία και συνεννόηση με το Τμήμα Τελωνείων σε σχέση με το ζήτημα της τότε επικείμενης λήξης του καθεστώτος προσωρινής εισαγωγής του Αυτοκινήτου, το κατά πόσον ο φάκελος του Τμήματος Τελωνείων με τα πρωτότυπα έγγραφα που αφορούν το καθεστώς του Αυτοκινήτου καταστράφηκαν επειδή το ζήτημα είχε λήξει, το πότε το Τμήμα Τελωνείων αναζήτησε για πρώτη φορά το Αυτοκίνητο μετά την λήξη της περιόδου της τελευταίας παράτασης του καθεστώτος της προσωρινής εισαγωγής, το τι έλαβε χώρα στα πλαίσια συνάντησης που είχαν οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 στο Διαμέρισμα του Κατηγορουμένου, η ορθότητα του υπολογισμού του φόρου κατανάλωσης για το Αυτοκίνητο από τον Μ.Κ.3 στις 27/2/2008 και, βεβαίως, το κατά πόσον ο Κατηγορούμενος διέπραξε τα αδικήματα, για τα οποία κατηγορείται στην παρούσα. Οι μάρτυρες κατηγορίες (Μ.Κ.1 έως Μ.Κ.5) μου έκαναν γενικά καλή εντύπωση ως ειλικρινείς και αξιόπιστοι μάρτυρες. Πέραν κάποιων αναφορών, για τις οποίες θα προβώ σε ξεχωριστό σχολιασμό κατωτέρω, θεωρώ ότι περιορίστηκαν σε γεγονότα για τα οποία θα μπορούσαν να δώσουν άμεση μαρτυρία σε συνδυασμό με κάποια στοιχεία που προκύπτουν από έγγραφα ως και από πληροφόρηση που έχουν ή είχαν ως εκ της θέσης που κατέχουν ή κατείχαν και των καθηκόντων τους στους αντίστοιχους τομείς του Τμήματος Τελωνείων. Μικροαντιφάσεις μπορεί να υπήρξαν, αλλά αυτές κρίνονται επουσιώδεις και δεν είναι ικανές να κλονίσουν τη γενικότερη καλή εικόνα που σχημάτισα σε σχέση με την αξιοπιστία τους. Σε κάθε περίπτωση, ήταν εύλογες και αναμενόμενες οι μικρές αποκλίσεις που υπήρχαν στη μαρτυρία τους σε σχέση, επί παραδείγματι, με την διαδικασία που ακολουθείτο για την παραχώρηση του καθεστώτος προσωρινής εισαγωγής το 1996 και το 2001, εφόσον οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 δεν είχαν κάποια άμεση εμπλοκή με αυτή, σε αντίθεση με τους Μ.Κ.4 και Μ.Κ.
  47. Συνεπώς, όπου παρατηρείται κάποια διαφοροποίηση στις αναφορές τους θα προτιμήσω τη μαρτυρία των Μ.Κ.4 και Μ.Κ.5, οι οποίοι είχαν προσωπική εμπλοκή στην εν λόγω διαδικασία. Σημειώνω, επίσης, ότι δεν έχω διαπιστώσει ο,τιδήποτε είτε στον τρόπο που κατέθεσαν είτε σε αυτά που είπαν, από το οποίο να προκύπτει ότι οποιοσδήποτε από αυτούς θα ήταν διατεθειμένος να παραποιήσει οποιοδήποτε μέρος των γεγονότων. Πόσο δεν μάλλον δεν έχω διαπιστώσει ότι οποιοσδήποτε από αυτούς διακατείχετο με οποιαδήποτε εμπάθεια ή αρνητική προδιάθεση προς το πρόσωπο του Κατηγορουμένου, όπως ο τελευταίος επιχείρησε να προβάλει. Οι Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 ήταν σε τέτοιο βαθμό ειλικρινείς και αντικειμενικοί που δεν έσπευσαν να διαφωνήσουν με τη θέση της υπεράσπισης σε σχέση με την κατάσταση του Αυτοκινήτου όταν το εντόπισαν. Συμφώνησαν μάλιστα ότι ήταν ξεφούσκωτα τα λάστιχα και η κατάστασή του ήταν τέτοια που φανέρωνε ακινησία για κάποια χρόνια. Δεν έσπευσαν, επίσης, να διαφωνήσουν, εφόσον δεν γνώριζαν, κατά πόσον είχε ή όχι ο Κατηγορούμενος τη συνομιλία που ο τελευταίος διατείνεται ότι είχε το 2001 με κάποιους λειτουργούς ή υπαλλήλους του Τμήματος Τελωνείων. Ήταν, επίσης, εμφανές ότι και οι δύο τους, αλλά κυρίως ο Μ.Κ.1, κατέβαλαν ειλικρινείς προσπάθειες για να επιτευχθεί κάποια συνεννόηση και διευθέτηση μεταξύ του Τμήματός τους και του Κατηγορουμένου, τον οποίο γνώριζαν από το παρελθόν. Η θέση των Μ.Κ.1 και Μ.Κ.2 ότι ήταν δύσκολη η επικοινωνία με και ο εντοπισμός του Κατηγορουμένου, εξ ου και κατέβαλλαν προσπάθειες να επικοινωνήσουν μαζί του και να τον εντοπίσουν και στα πλαίσια αυτά πραγματοποίησαν, μεταξύ άλλων, την πρώτη απροειδοποίητη επίσκεψη στο Διαμέρισμα για κάποια ζητήματα που είχαν προκύψει με το Alfa Romeo, όπου και εντόπισαν για πρώτη φορά το Αυτοκίνητο, διαφαίνεται και από το ότι η διπλοσυστημένη επιστολή, Τεκμήριο 8, η οποία ταχυδρομήθηκε στη διεύθυνση του Διαμερίσματος του Κατηγορουμένου, επιστράφηκε αζήτητη. Ομολογουμένως, υπήρχε κάποια αμηχανία από μέρους των Μ.Κ.1, Μ.Κ.2, Μ.Κ.4 και Μ.Κ.5 αναφορικά με το πώς καταστράφηκαν τα πρωτότυπα έγγραφα, και δη στη μαρτυρία του Μ.Κ.2 σε σχέση με τους λόγους που δεν αναζητήθηκε ή εντοπίστηκε ενωρίτερα το Αυτοκίνητο. Είναι εμφανές, όμως, ότι εν λόγω ενέργειες, λάθη και παραλείψεις οφείλονταν στην υποστελέχωση του Τμήματος, στην απουσία μηχανογραφημένου συστήματος και σε ανθρώπινο λάθος, όπως οι μάρτυρες εξήγησαν. Όσον αφορά την αμφισβήτηση που έτυχε ο τρόπος υπολογισμού από τον Μ.Κ.3 του φόρου κατανάλωσης του Αυτοκινήτου, ο οποίος καθορίστηκε στο ποσό των €1.722,00, σημειώνω ότι δεν είναι έργο του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο ασκεί ποινική δικαιοδοσία, να κρίνει το ορθό ή όχι του εν λόγω υπολογισμού. Αποκλειστική δικαιοδοσία για τον έλεγχο της νομιμότητας αποφάσεων, πράξεων ή παραλείψεων αρχών ή οργάνων της Δημοκρατίας που ασκούν εκτελεστική ή διοικητική λειτουργία έχει το Ανώτατο Δικαστήριο (βλ., μεταξύ άλλων, Παύλος Παύλου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.ά.
(1991)4 Α.Α.Δ. 3393 και Ηλίας Αδάμου Ηλία ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Ξυλοφάγου
(1994)2 Α.Α.Δ.137). Σε κάθε περίπτωση, διαπιστώνεται ότι ο υπολογισμός έγινε με βάση τις κανονιστικές διατάξεις που ο Μ.Κ.3 ανέφερε. Περαιτέρω, σε περίπτωση που ο Κατηγορούμενος επέλεγε να συμπληρώσει και υποβάλει ο ίδιος διασάφηση για προσδιορισμό της τελωνειακής αξίας και πληρωμή δασμού και φόρων, τότε θα μπορούσε να ζητήσει επανεκτίμηση. Με τις διευκρινίσεις και διαφοροποιήσεις στις οποίες προβαίνω ανωτέρω, η μαρτυρία των Μ.Κ.1, Μ.Κ.2, Μ.Κ.3, Μ.Κ.4 και Μ.Κ.5 γίνεται αποδεκτή. Από την άλλη, ο Κατηγορούμενος δεν με έπεισε για την ειλικρίνεια της εκδοχής του σε σχέση με τα αμφισβητούμενα της υπόθεσης θέματα, η οποία δεν αντέχει τη βάσανο της λογικής των πραγμάτων, δεν υποστηρίζεται από τα κατατεθέντα τεκμήρια και τις κατά καιρούς δηλώσεις και αξιώσεις του. Ουδείς έχει αμφισβητήσει, βεβαίως, τα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε η πρώην σύζυγος του Κατηγορουμένου, τα οποία μπορούν να διαπιστωθούν, έστω με κάποια δυσκολία στην ανάγνωση, από τις ιατρικές βεβαιώσεις που επισυνάπτονται στην επιστολή (Τεκμήριο 21) που ο Κατηγορούμενος απέστειλε στις 4/2/1999 στο Τμήμα Τελωνείων όταν είχε λήξει η τότε χορηγηθείσα παράταση και εξηγούσε τους λόγους που δεν μπορούσε να έρθει στην Κύπρο για να προβεί στην ανανέωσή της. Δεν έχει, επίσης, αμφισβητηθεί ότι περί το καλοκαίρι του 2001 παρουσιάστηκε μηχανική βλάβη στο Αυτοκίνητο κατά τη διάρκεια των διακοπών του γιου του στην Κύπρο. Εφόσον, όμως, ο Κατηγορούμενος είχε έγνοια όπως ανέφερε για να μην υπάρχει οποιαδήποτε εκκρεμότητα με το Τμήμα Τελωνείων το 2001, γιατί δεν μερίμνησε όπως προβεί ο γιος του ή κάποιο άλλο εξουσιοδοτημένο πρόσωπο στις απαραίτητες διευθετήσεις; Επίσης, ενώ κατά την ένορκη εκδοχή του ανέφερε ότι από το 2001 θεωρούσε ότι το Αυτοκίνητο δεν ήταν δικό του, αλλά ένα σκουπίδι, τότε γιατί ζήτησε με την κατάθεσή του, Τεκμήριο 5, όπως αυτό του επιστραφεί για συναισθηματικούς λόγους; Περαιτέρω, ενώ κατά την ένορκη εκδοχή του ανέφερε ότι είχε πει στον Μ.Κ.2, όταν ο τελευταίος του τηλεφώνησε περί το 2006, να περάσει να πάρει το Αυτοκίνητο όποτε ήθελε εφόσον του ήταν άχρηστο, τότε γιατί με την επιστολή του Τεκμήριο 7 απαιτούσε να του επιστραφούν κάποια εξαρτήματα και ανταλλακτικά; Σημειώνω, επίσης, ότι κατά την αντεξέταση του Μ.Κ.2 δεν τέθηκε σε αυτόν από την υπεράσπιση ότι έλαβε χώρα η συγκεκριμένη τηλεφωνική συνομιλία το 2006 με την οποία ο Μ.Κ.2 ρωτούσε πού βρίσκεται το Αυτοκίνητο. Τουναντίον, η γραμμή της υπεράσπισης τότε ήταν πως το Αυτοκίνητο δεν βρισκόταν στις λίστες των αναζητούμενων αυτοκινήτων. Αν δεν βρισκόταν, όμως, στις λίστες των αναζητούμενων αυτοκινήτων, τότε πώς αναζητούσε αυτό ο Μ.Κ.2 το 2006, όπως ο Κατηγορούμενος ισχυρίστηκε. Περαιτέρω, στην κατάθεσή του, Τεκμήριο 5, ο Κατηγορούμενος ανέφερε ότι απέστειλε με απλό ταχυδρομείο το Κίτρινο Αντίτυπο στη λειτουργό, με την οποία συνομίλησε, κατόπιν παράκλησης της τελευταίας. Επίσης, ότι είχε την εν λόγω επιστολή αποθηκευμένη στον υπολογιστή του στην Αγγλία, την οποία θα ταχυδρομούσε στον Μ.Κ.1 όταν θα πήγαινε στην Αγγλία. Όχι, όμως, δεν ταχυδρόμησε την εν λόγω επιστολή, αλλά ούτε παρουσίασε αυτή στο Δικαστήριο και δεν έδωσε κάποια εξήγηση για την εν λόγω παράλειψή του, εφόσον μάλιστα, όπως ανέφερε, εξακολουθεί να είναι μόνιμος κάτοικος Αγγλίας. Δεν δέχομαι, συνεπώς, ότι ο Κατηγορούμενος είχε τη συνομιλία που ανέφερε με το Τμήμα Τελωνείων λίγους μήνες πριν λήξει η τελευταία παράταση του καθεστώτος προσωρινής εισαγωγής το 2001, ότι του λέχθηκε να μην ανησυχεί για το Αυτοκίνητο και θα τον ειδοποιήσουν τι θα γίνει στο μέλλον και να στείλει το Κίτρινο Έντυπο, ως και ότι το απέστειλε. Θεωρώ ότι τα όσα ανέφερε ο Κατηγορούμενος αποτελούσαν εκ των υστέρων σκέψεις για να δικαιολογήσει την παράλειψή του να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που ανέλαβε με το Έντυπο Τελ.104, τις οποίες γνώριζε πολύ καλά ως εκ της δήλωσης που υπέγραψε. Περαιτέρω, το μόνο εύλογο συμπέρασμα που μπορεί να συναχθεί από την όλη συμπεριφορά του Κατηγορουμένου είναι ότι αυτός ήθελε να έχει στην κατοχή του το Αυτοκίνητο, το οποίο είχε σταθμευμένο στο δικό του χώρο στάθμευσης στην πολυκατοικία που βρίσκεται το Διαμέρισμα από την 1/11/2001 μέχρι και τις 18/4/2007 που αυτό κατασχέθηκε, χωρίς αυτό να έχει διευθετηθεί τελωνειακά. Παρά το ότι το Αυτοκίνητο δεν χρησιμοποιείται από τον Κατηγορούμενο τα τελευταία χρόνια, εντούτοις δεν ήταν άχρηστο για τον ίδιο, εφόσον, ως ο ίδιος ανέφερε, το ήθελε εκεί πριν αγοράσει το Alfa Romeo για να εμποδίζει τους ενοίκους της πολυκατοικίας από του να χρησιμοποιούν το χώρο στάθμευσής του, όταν αυτός απουσίαζε. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, πέραν των όσων ρητά αποδέχομαι ανωτέρω, η μαρτυρία του Κατηγορουμένου σε σχέση με τα αμφισβητούμενα της υπόθεσης γεγονότα απορρίπτεται. Νομική Πτυχή-Συμπεράσματα Το Άρθρο 140
(7)του περί Φόρων Κατανάλωσης Νόμου, Ν. 91(Ι)/2004, το οποίο αποτελεί τη νομική βάση της Κατηγορίας, διαλαμβάνει τα εξής: «Οποιοδήποτε πρόσωπο κατέχει αφορολόγητα προϊόντα κατά παράβαση των διατάξεων του παρόντος Νόμου, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος .» Κατ' αρχάς, δεν μπορώ να συμφωνήσω με την εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου υπεράσπισης ότι υπάρχει ασάφεια στο Νόμο σε σχέση με το τι σημαίνει αφορολόγητο προϊόν. Είναι σαφές και ξεκάθαρο από το κείμενο του Νόμου ότι αφορολόγητο προϊόν είναι αυτό για το οποίο δεν έχουν πληρωθεί οι φόροι κατανάλωσης. Από το λεκτικό της πιο πάνω νομοθετικής διάταξης προκύπτει, συνεπώς, ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της Πρώτης Κατηγορίας που αντιμετωπίζει ο Κατηγορούμενος είναι: (α) η κατοχή (β)εμπορευμάτων (γ) για τα οποία δεν έχουν πληρωθεί οι φόροι κατανάλωσης. Το αδίκημα της κατοχής αφορολόγητων εμπορευμάτων, κατά παράβαση του Άρθρου 140
(7)του Ν. 91(Ι)/2004 είναι αυστηρής ευθύνης, δηλαδή δεν απαιτείται η απόδειξη υποκειμενικής υπόστασης (mens rea), αλλά απλώς η απόδειξη κατοχής των αφορολόγητων εμπορευμάτων. Βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Αντώνη Δημητρίου
(2010)2 Α.Α.Δ.
  1. Είναι συνεπώς εκ του περισσού η συμπερίληψη στις Λεπτομέρειες Αδικήματος της Πρώτης Κατηγορίας της φράσης «για το οποίο είχε λόγους να πιστεύει ότι αποφεύχθηκε». Σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 91(Ι)/2004, ο φόρος κατανάλωσης είναι απαιτητός και κατ' επέκταση πληρωτέος κατά το χρόνο που τα εμπορεύματα τίθενται σε ανάλωση ή κατά τη διαπίστωση των ελλειμμάτων επί των οποίων οφείλεται φόρος κατανάλωσης. Όσον αφορά προϊόντα που έχουν τεθεί από τελωνειακό καθεστώς κατά την είσοδό τους στη Δημοκρατία, η εισαγωγή τους λογίζεται ότι γίνεται τη στιγμή που εξέρχονται από αυτό το καθεστώς. Περαιτέρω, στην περίπτωση αντικανονικής εξόδου από καθεστώς αναστολής ή τελωνειακό καθεστώς αναστολής ή ελεύθερη ζώνη ή ελεύθερη αποθήκη ή αντικανονικής παραγωγής ή αντικανονικής εισαγωγής ή αντικανονικής εισόδου στη Δημοκρατίας, ο φόρος κατανάλωσης καταβάλλεται με βάση τους συντελεστές που ισχύουν κατά το χρόνο διαπίστωσης των παραβάσεων αυτών. Το Αυτοκίνητο εξήλθε αντικανονικά από το καθεστώς προσωρινής εισαγωγής μετά τη λήξη της τελευταίας παράτασης που είχε χορηγηθεί και έληγε στις 31/10/
  2. Η παράβαση, όμως, εντοπίστηκε από το Τμήμα Τελωνείων το έτος 2007, εξ ου και ο υπολογισμός του φόρου κατανάλωσης στο ποσό των €1.722,00 με βάση τους συντελεστές που ίσχυαν στις 27/2/2008, που ουσιαστικά ήταν οι ίδιοι με τους συντελεστές κατά την ημερομηνία εντοπισμού της παράβασης. Συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα αναδρομικής εφαρμογής των διατάξεων του Νόμου, ανεξάρτητα του ότι στις Λεπτομέρειες Αδικήματος καθορίζεται ως χρόνος διάπραξης του αδικήματος η περίοδος από την 1 Νοεμβρίου του 2001 μέχρι την 18 Απριλίου του 2007, ήτοι και περίοδος πριν το 2004 που τέθηκε σε ισχύ ο Νόμος. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι η κατοχή του Αυτοκινήτου από τον Κατηγορούμενο συνεχίστηκε και για την περίοδο από το 2004 μέχρι και τις 18/4/2007 που τύγχανε εφαρμογής ο Νόμος. Εφόσον, περαιτέρω, το αδίκημα της κατοχής είναι διαρκές και συνεχιζόμενο αδίκημα, δεν κρίνεται αναγκαίο να γίνει τροποποίηση στις Λεπτομέρειες Αδικήματος για να αναπροσαρμοστεί ανάλογα η χρονική διάρκεια διάπραξής του. Εφόσον, λοιπόν, ο Κατηγορούμενος κατείχε το Αυτοκίνητο χωρίς να έχουν πληρωθεί οι φόροι κατανάλωσης, δεν χωρεί αμφιβολίας ότι η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της Πρώτης Κατηγορίας. Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην Πρώτη Κατηγορία. Το Άρθρο 140
(6)του περί Φόρων Κατανάλωσης Νόμου, Ν. 91(Ι)/2004, το οποίο αποτελεί τη νομική βάση της Δεύτερης Κατηγορίας, διαλαμβάνει τα εξής: «Πρόσωπο το οποίο εν γνώσει του ή λόγω βαριάς αμέλειας ενέχεται με οποιοδήποτε τρόπο στην αποφυγή ή απόπειρα αποφυγής της καταβολής των οφειλομένων στα προϊόντα φόρων κατανάλωσης ή στη μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από τον παρόντα Νόμο, με σκοπό τη μη καταβολή των ως άνω φόρων κατανάλωσης, είναι ένοχο αδικήματος.» Σύμφωνα με το λεκτικό της πιο πάνω νομοθετικής διάταξης, σε συνδυασμό με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος, τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της Δεύτερης Κατηγορίας είναι: α) η με γνώση β)αποφυγή γ)καταβολής των οφειλομένων φόρων κατανάλωσης για το Αυτοκίνητο. Στην υπόθεση Henry Harry Hodfield v. Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων
(2002)2 Α.Α.Δ. 414 εξετάστηκε το θέμα της γνώσης στην αποφυγή καταβολής δασμών και αναφέρθηκε ότι η απόδειξή της στηρίζεται συνήθως από το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας. Σε τέτοιου είδους υποθέσεις δεν αναμένεται απ' ευθείας μαρτυρία αλλά περιστατική, η οποία συνάγεται από τη συμπεριφορά του δράστη και γενικά τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση. Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι ο Κατηγορούμενος σαφέστατα γνώριζε για την ημερομηνία λήξης του καθεστώτος της προσωρινής εισαγωγής του Αυτοκινήτου και εφόσον ήθελε να συνεχίσει να το κατέχει, όφειλε να καταβάλει τους φόρους κατανάλωσης, κάτι που δεν έπραξε. Όσον αφορά το ζήτημα της αναδρομικότητας που ήγειρε η υπεράσπιση, επαναλαμβάνω όσα ανέφερα κατά την εξέταση του αδικήματος της Πρώτης Κατηγορίας. Συνεπώς, η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας όλα τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της Δεύτερης Κατηγορίας, στην οποία ο Κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος. Τα Άρθρα 96
(1)και 126 του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου, Ν.94(Ι)/2004, διαλαμβάνουν τα εξής: «96(Ι) Οποιοδήποτε πρόσωπο παραλείπει, αρνείται ή και αμελεί να συμμορφωθεί με οποιουσδήποτε από τους όρους ή περιορισμούς που επιβλήθηκαν από άδεια ή έγκριση του Διευθυντή που χορηγήθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις της τελωνειακής ή άλλης νομοθεσίας ή με οδηγία που δόθηκε από το Διευθυντή σύμφωνα με τις διατάξεις της τελωνειακής ή της άλλης νομοθεσίας είναι ένοχο ποινικού αδικήματος.» «126
(1)Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου δεν επηρεάζουν: (α) Την ποινική ευθύνη, τη δίκη ή την τιμωρία για αδίκημα που διαπράχθηκε κατά παράβαση των Νόμων που καταργήθηκαν διά του παρόντος Νόμου. (β) την ποινική ευθύνη, αναφορικά με οποιαδήποτε πράξη που διενεργήθηκε ή που άρχισε πριν από την έναρξη του παρόντος Νόμου: Νοείται ότι η πράξη περιλαμβάνει απόπειρα ή παράλειψη της εν λόγω πράξης.
(2)Χωρίς επηρεασμό του κύρους των ενεργειών ή των διαδικασιών οι οποίες έγιναν ή ακολουθήθηκαν με βάση το καθεστώς που ίσχυε πριν από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου, εκκρεμή ζητήματα ή διαδικασίες που άρχισαν, αλλά δεν ολοκληρώθηκαν κατά την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου, θα διεκπεραιωθούν κατά το δυνατόν, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου και των Κανονισμών, Διαταγμάτων ή γνωστοποιήσεων που εκδίδονται δυνάμει αυτού.» Το Άρθρο 150
(2)του περί Φόρων Κατανάλωσης Νόμου, Ν.91(Ι)/2004, διαλαμβάνει τα εξής: «Τα Άρθρα 74, 77, 83, 84, 85, 86, 88, 90, 91, 92, 93, 95, 96, 97, 98, 100, 102, 103, 104, 104, 106, 107, 108, 109, 110, 113, 117 και 120 του εκάστοτε σε ισχύ περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, σε σχέση με οποιοδήποτε θέμα που σχετίζεται με φόρους κατανάλωσης, οποιαδήποτε δε αναφορά σε δασμό ή φόρο που γίνεται στις πιο πάνω διατάξεις θα ερμηνεύεται ως αναφορά σε φόρους κατανάλωσης, εκτός αν ο παρόν Νόμος προβλέπει διαφορετικά.» Η υποχρέωση του Κατηγορουμένου να επανεξάξει το Αυτοκίνητο μετά τη λήξη του καθεστώτος προσωρινής εισαγωγής προέκυπτε από την αρχική ειδοποίηση που του είχε επιβληθεί με το Έντυπο Τελ.
  1. Η παράβαση συντελέστηκε με τη λήξη της τελευταίας προθεσμίας, δηλαδή την 1/11/
  2. Συνεπώς, πρόκειται για ποινική ευθύνη που προέκυπτε από το παλαιό νόμο και θεωρώ ότι ο Κατηγορούμενος θα έπρεπε να διωχθεί με τον προηγούμενο νόμο, κάτι που δεν έγινε. Ως εκ τούτου, η Κατηγορούσα Αρχή δεν μπορεί να επιτύχει καταδίκη με τον τρόπο που είναι διατυπωμένο το αδίκημα σήμερα. Συνεπώς, ο Κατηγορούμενος απαλλάσσεται και αθωώνεται στην Τρίτη Κατηγορία. Τέλος, δεν συμφωνώ ότι στα περιστατικά της παρούσας υπήρξε παραβίαση των συνταγματικών δικαιωμάτων του Κατηγορουμένου για τη διάγνωση της ποινικής του ευθύνης εντός ευλόγου χρόνου. Η παραβίαση εντοπίστηκε το
  3. Σαφέστατα θα μπορούσε να εντοπιστεί ενωρίτερα, αλλά δεν πρέπει να διαφεύγει της προσοχής μας ότι ήταν υποχρέωση του Κατηγορουμένου να μεριμνήσει για την τελωνειακή διευθέτηση του Αυτοκινήτου. Σημειώνεται, επίσης, ότι μετά την κατάσχεση του Αυτοκινήτου, έγιναν προσπάθειες από το Τμήμα Τελωνείων για την εξώδικη διευθέτηση των αδικημάτων, οι οποίες δεν καρποφόρησαν. Το χρονικό διάστημα που παρήλθε έδινε εξ άλλου στον Κατηγορούμενο άπλετο χρόνο και ευκαιρία για να διευθετήσει τις τελωνειακές του υποχρεώσεις και οφειλές, κάτι που δεν έπραξε. Συνεπώς, η εν λόγω θέση της υπεράσπισης απορρίπτεται. (Υπ.) ...................................... Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.