Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων ν. CHRISTAKIS JOVANNIS MINI-MARKET LIMITED κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 13809/2010, 13/1/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:B6 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: M. MΗΛΙΩΤΟΥ, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 13809/2010 Διευθυντή Τμήματος Εργασιακών Σχέσεων ν.
- CHRISTAKIS JOVANNIS MINI-MARKET LIMITED
- ΓΙΩΡΓΟΥ ΘΕΟΔΩΡΟΥ Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 13 Ιανουαρίου
- Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: κ. Γ. Προδρόμου. Για τους Κατηγορουμένους 1 και 2: κ. Ναθαναήλ. Κατηγορούμενος 2: Παρών. ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Κατηγορούμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν από κοινού 7 Κατηγορίες κατά παράβαση νομοθετημάτων που αφορούν τον τομέα των εργασιακών σχέσεων. Έχουν παραδεχθεί τις Κατηγορίες 2 - 7, ενώ δεν παραδέχθηκαν ενοχή στην Πρώτη Κατηγορία που αφορά το αδίκημα της διάθεσης προς πώληση μη επιτρεπόμενων προϊόντων κατά παράβαση της παραγράφου 6 των περί των Καθορισμού των Προϊόντων ή/και Υπηρεσιών που διατίθενται από τα Ειδικά Καταστήματα Διαταγμάτων του 2006 και 2007 (Κ.Δ.Π. 440/2006 και Κ.Δ.Π. 278/2007) που εκδόθηκαν δυνάμει του Άρθρου 26 των περί της Ρύθμισης της Λειτουργίας Καταστημάτων και της Απασχόλησης των Υπαλλήλων τους Νόμων του 2006 και 2007 (115(Ι)/2006 και 68(Ι)/2007), των Άρθρων 2 και 30 του ιδίου Νόμου και του Άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Σύμφωνα με τις Λεπτομέρειες Αδικήματος της Πρώτης Κατηγορίας, οι Κατηγορούμενοι στις 24/3/2010 στο κατάστημα διαρκούς εξυπηρέτησης «Jiovanis» στη Λεωφόρο Αθηνών στη Λάρνακα, διέθεταν προς πώληση μη επιτρεπόμενα προϊόντα, κατά παράβαση της σχετικής νομοθεσίας. Για την απόδειξη της υπόθεσης της Κατηγορούσας Αρχής κατέθεσε μία μάρτυρας. Όταν δε κλήθηκαν σε απολογία, οι Κατηγορούμενοι προέβηκαν σε ανώμοτη δήλωση και δεν κάλεσαν κάποιο μάρτυρα. Μοναδική μάρτυρας κατηγορίας, λοιπόν, ήταν η κα. Μαργαρίτα Χαντζηκωνσταντίνου (Μ.Κ.1), Επιθεωρήτρια Εργασιακών Σχέσεων στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας των Επαρχιών Λάρνακας - Αμμοχώστου από το 2007, η οποία υιοθέτησε γραπτή δήλωση για σκοπούς της κυρίως της εξέτασης (Τεκμήριο «1»). Σύμφωνα με το Τεκμήριο 1, η Μ.Κ.1 στις 24/3/2010 επισκέφθηκε για επιθεώρηση το περίπτερο «Jiovanis» μαζί με κάποια συνάδελφό της. Πριν την είσοδό τους στο κατάστημα, έβγαλαν φωτογραφίες της πρόσοψης του καταστήματος και της εισόδου (Τεκμήρια «3.1» και «3.2»), όπου φαίνεται η επιγραφή «CONVENIENCE STORE, JIOVANIS KIOSK, SOUVENIRS - CAVA». Διαπίστωσαν ότι στην είσοδο του καταστήματος δεν ήταν αναρτημένη η Πινακίδα Ωραρίου Ειδικού Καταστήματος, η οποία είχε γνωστοποιηθεί στο Τμήμα τους στις 7/3/
- Κατά την επιθεώρηση, διαπίστωσαν ότι εντός του καταστήματος υπήρχε χώρος ο οποίος επικοινωνεί με το κατάστημα, όπου διατίθενται προς πώληση αλκοολούχα ποτά (J&B, Famous Grouse, Ballantines, Baileys, Absolute Vodka, Bacardi Breezer, Smirnoff, Malibu, Zivania, Metaxa, κρασιά και άλλα), κατά παράβαση της νομοθεσίας. Έβγαλαν φωτογραφίες του χώρου αυτού, ήτοι του άλλου δωματίου δίπλα από το ταμείο (Τεκμήρια «3.3» και «3.5»). Ο εν λόγω χώρος δεν έχει ξεχωριστή είσοδο/έξοδο από το κατάστημα ούτε ξεχωριστή ταμειακή μηχανή. Διαπίστωσαν, επίσης, ότι στον υπόλοιπο χώρου του περιπτέρου διατίθενται προς πώληση ζάχαρη ενός κιλού, αλάτι ενός κιλού, αλεύρι, μακαρόνια, ρύζι, παιδικές τροφές, παιδικό γάλα, κονσέρβες (τόνοι, πόλιπιφ, σαρδέλες, λαχανικά), ξύδι, ψωμιά, μπαχαρικά, αυγά, καθαριστικά (ajax, fioro, tik-tak, domestos, χλωρίνη, wettex), μαλακτικό ρούχο comfort και σκόνη πλυσίματος ariel. Διαπίστωσαν, περαιτέρω, ότι δεν υπήρχαν αναρτημένες κάποιες άλλες πινακίδες σύμφωνα με τις πρόνοιες της νομοθεσίας. Συνομίλησαν με δύο υπαλλήλους στο κατάστημα, οι οποίοι τους είπαν, μεταξύ άλλων, ότι δεν είχαν ενημερωθεί για τους βασικούς όρους της απασχόλησής τους. Κατά την επιθεώρηση βρισκόταν στο κατάστημα η κα. Τίφανη Νικολάου, η οποία τους είπε ότι είναι σύζυγος ενός εκ των ιδιοκτητών, ήτοι του Ανδρέα Νικολάου. Της ζήτησαν να επικοινωνήσει με κάποιο εκ των ιδιοκτητών και αυτή επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον Κατηγορούμενο 2 και έδωσε το ακουστικό στην Μ.Κ.1 για να του μιλήσει. Η Μ.Κ.1 επέστησε την προσοχή του Κατηγορουμένου 2 στο Νόμο και όταν του ανέφερε ότι η μη ανάρτηση της Πινακίδας Ωραρίου Ειδικού Καταστήματος αποτελεί αδίκημα, αυτός απάντησε «Μάλιστα. Δεν το κάμαμεν; Δεν το ήξερα». Του ανέφερε, επίσης, ότι η διάθεση προς πώληση μη επιτρεπόμενων προϊόντων από το εν λόγω κατάστημα αποτελεί αδίκημα και απάντησε «Ποια είναι;» Ακολούθως, η Μ.Κ.1 ανέφερε σε αυτόν για τις άλλες παραλήψεις που διαπίστωσαν. Η Μ.Κ.1 πληροφόρησε τον Κατηγορούμενο 2 ότι δυνατόν να διωχθεί ποινικά για τα αδικήματα που διέπραξε και αυτός της απάντησε «Να βρεθούμε να μου τα πεις εμένα να δούμε τι θα κάνουμε. Ποιος είναι ο διευθυντής σου; Γράψετε μας το τηλέφωνο της προϊσταμένης σας για να επικοινωνήσουμε και να συμμορφωθούμε». Πέραν των όσων καταγράφονται στο Τεκμήριο 1, η Μ.Κ.1 ανέφερε ότι η Πινακίδα Ωραρίου Ειδικού Καταστήματος γνωστοποιήθηκε στο Τμήμα της προφανώς από τον Κατηγορούμενο 2 στις 7/3/2007, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο «2». Το κατάστημα ήταν περίπτερο και δεν ζητήθηκε πινακίδα για κάβα. Κατέθεσε, επίσης, φωτογραφία, Τεκμήριο «3.4», όπου φαίνονται κάποια ράφια εντός του περιπτέρου, όπου υπάρχουν κάποια από τα μη επιτρεπόμενα προϊόντα. Όταν βρισκόταν στο περίπτερο, η M.K.1 κατέγραψε τα μη επιτρεπόμενα προϊόντα που εντόπισε σε έντυπο ελέγχου, το οποίο κατατέθηκε ως Τεκμήριο «4». Ανέφερε, επίσης, ότι στη συνέχεια έγιναν ακόμη δύο επιθεωρήσεις, όπου διαπιστώθηκε ότι εξακολουθούσαν να πωλούν μη επιτρεπόμενα προϊόντα. Τότε συνομίλησαν με τον Κατηγορούμενο 2, ο οποίος στις 9/5/2011 τους ζήτησε γραπτώς να του στείλουν την πινακίδα ειδικού καταστήματος επειδή την έχασε. Έγινε, επίσης, συνάντηση στις 25/5/2011 μεταξύ της Επαρχιακής λειτουργού, κας Μαργαρίτας Θεοφιλίδου, του Κατηγορούμενου 2 και της Μ.Κ.1, όπου ανέφεραν σε αυτόν για τα μη επιτρεπόμενα προϊόντα και ενημερώθηκε για τις ενέργειες που έπρεπε να γίνουν. Κατά την αντεξέτασή της, η Μ.Κ.1 ανέφερε ότι δεν φωτογραφήθηκαν όλα τα προϊόντα, αλλά κάποια ενδεικτικά, τα οποία υπέδειξε. Δεν έχουν αρμοδιότητα να κάνουν κατάσχεση. Μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι οι τόνοι που φαίνονται στη φωτογραφία έχουν την επιγραφή «rio mare» και οι κονσέρβες είναι χρώματος πορτοκαλοροζ. Αρνήθηκε ότι οι κονσέρβες που είπε ότι ήταν τόνοι και κρέατος είναι κονσέρβες για τροφή σκύλου, ως και ότι δεν είναι ψωμιά αυτά που φαίνονται στη φωτογραφία, αλλά φρυγανιές. Δεν θυμόταν κατά πόσον υπήρχε πόρτα που να διαχωρίζει τον υπόλοιπο χώρο του περιπτέρου με το δωμάτιο που υπήρχαν τα αλκοολούχα ποτά ή αν υπήρχε κάτι διαχωριστικό. Αρνήθηκε, επίσης, ότι οι μπουκάλες που φαίνονται στη φωτογραφία δεν περιέχουν κρασί αλλά κάποιο άλλο υγρό ή τίποτε. Στη συνέχεια, της έγιναν ερωτήσεις σε σχέση με τη συζήτηση που είχαν με τον Κατηγορούμενο 2 στη συνάντηση στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας. Αρνήθηκε, μεταξύ άλλων, ότι του είπε ότι δεν επιτρέπονται οι βερμούδες και κατατέθηκε ως Τεκμήριο «5» το έντυπο ελέγχου της επιθεώρησης που έγινε στις 9/5/
- Κατά την επανεξέτασή της, η Μ.Κ.1 κατέθεσε ως Τεκμήρια «5, «6» και «7» τρεις κονσέρβες τόνου μάρκας «rio mare», τις οποίες αγόρασε λίγες ημέρες πριν την ένορκη κατάθεσή της από κάποια υπεραγορά, λέγοντας ότι είναι οι ίδιες κονσέρβες με αυτές που εντόπισε στο περίπτερο κατά την επίδικη επιθεώρηση. Μετά από άδεια του Δικαστηρίου, η Μ.Κ.1 αντεξετάστηκε περαιτέρω και της υποβλήθηκε ότι τα Τεκμήρια 5, 6, και 7 δεν περιέχουν τόνο. Σημειώνεται, επίσης, ότι έγιναν οι ακόλουθες δηλώσεις παραδεκτών γεγονότων: Η Κατηγορουμένη 1 εταιρεία είναι νομότυπα εγγεγραμμένη στην Κύπρο από το 1994 μέχρι και σήμερα. Ο Κατηγορούμενος 2 είναι διευθυντής της Κατηγορουμένης 1 από τις 21/5/2009 μέχρι και σήμερα. Η Κατηγορουμένη 1 προγενέστερα και κατά τον επίδικο χρόνο διέθετε επιχείρηση περιπτέρου με την ονομασία «Jiovanis» στη Λεωφόρο Αθηνών στη Λάρνακα. Ο Κατηγορούμενος 2 στην ανώμοτή του δήλωση ανέφερε ότι η εταιρεία δεν πωλούσε απαγορευμένα προϊόντα απ' όσα γνωρίζει. Δεν δουλεύει εκεί και όσες φορές έχει πάει, δεν είχε καμιά φορά απαγορευμένα προϊόντα στο κατάστημα. Την ημέρα που πήγαν εκεί, ο Κατηγορούμενος 2 δεν ήταν καν στο κατάστημα. Στο στάδιο των αγορεύσεων, ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής αναφέρθηκε στο σκοπό του Νόμου και παρέπεμψε στην Κ.Δ.Π. 440/2006, όπου καθορίζονται τα επιτρεπόμενα προϊόντα για περίπτερα. Προέβη σε σύνοψη της μαρτυρίας και εισηγήθηκε με παραπομπή σε νομολογία γιατί θα πρέπει να βρεθούν ένοχοι οι Κατηγορούμενοι στην Κατηγορία που αντιμετωπίζουν. Στην αντίπερα όχθη, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Κατηγορουμένων εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή έπρεπε να αποδείξει ότι πρόκειται για περίπτερο. Ανέφερε, επίσης, ότι από τις προσκομισθείσες φωτογραφίες δεν μπορεί κάποιος να διακρίνει τι προϊόντα απεικονίζονται σε αυτές και εισηγήθηκε ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν απέδειξε ότι διατίθεντο προς πώληση μη επιτρεπόμενα προϊόντα. Εισηγήθηκε, επίσης, ότι το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει τη μαρτυρία της Μ.Κ.1 για τους λόγους που εξήγησε. Ανέφερε, επίσης, ότι οι διαδικαστικοί κανονισμοί μιλούν για περίπτερο ή κατάστημα διαρκούς εξυπηρέτησης και ότι η Κατηγορούσα Αρχή δεν διαχώρισε αυτές τις έννοιες. Δεν αποδείχθηκε, επίσης, ήταν η θέση του ότι πρόκειται για υποστατικό όπου διεξάγεται λιανικό εμπόριο, η συνέργεια του Κατηγορουμένου 2 στο αδίκημα και ζήτησε την αθώωση των πελατών του. Αξιολόγηση-Ευρήματα Έχω παρακολουθήσει με κάθε δυνατή και επιβαλλόμενη προσοχή όλους τους μάρτυρες, τον τρόπο, το ύφος, τη συμπεριφορά, τις αντιδράσεις και γενικά την παρουσία τους στο Δικαστήριο και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία τους με σκοπό να καταλήξω στα αναγκαία ευρήματα και συμπεράσματα για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Η Μ.Κ.1 μου έκανε γενικά πολύ καλή εντύπωση και μου έδωσε την εικόνα ειλικρινούς και αξιόπιστου προσώπου. Πέραν κάποιων αναφορών, για τις οποίες θα προβώ σε ξεχωριστό σχολιασμό κατωτέρω, θεωρώ ότι ως Επιθεωρήτρια Εργασιακών Σχέσεων περιορίστηκε σε γεγονότα για τα οποία μπορούσε να δώσει άμεση μαρτυρία σε συνδυασμό με κάποια στοιχεία που προκύπτουν από έγγραφα, τα οποία ως εκ των καθηκόντων της κατείχε. Δεν θεωρώ ούτε έχω επισημάνει ο,τιδήποτε, από το οποίο μπορεί να συναχθεί ότι θα ήταν διατεθειμένη να παραποιήσει μέρος των γεγονότων. Τουναντίον, η Μ.Κ.1 κατέθεσε με σαφήνεια, πειστικότητα και τρόπο αρκούντος επεξηγηματικό και κατανοητό σε σχέση με την επιθεώρηση την οποία διεξήγαγε στο επίδικο κατάστημα μαζί με τη συνάδελφό της, τις διαπιστώσεις της, τί της λέχθηκε και τι ακολούθησε της επίδικης επιθεώρησης. Κατά την αντεξέτασή της δεν αμφισβητήθηκε η αναφορά της μάρτυρος ότι το κατάστημα που επιθεώρησε ήταν περίπτερο, ως και ότι η Κατηγορουμένη 1 στις 7/3/2007 κοινοποίησε στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας το Τεκμήριο 2, ήτοι πινακίδα ωραρίου ειδικού καταστήματος της κατηγορίας «διαρκούς καταστήματος». Δεν αμφισβητήθηκε, επίσης, ότι στο επίδικο κατάστημα διατίθεντο προς πώληση προϊόντα. Τουναντίον, δηλώθηκε ως παραδεκτό γεγονός ότι στην συγκεκριμένη διεύθυνση που επισκέφθηκε η μάρτυρας η Κατηγορουμένη 1 διέθετε επιχείρηση περιπτέρου με την ονομασία «Jiovanis». Αυτό ήταν το όνομα του ειδικού καταστήματος που η Κατηγορουμένη 1 κατέγραψε στο Τεκμήριο 2, ήτοι «Jiοvanis Kiosk», ως και η επωνυμία που αναγράφεται στις πινακίδες στην πρόσοψη και είσοδο του καταστήματος που η Μ.Κ.1 επισκέφθηκε και επιθεώρησε, ως τούτο φαίνεται στις φωτογραφίες, Τεκμήρια 3.1 και 3.
- Πέραν τούτων, η μάρτυρας ανέφερε και δεν αμφισβητήθηκε ότι στο επίδικο κατάστημα υπήρχαν, μεταξύ άλλων, ράφια, όπου ήταν τοποθετημένα διάφορα και μεγάλος αριθμός προϊόντων, ως τούτο εξ άλλου απεικονίζεται ευκρινώς στις φωτογραφίες, Τεκμήρια 3.3 και 3.5, ως και ταμειακή μηχανή. Αυτό που ουσιαστικά επιχειρήθηκε να αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση κατά την αντεξέταση της μάρτυρος, είναι κατά πόσον τα προϊόντα που η Μ.Κ.1 εντόπισε ήταν αυτά που ανέφερε. Κατ' αρχάς, δεν συμμερίζομαι την θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της υπεράσπισης ότι για την απόδειξη των προϊόντων που εντόπισε η μάρτυρας να διατίθεντο προς πώληση, θα έπρεπε είτε να παρουσιαστούν φωτογραφίες που να απεικονίζουν με περισσή ευκρίνεια όλα τα προϊόντα ή να παρουσιαστούν τα ίδια τα προϊόντα ή ακόμη περισσότερο να παρουσιαστεί εργαστηριακή ανάλυση εκάστου για να αποδειχθεί, επί παραδείγματι, ότι το προϊόν που βρίσκεται συσκευασμένο και τοποθετημένο στο ράφι του καταστήματος, το οποίο είναι θέσφατο στο μέσο λογικό άνθρωπο ότι είναι φέτες ψωμιού και επί του οποίου υπάρχει ετικέτα ότι είναι ψωμί, πράγματι είναι ψωμί. Σε κάθε περίπτωση, έχω ικανοποιηθεί ότι η Μ.Κ.1 ως εκ της θέσης, των καθηκόντων και της πείρας της είναι σε θέση να διαπιστώσει κατά πόσο ένα προϊόν είναι πράγματι ψωμί και όχι φρυγανιά, όπως εισηγήθηκε ο συνήγορος υπεράσπισης, κάτι εξ άλλου που μπορεί να διαπιστωθεί με γυμνό μάτι. Η κατάθεση μάλιστα από την ίδια των τριών κονσερβών τόνων, Τεκμήρια 5, 6 και 7, ως τις ιδίου τύπου κονσέρβες τόνων που εντόπισε στα ράφια και φαίνονται στη φωτογραφία, Τεκμήριο 3.4, ενισχύουν την αξιοπιστία της μάρτυρος και καταδεικνύουν ότι αυτή είναι σε θέση να ξεχωρίζει πολύ καλά, επί παραδείγματι, μια κονσέρβα τόνου από μια κονσέρβα με τροφή σκύλου. Αν τελικά μέσα στις κονσέρβες που εντόπισε η Μ.Κ.1 ή στα Τεκμήρια 5, 6 και 7 δεν υπάρχει τόνος, ως αναγράφεται στη συσκευασία, αλλά άχυρο, αυτό δεν διαφοροποιεί το ζητούμενο, εφόσον αυτό που εξετάζουμε είναι το πώς διατίθεται προς πώληση συγκεκριμένο προϊόν ή εμπόρευμα. Τα ανωτέρω ισχύουν και για τα υπόλοιπα προϊόντα που η μάρτυρας ανέφερε ότι εντόπισε, όπως για παράδειγμα τα διάφορα οινοπνευματώδη ποτά, τα οποία κατέγραψε στο Τεκμήριο 4 την ώρα της επιθεώρησης, τη ζάχαρη, το γάλα, τα διάφορα είδη καθαρισμού και ούτω καθ' εξής. Σημειώνω, επίσης, ότι στην πινακίδα στην πρόσοψη και είσοδο του καταστήματος καταγράφεται η λέξη «cava», επιγραφή που δηλώνει ότι εντός του καταστήματος διατίθενται προς πώληση οινοπνευματώδη ποτά. Δόθηκε, επίσης, υπέρμετρη βαρύτητα στην μικρή διάσταση που υπήρξε μεταξύ της ένορκης αναφοράς της μάρτυρος και της καταγραφής στο Τεκμήριο 4 σε σχέση με το αν υπάρχει πόρτα ανοικτή ή όχι στο δωμάτιο που βρίσκονται τα ράφια με τα αλκοολούχα ποτά. Αυτή, όμως, η μικρή αντίφαση κρίνεται επουσιώδης και δεν είναι ικανή να κλονίσει τη γενικότερη καλή εντύπωση που σχημάτισα σε σχέση με την αξιοπιστία της μάρτυρος. Αυτό εξ άλλου που είχε σημασία για σκοπούς των διαπιστώσεων και της επιθεώρησης που διεξήγαγε η μάρτυρας ήταν πως δεν υπήρχε ξεχωριστή είσοδος και έξοδος για το δωμάτιο που βρίσκονται τα ράφια με τα αλκοολούχα ποτά ή ξεχωριστή ταμειακή μηχανή για την πώληση τούτων. Σε κάθε περίπτωση, δέχομαι πως η πραγματικότητα βρίσκεται σε αυτά που καταγράφονται στο Τεκμήριο 4, το οποίο η Μ.Κ.1 συμπλήρωσε κατά το χρόνο της επιθεώρησης και όχι σε αυτά που ανέφερε κατά την ένορκη κατάθεσή της, ήτοι μετά την παρέλευση σημαντικού χρονικού διαστήματος, όπου είναι εύλογο και αναμενόμενο να μην θυμόταν ένα μη ουσιώδες για τον έλεγχό της γεγονός. Ομολογουμένως, υπήρξε κάποια σύγχυση στα λεγόμενα της μάρτυρας σε σχέση με συγκεκριμένες καταγραφές της στο Τεκμήριο 5 που αφορούσε μεταγενέστερη επιθεώρηση που διενήργησε στο επίδικο κατάστημα μετά πάροδο πέραν του ενός έτους από την ημερομηνία διεξαγωγής της επίδικης επιθεώρησης. Η Μ.Κ.1 δεν επεξήγησε ικανοποιητικά για ποιό λόγο κατέγραψε στο Τεκμήριο 5 συγκεκριμένα προϊόντα που δεν ήταν μη επιτρεπόμενα, ενώ κατά τα άλλα δεν κατέγραψε όλα τα προϊόντα που εντόπισε στο κατάστημα. Ενδεχομένως, η Μ.Κ.1 να κατέγραψε τούτα γιατί προς στιγμής τα θεώρησε μη επιτρεπόμενα. Το τι είναι, όμως, επιτρεπόμενο προϊόν και τι όχι δεν είναι θέμα μαρτυρίας, αλλά ζήτημα που εξετάζεται σε συνάρτηση με τον ισχύοντα νόμο και κανονισμό και δεν αποτελεί αντικείμενο αξιολόγησης η νομική κατάρτιση της μάρτυρος. Σε κάθε περίπτωση, δεν αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή της ότι ήταν βερμούδες που εντόπισε και κατέγραψε και όχι για παράδειγμα εσώρουχα, ώστε να κλονιστεί η αξιοπιστία και η ικανότητα της μάρτυρος να αντιλαμβάνεται τι βλέπει και να διαπιστώνει περί τίνος πρόκειται συγκεκριμένο προϊόν. Υπενθυμίζω, βεβαίως, ότι αντικείμενο εξέτασης της παρούσας είναι οι διαπιστώσεις της μάρτυρος κατά την επίδικη επιθεώρηση και σημειώνω ότι η εν λόγω αντίφαση κρίνεται επουσιώδης και μη ικανή να κλονίσει τη γενικότερη καλή εντύπωση που σχημάτισα για την αξιοπιστία της. Σημειώνω, όμως, ότι δεν μπορώ να δεχθώ την αρχική αναφορά της μάρτυρος ότι είναι ο Κατηγορούμενος 2 που υπέβαλε στο Τμήμα Εργασιακών Σχέσεων το Τεκμήριο 2, εφόσον στη συνέχεια αυτή ανέφερε ότι προφανώς τούτο να έγινε από αυτόν, χωρίς να είναι διαφωτιστική και επεξηγηματική για την αρχική της αναφορά. Καθηκόντως, επίσης, θα αγνοήσω την αναφορά της σε προηγούμενη καταδίκη της Κατηγορουμένης
- Με τις διευκρινίσεις και διαφοροποιήσεις που προβαίνω ανωτέρω, η μαρτυρία της Μ.Κ.1 γίνεται αποδεκτή. Ως έχει προαναφερθεί, ο Κατηγορούμενος 2 επέλεξε να προβεί σε ανώμοτη δήλωση, επιλογή η οποία αποτελεί απόλυτο δικαίωμά του και σε καμία περίπτωση μπορεί η επιλογή του αυτή να ληφθεί εναντίον του. Όσον αφορά τη βαρύτητα και την αξία της, είναι νομολογιακά αποσαφηνισμένο ότι η δήλωση κατηγορούμενου χωρίς όρκο εξετάζεται και αξιολογείται μέσα στο σύνολο της μαρτυρίας ανάλογα με το πώς ταιριάζει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Τέτοια δήλωση χωρίς όρκο δεν πρέπει να παραμερίζεται ολότελα. Είναι υποχρέωση του Δικαστηρίου να της δώσει τη βαρύτητα που της αρμόζει και να την λάβει υπόψη του πριν φθάσει στο συμπέρασμα κατά πόσο η κατηγορούσα αρχή έχει αποδείξει την υπόθεσή της. Η ενδεχόμενη αξία της όμως είναι πειστική μάλλον παρά αποδεικτική εφόσον δεν μπορεί να αποδείξει γεγονότα που δεν είναι με άλλο τρόπο αποδεδειγμένα με μαρτυρία. Δεν εξομοιώνεται με ένορκη μαρτυρία η οποία υπόκειται σε έλεγχο με την αντεξέταση. Επίσης, δεν είναι ικανή να αντικρούσει μια ένορκη μαρτυρία που κρίθηκε ήδη από το Δικαστήριο ως αξιόπιστη. (Βλ. Vrakas v. Republic
(1972)2 CLR 139, Themistocleous v. The Police
(1981)2 CLR 200, Anastassiades v. Republic
(1977)2 CLR 97, Khadar v. Republic
(1978)2 C.L.R. 152, Δημοσθένους ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 129, Συμιανός ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, Θεοχάρους ν. Δημοκρατίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 22, Αχτάρ ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 397). Μπορεί, όμως, να βοηθήσει το Δικαστήριο να δει τα αποδεδειγμένα γεγονότα και τα συμπεράσματα που πρέπει να βγουν από αυτά με διαφορετικό φως. Σε καμιά περίπτωση, όμως, δεν θεωρείται ότι συμπληρώνει τυχόν κενά στη μαρτυρία της Κατηγορούσας Αρχής, η οποία παραμένει με την υποχρέωση να αποδείξει την ενοχή του κατηγορουμένου με την παρουσίαση αξιόπιστης μαρτυρίας και ταυτόχρονα ικανοποιητικής για να αποδείξει την κατηγορία. Έχοντας, λοιπόν, κατά νου τις πιο πάνω αρχές, θα δοθεί η αρμόζουσα βαρύτητα στο περιεχόμενο της ανώμοτης κατάθεσης του Κατηγορουμένου 2 κατά την εξαγωγή των τελικών συμπερασμάτων και στην απόφαση του Δικαστηρίου κατά πόσον κατάφερε η Κατηγορούσα Αρχή να αποδείξει την υπόθεσή της. Στη βάση της αξιολόγησης, της αποδεκτής μαρτυρίας και των παραδεκτών γεγονότων, τα κάτωθι αποτελούν ευρήματά μου: Η Κατηγορουμένη 1, η οποία είναι εταιρεία δεόντως εγγεγραμμένη, στις 24/3/2010 στην επιχείρηση περιπτέρου με την επωνυμία «Jiovanis» που διατηρεί στο κατάστημα που βρίσκεται επί της Λεωφόρου Αθηνών 79 στη Λάρνακα, και για το οποίο είχε γνωστοποιηθεί στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας στις 7/3/07 πινακίδα ειδικού καταστήματος διαρκούς εξυπηρέτησης δυνάμει του διατάξεων των περί της Ρύθμισης της Λειτουργίας Καταστημάτων και της Απασχόλησης των Υπαλλήλων τους Νόμων του 2006 και 2007, διέθετε προς πώληση, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα προϊόντα: ζάχαρη ενός κιλού, αλάτι ενός κιλού, αλεύρι, μακαρόνια, ρύζι, παιδικές τροφές, παιδικό γάλα, κονσέρβες (τόνοι, πόλιπιφ, σαρδέλες, λαχανικά), ξύδι, ψωμιά, μπαχαρικά, αυγά, καθαριστικά (ajax, fioro, tik tak, domestos, χλωρίνη, wettex), μαλακτικό ρούχο comfort, σκόνη πλυσίματος ariel και διάφορα οινοπνευματώδη ποτά. Ο Κατηγορούμενος 2 από τις 21/5/2009 μέχρι και σήμερα είναι διευθυντής της Κατηγορουμένης 1, στον οποίο η Μ.Κ.1 μίλησε τηλεφωνικώς κατά την επιθεώρηση που διενήργησε στο εν λόγω κατάστημα στις 24/3/2010, μετά που ζήτησε από υπάλληλο της Κατηγορουμένης 1 να μιλήσει με κάποιον από τους ιδιοκτήτες. Όταν η Μ.Κ.1 του επέστησε την προσοχή στο Νόμο και ότι η διάθεση προς πώληση μη επιτρεπόμενων προϊόντων από το εν λόγω κατάστημα συνιστά αδίκημα, ο Κατηγορούμενος 2 απάντησε «Ποια είναι;» Όταν, επίσης, πληροφόρησε αυτόν ότι δυνατόν να διωχθεί ποινικά για τα διάφορα αδικήματα που διαπίστωσε κατά την επιθεώρηση, ο Κατηγορούμενος 2 απάντησε «Να βρεθούμε να μου τα πεις εμένα να δούμε τι θα κάνουμε. Ποιος είναι ο διευθυντής σου; Γράψετε μας το τηλέφωνο της προϊσταμένης σας για να επικοινωνήσουμε και να συμμορφωθούμε». Νομική Πτυχή-Συμπεράσματα Σε όλες τις ποινικές υποθέσεις, όπως και στην παρούσα, η κατηγορούσα αρχή φέρει το βάρος απόδειξης σωρευτικής συνύπαρξης όλων των συστατικών στοιχείων του αδικήματος, με υψηλότατο επίπεδο απόδειξης, ήτοι πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Η κατηγορούσα αρχή θα πρέπει να αποδείξει, με αποδεκτή μαρτυρία, την ύπαρξη κάθε συστατικού στοιχείου του αδικήματος, αντικείμενο της κατηγορίας, και δεν επιτρέπονται υποθέσεις ως προς την ύπαρξη γεγονότων, όσον εύλογες κι εάν είναι. Βλ. Λοϊζου ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 363. Το βάρος εναποτίθεται στους ώμους της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει μαρτυρία που να είναι και αξιόπιστη και σαφής. Βλ. Φλουρής ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 401. Όπως τονίστηκε στην Γενικός Εισαγγγελέας ν. Ευριπίδου
(2002)2 Α.Α.Δ. 246 «οι κατηγορίες θα πρέπει να αποδεικνύονται πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας και όσα ερωτηματικά και αν η συμπεριφορά του εφεσίβλητου εγείρει, δεν θα ήταν δυνατόν να καταδικασθεί μετά την απόρριψη της μαρτυρίας της Κατηγορούσας Αρχής.» Όπως καθορίστηκε, μεταξύ άλλων, στην Τούμπας ν. Αστυνομίας
(1984)2 C.L.R. 110, εάν στο τέλος της υπόθεσης μείνει έστω και η παραμικρή αμφιβολία στο μυαλό του Δικαστηρίου για την ενοχή του κατηγορουμένου, τότε αυτό θα πρέπει να αποφασιστεί υπέρ του και να απαλλαγεί και αθωωθεί από την κατηγορία. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω κάποιες από τις διατάξεις των περί της Ρύθμισης της Λειτουργίας Καταστημάτων και της Απασχόλησης των Υπαλλήλων τους Νόμων του 2006 και 2007, Ν. 115(Ι)/2006και Ν. 68(Ι)/2007(στο εξής «ο Νόμος»). Σύμφωνα με τις ερμηνευτικές διατάξεις του Άρθρου 2 του Νόμου, «γενικό κατάστημα» σημαίνει οποιοδήποτε κατάστημα, το οποίο λειτουργεί με γενικό ωράριο με βάση τις διατάξεις του Νόμου και στο οποίο επιτρέπεται να διαθέτει προς πώληση προϊόντα ή/και υπηρεσίες. «Ειδικό κατάστημα» σημαίνει κατάστημα, το οποίο λειτουργεί με ειδικό ωράριο με βάση τις διατάξεις του Νόμου και στο οποίο επιτρέπεται να διαθέτει προς πώληση ορισμένα προϊόντα ή/και να προσφέρει τις υπηρεσίες που καθορίζονται με διάταγμα που εκδίδει ο Υπουργός. «Κατάστημα» σημαίνει οποιοδήποτε υποστατικό, στο οποίο διεξάγεται λιανικό εμπόριο ή επιχείρηση, και περιλαμβάνει τα γενικά καταστήματα και όλες τις κατηγορίες των ειδικών καταστημάτων, όπως αυτά καθορίζονται στο Νόμο. «Καταστηματάρχης» σημαίνει κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο ή οργανισμό δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου ή συνεταιρισμό, συμπεριλαμβανομένης της Κυβέρνησης της Δημοκρατίας, που έχει την ευθύνη ή στον οποίο ανήκει κατάστημα ή απασχολεί πρόσωπο σε ή σε σχέση με αυτό και περιλαμβάνει τον ιδιοκτήτη ή τον κύριο μέτοχο, διευθύνοντα σύμβουλο, γενικό διευθυντή ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα που έχουν τον έλεγχο ή την ευθύνη της διαχείρισης καταστήματος ή/και εξουσία να λαμβάνουν αποφάσεις που αφορούν τους όρους απασχόλησης υπαλλήλων καταστημάτων και τα της λειτουργίας του καταστήματος. Σύμφωνα, περαιτέρω, με το Άρθρο 19 του Νόμου, κανένα κατάστημα δεν μπορεί να λειτουργεί παράλληλα, είτε εναλλακτικά, τόσο ως γενικό όσο και ως ειδικό κατάστημα. Σύμφωνα, επίσης, με το Άρθρο 22 του Νόμου, κάθε καταστηματάρχης ειδικού καταστήματος υποχρεούται να αναρτά πινακίδα με το ωράριο λειτουργίας του καταστήματός του, σε περίοπτο χώρο που να είναι κοντά ή πάνω στην κύρια είσοδο του καταστήματος του και να είναι ορατή από άτομα που εισέρχονται σ' αυτό. Το Άρθρο 26 του Νόμου διαλαμβάνει ότι τα προϊόντα που διατίθενται προς πώληση και οι υπηρεσίες που παρέχονται από τα ειδικά καταστήματα καθορίζονται με διάταγμα που εκδίδεται από τον Υπουργό και δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, ο οποίος λαμβάνει προηγουμένως υπόψη και τις εισηγήσεις των επηρεαζόμενων οργανώσεων. Σύμφωνα, περαιτέρω, με το Άρθρο 30
(1)του Νόμου: «
(1)Καταστηματάρχης, ο οποίος παραβιάζει (α) με οποιοδήποτε τρόπο τις διατάξεις του παρόντος Νόμου∙ ή (β) οποιονδήποτε κανονισμό ή διάταγμα που εκδίδεται δυνάμει του παρόντος Νόμου είναι ένοχος ποινικού αδικήματος.» Σύμφωνα, περαιτέρω, με το εδάφιο
(3)του Άρθρου 30, αν τα προβλεπόμενα στα εδάφια
(1)και
(2)αδικήματα διαπράττονται από νομικό πρόσωπο ή οργανισμό, ένοχοι θα είναι και ο διευθύνων σύμβουλος, πρόεδρος, διευθυντής, γραμματέας ή άλλος αξιωματούχος του νομικού προσώπου ή οργανισμού, εφόσον αποδειχθεί ότι το αδίκημα έχει διαπραχθεί με τη συγκατάθεση, σύμπραξη ή ανοχή του. Ο Καν. 6 του περί Καθορισμού των Προϊόντων ή/και Υπηρεσιών που Διατίθενται από τα Ειδικά Καταστήματα Διατάγματος του 2006, Κ.Δ.Π. 440/2006, καθορίζει τα προϊόντα που επιτρέπεται να διαθέτει προς πώληση και οι υπηρεσίες που επιτρέπεται να προσφέρει κάθε περίπτερο ή κατάστημα διαρκούς εξυπηρέτησης. Από τις πιο πάνω νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις προκύπτει ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της Πρώτης Κατηγορίας είναι: (α) Η ύπαρξη ειδικού καταστήματος περιπτέρου ή καταστήματος διαρκούς εξυπηρέτησης, και (β)η διάθεση προς πώληση μη επιτρεπομένων προϊόντων. Από τα ευρήματά μου δεν χωρεί αμφιβολίας ότι η Κατηγορουμένη 1 είναι ο καταστηματάρχης του επίδικου ειδικού καταστήματος περιπτέρου/καταστήματος διαρκούς εξυπηρέτησης εντός της έννοιας του Νόμου. Τα προϊόντα που διατίθεντο προς πώληση σε αυτό και καταγράφονται στα ευρήματά μου δεν περιλαμβάνονται στα προϊόντα, τα οποία, σύμφωνα με τον Καν. 6 του περί Καθορισμού των Προϊόντων ή/και Υπηρεσιών που διατίθενται από τα Ειδικά Καταστήματα Διατάγματος του 2006, Κ.Δ.Π. 440/2006, επιτρέπεται η Κατηγορουμένη 1 να διαθέτει προς πώληση στο επίδικο κατάστημα. Συνεπώς, η Κατηγορούσα Αρχή πέτυχε να αποδείξει πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας την υπόθεσή της εναντίον της Κατηγορουμένης 1, την οποία βρίσκω ένοχη στην Πρώτη Κατηγορία. Ο Κατηγορούμενος 2 αντιμετωπίζει την Πρώτη Κατηγορία υπό την ιδιότητά του ως διευθυντή της Κατηγορουμένης 1 δυνάμει του Άρθρου 30
(3)του Νόμου, δηλαδή ως συνεργός. Είναι σαφές από τις συνδυασμένες πρόνοιες των Άρθρων 2 και 30
(3)του Νόμου πως στην περίπτωση που καταστηματάρχης εντός της εννοίας του Νόμου είναι νομικό πρόσωπο, όπως στην προκειμένη περίπτωση η Κατηγορουμένη 1, για να είναι ποινικά υπόλογος ο διευθυντής αυτού θα πρέπει να αποδειχθεί ότι το αδίκημα διαπράχθηκε με τη συγκατάθεση, σύμπραξη ή ανοχή του. Όπως τονίστηκε στην Αγγλική υπόθεση Johnson v. Youden [1950] 1 K.B. 455, σελ. 546, «before a person can be convicted of aiding and abetting the commission of an offence, he must at least know the essential matters which constitute the offence». Δηλαδή, για να καταδικαστεί κάποιος για παροχή βοήθειας στη διάπραξη κάποιου αδικήματος, πρέπει τουλάχιστον να γνωρίζει τα ουσιώδη θέματα που συνιστούν το αδίκημα. Στην υπόθεση Davies, Turner & Co. Ltd v. Brodie [1954] 1 W.L.R. 1364, o Lord Goddard, επαναλαμβάνοντας την πιο πάνω αναφορά του στην Youden, προσέθεσε, στη σελ. 1364, πως «If a person shuts his eyes to the obvious or refrains from making any inquiry where a reasonably sensible man would make inquiry, I think that the court can find that he was aiding and abetting, certainly if he shuts his eyes to the obvious.» Δηλαδή, αν κάποιος κλείνει τα μάτια του σε ό,τι είναι πασίδηλο ή αποφεύγει να προβεί σε έρευνα εκεί που ο λογικά σκεπτόμενος άνθρωπος θα προέβαινε σε τέτοια, το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει ότι αυτός παρείχε βοήθεια ή παρακινούσε, σίγουρα εάν κλείνει τα μάτια του σε ό,τι είναι πασίδηλο. Περαιτέρω, στην υπόθεση National Coal Board v. Gamble [1959] 1 K.B. 11, λέχθηκε στη σελ. 20, ότι «...aiding and abetting is a crime that requires proof of mens rea, that is to say, of intention to aid as well as of knowledge of the circumstances», δηλαδή η παροχή βοήθειας είναι έγκλημα που απαιτεί την απόδειξη ένοχης διάνοιας, δηλαδή πρόθεση προσφοράς βοήθειας καθώς και γνώση των περιστάσεων. Επίσης, στην Αγγλική υπόθεση Blakely v. DPP
(1991)RTR 405, αναφέρεται ότι θα πρέπει τουλάχιστον να αποδειχθεί ότι ο κατηγορούμενος αντιλήφθηκε ότι η πράξη του θα προξενούσε ή θα συνέδραμε στη διάπραξη του κυρίως αδικήματος. Η προϋπόθεση της ύπαρξης γνώσης εκ μέρους του συνεργού έχει εφαρμογή ακόμη και στις περιπτώσεις, όπου το κύριο αδίκημα είναι αδίκημα απόλυτης ευθύνης. Βλ., μεταξύ άλλων, Callow v. Tillstone [1900] 83 LT 411, Παυλόπουλος (ανωτέρω) και Pavlos Zenonos General Motors Ltd ν. Δημοκρατίας
(2009)2 Α.Α.Δ.
- Κανένα από τα στοιχεία της μαρτυρίας, λαμβανόμενο είτε μεμονωμένα είτε σωρευτικά, μπορεί να θεμελιώσει την ύπαρξη του απαραίτητου νοητικού στοιχείου για τη διάπραξη του αδικήματος της Πρώτης Κατηγορίας από τον Κατηγορούμενο 2 ως συνεργό. Δεν έχει αποδειχθεί ότι ο Κατηγορούμενος 2 ως διευθυντής της Κατηγορουμένης 1 γνώριζε πριν ή έστω ταυτόχρονα με τη διάπραξη του αδικήματος από την Κατηγορουμένη 1 ποιά είναι τα προϊόντα που διατίθεντο προς πώληση στο επίδικο κατάστημα ή ότι ήταν αυτός υπεύθυνος για τη λειτουργία της επιχείρησης του περιπτέρου ή είχε κάποιο έλεγχο στα προϊόντα που διατίθεντο προς πώληση. Η Μ.Κ.1 μίλησε την ημέρα της επιθεώρησης με τον Κατηγορούμενο 2 μετά που ζήτησε να μιλήσει με κάποιον από τους ιδιοκτήτες και ουχί κάποιον από τους υπευθύνους του περιπτέρου. Τα στοιχεία αυτά, σε συνδυασμό με τι ακολούθησε, ήτοι η επίδειξη διάθεσης εκ μέρους του Κατηγορουμένου 2 να πληροφορηθεί για το ζήτημα των μην επιτρεπόμενων προϊόντων και η συμμετοχή του σε συνάντηση στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας μετά από πάροδο ενός έτους, όπου συζητήθηκε το ζήτημα των μη επιτρεπομένων προϊόντων, δεν έχουν τον ειρμό, την συνοχή και την αποδεικτική δύναμη της περιστατικής μαρτυρίας που μπορεί να οδηγήσει χωρίς αμφιβολία σε συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος 2 είτε συγκατατέθηκε είτε συνέπραξε είτε ανέχθηκε τη διάπραξη του αδικήματος της Πρώτης Κατηγορίας από την Κατηγορουμένη
- Οποιοδήποτε συμπέρασμα για την ύπαρξη του απαραίτητου νοητικού στοιχείου από τον Κατηγορούμενο 2 στα περιστατικά της παρούσας, θα συνιστούσε υπόθεση και μόνο. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω, καταλήγω ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή της εναντίον του Κατηγορουμένου 2, ο οποίος απαλλάσσεται και αθωώνεται από την Πρώτη Κατηγορία. (Υπ.) ...................................... Μ. Μηλιώτου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο