Έφορος Φόρου Προστιθέμενης Αξίας ν. S.N.K. EXCLUSIVE PROPERTIES LTD τελούσας υπό εκούσια εκκαθάριση δια του εκκαθαριστή της περιουσίας της, Κρις Ιακωβίδη κ.α., Υπόθεση αρ.: 636/2012, 7/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:B45 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 636/2012 Έφορος Φόρου Προστιθέμενης Αξίας και
- S.N.K. EXCLUSIVE PROPERTIES LTD τελούσας υπό εκούσια εκκαθάριση δια του εκκαθαριστή της περιουσίας της, Κρις Ιακωβίδη
- ΚΩΣΤΑ ΑΝΤΩΝΙΟΥ
- ΣΠΥΡΟΥ ΣΠΥΡΟΥ
- ΚΡΙΣ ΙΑΚΩΒΙΔΗ Κατηγορουμένων 07 Απριλίου,
- Για την κατηγορούσα αρχή, εμφανίζεται η κα Π. Δημοσθένους Για τους κατηγορουμένους αρ. 1, καμία εμφάνιση Για τον κατηγορούμενο αρ. 2, εμφανίζεται ο κ. Β. Θεοδώρου Για τον κατηγορούμενο αρ. 3, εμφανίζεται ο κ. Α. Παπαχαραλάμπους Κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3, παρόντες Α Π Ο Φ Α Σ Η (άρθρο 74
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155) Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 έως και 4 διώκονται για παραβάσεις της περί φόρου προστιθέμενης αξίας («ο Φ.Π.Α.») νομοθεσίας. Κατά τα πρώτα στάδια εκδίκασης της υπόθεσης εκπροσωπήθηκαν όλοι από δικηγόρους και αρνήθηκαν ενοχή. Εκκρεμούσης της διαδικασίας, το κατηγορητήριο ανεστάληκε σε όση έκταση αφορά στον κατηγορούμενο αρ. 4 και, συνακολούθως, αυτός απηλλάγηκε από τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετώπιζε. Επίσης, εκκρεμούσης της διαδικασίας, οι δικηγόροι οι οποίοι εκπροσωπούσαν τους κατηγορουμένους αρ. 1 απεσύρθηκαν και η υπόθεση, όσον αφορά σε αυτούς, προχώρησε σε απόδειξη. Οι κατηγορούμενοι αρ. 1, 2 και 3 διώκονται για το αδίκημα της παράλειψης καταβολής Φ.Π.Α. (άρθρο 46
(11)του περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου (Ν.95(Ι)/2000, ως αυτός ετροποποιήθηκε στη συνέχεια - 1η κατηγορία), για το αδίκημα της παράλειψης καταβολής των σχετικών επιβαρύνσεων (άρθρο 46(10Α) του Ν.95(Ι)/2000 - 2η κατηγορία) και για το αδίκημα της παράλειψης υποβολής φορολογικών δηλώσεων (άρθρο 46
(10)του Ν.95(Ι)/2000 - 3η, 4, και 5η κατηγορία). Στις λεπτομέρειες των αδικημάτων καταγράφονται τα ακόλουθα πρωτογενή γεγονότα: Ο οφειλόμενος Φ.Π.Α. επεβεβαιώθηκε νομίμως, εκινοποιήθηκε διά της ειδοποίησης ημερ. 08.06.2011 και ανέρχεται στο ποσόν των €298.612,28 (1η κατηγορία). Εξ αιτίας της παράλειψης εμπρόθεσμης καταβολής του οφειλόμενου Φ.Π.Α. προσετέθηκαν, ως οφειλές, φόροι και τόκοι συμποσούμενοι στις €29.861,22. Οι πρόσθετες αυτές επιβαρύνσεις, επίσης, εβεβαιώθηκαν νομίμως και εκινοποιήθηκαν δια της ειδοποίησης ημερ. 08.06.2011 (2η κατηγορία). Επιπλέον, οι κατηγορούμενοι αρ. 1, 2 και 3 παρέλειψαν να υποβάλουν εμπροθέσμως τις φορολογικές δηλώσεις για τις περιόδους από την 01.09.2010 έως και την 30.11.2010, από την 01.12.2010 έως και την 28.02.2011 και από την 01.03.2011 έως και την 31.05.2011 (3η έως και 5η κατηγορία). Προϊούσης της ακροαματικής διαδικασίας απεκαλύφθηκε πώς οι κατηγορούμενοι αρ. 1, μία εταιρεία ως δηλώνει η επωνυμία της, διώκονται ως το υποκείμενο στο Φ.Π.Α. πρόσωπο, οι δε κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 διώκονται ως «οι σύμβουλοι ή οι διευθύνοντες αξιωματούχοι» αυτών. Την ποινική ευθύνη των αξιωματούχων εταιρείας, η οποία αποτελεί πρόσωπο υποκείμενο στο Φ.Π.Α., για τις παραλείψεις αυτής να συμμορφωθεί με τις σχετικές υποχρεώσεις της, καθιερώνει το άρθρο 48
(1)του Ν.95(Ι)/2000. Πρόκειται για ευθύνη προσωπική, ιδιαίτερη και διακεκριμένη από την ευθύνη του συνεργού (άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια). Όπως διαπιστώνεται στην απόφαση Μελάς κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 412, 426-7: «... (ο σύμβουλος ή ο διευθύνων αξιωματούχος εταιρείας) μπορεί να μην έχει την ιδιότητα του χρεώστη, αλλά ο σκοπός του νομθέτη, όπως επισημαίνεται στην Μαρκίδης ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Νομικό Ερώτημα)
(2002)2 Α.Α.Δ. 316, στη σελ. 320 είναι ο καταλογισμός ευθύνης και τιμωρίας σε αξιωματούχους ενός νομικού προσώπου, ώστε να διασφαλίζεται η εκπλήρωση των νομικών υποχρεώσεων του νομικού προσώπου, μέσω του κολασμού των αξιωματούχων του». Για να αποδειχθεί η υπόθεση εκλήθηκαν και κατέθεσαν ενόρκως λειτουργοί της Υπηρεσίας Φόρου Προστιθέμενης Αξίας και κατετέθηκαν, ως τεκμήρια, κρίσιμα έγγραφα. Η ακροαματική διαδικασία διευκολύνθηκε με την δήλωση και έγκριση παραδεκτών γεγονότων. Ας σημειωθεί πώς στα πλαίσια εκδίκασης της προκείμενης ποινικής υπόθεσης δεν αποτελεί επίδικο ζήτημα η ορθότητα και η νομιμότητα της διοικητικής απόφασης δια της οποίας εβεβαιώθηκε, ως οφειλόμενος Φ.Π.Α., το ποσόν των €298.612,28. Η διοικητική αυτή απόφαση ελέγχεται, ως προς τη νομιμότητα και την εγκυρότητά της, μόνον από το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια του αναθεωρητικού ελέγχου (Άρθρο 46 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας). Εφ΄ όσον δε παρήλθε άπρακτη η νόμιμη προθεσμία προσβολής αυτής της διοικητικής απόφασης επί ακυρώσει, ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αυτή είναι οριστική, τεκμαίρεται νόμιμη και αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση της ποινικής ευθύνης των κατηγορουμένων αρ. 1 (ως του υποκείμενου στο Φ.Π.Α. προσώπου) καθώς και των αξιωματούχων της (άρθρο 48
(1)του Ν.95(Ι)/2000) (Κυριακίδης κ.α. ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 75) Η διαδικασία προσαγωγής μαρτυρίας εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής ανέδειξε τα ακόλουθα παραδεκτά (έγγραφο αρ. 1) και ή αδιαμφισβήτητα γεγονότα: Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 συνεστήθηκαν νομίμως στις 04.12.2006 και εξακολουθούν, έως και σήμερα, να παραμένουν εγγεγραμμένοι στο Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών (τεκμήριο 6). Διευθυντές των κατηγορουμένων αρ. 1, οι οποίοι εδιορίστηκαν στις 26.01.2007 και διατηρούν το αξίωμά τους έως και σήμερα είναι οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 (τεκμήριο 5). Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 ενεγράφησαν στο Μητρώο Φόρου Προστιθέμενης Αξίας την 01.05.2007 και έκτοτε παραμένουν εγγεγραμμένοι ως υποκείμενο στο Φ.Π.Α. πρόσωπο (τεκμήρια 1 και 2). Από την 01.07.2011 οι κατηγορούμενοι αρ. 1 ευρίσκονται υπό το καθεστώς εκούσιας εκκαθάρισης από τους πιστωτές τους (τεκμήριο 11). Ως εκκαθαριστής εδιορίστηκε ο πρώην κατηγορούμενος αρ. 4 (τεκμήριο 4). Δια της επιστολής του ημερ. 08.09.2011 ο Έφορος Φόρου Προστιθέμενης Αξίας («ο Έφορος») εκοινοποίησε στους κατηγορουμένους αρ. 1 την απόφασή του να βεβαιώσει, ως Φ.Π.Α. οφειλόμενο από αυτούς για τις φορολογικές περιόδους από την 01.05.2007 έως και τις 31.05.2011, το ποσόν των €298.612,
- Δια της επιστολής του αυτής ο Έφορος εκάλεσε τους κατηγορουμένους αρ. 1 να καταβάλουν το βεβαιωθέντα Φ.Π.Α. εντός 30 ημερών. Τους ενημέρωσε, επίσης, για τη φύση της απόφασής του (εκτελεστή διοικητική απόφαση), για τα μέσα, ένδικα και άλλα, αμφισβήτησής της καθώς και για τις σχετικές προθεσμίες (τεκμήριο 7). Η επιστολή του Εφόρου ημερ. 08.09.2011 (τεκμήριο 7) εστάληκε στους κατηγορουμένους αρ. 1 ταχυδρομικώς και παρελήφθηκε από αυτούς στις 12.09.2011 (τεκμήριο 8). Οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 παρέλαβαν προσωπικώς την επιστολή του Εφόρου ημερ. 08.09.2011 (τεκμήριο 7), υπογράφοντας σχετική απόδειξη παραλαβής, στις 29.09.2011 (τεκμήρια 9 και 10). Πιστοποιητικό το οποίο εξέδωσε ο Έφορος δυνάμει του Ν.95(Ι)/2000 στις 13.01.2014, δηλώνει τα εξής: (α) Ο βεβαιωθείς, ως οφειλόμενος, Φ.Π.Α. ύψους €298.612,28 δεν καταβλήθηκε εντός της ταχθείσας προθεσμίας των 30 ημερών, δηλαδή έως και τις 08.10.2011, εξακολουθεί δε να οφείλεται (1η κατηγορία). (β) Οι σχετικές πρόσθετες επιβαρύνσεις ανέρχονται στο συνολικό ποσόν των €48.036,65 και αναλύονται στο ποσόν των €29.861,22, ως ο πρόσθετος φόρος, και στο ποσόν των €18.175,43, ως οι τόκοι (2η κατηγορία), (γ) Η φορολογική δήλωση για την περίοδο από την 01.09.2010 έως και τις 30.11.2011 δεν υπεβλήθηκε έως και τις 10.01.2011, ημερομηνία λήξης της προς τούτο προθεσμίας (3η κατηγορία). (δ) Η φορολογική δήλωση για την περίοδο από την 01.12.2010 έως και τις 28.02.2011 δεν υπεβλήθηκε έως και τις 10.04.2011, ημερομηνία λήξης της προς τούτο προθεσμίας (4η κατηγορία). (ε) Η φορολογική δήλωση για την περίοδο από την 01.03.2011 έως και τις 31.05.2011 δεν υπεβλήθηκε έως και τις 10.07.2011, ημερομηνία λήξης της προς τούτο προθεσμίας (5η κατηγορία) (τεκμήριο 3). Η μαρτυρία αυτή κρίνεται αξιόπιστη και επαρκής για να αποδειχθεί, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, η ευθύνη των κατηγορουμένων αρ. 1 όσον αφορά σε όλες τις κατηγορίες. Ας υπομνησθεί πώς, εν σχέσει με τους κατηγορουμένους αρ. 1, η κατηγορούσα αρχή προχώρησε σε απόδειξη. Μετά την ολοκλήρωση προσαγωγής μαρτυρίας, εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των κατηγορουμένων αρ. 2 και 3 υπέβαλαν πώς δεν στοιχειοθετήθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των πελατών τους όσον αφορά στην 1η και τη 2η κατηγορία. Συγκεκριμένα, υπεβλήθηκε πώς από την 01.07.2011, ημερομηνία κατά την οποίαν οι κατηγορούμενοι αρ. 1 ετέθηκαν υπό το καθεστώς εκούσιας εκκαθάρισης και εδιορίσθηκε, ως εκκαθαριστής, ο πρώην κατηγορούμενος αρ. 4 (τεκμήριο 4), οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 έπαυσαν να διευθύνουν και να ελέγχουν τους κατηγορουμένους αρ. 1 και έπαυσαν να ευθύνονται για τις υποθέσεις τους. Από την 01.07.2011 και μετά οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 αδυνατούν να διενεργήσουν ο,τιδήποτε σχετικό με τις υποθέσεις των κατηγορουμένων αρ.
- Όταν δε οι κατηγορούμενοι αρ. 1 έλαβαν την επιστολή ημερ. 08.09.2011 περί της βεβαίωσης του οφειλομένου Φ.Π.Α. (τεκμήριο 7) και όταν, στις 29.09.2011, οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 ειδοποιήθηκαν σχετικώς (τεκμήρια 10 και 11), οι τελευταίοι ουδεμία δυνατότητα συμμόρφωσης και ή ουδεμία δυνατότητα αντίδρασης είχαν. Ο μόνος ο οποίος εδύνατο να συμμορφωθεί και/ή να αντιδράσει στο περιεχόμενο της επιστολής περί της βεβαίωσης του οφειλομένου, από τους κατηγορουμένους αρ. 1, Φ.Π.Α., ήταν ο εκκαθαριστής τους, δηλαδή ο πρώην κατηγορούμενος αρ.
- Κατά συνέπειαν, οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 ουδεμίαν ευθύνη φέρουν. Περιπτώσεις ως η προκείμενη, συνέχισε ο κ. Παπαχαραλάμπους, καλύπτονται από τις διατάξεις του εδ.
(2)του άρθρου 48 του ν.95(Ι)/2000 το οποίο διαλαμβάνει τα εξής: «48
(2). Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου «διευθύνων αξιωματούχος» σε σχέση με νομικό πρόσωπο, σημαίνει οποιοδήποτε διευθυντή, γραμματέα ή άλλο παρόμοιο αξιωματούχο του νομικού προσώπου ή οποιοδήποτε πρόσωπο που φαίρεται ότι ενεργεί σε σχέση με οποιαδήποτε τέτοια ιδιότητα ως σύμβουλος». Σύμφωνα πάντα με τον κ. Παπαχαραλάμπους, θεσμοθετώντας τις πρόνοιες του εδ.
(2)του άρθρου 48, ο νομοθέτης ηθέλησε όπως, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το υποκείμενο στο Φ.Π.Α. πρόσωπο τελεί υπό εκκαθάριση, η καθιερωμένη, δια του εδ.
(1), ευθύνη των αξιωματούχων του μεταφέρεται στον εκκαθαριστή. Αντίθετες θέσεις υπεστήριξε η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούσας αρχής. Η κα Δημοσθένους υπέδειξε πώς, ακόμη και στις περιπτώσεις κατά τις οποίες το υποκείμενο στο Φ.Π.Α. πρόσωπο τελεί υπό εκκαθάριση, οι εγγεγραμμένοι, στα σχετικά μητρώα του Εφόρου Εταιρειών, αξιωματούχοι του φέρουν την ευθύνη την οποίαν καθιερώνει το εδ.
(1)του άρθρου 48 του Ν.95(Ι)/2000. Συνεπώς, οι αξιωματούχοι αυτοί, εφ΄ όσον διαφωνούν με την απόφαση βεβαίωσης οφειλομένου, από την εταιρεία, Φ.Π.Α., έχουν δικαίωμα και έννομο συμφέρον να αμφισβητήσουν τη νομιμότητα και το κύρος της απόφασης αυτής δια της υποβολής ενστάσεων, ως τα άρθρα 51Α, 52 και 53 του Ν.95(Ι)/2000 προνοούν, ή δια της καταχώρισης προσφυγής, ως το Άρθρο 146 του Συντάγματος ορίζει. Μελετήθηκαν τα κρίσιμα νομικά και πραγματικά ζητήματα υπό το πρίσμα και των εκατέρωθεν εισηγήσεων. Οι θέσεις της ευπαίδευτης συνηγόρου της κατηγορούσας αρχής κρίνονται ως ορθές. Η θέση των κατηγορουμένων αρ. 1 υπό το καθεστώς εκούσιας εκκαθάρισης (άρθρα 261 επ., 275 επ. και 284 επ. του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια) είχε ως συνέπεια αυτοί να διευθύνονται από τον διορισθέντα ως εκκαθαριστή τους, πρώην κατηγορούμενο αρ. 4 (τεκμήριο 4). Ευθύνη για διαχείριση της περιουσίας των κατηγορουμένων αρ. 1 και ευθύνη για την διεύθυνση των υποθέσεών τους έχει, κατ΄ αρχήν, ο διορισθείς ως εκκαθαριστής τους (Μιχαήλ κ.α. ν. Επίσημου Παραλήπτη κ.α.
(1999)1 (B) Α.Α.Δ. 1033). Όμως, οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 εξακολουθούν να είναι εγγεγραμμένοι αξιοματούχοι των κατηγορουμένων αρ. 1 (τεκμήριο 5) και εξακολουθούν να φέρουν την ευθύνη την οποίαν ειδικές νομοθετικές διατάξεις τους επιβάλλουν. Τέτοια είναι και η καθιερωθείσα, δια του εδ.
(1)του άρθρου 48 του Ν.95(Ι)/2000, ευθύνη η οποία αφορά στο αδίκημα της παράλειψης καταβολής βεβαιωθέντος Φ.Π.Α. το οποίο διέπραξαν οι κατηγορούμενοι αρ. 1 όταν δεν συνεμορφώθηκαν με τις υποδείξεις της επιστολής ημερ. 08.09.2011 (τεκμήριο 7). Ας σημειωθεί πώς ο βεβαιωθείς, ως οφειλόμενος, από τους κατηγορουμένους αρ. 1, Φ.Π.Α., αφορά στις φορολογικές περιόδους από την 01.05.2007 έως και τις 31.05.2011 (τεκμήριο 7), περιόδους κατά τις οποίες μόνοι αξιωματούχοι των κατηγορουμένων αρ. 1 ήσαν οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 (τεκμήριο 5). Η δυνάμει του εδ.
(1)του άρθρου 48 του Ν.95(Ι)/2000 προσωπική, ιδιαίτερη και διακεκριμένη ευθύνη των κατηγορουμένων αρ. 2 και 3 εν σχέσει με την καταβολή βεβαιωθέντος, ως οφειλομένου από τους κατηγορουμένους αρ. 1 για την περίοδο από την 01.05.2007 έως και τις 31.05.2011, Φ.Π.Α., προσδίδει σε αυτούς το δικαίωμα και το έννομο συμφέρον να αμφισβητήσουν τη νομιμότητα και το κύρος τέτοιας βεβαίωσης. Εφ΄ όσον ο νόμος καθιερώνει μια ιδιαίτερη νομική ευθύνη των αξιωματούχων μίας εταιρείας, υποκείμενου στο Φ.Π.Α., εύλογο και δίκαιο είναι να αναγνωρισθεί, υπέρ αυτών, το δικαίωμα και το έννομο συμφέρον αμφισβήτησης της νομιμότητας και του κύρους της εκτελεστής διοικητικής απόφασης η οποία δημιουργεί την ευθύνη αυτή. Κατά συνέπειαν, ορθώς η ευπαίδευτη συνήγορος της κατηγορούσας αρχής υποστηρίζει πώς το γεγονός πώς οι κατηγορούμενοι αρ. 1 ετέθηκαν υπό το καθεστώς εκούσιας εκκαθάρισης δεν εδημιούργησε εμπόδιο στους κατηγορουμένους αρ. 2 και 3, να αμφισβητήσουν τη νομιμότητα και το κύρος της επίδικης διοικητικής απόφασης του Εφόρου (τεκμήριο 7), δια της υποβολής ενστάσεων ενώπιον των αρμοδίων διοικητικών οργάνων (άρθρα 51Α, 52 και 53 του Ν.95(Ι)/2000) ή δια της καταχώρισης προσφυγής ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Άρθρο 146 του Συντάγματος). Πλην όμως, οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3, στους οποίους η επίδικη διοικητική απόφαση του Εφόρου εκοινοποιήθηκε προσωπικώς στις 29.09.2011 (τεκμήρια 9 και 10), παρέμειναν άπρακτοι. Παρέλειψαν να προβούν στα νόμιμα διαβήματα προς το σκοπό υπεράσπισης των προσωπικών τους συμφερόντων, ως υφιστάμενων διευθυντών των κατηγορουμένων αρ. 1. Παρέλειψαν, επίσης, να βοηθήσουν τους κατηγορουμένους αρ. 1 να υπερασπισθούν τα δικά τους συμφέροντα. Εάν οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 επίστευαν πώς η επίδικη διοικητική απόφαση του Εφόρου είναι παράνομη, στερείται κύρους και αδικεί τους κατηγορουμένους αρ. 1 και εάν εθεωρούσαν πώς ο διορισθείς, ως εκκαθαριστής των κατηγορουμένων αρ. 1, αδρανούσε εις βάρος των συμφερόντων των τελευταίων, όφειλαν να τον καλέσουν να ενεργήσει τα δέοντα και, σε περίπτωση άρνησής του, όφειλαν να επιδιώξουν την αντικατάστασή του ως το άρθρο 287
(2)του Κεφ. 113 επιτρέπει. Ας σημειωθεί πώς παρά τη θέση των κατηγορουμένων αρ. 1 υπό το καθεστώς εκούσιας εκκαθάρισης, οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3, ως υφιστάμενοι αξιωματούχοι της, διατηρούν κατάλοιπο εξουσίας. Η εξουσία αυτή τους επιτρέπει, σε περίπτωση αδράνειας του εκκαθαριστή, να επιδιώξουν την προστασία των συμφερόντων των κατηγορουμένων αρ. 1 δια της αμφισβήτησης της νομιμότητας και του κύρους της επίδικης διοικητικής απόφασης του Εφόρου. Ας σημειωθεί, επίσης, πώς εφ΄ όσον οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 έλαβαν γνώσην της επίδικης διοικητικής απόφασης του Εφόρου στις 29.09.2011 (τεκμήρια 9 και 10) αυτοί διέθεταν τον χρόνο για να ενεργήσουν εμπροθέσμως. Καταληκτικά σημειώνεται πώς υιοθέτηση της εισήγησης της πλευράς των κατηγορουμένων αρ. 2 και 3 και απαλλαγή αυτών εκ μόνου του λόγου πώς οι κατηγορούμενοι αρ. 1 ετέθησαν υπό το καθεστώς εκούσιας εκκαθάρισης (την 01.07.2011), δύο περίπου μήνες πριν από την γνωστοποίηση της επίδικης διοικητικής απόφασης του Εφόρου (στις 08.09.2011) θα επέτρεπε την καταστρατήγηση των νομοθετικών διατάξεων περί της δυνατότητας εκούσιας εκκαθάρισης εταιρείας (άρθρα 261 επ. του Κεφ. 113). Με άλλα λόγια, θα επέτρεπε την εκ μέρους αξιωματούχων της εταιρείας μεθόδευση της εκούσιας εκκαθάρισής της για να αποφύγουν ενδεχομένως την δυνάμει του άρθρου 48
(1)του Ν.95(Ι)/2000 προσωπική τους ευθύνη. Για τους πιο πάνω λόγους οι κατηγορούμενοι αρ. 1 κρίνονται ένοχοι σε όλες τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζουν. Οι κατηγορούμενοι αρ. 2 και 3 καλούνται σε απολογία όσον αφορά σε όλες τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζουν. (Υπ.) ............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο