← Κύπρος

Δημοκρατία ν. Γεώργιου Ανδρέου, Αρ. Υπόθεσης: 4887/13, 10/4/2014

Δημοκρατία ν. Γεώργιου Ανδρέου, Αρ. Υπόθεσης: 4887/13, 10/4/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2014:6 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ/ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. Χρ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 4887/13 Δημοκρατία ν Γεώργιου Ανδρέου Κατηγορούμενου Ημερομηνία: 10 Απριλίου,

  1. Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. Α. Αριστείδης. Για τον Κατηγορούμενο: Ο κ. Χρ. Δημητρίου. Κατηγορούμενος: Παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η Αποδίδεται στον κατηγορούμενο η διάπραξη του εγκλήματος του φόνου εκ προμελέτης, κατά παράβαση του άρθρου 203 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  2. Πιο συγκεκριμένα - και σύμφωνα με τις λεπτομέρειες αδικήματος στο κατηγορητήριο - ο κατηγορούμενος στις 8.10.13, στην Αγία Νάπα της Επαρχίας Αμμοχώστου, εκ προμελέτης επέφερε με παράνομη πράξη το θάνατο του Παντελή Αντωνίου, τέως από τη Σωτήρα («ο Παντελής Αντωνίου»), πυροβολώντας τον με Δίκαννο Οπισθογεμές Κυνηγετικό Όπλο (ΔΟΚΟ). Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι ο Παντελής Αντωνίου φονεύθηκε στις 8.10.13 και ότι τη μέρα εκείνη, γύρω στις 12:20, βρισκόταν μαζί με φιλικό του πρόσωπο σε ακάλυπτο χώρο στάθμευσης/πεζόδρομο μεταξύ του εμπορικού καταστήματος Incredible Universe στη Λεωφόρο Νησί 7 στην Αγία Νάπα και του εμπορικού καταστήματος Efstathiou Yiannis Shopping Centre στη Λεωφόρο Νησί
  3. Σε κάποια στιγμή, ο Παντελής Αντωνίου ενώ καθόταν στο τραπεζάκι που φαίνεται στο σημείο 1 στη φωτογραφία 11 του Τεκμηρίου 9, παίζοντας τάβλι, δέχθηκε δυο πυροβολισμούς. Αμέσως, κλήθηκε ασθενοφόρο και ο γιατρός που μετέβη στη σκηνή, εντόπισε τον Παντελή Αντωνίου αιμόφυρτο στην άσφαλτο στο σημείο 9, στη φωτογραφία 12 του Τεκμηρίου
  4. Ο Παντελής Αντωνίου μεταφέρθηκε εσπευσμένα σε κλινική όπου και διαπιστώθηκε ο θάνατος του. Κατά τη δίκη, δηλώθηκαν ως παραδεκτά και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο βάσει του άρθρου 19 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.9 και σειρά άλλων γεγονότων που αφορούν σε ποικίλες συνιστώσες του ανακριτικού έργου και της υπόθεσης γενικότερα. Εντάξαμε και αναλύσαμε όλα τα παραδεκτά γεγονότα (ασχέτως αν δεν τα αναφέρουμε ρητώς στην απόφαση), στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, θεωρώντας τα ως δεδομένα (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας

(1999)2 ΑΑΔ 498, 501), κρίνοντας τα καθηκόντως ως περιέχοντα παραδεκτή κατά το δίκαιο μαρτυρία (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων ν Δημοκρατίας (Αρ 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, 640). Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε 12 μάρτυρες κατηγορίας (με κάποιους από αυτούς να προσφέρονται στην Υπεράσπιση για σκοπούς αντεξέτασης), ενώ ο Κατηγορούμενος, μετά που κλήθηκε σε απολογία, επέλεξε να τηρήσει σιωπή - όπως είχε κάθε δικαίωμα να πράξει - καλώντας προς υπεράσπιση του έναν μάρτυρα. Κάθε αποδεκτή αναφορά των μαρτύρων κατηγορίας και Υπεράσπισης όπως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων, αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό έστω και αν δεν διατυπώνονται γλωσσικώς στο σκεπτικό μας. Δεν απαιτείται εδώ - και δεν συνίσταται, για πρακτικούς κυρίως λόγους - η επανάληψη, του συνόλου της μαρτυρίας των μαρτύρων και η αναφορά σε κάθε επιμέρους πτυχή της (βλ. κατ΄ αναλογίαν, G & K Exclusive Fashions Ltd v Παπαδόπουλου και Άλλων
(2001)1(Α) ΑΑΔ 88, 92, Paphos Stone C Estates v Ζαβρού και Άλλου
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1854, 1859). Εκείνο που καθηκόντως πράξαμε, είναι να προσδιορίσουμε τα επίδικα θέματα, να τα συναρθρώσουμε με τα ουσιώδη μέρη της μαρτυρίας και να καταλήξουμε σε σαφή ευρήματα συναρτώμενα με τα επίδικα θέματα (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Λάρκου ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1399, 1406). Παραθέτουμε, σε πρώτο στάδιο, τη σύνοψη της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας έτσι ώστε να καταστεί κατανοητό το ευρύτερο πλέγμα της υπόθεσης. Θα ακολουθήσει αμέσως μετά - για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν σε σχέση με την παράθεση της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας - η περίληψη της μαρτυρίας του μοναδικού μάρτυρα Υπεράσπισης. Ο αρχιαστυφύλακας Στηβ Θεοδούλου (ΜΚ1), επεξήγησε το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της σκηνής εγκλήματος που ετοίμασε, ως το Τεκμήριο 27
(1)και
(2). Ο κτηματολογικός λειτουργός στο Κτηματολόγιο Αμμοχώστου Κυριάκος Χαριτωνίδης (ΜΚ2), κατέθεσε σχετικό χάρτη επί του οποίου αποτυπώθηκαν, μεταξύ άλλων, διάφορα σημεία σχετιζόμενα με τη σκηνή του εγκλήματος στα οποία υπήρχαν κάμερες κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης, ως το Τεκμήριο
  1. Κατέθεσε επίσης ως Τεκμήριο 31, μεγέθυνση του χάρτη-Τεκμήριο 30, προβαίνοντας σε ανάλογες επεξηγήσεις. Ο οδηγός ταξί στην Αγία Νάπα Ευάγγελος Μάστρου (ΜΚ3), έδωσε μαρτυρία ως αυτόπτης μάρτυς του εγκλήματος. Περιέγραψε την παρουσία του στη σκηνή μαζί με τον Παντελή Αντωνίου (με τον οποίο ήσαν φίλοι και συνάδελφοι για εικοσιένα τόσα χρόνια), όπως και το περιστατικό της θανάτωσης του. Η Μαργαρίτα Κυριάκου (ΜΚ4), κομμώτρια στο επάγγελμα, κατέθεσε για το πώς είναι που αντιλήφθηκε (ευρισκόμενη σε κομμωτήριο παρακείμενα της σκηνής του εγκλήματος), το αυτοκίνητο του κατηγορούμενου να κινείται με ιλιγγιώδη ταχύτητα πίσω από το κομμωτήριο. Περιέγραψε τους δυο έντονους συνεχόμενους κρότους που άκουσε λίγο προηγουμένως, υπολογίζοντας στην εξέλιξη των γεγονότων, μετά που είδε το θύμα ξαπλωμένο στο έδαφος, ότι τούτοι οι κρότοι ήσαν πυροβολισμοί. Ο αρχιαστυφύλακας Αντρέας Αλεξάνδρου (ΜΚ5), κατέθεσε ως ειδικός για την αναγνώριση πυροβόλων όπλων και πυρομαχικών, υιοθετώντας και επεξηγώντας την Εμπιστευτική ΄Εκθεση - Έγγραφο Η, που συνέταξε σε σχέση με την επίδικη υπόθεση. Περιέγραψε τα ευρήματα του σε σχέση με το επίδικο κυνηγετικό όπλο -Τεκμήριο 13Α, και δύο κάλυκες που βρέθηκαν ο ένας στη σκηνή του εγκλήματος, ως το Τεκμήριο 8 και ο άλλος κάτω από το κάθισμα του οδηγού του διπλοκάμπινου αυτοκινήτου του κατηγορούμενου μάρκας Nissan Navara, με αριθμούς εγγραφής ΗΕΗ 420 («το διπλοκάμπινο του κατηγορούμενου»), στις 8.10.13, ως το Τεκμήριο
  2. Ο αρχιαστυφύλακας Μάρκος Πιττάκης (ΜΚ6), αναφέρθηκε σε φυσίγγια κυνηγετικού όπλου που ανευρέθηκαν στις 8.10.13 στην κρεβατοκάμαρα και στο διπλοκάμπινο του κατηγορούμενου, ως τα Τεκμήρια 11, 14, 15 και 16, μετά από έρευνα στην οικία όπου διέμενε, στην οδό Νίκου Θεοφάνους 49, στη Ξυλοφάγου. O αρχιαστυφύλακας Μάριος Πετρίδης (ΜΚ7), κατέθεσε ως φωτογράφος και βιντεογράφος σκηνών εγκλημάτων και ως επεξεργαστής κλειστών κυκλωμάτων παρακολούθησης. Έδωσε λεπτομέρειες των ενεργειών που έλαβαν χώραν σε σχέση με ψηφιακούς δίσκους που περιείχαν αποσπάσματα σκηνών κλειστών κυκλωμάτων παρακολούθησης αναφορικά με την επίδικη υπόθεση, επεξηγώντας την ίδια στιγμή και τη σχετική έκθεση που ετοίμασε, ως το Έγγραφο Ι. Ο αστυφύλακας Χριστόφορος Παπασάββας (ΜΚ8), κατέθεσε ως ειδικός στην ψηφιακή επεξεργασία εικόνας και βίντεο καθώς και στην ανάλυση κλειστών κυκλωμάτων παρακολούθησης και φωτογραφιών σχετικώς με την αυθεντικότητα τους. Συνέταξε την έκθεση-Έγγραφο ΙΒ, την οποία και επεξήγησε εν σχέση με επίδικα πλάνα διαφόρων κλειστών κυκλωμάτων παρακολούθησης. Ο ιατροδικαστής Νικόλας Χαραλάμπους (ΜΚ9), αναφέρθηκε στη νεκροψία της σορού του Παντελή Αντωνίου την οποία διενήργησε στις 9.10.13, εξηγώντας συνάμα και το περιεχόμενο συναφούς Ιατροδικαστικής Έκθεσης που συνέταξε, ως το Έγγραφο ΙΕ. Ο κουρέας Κυριάκος Δημητρίου (ΜΚ10), είπε για το κούρεμα που έκανε στον κατηγορούμενο το πρωινό της 8.10.13, περιγράφοντας τη συμπεριφορά του τελευταίου ως «κανονική όπως πάντα». Ο Παναγιώτης Καμήλας (ΜΚ11), πατέρας του κατηγορούμενου, αναφέρθηκε σε διάφορες προσωπικές περιστάσεις του γιου του καθώς και στην ενέργεια (του μάρτυρα) να μετακινήσει από το διπλοκάμπινο του κατηγορούμενου το κυνηγετικό όπλο που βρήκε εκεί (εντός της θήκης), μετά τη διάπραξη του αδικήματος και αφού ο κατηγορούμενος αφίχθηκε στην οικία του μάρτυρα, μια και διέμενε μαζί του. Σημείωσε επιπροσθέτως ότι ο κατηγορούμενος είχε πάντα το όπλο αυτό εντός του διπλοκάμπινου του. Η ψυχίατρος Άρτεμις Καλυβωκά (ΜΚ12), επικεντρώθηκε στην εξέταση που διενήργησε στον κατηγορούμενο στις 11.10.13, κρίνοντας την αντίληψη και συναίσθημα του ως φυσιολογικά και τον ίδιο ως άτομο προσανατολισμένο ως προς τον τόπο, το χρόνο και τα πρόσωπα, διευκρινίζοντας ότι ο κατηγορούμενος λάμβανε στο παρελθόν αντιψυχωσικά φάρμακα. Δεν μπορούσε να γνωρίζει η μάρτυς κατά πόσο αυτός είχε τερματίσει τη λήψη των εν λόγω φαρμάκων και από πότε. Εξήγησε ότι η μη λήψη των φαρμάκων που λάμβανε ο κατηγορούμενος μπορούσε να προκαλέσει, σε ανύποπτο χρόνο, απώλεια του αυτοελέγχου και σκέψης του, αναλόγως του αν χρειαζόταν τα φάρμακα αυτά για μεγάλο χρονικό διάστημα ή όχι. Πάντως, όταν τον είχε εξετάσει (τρεις μέρες μετά το έγκλημα), η αντίληψη του βρισκόταν σε φυσιολογικά επίπεδα. Ο ψυχίατρος-ψυχαναλυτής Νικόλαος Νικολάου (ΜΥ1), αναφέρθηκε στον κατηγορούμενο ως ασθενή τού ψυχίατρου Νεόφυτου Παπανεοφύτου, ο οποίος για σοβαρούς λόγους υγείας δεν μπόρεσε να προσέλθει στο Δικαστήριο ως μάρτυς για να δώσει σχετική μαρτυρία. Κατέθεσε έχοντας ως πηγή πληροφόρησης του, στοιχεία που περιείχοντο στο αρχείο και φακέλους πελατών που τηρούσε ο υπό αναφορά ψυχίατρος, ανάμεσα στους οποίους βρισκόταν και αυτός του κατηγορούμενου. Σύμφωνα με το σχετικό φάκελο του κατηγορούμενου, ο τελευταίος όταν αρχικώς είχε εξεταστεί από τον ψυχίατρο Νεόφυτο Παπανεοφύτου, έπασχε από «παραληρητική ψυχωσική διαταραχή με ιδέες επίδρασης συσχέτισης και ακουστικές ψευδαισθήσεις», κατάσταση που ο μάρτυς επεξήγησε, διευκρινίζοντας ότι ένας τέτοιος ασθενής μπορεί να δει ένα τυχαίο γεγονός και να το παρερμηνεύσει όπως θέλει, πιστεύοντας ότι τον αφορά, όπως μπορεί και να σχεδιάσει και εκτελέσει κάποιο σχέδιο αν δεν είναι υπό την επήρεια φαρμακευτικών ουσιών, ή σε περίπτωση που είναι υπό την επήρεια, όταν αυτές οι φαρμακευτικές ουσίες δεν τον επηρεάζουν σε ό,τι αφορά στο συγκεκριμένο του σχεδιασμό. Οι αγορεύσεις των δικηγόρων εστιάστηκαν, κυρίως, στην επάρκεια του μαρτυρικού υλικού, σε αντιπαραβολή με τα συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος, με τον κ. Αριστείδη να προτάσσει απόδειξη της επίδικης κατηγορίας πέραν πάση λογικής αμφιβολίας και τον κ. Δημητρίου να υποστηρίζει ακριβώς το αντίθετο. Θα αναφερθούμε πιο εξειδικευμένα στην επιχειρηματολογία των συνηγόρων όπου κρίνουμε ότι αυτό χρειάζεται, δίχως ασφαλώς να έχουμε υποχρέωση απάντησης σε κάθε εγειρόμενο και επουσιώδες επιχείρημα (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Οδυσσέα ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 490, 495) ή ενασχόλησης με κάθε στοιχείο μαρτυρίας ή διαζευκτικής εκδοχής ή πιθανότητας που προβάλλεται και κρίνεται στην ολότητα της μαρτυρίας ως αντικειμενικώς απίθανο ή παράλογο (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Τιμοθέου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 24/12, ημ. 23.10.12). Αν η προσέγγιση που προβάλλουμε ήταν διαφορετική από αυτή που περιγράφουμε, τότε θα καλούμασταν να εξετάσουμε πιθανότητες ή θεωρίες ως προς τα συμβάντα, που δεν θα μπορούσαν ευλόγως να εξαχθούν από τη μαρτυρία, κάτι που δεν αποτελεί δικαστικό έργο (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Αθηνής ν Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 41, 55, Ιωάννου και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195, 224). Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε και ακούσουμε με την ίδια προσοχή και υπομονή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μας. Αξιολογώντας τη μαρτυρία τους (με πλήρη πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης), θέσαμε ως δείκτη, ανάμεσα σε άλλα, το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, στο βαθμό που τούτες αφορούσαν σε αυτά για τα οποία κατέθεταν, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν οι μάρτυρες να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη σε αυτές, υπερβολών ή ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική εξέταση με τις όποιες μικροαντιφάσεις), την ύπαρξη προηγούμενων γραπτών ή προφορικών ασυνεπών ή αντιφατικών δηλώσεων, την ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ύπαρξη νευρικότητας ή επιφυλακτικότητας τους και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία. Ήμασταν εξαιρετικά προσεκτικοί στο να μην αποδώσουμε υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς των μαρτύρων, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο ενδεχομένως να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797,1806), επειδή δεν είναι σπάνιο, κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), μα και διότι κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο του μάρτυρα μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών χωρίς αναγκαστικώς αυτές να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Αξιολογώντας τη μαρτυρία, δεν περιοριστήκαμε μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489, 500), αλλά την παραβάλαμε και διερευνήσαμε στο σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας είτε αυτή προερχόταν από την Κατηγορούσα Αρχή είτε από την Υπεράσπιση (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Βασιλείου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 159/09, ημ. 4.5.12, Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172, 1175). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης αποτέλεσε η δικαστική μας τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία, αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Στις περιπτώσεις όπου οι μάρτυρες είχαν στενή συγγενική, φιλική ή επαγγελματική σχέση μεταξύ τους ή με τον κατηγορούμενο ή με μέλη της οικογένειας του ή με την οικογένεια και φίλους του θύματος (όπως για παράδειγμα, έγινε σε σχέση με τους Ευάγγελου Μάστρου (ΜΚ3) και Παναγιώτη Καμήλα (ΜΚ11)), ήμασταν εξίσου προσεκτικοί στην πραγμάτευση της μαρτυρίας τους, έχοντας υπόψη ότι, από μόνη της, μια τέτοια σχέση δεν μπορεί - στη συνήθη ροή των πραγμάτων - να αποτελέσει εύλογη βάση αμφισβήτησης της αξιοπιστίας τους (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Σοφοκλέους ν Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 385, 395 - 398, Σάββα ν Κυριακίδη
(2008)1(Α) ΑΑΔ 83, 93-94, Κότσαπας ν Αστυνομίας
(2006)2 ΑΑΔ 167, 175-176, Μουζάκης v Αστυνομίας
(1995)1 ΑΑΔ 220, 224), καίτοι μπορεί να αποβεί κρίσιμη αναλόγως των συνθηκών της κάθε περίπτωσης (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Δημητρίου και Άλλων ν Ξανδρή, ΠΕ 278/08, ημ. 10.10.12, Χαμπή ν Αστυνομίας
(2011)2 ΑΑΔ 70, 77-78, Γεωργίου ν Δημητριάδου
(2011)1(Α) ΑΑΔ 273, 278). Σε σχέση με τους πραγματογνώμονες μάρτυρες, δεν θεωρήσαμε αξιολογώντας τους, τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο τόσο σημαντική όσο στην περίπτωση των άλλων μαρτύρων και τούτο κατ' ακολουθίαν σαφών υποδείξεων της νομολογίας επί του θέματος, με ενδεικτική και μόνο την αναφορά στην Αθηνής ν Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 41, 62-65, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει και πάλι ότι αξιολογήσαμε τη μαρτυρία τους στη βάση άλλων από τις καθιερωμένες αρχές ή τους αντιμετωπίσαμε κατά διαφορετικό τρόπο από τους υπόλοιπους μάρτυρες, μια και κάτι τέτοιο θα ήταν παντελώς ασύμβατο με τις προρρηθείσες νομολογιακές αρχές (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν Κονναρή
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 2298, 2309-2310 και Ψάλτης ν Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 113, 119). Χωρίς αμφιβολία, η σοβαρότητα και υπευθυνότητα με την οποία οι μάρτυρες που κατέθεσαν ως πραγματογνώμονες προσέγγισαν το έργο τους, αποτέλεσε σημαντικό στοιχείο αξιολόγησης τους (βλ. κατ΄αναλογίαν, Μιτσιγιώργη και Άλλος ν Αδελφών Γαλάζη (Ομόρρυθμης Εταιρείας)
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1811, 1814). Τη μαρτυρία των αστυνομικών οργάνων - ασχέτως αν κάποιοι από αυτούς ήσαν ταυτοχρόνως και πραγματογνώμονες επί της πτυχής που κατέθεσαν - την προσεγγίσαμε με ιδιαίτερη προσοχή, έχοντας υπόψη κάποιες παρατηρήσεις που αναφέρθηκαν στη Volettos v The Republic
(1961)CLR 169, 180-182, προκειμένου να διακριβώσουμε αν όλα όσα ανέφεραν, εξέφραζαν πιστώς και με ακρίβεια την πραγματικότητα. Οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής μάς δημιούργησαν πολύ καλή εντύπωση. Ήσαν θετικοί, δεν παλινδρομούσαν και απαντούσαν απεριφράστως χωρίς καθόλου να κλονιστούν κατά τη σύντομη αντεξέταση τους. Η μαρτυρία τους, μεταξύ άλλων, κρινόμενη στην ολότητα της - αλλά και μεμονωμένως - συνήδε πλήρως και με το περιεχόμενο της γραπτής και πραγματικής μαρτυρίας που αφορούσε σε αυτά περί των οποίων κατέθεταν και ήταν λεπτομερής, συμπαγής και αταλάντευτη ως προς την ουσία που εξέφραζε. Κάποιες μικροαντιφάσεις και μικροανακολουθίες που μπορεί να παρατηρήθηκαν, καθόλου δεν επηρέασαν τη θετικότητα της γενικής προκύπτουσας εικόνας, με το γεγονός αυτό μάλιστα, να αποτελεί αναλόγως της περίπτωσης και ένδειξη έλλειψης αθέμιτης προσυνεννόησης και προσχεδιασμού μεταξύ των μαρτύρων για το τι θα πουν. Εκτός αυτού, γνωρίζουμε ότι η μαρτυρία ενός μάρτυρα δεν αναμένεται να συνάδει απολύτως με τη μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων και ότι οι διαφορές στη μαρτυρία - αναλόγως του είδους τους βεβαίως - είναι αναπόφευκτες (Τυμπιώτης ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 612, 629). Καλή εντύπωση μας δημιούργησε και ο Νικόλαος Νικολάου (ΜΥ1). Όλοι ανεξαιρέτως οι μάρτυρες-αστυνομικοί απέδωσαν στο Δικαστήριο την πραγματικότητα όπως τη συνέλαβαν και συγκράτησαν, χωρίς διαθλάσεις, εξογκώσεις ή υπερβολές και δίχως να διακατέχονται από υπερβάλλοντα ζήλο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους σε σχέση με την υπόθεση ή για αυτά περί των οποίων έδωσαν μαρτυρία (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Fournaris and Another v The Republic
(1978)2 CLR 28, 36). Με βάση τα όσα δήλωσαν αναφορικώς με τις γνώσεις, κατάρτιση, ειδίκευση και εμπειρία τους, δεχόμαστε ως πραγματογνώμονες για τα εξειδικευμένα θέματα για τα οποία κατέθεσαν, τους Κυριάκο Χαριτωνίδη (ΜΚ2), Ανδρέα Αλεξάνδρου (ΜΚ5), Μάριο Πετρίδη (ΜΚ7), Χριστόφορο Παπασάββα (ΜΚ8), Νικόλα Χαραλάμπους (ΜΚ9), Άρτεμις Καλυβωκά (ΜΚ12) και Νικόλαο Νικολάου (ΜΥ1). Οι ως άνω αναφερόμενοι πραγματογνώμονες, ήσαν λεπτομερείς και συγκεκριμένοι, αναπτύσσοντας τις θέσεις και τοποθετήσεις τους με τρόπο τεκμηριωμένο, διαυγή, πλήρη και κατανοητό, παρουσιάζοντας με επάρκεια την επιστημονική βάση επί της οποίας στηρίχθηκαν για εξαγωγή των όποιων συμπερασμάτων τους και ενεργώντας σε πλήρη εναρμόνιση με τις επιταγές της νομολογίας, όπως αυτές διατυπώνονται μεταξύ, άλλων στις Παναγρίτη ν Χαραλάμπους, ΠΕ 320/08, ημ. 15.3.12 και Αντωνίου ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 766, 785-787. Σε σχέση με τους μάρτυρες κατηγορίας (μολονότι αυτοί δεν αμφισβητήθηκαν ιδιαίτερα κατά την αντεξέταση), αξίζει να λεχθεί αναφορικά με τον Ευάγγελο Μάστρου (ΜΚ3) - που ήταν και αυτόπτης μάρτυς στο περιστατικό εξού και η ανάγκη που νοιώθουμε να παρουσιάσουμε εκτενέστερα πτυχές της αξιολόγησης μας σε σχέση με αυτόν - ότι καθόλου δεν επέδρασε αρνητικά στο μυαλό μας η παρουσιασθείσα ως ανακολουθία ή αντίφαση του περί του μεσολαβήσαντος χρόνου μεταξύ των δυο πυροβολισμών εναντίον του Παντελή Αντωνίου. Είχε πει ο μάρτυς στη γραπτή του κατάθεση-΄Εγγραφο Δ, ότι ο δεύτερος πυροβολισμός ρίχθηκε σε κλάσματα δευτερολέπτου από τον πρώτο και όχι σε δευτερόλεπτα όπως είχε δηλώσει κατά την προφορική του μαρτυρία στη δίκη. Εξήγησε ότι, ίσως, αυτό που είχε αναφέρει στη γραπτή κατάθεση-Έγγραφο Δ, να αποτυπώθηκε λανθασμένως εκεί - και τούτο το δεχόμαστε - βασιζόμενοι στην εγγενή δυναμική που είχε η μαρτυρία του ενώπιον μας. Παρεμβάλλουμε, ότι ουδέποτε τέθηκε ζήτημα μέσω της αντεξέτασης ή άλλως πως, από τον δικηγόρο Υπεράσπισης περί ανεπάρκειας του ανακριτικού έργου και κατ΄ επέκτασιν για τις όποιες ανακρίβειες θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι εντοπίζονται στη γραπτή κατάθεση-Έγγραφο Δ. Ούτε και η θέση του μάρτυρα περί διαδοχικών πυροβολισμών σε κλάσματα δευτερολέπτου, επιχειρήθηκε να αμφισβητηθεί κατά την αντεξέταση της Μαργαρίτας Κυριάκου (ΜΚ4), η οποία από την αρχή είχε τοποθετηθεί περί όμοιας ακουστικής διαδοχικότητας των πυροβολισμών. Περαιτέρω, τίποτε το μεμπτό δεν προκύπτει από το γεγονός ότι ο μάρτυς αναφέρθηκε στην προφορική του μαρτυρία - σε αντίθεση με τη γραπτή του κατάθεση - για το περιστατικό της τυχαίας συνάντησης με τον κατηγορούμενο λίγες μέρες πριν από το έγκλημα και την αναφορά του Παντελή Αντωνίου προς τον μάρτυρα για τον τρόπο που τον έβλεπε ο κατηγορούμενος (το Καμιλούι). Ο μάρτυς εξήγησε, πειστικώς και πάλι, ότι είχε αναφέρει το γεγονός τούτο σε κάποιον αστυνομικό, απ' ό,τι θυμόταν τον Νικόλα Λάντο, ο οποίος του είχε πει ότι το Δικαστήριο θα του έδινε την ευκαιρία να αναφερθεί σε αυτό το περιστατικό κατά τη δίκη. Όπως και έγινε. Αναφορικώς με την αναγνώριση του κατηγορούμενου από τον μάρτυρα, θα πρέπει να πούμε, πιθανώς και εκ του περισσού, μια και δεν τέθηκε τέτοιο ζήτημα από την Υπεράσπιση, ότι η ποιότητα της αναγνώρισης, δεδομένου του χώρου, χρόνου, φωτισμού, συνθηκών και απόστασης του μάρτυρα από τον κατηγορούμενο κατά τη στιγμή της οπτικής του επαφής μαζί του μετά τους πυροβολισμούς (τον οποίο κατηγορούμενο γνώριζε εξάλλου καλώς ο μάρτυς από προηγουμένως [R v Miah
(2013)All ER (D) 169]), δεν αφήνει καμία αμφιβολία ότι το άτομο που βρισκόταν εντός του διπλοκάμπινου αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής ΗΕΗ 420 (από το οποίο ρίχθησαν οι δυο διαδοχικοί πυροβολισμοί με το κυνηγετικό όπλο -Τεκμήριο 13Α), ήταν ο κατηγορούμενος (βλ. κατ' αναλογίαν, R v Turnbull and Others
(1976)3 All ER 549). Δεν χρειάζεται να προβούμε σε περαιτέρω σχολιασμό της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας (για τον μοναδικό μάρτυρα Υπεράσπισης ακολουθούν άλλα σχόλια), πέραν ασφαλώς της διαπίστωσης μας περί της αξιοπιστίας τους, για τους λόγους που αναφέραμε αλλά και διότι αποτελεί κοινό έδαφος ότι η υπόθεση της Υπεράσπισης στηρίζεται ούτως η άλλως σε γεγονότα τα οποία είναι εν πολλοίς παραδεκτά. Αποδεχόμαστε τη μαρτυρία των μαρτύρων κατηγορίας ως αξιόπιστη και καθιστούμε το περιεχόμενο της - όπως συνοψίζεται πιο πάνω, αλλά και αναφέρεται στα πρακτικά μαζί με τα συνοδευτικά τεκμήρια και έγγραφα - ως αναπόσπαστο μέρος της απόφασης μας. Δεχόμαστε επίσης ως αξιόπιστη και τη μαρτυρία του μοναδικού μάρτυρα Υπεράσπισης. Σε σχέση με την αναπαράσταση του εγκλήματος που διενήργησε ο Χριστόφορος Παπασάββας (ΜΚ8), μαζί με άλλους συναδέλφους του στις 21.11.13 (όπως περιγράφεται και στο Έγγραφο ΙΒ), σημειώνουμε ότι τούτη την αξιολογήσαμε ως πραγματική μαρτυρία συμφώνως των επιταγών της σχετικής νομολογίας για να βοηθηθούμε στο να αντιληφθούμε τη μαρτυρία που παρουσίασε η Κατηγορούσα Αρχή σε σχέση με τη διακίνηση του κατηγορούμενου στη σκηνή του εγκλήματος και πέριξ αυτής (βλ. κατ' αναλογίαν, Σταυρινού v Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 706, 723-725). Προτού προχωρήσουμε στη διατύπωση των υπολοίπων ευρημάτων μας, θεωρούμε κατάλληλο το στάδιο να παραθέσουμε συνοπτικώς το νομικό υπόβαθρο που θεμελιώνει την επίδικη κατηγορία. Η προμελέτη, αποτελεί καθοριστικό στοιχείο του κακουργήματος του φόνου εκ προμελέτης, καθώς προσδιορίζεται στο άρθρο 203 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154. Πρόκειται για έννοια πλήρως αποσαφηνισμένη, η οποία ορίστηκε αυθεντικώς στην Κύπρο, στην υπόθεση R v Shaban
(1908)8 CLR 82, 84, με επακόλουθη εφαρμογή σε πολλές άλλες υποθέσεις μετά τη θέσπιση του Άρθρου 7 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας (μια και εκδόθηκε, ενώ ακόμα βρισκόταν σε ισχύ ο Οθωμανικός Ποινικός Κώδικας), όπως φερ' ειπείν, στην Aristidou v The Republic
(1967)2 CLR 43, 74-78. Στην Γιουρούκκης v Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ, 402, 448-49, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, δια του Λοϊζου, Π., ανέφερε τα ακόλουθα σχετικά και από τα οποία αντλήσαμε καθοδήγηση: «Τα συμπεράσματα για την ύπαρξη προμελέτης μπορεί να εξαχθούν από τα γεγονότα που περιστοιχίζουν τη δολοφονία του θύματος .Το κριτήριο ως προς την ύπαρξη ή μη προμελέτης είναι αν κάτω από το φως όλων των περιστάσεων της υποθέσεως ο δράστης είχε αρκετή ευχέρεια μετά που σχημάτισε την πρόθεση να σκοτώσει, να ξανασκεφτεί με σκοπό να αποφασίσει αν θα σκοτώσει ή όχι, και ότι αποφάσισε να σκοτώσει σαν αποτέλεσμα αυτής της σκέψης. Με άλλα λόγια η δολοφονία πρέπει να είναι αποτέλεσμα αυτού του αναλογισμού και όχι κάτι το ξαφνικό. Βέβαια πολλά εξαρτώνται από τη ψυχική και πνευματική κατάσταση του δράστη την ώρα εκείνη, την ηρεμία του πνεύματός του ή το αντίθετο. Υπάρχουν περιπτώσεις που έχει ένας δράστης αρκετό χρόνο μεταξύ της απόφασης να σκοτώσει και της εκτέλεσης της πρόθεσής του αλλά η κατάστασή του είναι τέτοια που να μη μπορεί να αναλογισθεί τις συνέπειες και αποστεί από την εκτέλεση της απόφασης. Σε άλλες περιπτώσεις η ψυχραιμία και η περίσκεψη του δράστη μπορεί να είναι τέτοια που και ένα ασήμαντο διάστημα μεταξύ του σχηματισμού της πρόθεσης και της εκτέλεσής της να ήταν αρκετό για την προμελέτη. Τα μέσα που χρησιμοποιούνται και η επιμονή του δράστη στο να επιφέρει το θάνατο είναι στοιχεία αποκαλυπτικά των προθέσεών του που μπορεί να συνεκτιμηθούν για την εξαγωγή συμπερασμάτων αναφορικά με την ύπαρξη προμελέτης.» Παρομοίως, καθοδηγηθήκαμε από τα όσα ευσύνοπτα υπενθύμισε το Εφετείο στην Ονησίλλου ν Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 556, 569-570, δια του Πική Δ.: «Η προμελέτη είναι το στοιχείο που διακρίνει το έγκλημα του φόνου εκ προμελέτης (Άρθρο 203 - Κεφ. 154) από εκείνο της ανθρωποκτονίας (Άρθρο 205 - Κεφ. 154). Η πρόκληση θανάτου με παράνομη πράξη προσδιορίζει το έγκλημα της ανθρωποκτονίας. Η προμελετημένη ανθρωποκτονία συνιστά το έγκλημα του φόνου εκ προμελέτης. Η πρόκληση θανάτου δεν επιμαρτυρεί αφεαυτής προμελέτη. Η προμελέτη δεν εξομοιώνεται αλλά αντίθετα διακρίνεται από την πρόθεση πρόκλησης θανάτου, εκδηλούμενη με την παράνομη πράξη που επιφέρει το θάνατο, που ήταν το κύριο γνώρισμα του εγκλήματος του φόνου με δόλια πρόθεση (murder with malice aforethought), γνωστό στο Κυπριακό Δίκαιο πριν την ανεξαρτησία. Η προμελέτη, όπως υποδηλώνει ο όρος, και στερεότυπα επαναλαμβάνει η νομολογία των κυπριακών δικαστηρίων, πρέπει να αποδειχθεί ανεξάρτητα από οποιαδήποτε πρόθεση πρόκλησης του θανάτου του θύματος, εκδηλούμενη από την παράνομη πράξη που επιφέρει το θάνατο. Η προμελέτη πρέπει να αποδειχθεί ως η κινητήρια δύναμη για τη φόνευση του θύματος. Η αιτιώδης σχέση μεταξύ της προμελέτης και της θανάτωσης (του θύματος) πρέπει να είναι άμεση.» Προτού προχωρήσουμε χρειάζεται, κρίνουμε, να ασχοληθούμε με δυο πτυχές που έχουν τη δική τους σημασία στα επίδικα θέματα, κυρίως με το συστατικό στοιχείο της προμελέτης. Η πρώτη πτυχή, απορρέει από την αναφορά του Ευάγγελου Μάστρου (ΜΚ3), κατά τη μαρτυρία του - με την οποία ενασχοληθήκαμε και ανωτέρω υπό διαφορετική οπτική - ότι 15 με 20 μέρες πριν από το επίδικο έγκλημα και ενώ στεκόταν έξω από το εστιατόριο McDonalds στην Αγία Νάπα με τον Παντελή Αντωνίου, πέρασε από μπροστά τους ο κατηγορούμενος με το ταξί του, με τον Παντελή Αντωνίου να λέγει στον μάρτυρα (σε σχέση με τον κατηγορούμενο) «Κύριε ελέησον τούτο το καμιλούι πάει και έρχεται και με βλέπει που κάτω που κάτω». Αν και αποδεχόμαστε την περιγραφή του Ευάγγελου Μάστρου (ΜΚ3), ως πιστή μετάδοση της αναφοράς του θύματος στον ίδιο, εντούτοις, θεωρούμε, δεν θα ήταν εύλογο να αποδίδαμε στα λεχθέντα του θύματος οποιαδήποτε βαρύτητα στα πλαίσια εξέτασης του ζητήματος τής όποιας προμελέτης του κατηγορούμενου ή εν πάση περιπτώσει, της όποιας εκδήλωσης εχθρικής διάθεσης του κατηγορουμένου έναντι του Παντελή Αντωνίου κατά το συγκεκριμένο χρόνο - είτε αυτή η εχθρική διάθεση αποτελούσε εξωτερίκευση βαθύτερων και υφιστάμενων από καιρό αρνητικών και εχθρικών συναισθημάτων του κατηγορούμενου έναντι του θύματος είτε διαμήνυση αρνητικών και εχθρικών συναισθημάτων του κατηγορούμενου έναντι του θύματος που μόλις εκείνη τη στιγμή είχαν δημιουργηθεί. Πόσω δε μάλλον επέκεινα και ιδιαίτερα κατά τη διάπραξη του εγκλήματος και τούτο διότι η αναφορά του θύματος προς τον μάρτυρα παρέμεινε κατ' ουσίαν ασυσχέτιστη με οτιδήποτε άλλο θα μπορούσε να άπτεται των επίδικων θεμάτων, προπαντός λόγω και της απουσίας μαρτυρίας περί της ύπαρξης οιουδήποτε κινήτρου από μέρους του κατηγορούμενου για θανάτωση του Παντελή Αντωνίου. Στην καλυτέρα των περιπτώσεων, η κρίσιμη αναφορά θα μπορούσε να εκληφθεί (στο απόγειο της για την Κατηγορούσα Αρχή) - εμείς ουδέποτε την εκλάβαμε ως τέτοια - ως φανέρωση, έστω, κάποιων, απλώς σκέψεων του κατηγορούμενου, για δολοφονία του θύματος, κάτι όμως που, όπως γνωρίζουμε από το σκεπτικό στην Ονησίλλου ν Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 556, 575, 576, δεν θα μπορούσε να εξισωθεί με προμελέτη έτσι και αλλιώς. Η δεύτερη πτυχή, αφορά στο θέμα της ψυχολογικής κατάστασης του κατηγορούμενου. Η Υπεράσπιση στην προσπάθεια της να αντικρούσει τα περί προμελέτης του κατηγορούμενου - και τούτη ήταν, ουσιαστικά, η μοναδική ένσταση της στην υπόθεση - παρουσίασε τη μαρτυρία του ψυχίατρου Νίκου Νικολάου (ΜΥ1). Ο μάρτυς αυτός αναφέρθηκε, ως επί το πλείστον, σε περιγραφές της κατάστασης του κατηγορούμενου σε διάφορα χρονικά διαστήματα, κυρίως κατά το 2006, λέγοντας ότι ο κατηγορούμενος τύγχανε συγκεκριμένης φαρμακευτικής θεραπείας μια και έπασχε από παραληρητική ψυχωσική διαταραχή με ιδέες αλληλεπίδρασης, συσχέτισης και ακουστικές ψευδαισθήσεις. Ο μάρτυς, δεν είχε πρωτογενή αντίληψη της κατάστασης αυτής του κατηγορούμενου, αφού τη σχετική διάγνωση την είχε διατυπώσει προηγουμένως ο ψυχίατρος Νεόφυτος Παπανεοφύτου. Όταν ο μάρτυς εξετάστηκε από την Άρτεμη Καλυβωκά (ΜΚ12) στις 11.10.13, κατόπιν αιτήματος της Αστυνομίας, διαπιστώθηκε ότι ήταν προσανατολισμένος ως προς τον τόπο, χρόνο και πρόσωπα, αρνούμενος την ύπαρξη ακουστικών ή οπτικών ψευδαισθήσεων, με την αντίληψη του να βρίσκεται σε φυσιολογικά όρια όπως και το συναίσθημα του, με την μάρτυρα να περαίνει ότι ο κατηγορούμενος μπορούσε να παρακολουθήσει και τη δικαστική διαδικασία. Είπε ο Νίκος Νικολάου (ΜΥ1), ότι ένα πρόσωπο όπως ο κατηγορούμενος είναι ικανό να προσχεδιάσει κάποιο έγκλημα και να το εκτελέσει συμφώνως του σχετικού σχεδιασμού και ότι το πρόβλημα που αντιμετωπίζει ένα τέτοιο άτομο αφορά στην ύπαρξη διαταραχής στη σκέψη, με αποτέλεσμα να ερμηνεύει λανθασμένα κάποια τυχαία επεισόδια ή εξωτερικά γεγονότα. Βεβαίως, κατά την Άρτεμη Καλυβωκά (ΜΚ12), όταν τούτη εξέτασε τον κατηγορούμενο στις 11.10.13, η αντίληψη του βρισκόταν σε φυσιολογικά επίπεδα, υπογράφοντας μάλιστα - προσθέτουμε εμείς χωρίς καμιά ένσταση και δίχως ποτέ να εγείρεται οποιοδήποτε ζήτημα σε σχέση με το γεγονός τούτο κατά τη δίκη, τα Δικαιώματα Επικοινωνίας Κρατουμένων, ως το Τεκμήριο 26. Καταβλήθηκε προσπάθεια από τον κ. Δημητρίου κατά την αντεξέταση της Αρτέμιδος Καλυβωκά (ΜΚ12), να αναδειχθούν ως κρίσιμης σημασίας οι επιπτώσεις που θα μπορούσαν να επέλθουν στον κατηγορούμενο ως εκ της μη λήψης διαφόρων ψυχοφαρμάκων (υποτιθέστο, λέμε εμείς, ότι θα έπρεπε να εξακολουθεί να τα λαμβάνει) και της πρόκλησης ένεκα τούτου σε αυτόν, προβλημάτων απώλειας αυτοελέγχου και ανικανότητας για σωστή σκέψη. Δεν ακολούθησε όμως ο κ. Δημητρίου την ίδια γραμμή όταν εξέταζε τον ψυχίατρο Νίκο Νικολάου (ΜΥ1), με επακόλουθο οι συναφείς απόψεις της Αρτέμιδος Καλυβωκά (ΜΚ12), να παραμείνουν ουσιαστικά αναντίρρητες. Δεν τέθηκε οποιοδήποτε υπόβαθρο από το οποίο θα μπορούσε να εξαχθεί είτε η ύπαρξη, κατά τους κρίσιμους χρόνους, απώλειας αυτοελέγχου του κατηγορούμενου σε σχέση με το τι του καταλογίζεται από την Κατηγορούσα Αρχή είτε, παρομοίως, ανυπαρξία ορθής σκέψης από μέρους του. Εξειδίκευσε ο Νίκος Νικολάου (ΜΥ1), ότι η ψυχική διαταραχή που μας ανέλυσε σε σχέση με τον κατηγορούμενο είναι δυνατόν να οδηγήσει σε παρορμητική συμπεριφορά όταν ο ασθενής βρίσκεται σε επαφή με εκείνον που πιστεύει ότι θέλει το κακό του ή ότι επιδρά πάνω του. Τίποτε όμως δεν αναφύεται από τη μαρτυρία που θα μπορούσε ευλόγως να οδηγήσει σε συνειρμούς, έστω, ότι η κατά την Κατηγορούσα Αρχή συμπεριφορά του κατηγορούμενου έναντι του θύματος προέκυψε, τωόντι, από μια τέτοια προγενέστερη επαφή των δύο ανδρών (χωρίς και πάλι, βεβαίως, να προσδιορίζεται η όποια χρονική αλληλουχία μεταξύ της επαφής αυτής και της τελικής πράξης θανάτωσης του Παντελή Αντωνίου). Μήτε και αναδύεται οτιδήποτε από τη μαρτυρία που θα μπορούσε λογικώς να οδηγήσει σε συμπέρασμα απώλειας αυτοελέγχου του κατηγορούμενου κατά τους κρίσιμους χρόνους ή ανυπαρξίας σωστής σκέψης από πλευράς του. Αντιθέτως - και δεν προσδίδουμε στον Κυριάκο Δημητρίου (ΜΚ10), οποιαδήποτε ιδιότητα πραγματογνώμονα επί του ζητήματος - τα εξωτερικά γνωρίσματα της συμπεριφοράς του κατηγορούμενου λίγο πριν το έγκλημα (όταν αυτός βρισκόταν στο κουρείο του μάρτυρα, λίγο πριν από το μεσημέρι της 8.10.13), κάθε άλλο παρά σε αλλοπρόσαλλη ή άλλη επιλήψιμη συμπεριφορά θα μπορούσε να παραπέμψει. Ομοίως - και με δεδομένη την προσέγγιση αναφορικά με το στοιχειώδες και πασιφανές της απουσίας πραγματογνωμοσύνης από μέρους του - ως εξωτερικά ήρεμη περιγράφηκε από τον Ευάγγελο Μάστρου (ΜΚ3) και η συμπεριφορά του κατηγορούμενου αμέσως μετά τους πυροβολισμούς. Ούτε και εξάγεται από τη μαρτυρία με την απαραίτητη προς τούτο επάρκεια ότι ο κατηγορούμενος κατά τους κρίσιμους χρόνους του εγκλήματος βρισκόταν υπό την επήρεια ψυχοφαρμάκων ή άλλων φαρμάκων που θα μπορούσαν δυνητικώς να επηρεάσουν τη συμπεριφορά του και να τον οδηγήσουν στη διάπραξη του κακουργήματος με τον τρόπο που εισηγήθηκε η Υπεράσπιση και δίχως, επιπροσθέτως, να δίνονται και οποιεσδήποτε ενδείξεις (κατά το λιγότερο), ως προς τις δοσολογίες των φαρμάκων αυτών και το πώς τούτες θα μπορούσαν να συντείνουν στα πράγματα με τον τρόπο που (χαλαρά) προσπάθησε να συζητήσει η Υπεράσπιση στην αγόρευση της. Υπό παρόμοια οπτική, δεν μπορεί να εξαχθεί με οποιαδήποτε ασφάλεια από τη μαρτυρία ότι ο κατηγορούμενος κατά τους κρίσιμους χρόνους του επεισοδίου λειτουργούσε κακουργηματικά ως εκ της αποχής ή παράλειψης λήψης των φαρμάκων που, καθώς λέχθηκε, λάμβανε κατά τα προηγούμενα έτη. Επομένως - καταλήγουμε - κανένας από τους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης σε σχέση με την ψυχολογική κατάσταση του κατηγορούμενου δεν θα μπορούσε ευλόγως και αντικειμενικώς να οδηγήσει σε άλλη κατάληξη παρά στο ότι ο κατηγορούμενος ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο εχέφρων και με πλήρη αντίληψη της πραγματικότητας και των επιπτώσεων των ενεργειών του. Έχοντας αναλύσει τα ζητήματα που κρίναμε ότι θα έπρεπε να τύγχαναν κάποιας εξειδικευμένης αναφοράς, διατυπώνουμε αμέσως τα υπόλοιπα ευρήματα μας. Βρίσκουμε ότι ο τριανταεξάχρονος (σήμερα) κατηγορούμενος - γεννήθηκε στις 18.4.78 - στις 8.10.13, μετά που αναχώρησε γύρω στο μεσημέρι από το κουρείο του Κυριάκου Δημητρίου (ΜΚ10), στη Ξυλοφάγου, κατευθύνθηκε προς την Αγία Νάπα με το διπλοκάμπινο του (αυτό δηλαδή που απεικονίζεται παραδεκτώς στα κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης που κατατέθηκαν στη δίκη) και περί ώρα 12:41:21, κινήθηκε επί της Λεωφόρου Νησί με κατεύθυνση το κέντρο της Αγίας Νάπας. Παρεμβάλλουμε εδώ κάτι το ιδιαίτερα σημαντικό - το οποίο και έθιξε ο κ. Αριστείδης στην αγόρευση του - σε σχέση με τα ψέματα που, εκ των πραγμάτων, είπε ο κατηγορούμενος στη γραπτή του κατάθεση προς την Αστυνομία στις 8.10.13, ως το Τεκμήριο 46, σε σχέση με τη διαδρομή που δήλωσε ότι ακολούθησε. Ο κατηγορούμενος δεν πορεύθηκε ευθέως προς το κέντρο της Αγίας Νάπας όπως ισχυρίστηκε. Ψευδολογούσε στη γραπτή του κατάθεση - Τεκμήριο 46, όταν δήλωνε ότι πήγε στην Αγία Νάπα «ένα γυρό» («έφυα τσιαί επήα στην Αγία Νάπα ένα γυρό» και ότι «έδωκα ένα γυρώ μες την πλατεία της Αγίας Νάπας τσιαι έφυα»). Η διαδρομή που ακολούθησε ήταν αυτή που με ακρίβεια αποτυπώνεται στα κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης που κατέγραψαν τις κινήσεις του στην περιοχή, ως τα Τεκμήρια 19-24 και 37, τα οποία αναμφισβητήτως αποτελούν ανεξάρτητη μαρτυρία αυτών που καταγράφουν (με τις ώρες που παρουσιάζονται στα διάφορα πλάνα τους, να έχουν επιστημονικώς και αποδεκτώς προσαρμοστεί στην πραγματική τοπική ώρα της Κύπρου [βλ. Έγγραφα Ι και ΙΒ] και ενοποιηθεί σε ένα μονταρισμένο βίντεο, στον ψηφιακό δίσκο-Τεκμήριο 37). Είπε ο κατηγορούμενος στη γραπτή του κατάθεση-Τεκμήριο 46, σε σχέση με το επίδικο δρομολόγιο που ακολούθησε από την είσοδο μέχρι και την έξοδο του από την Αγία Νάπα, ότι «Εμπήκα από την έξοδο της πεζίνας της ΕΚΟ και που τα φώτα του Nissi Beach επήα αριστερά. Που τσαμέ επήα ούλον ίσια ως τα φώτα του Mc-Donalds τσιαι που τσαμέ έκλωσα αριστερά. Εφάκισα ένα γυρώ του ραουνταπάουτ που τσαμέ στο μοναστήρι τσιαί εστράφηκα πίσω που την ίδια διαδρομή τσιαί επήα πίσω στο χωρκό»). Επέμεινε στη γραπτή του κατάθεση-Τεκμήριο 46, ότι δεν σταμάτησε πουθενά ούτε και έστριψε σε οποιοδήποτε στρίψιμο («.δεν σταμάτησα πούποτε ούτε έστριψα πούποτε. Είμαι σίουρος. Έκαμα την διαδρομή όπως σας είπα πιο πάνω» [δηλαδή στην Απάντηση 7]). Γνωρίζουμε όμως ότι ούτε και αυτό είναι αληθές στη λεπτομέρεια του αφού δυο φορές είναι που καταγράφηκε το διπλοκάμπινο του (το οποίο οδηγούσε ο ίδιος συνεχώς), από κάμερα κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης του Anthea Hotel, να στρίβει δεξιά από τον ανώνυμο δρόμο, επί της οδού Μάρτας και να κατευθύνεται ακολούθως προς τη Λεωφόρο Νησί και δυο άλλες φορές να σταματά (ως συνέχεια της προηγούμενης του διαδρομής) - σύμφωνα με κάμερα κλειστού κυκλώματος παρακολούθησης του Rialas Jewellery - στη διασταύρωση της οδού Μάρτας με τη Λεωφόρο Νησί, ακριβώς απέναντι από το σημείο που καθόταν το θύμα με τον Ευάγγελο Μάστρου (ΜΚ3). Τα ψέματα αυτά του κατηγορούμενου κρίνουμε ότι ήσαν ηθελημένα, αφορούσαν σε ουσιώδες ζήτημα σε σχέση με τα γεγονότα (δεδομένου ότι η διαδρομή που ακολούθησε μπορούσε να τον συνδέσει με τη διάπραξη του αδικήματος) και σαφώς το κίνητρο του πίσω από αυτά ήταν η επίγνωση της ενοχής του και ο φόβος του για την αλήθεια. Τούτα τα ψέματα αποτελούν περιστατική μαρτυρία εναντίον του συμφώνως των σχετικών αρχών που εμπέδωσε η νομολογία επί του ζητήματος (βλ. ενδεικτικώς, Κωνσταντίνου ν Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 260, 268-269) και έτσι την έχουμε αξιολογήσει, έχοντας ασφαλώς αυτοπροειδοποιηθεί δεόντως για τους κινδύνους που χαρακτηρίζουν συνήθως τέτοια διαβήματα ένεκα της φύσης της μαρτυρίας τούτης, προσεγγίζοντας την με την αναμενόμενη σύνεση και περίσκεψη συμφώνως της καθοδήγησης αποφάσεων όπως η R v Press
(2013)EWCA Crim
  1. Επανερχόμαστε στην περιγραφή της διαδρομής που ακολούθησε ο κατηγορούμενος κατά τους κρίσιμους χρόνους (και η οποία αποτυπώνεται, εκτός από τα κλειστά κυκλώματα παρακολούθησης που προαναφέραμε, και στα Τεκμήρια 30 και 38, όπως και στο Έγγραφο ΙΔ), το περιεχόμενο των οποίων μετατρέπουμε (όπως ήδη υποσημειώσαμε με αναφορά και σε όλα τα άλλα τεκμήρια και έγγραφα που κατατέθηκαν κατά τη δίκη) σε συνακόλουθο εύρημα μας ως προς την κάθε λεπτομέρεια που αποτυπώνουν. Ευρισκόμενος λοιπόν επί της Λεωφόρου Νησί και οδεύοντας προς το κέντρο της Αγίας Νάπας, ο κατηγορούμενος έστριψε αριστερά συμφώνως της πορείας του στον ανώνυμο δρόμο (που αποτυπώνεται στο Τεκμήριο 38, αμέσως μετά το Hameleon Club καθώς και στο Τεκμήριο 30 [απέναντι από την οδό Κασσάνδρου]) και ακολουθώντας την πορεία του εν λόγω δρόμου δεξιόστροφα, έφθασε στο ΑΛΤ και έστριψε δεξιά επί της οδού Μάρτας, καταλήγοντας εν τέλει στο ΑΛΤ της εν λόγω οδού με τη Λεωφόρο Νησί στις 12:42:
  2. Δεν υπήρχε άλλος τρόπος να καταλήξει κανείς στο συγκεκριμένο σημείο ΑΛΤ, παρά ακολουθώντας και διανύοντας την πορεία που ακολούθησε και διένυσε ο κατηγορούμενος με το όχημα του, όπως την περιγράφουμε. Ο κατηγορούμενος παρέμεινε εντός του διπλοκάμπινου του στο ΑΛΤ της οδού Μάρτας με τη Λεωφόρο Νησί για δεκαοκτώ δευτερόλεπτα. Από το σημείο εκείνο απολάμβανε, ευθεία εμπρός του, πλήρη και καθαρή ορατότητα προς το σημείο που καθόταν το εξηνταεξάχρονο θύμα - γεννημένο στις 9.8.47 - μαζί με τον Ευάγγελο Μάστρου (ΜΚ3), οι οποίοι έπαιζαν τάβλι από τις 12:20 της μέρας εκείνης, σε τραπεζάκι που ήταν τοποθετημένο μεταξύ των εμπορικών καταστημάτων Incredible Universe και Efstathiou Yiannis Shopping Centre, όπως εμφαίνεται, μεταξύ άλλων, στις φωτογραφίες 7, 10, 11 και 14 του Τεκμηρίου
  3. Ο Ευάγγελος Μάστρου (ΜΚ3), είχε την πλάτη γυρισμένη προς τη Λεωφόρο Νησί (όπως τούτη αποτυπώνεται στο σημείο 2 επί της φωτογραφίας-Τεκμήριο 28), ενώ το αυτοκίνητο-ταξί του θύματος (με αριθμούς εγγραφής KQD 187), βρισκόταν σταθμευμένο παραπλεύρως, στα δεξιά του μάρτυρα (ως οι φωτογραφίες 1-4, 6-10, 12 και 13 του Τεκμηρίου 9 και το σημείο 1 επί της φωτογραφίας-Τεκμήριο 28). Δεξιά του μάρτυρα ήταν το Efstathiou Yiannis Shopping Centre (ως το σημείο 3 επί της φωτογραφίας-Τεκμήριο 28) και στα αριστερά του το κατάστημα Incredible Universe (ως το σημείο 4 επί της φωτογραφίας-Τεκμήριο 28). Το θύμα καθόταν απέναντι από τον Ευάγγελο Μάστρου (ΜΚ3), έχοντας αντίκρυ τη Λεωφόρο Νησί (ως το σημείο 2 επί της φωτογραφίας-Τεκμήριο 28), στα αριστερά του το Efstathiou Yiannis Shopping Centre και το αυτοκίνητο-ταξί του (ως το σημείο 1 επί της φωτογραφίας-Τεκμήριο 28) και στα δεξιά του το κατάστημα Incredible Universe. Ο κατηγορούμενος γνώριζε καλώς ότι το θύμα σύχναζε στο συγκεκριμένο σημείο αφού αποτελούσε «το πόστο του» για πάνω από δέκα χρόνια. Δεν γνώριζε όμως ο κατηγορούμενος - βάσει της ενώπιον μας μαρτυρίας - ότι το θύμα θα βρισκόταν στο συγκεκριμένο εκείνο τόπο την ώρα που για πρώτη φορά σταμάτησε στο σημείο ΑΛΤ της οδού Μάρτας με τη Λεωφόρο Νησί. Και τούτο διότι, όπως ανέφερε ο Ευάγγελος Μάστρου (ΜΚ3), οι ώρες που συναντιόταν ο μάρτυς με το θύμα στο εν λόγω σημείο, σχεδόν καθημερινώς, ήσαν ακανόνιστες. Άλλωστε, όπως εξήγησε ο μάρτυς, τη μέρα εκείνη δεν είχαν τηλεφωνηθεί με το θύμα για να βρεθούν και απλώς ο μάρτυς περνούσε από το πόστο του θύματος και αφού τον είδε να βρίσκεται εκεί, κατέβηκε και αυτός. Τη μέρα εκείνη - πριν από τους κρίσιμους χρόνους που αφορούν στο έγκλημα - δεν υπήρξε καμιά προηγούμενη επαφή, οποιασδήποτε μορφής, μεταξύ κατηγορούμενου και θύματος. Ούτε και κάτι που να έδινε την εντύπωση τουλάχιστον ότι κάτι απασχολούσε τον κατηγορούμενο. Ενόσω ο τελευταίος εξακολουθούσε να βρίσκεται σταματημένος επί του σημείου ΑΛΤ της οδού Μάρτας με τη Λεωφόρο Νησί (την πρώτη φορά), διακινούντο συνεχώς οχήματα στη Λεωφόρο Νησί τόσο από τη δεξιά του πλευρά όσο και από την αριστερή του πλευρά όπως βρισκόταν σταματημένος εκεί εντός του διπλοκάμπινου του. Μετά την παρέλευση των δεκαοκτώ δευτερολέπτων που ανάλωσε στο εν λόγω σημείο ΑΛΤ, ο κατηγορούμενος έστριψε δεξιά επί της Λεωφόρου Νησί. Τη στιγμή που επιχειρούσε τη δεξιόστροφη αυτή είσοδο του επί της εν λόγω Λεωφόρου Νησί, αφικνείτο από τα δεξιά του (συμφώνως του σημείου που βρισκόταν σταματημένο το διπλοκάμπινο του, στο εν λόγω σημείο ΑΛΤ), όχημα άσπρου χρώματος που θα μπορούσε να περιγραφεί και ως φορτηγό μεταφοράς εμπορευμάτων («το άσπρο φορτηγό»), το οποίο έστριψε δεξιά (μετά τη νησίδα που βρισκόταν επί της Λεωφόρου Νησί στη συγκεκριμένη θέση και που παρουσιάζεται καθαρά στη φωτογραφία-Τεκμήριο 28), κατευθυνόμενο σε σημείο της ως άνω Λεωφόρου μεταξύ Incredible Universe και Efstathiou Yiannis Shopping Centre, ως φαίνεται σε συγκεκριμένο πλάνο του Τεκμήριο
  4. Επιβάλλεται εδώ μια παρένθεση, σε σχέση με το ανακριτικό έργο αυτή τη φορά. Δεν ακούσαμε οτιδήποτε - είτε κατά τη μαρτυρία είτε κατά τις αγορεύσεις - αναφορικά με το άσπρο φορτηγό ώστε να καθίσταται δυνατή η εύλογη αποτίμηση του γεγονότος τούτου από το Δικαστήριο όπως και η οποιαδήποτε δυνητική του συνάρτηση με την επιλογή του κατηγορούμενου να οδεύσει (ή να μην οδεύσει), κατευθείαν εμπρός και να εισέλθει στο επίδικο πέρασμα αντί να στρίψει δεξιά επί της Λεωφόρου Νησί και να επιχειρήσει κάλυψη της ίδιας διαδρομής για δεύτερη φορά. Μια τέτοια μαρτυρία (η οποία, κρίνοντας από το ανακριτικό έργο που επακολούθησε, σίγουρα θα αποτελούσε και αντικείμενο εξέτασης κατά την αναπαράσταση που έλαβε χώραν επέκεινα από τις ανακριτικές αρχές [με υπόψη άλλες μεταβλητές], ως το Έγγραφο ΙΒ), θα μπορούσε πιθανώς να διαφωτίσει και ως προς το κατά πόσο αυτό το άσπρο φορτηγό, με τον τρόπο που κινήθηκε και στάθμευσε τελικώς, επηρέασε ή μπορούσε να επηρεάσει, είτε την ορατότητα του κατηγορούμενου από το σημείο ΑΛΤ της οδού Μάρτας με τη Λεωφόρο Νησί (όπου και βρισκόταν σταματημένος με το διπλοκάμπινο του αυτοκίνητο), προς το σημείο που καθόταν το θύμα με τον Ευάγγελο Μάστρου (ΜΚ3), είτε την ευχερή πρόσβαση του κατηγορούμενου στο πέρασμα του Efstathiou Yiannis Shopping Centre κατά τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, ή ακόμη, να επιφέρει οποιαδήποτε άλλα συνεπόμενα στα πράγματα. Υπό αυτό το πλέγμα, θα μπορούσε κανείς να εξέταζε και τους λόγους για τους οποίους ο κατηγορούμενος, έχοντας - κατά την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής - ήδη αποφασίσει την εκτέλεση του θύματος, δεν όδευσε απευθείας απέναντι στο επίδικο πέρασμα (ως αυτό αποτυπώνεται, ανάμεσα σε άλλα, στο σημείο 5 επί της φωτογραφίας-Τεκμήριο 28). Τούτη η ανακριτική παράλειψη - όπως την κατατάσσουμε, με κάθε σεβασμό, τονίζοντας ταυτοχρόνως ότι, κατά τα άλλα, το ανακριτικό έργο υπήρξε άμεμπτο - δεν μπορεί παρά να επιδράσει προς όφελος του κατηγορούμενου. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε ούτε και δυνάμεθα να καταλήξουμε σε ένα αντικειμενικώς ασφαλές συμπέρασμα περί της διαμόρφωσης πρόθεσης του κατηγορούμενου για δολοφονία του Παντελή Αντωνίου σε οποιοδήποτε στάδιο της παραμονής του πρώτου στο σημείο ΑΛΤ της οδού Μάρτας με τη Λεωφόρο Νησί, την πρώτη φορά που στάθμευσε εκεί. Τα ίδια ισχύουν, στην απουσία σχετικής μαρτυρίας (ή ακόμη και μαρτυρίας περί των όποιων κινήτρων του κατηγορούμενου να εκτελέσει τον Παντελή Αντωνίου ώστε να χυνόταν φως στους λόγους για τους οποίους ο κατηγορούμενος αποφάσισε να δράσει ως έδρασε) και σε σχέση με τις αναφορές του πατέρα του κατηγορούμενου, Παναγιώτη Καμήλα (ΜΚ11), περί κάποιων οικογενειακών διαφορών μεταξύ της θυγατέρας του μάρτυρα (και αδελφής του κατηγορούμενου) και του γιου του θύματος (που ήσαν μεταξύ τους παντρεμένοι από το 1997, χωρίζοντας τον Οκτώβριο 2012), με αναμφισβήτητη και την τοποθέτηση του μάρτυρα ότι ο κατηγορούμενος δεν είχε καμιά διαφορά με το θύμα. Ωστόσο, είναι δεδομένο (και σε αντίθεση πάντοτε με αντίστοιχη θέση του κατηγορούμενου στη γραπτή του κατάθεση-Τεκμήριο 46), ότι τούτος επέλεξε να ακολουθήσει για δεύτερη φορά το ίδιο δρομολόγιο εξερχόμενος από το σημείο ΑΛΤ της οδού Μάρτας με τη Λεωφόρο Νησί (ερχόμενος αυτή τη φορά από την αντίθετη κατεύθυνση) και να στρίψει ακολούθως στον ανώνυμο δρόμο (δεξιά αυτή τη φορά συμφώνως της φοράς του), για να καταλήξει και πάλι, διανύοντας την ίδια πορεία όπως και προηγουμένως, στο σημείο ΑΛΤ της οδού Μάρτας με τη Λεωφόρο Νησί στις 12:44:
  5. Απαιτήθηκε για να καλύψει αυτή τη διαδρομή χρόνος ενός λεπτού και 45 δευτερολέπτων. Παρέμεινε στο υπό αναφορά σημείο ΑΛΤ για περίπου 6 δευτερόλεπτα δίχως να υπάρχει κάποιος εύλογος λόγος παραμονής του εκεί για τόσο χρόνο, δοσμένου ότι δεν υπήρχε κατά τη στιγμή εκείνη τέτοια τροχαία κίνηση (από τη στιγμή που προσέγγισε το υπό αναφορά σημείο ΑΛΤ), από οποιαδήποτε κατεύθυνση επί της Λεωφόρου Νησί σε σχέση με το σημείο ΑΛΤ στο οποίο βρισκόταν, που να απέτρεπε τη γρηγορότερη είσοδο του επί της εν λόγω Λεωφόρου, όπως εναργώς αποτυπώνεται στα σχετικά πλάνα του Τεκμήριου
  6. Κρίνουμε ότι ευρισκόμενος στο σημείο ΑΛΤ της οδού Μάρτας με τη Λεωφόρο Νησί τη δεύτερη εκείνη φορά, ο κατηγορούμενος είχε ήδη διαμορφώσει την απαιτούμενη ειδική πρόθεση για να εκτελέσει τον Παντελή Αντωνίου. Παρ' όλο που δεν μπορεί κανείς να αποτυπώσει επακριβώς τη χρονική στιγμή διαμόρφωσης της υπό αναφορά ειδικής πρόθεσης για εξόντωση του Παντελή Αντωνίου, καταλήγουμε χωρίς καμιά απολύτως αμφιβολία, ότι η πρόθεση αυτή είχε ήδη διαμορφωθεί όταν ο κατηγορούμενος έστριψε δεξιά επί της ανωνύμου οδού μετά που εξήλθε από το ΑΛΤ της οδού Μάρτας με τη Λεωφόρο Νησί την πρώτη φορά, όπως έχουμε ήδη περιγράψει. Δεν υπήρχε - και δεν προτάχθηκε ποτέ εν πάση περιπτώσει - οποιοσδήποτε λόγος για τον κατηγορούμενο να επιχειρούσε να διανύσει την ίδια διαδρομή από το σημείο ΑΛΤ της οδού Μάρτας με τη Λεωφόρο Νησί μέχρι το ίδιο σημείο, από τη στιγμή που είχε καλύψει την εν λόγω διαδρομή την πρώτη φορά. Απεναντίας, υπενθυμίζουμε, ο κατηγορούμενος είχε πει εσκεμμένα, ψέματα στην Αστυνομία για την ακριβή διαδρομή που ακολούθησε την ημέρα εκείνη κατά την άφιξη του στην Αγία Νάπα μέχρι την αναχώρηση του από εκεί. Ευρισκόμενος επί του σημείου ΑΛΤ της οδού Μάρτας με τη Λεωφόρο Νησί τη δεύτερη φορά, κάλλιστα θα μπορούσε να είχε αποστεί από την υλοποίηση της προειλημμένης απόφασης του να εκτελέσει τον Παντελή Αντωνίου. Δεν το έπραξε. Αντιθέτως, με προσοχή και στοχευμένη οδήγηση, εξήλθε αργά από το σημείο ΑΛΤ της οδού Μάρτας με τη Λεωφόρο Νησί, εισήλθε στην εν λόγω Λεωφόρο και ακολούθως μπήκε με οφθαλμοφανή δεξιότητα, οδικό ελιγμό και ηρεμία στο πέρασμα του Efstathiou Yiannis Shopping Centre, έχοντας στα αριστερά του, σταθμευμένο κάποιο άσπρο φορτηγό αυτοκίνητο, το οποίο δεν γνωρίζουμε αν ήταν το ίδιο με το άσπρο φορτηγό που είχε σταθμεύσει εκεί ή σε παρακείμενο σημείο προηγουμένως ενώ ο κατηγορούμενος εξερχόταν από το σημείο ΑΛΤ της οδού Μάρτας με τη Λεωφόρο Νησί την πρώτη φορά. Ακόμη και αν, χάριν συζήτησης, θα μπορούσε κανείς να προτάξει ότι η ειδική πρόθεση θανάτωσης του θύματος δεν είχε σχηματιστεί από τον κατηγορούμενο λίγο πριν ή κατά την είσοδο του στη ανώνυμη οδό τη δεύτερη φορά, η πρόθεση του αυτή δεν μπορεί παρά να είχε διαμορφωθεί κατά την παραμονή του στο σημείο ΑΛΤ της οδού Μάρτας με τη Λεωφόρο Νησί, τη δεύτερη φορά, αμέσως πριν την εκκίνηση του για είσοδο στη Λεωφόρο Νησί με κατεύθυνση το πέρασμα του Efstathiou Yiannis Shopping Centre. Δεν υπήρχε απολύτως κανένας λόγος για τον κατηγορούμενο (ούτε και προβλήθηκε άλλωστε οποιοσδήποτε), να κατευθυνθεί προς το πέρασμα αυτό και να εισέλθει τελικώς εντός αυτού με τον τρόπο που το πέτυχε, παρά μόνο - αποφαινόμαστε - για να εκτελέσει το θύμα το οποίο εξακολουθούσε να κάθεται εκεί αμέριμνο με τον φίλο του Ευάγγελο Μάστρου (ΜΚ3), παίζοντας τάβλι. Ο κατηγορούμενος σταμάτησε το διπλοκάμπινο του μετά που εισήλθε εντός του περάσματος (ως το σημείο 2 επί της φωτογραφίας-Τεκμήριο 29), έχοντας το τραπεζάκι (γύρω από το οποίο καθόταν το θύμα και ο Ευάγγελος Μάστρου (ΜΚ3), ως το σημείο 1 επί της φωτογραφίας-Τεκμήριο 29), στα αριστερά του, με τη μηχανή του διπλοκάμπινου να εξακολουθεί να βρίσκεται σε λειτουργία. Ούτε το θύμα ούτε και ο Ευάγγελος Μάστρου (ΜΚ3), αντιλήφθηκαν με οποιοδήποτε τρόπο τι είναι που θα επακολουθούσε. Ήσαν και οι δύο σκυμμένοι και συγκεντρωμένοι στο παιχνίδι τους, ανεξαρτήτως του γεγονότος ότι ο Ευάγγελος Μάστρου (ΜΚ3), είχε ακούσει, πριν ριχθούν οι πυροβολισμοί, το θόρυβο του διπλοκάμπινου που εισερχόταν στο πέρασμα. Ο κατηγορούμενος σταμάτησε λίγο μπροστά από το πισινό μέρος του αυτοκινήτου-ταξί του θύματος που βρισκόταν εκεί σταθμευμένο, ως φαίνεται και στις φωτογραφίες 1-10 του Τεκμηρίου 9 και στο σημείο 2 επί της φωτογραφίας-Τεκμήριο 29). Είναι απολύτως εύλογο να υποθέσει κανείς βάσει των γεγονότων που έχουμε κρίνει ως αξιόπιστα - και έτσι βρίσκουμε ότι έγινε - ότι τη στιγμή εκείνη που σταμάτησε ο κατηγορούμενος με το διπλοκάμπινο του, αυτός έστρεψε το κεφάλι προς τα αριστερά και είδε το θύμα να εξακολουθεί να κάθεται αμέριμνο, με τον τρόπο που προείπαμε. Είχε και πάλι επομένως την ευκαιρία να αποστεί και να μην προχωρήσει στο έγκλημα. Επέλεξε εντούτοις, συνειδητά, να προχωρήσει με την εκτέλεση του Παντελή Αντωνίου. Πήρε στα χέρια το έμφορτο κυνηγετικό όπλο-Τεκμήριο 13Α (με τα φυσίγγια που εντόπισε τελικώς η αστυνομία στη σκηνή και εντός του διπλοκάμπινου τού κατηγορούμενου, ως τα Τεκμήρια 8 και 11), που δεν γνωρίζουμε πότε ακριβώς είναι που οπλίστηκε (και το αναφέρουμε αυτό διότι η μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μας είναι ότι ο κατηγορούμενος μετέφερε πάντοτε εντός του διπλοκάμπινου του το όπλο, χωρίς όμως να γίνεται μνεία για το κατά πόσο αυτό ήταν ταυτοχρόνως και οπλισμένο την κάθε τέτοια φορά), σημάδεψε προς την κατεύθυνση του θύματος δια μέσου του ανοικτού παραθύρου της θέσης του συνοδηγού, γέρνοντας το σώμα προς τα αριστερά και εμπρός στη θέση του συνοδηγού (έχοντας ξανά την ευκαιρία να αποστεί, δίχως όμως και πάλι να το πράττει) και πυροβόλησε εν ψυχρώ - και παντελώς απρόκλητα ή υπό οποιεσδήποτε άλλες περιστάσεις θα μπορούσαν δυνητικώς να οδηγήσουν σε υπερασπιστική εφαρμογή του άρθρου 208 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 - από κοντινή απόσταση (όπως τούτη αποτυπώνεται και στα Τεκμήρια 27
(1)
(2)και 30), μια φορά τον καθήμενο Παντελή Αντωνίου, με σκοπό να το σκοτώσει. Το κτύπημα πυρός ήταν χειρουργικό και στόχευε αποκλειστικώς στη δολοφονία του συγκεκριμένου ατόμου και όχι του Ευάγγελου Μάστρου (ΜΚ3) - ή και εκείνου - που καθόταν ακριβώς απέναντι από το θύμα και σε πολύ μικρή απόσταση από αυτό. Μετά τον πρώτο πυροβολισμό και τα σφαιρίδια που έπληξαν τον Παντελή Αντωνίου ως εξ αυτού, το κορμί του τελευταίου κινήθηκε δεξιά όπως καθόταν. Ακολούθως, σε κλάσματα δευτερολέπτου - και πάλι ψυχρά και απρόκλητα - ο κατηγορούμενος πυροβόλησε το θύμα με το ίδιο κυνηγετικό όπλο-Τεκμήριο 13Α, μολονότι είχε και πάλι τη δυνατότητα (εξακολουθούσε να είναι ο απόλυτος άρχοντας της κατάστασης εκείνη τη στιγμή με τη δύναμη πυρός που διέθετε), να μην τον ξαναπυροβολήσει, μειώνοντας τουτέστιν την πιθανότητα θανάτωσης του θύματος το οποίο, ένεκα του πρώτου πυροβολισμού, στεκόταν γέρνοντας «στο ένα πόδι» όπως γλαφυρά περίγραψε ο αυτόπτης μάρτυς Ευάγγελος Μάστρου (ΜΚ3). Δεν απέστιν όμως ο κατηγορούμενος ούτε και αυτή τη φορά ασχέτως αν το θύμα, κατά το δεύτερο πυροβολισμό, βρισκόταν ακόμη σε πιο μειονεκτικότερη θέση αντίδρασης από ό,τι βρισκόταν πριν και κατά τον πρώτο πυροβολισμό. Ως εκ των πυροβολισμών, το θύμα έπεσε μπρούμυτα στο έδαφος, με σχετικό για το εύρημα αυτό να είναι και το σημείο 9 επί της φωτογραφίας 12 του Τεκμηρίου
  1. Αμφότεροι οι πυροβολισμοί - που ρίφθηκαν από τον κατηγορούμενο από δυτική προς ανατολική κατεύθυνση (με τον κάλυκα-Τεκμήριο 11, να πυροβολείται και εκτοξεύεται από την πάνω κάννη του κυνηγετικού όπλου-Τεκμήριο 13Α και τον κάλυκα-Τεκμήριο 8, να πυροβολείται και εκτοξεύεται από την κάτω κάννη του ιδίου όπλου) - μοναδικό στόχο είχαν την εξολόθρευση του Παντελή Αντωνίου μια και επικεντρώθηκαν και οι δυο, σε σημεία του σώματος του τελευταίου (όπως πυροβολήθηκε από τα αριστερά όπως καθόταν), των οποίων η πλήξη θα έθετε τον αποδέκτη (εδώ, το θύμα), σε άμεσο κίνδυνο θανάτου, δηλαδή, στο αριστερό ημιθωράκιο (αριστερή πλάγια θωρακική χώρα), αριστερό βραχίονα, τραχηλική περιοχή, αριστερή παρειακή περιοχή, δεξιό βραχίονα και γενειακή χώρα, ως οι φωτογραφίες 1-24 του Τεκμηρίου
  2. Ο θάνατος του Παντελή Αντωνίου - βάσει των πορισμάτων της Ιατροδικαστικής ΄Εκθεσης-Έγγραφο ΙΕ (το περιεχόμενο της οποίας καθιστούμε ως αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων μας) - προκλήθηκε από εσωτερική αιμορραγία συνεπεία των σφαιριδίων που τον έπληξαν (βλ. Τεκμήριο 18), ως το γεγονός τούτο αποτυπώνεται (και) στις φωτογραφίες 25-57 του Τεκμηρίου
  3. Το ότι ο κατηγορούμενος μπορούσε, αν ήθελε, να χρησιμοποιήσει μεγαλύτερα σφαιρίδια από εκείνα που τελικώς χρησιμοποίησε για να πυροβολήσει τον Παντελή Αντωνίου, ουδόλως αμβλύνει εν προκειμένω την πρόθεση και αποφασιστικότητα του να επιφέρει το θάνατο στο θύμα, επειδή τα σφαιρίδια τούτα, από αντικειμενικής απόψεως - και όχι ως εκ του αποτελέσματος στην παρούσα περίπτωση - κάλλιστα θα μπορούσαν να φονεύσουν ένα ανθρώπινο στόχο υπό συνθήκες και περιστάσεις όπως οι επίδικες και τούτο σαφώς είναι που εξάγεται από τη μαρτυρία του Ανδρέα Αλεξάνδρου (ΜΚ5). Με το άκουσμα των πυροβολισμών, ο Ευάγγελος Μάστρου (ΜΚ3) επιχείρησε να κρυφτεί. Μόλις σηκώθηκε από την καρέκλα, είδε μπροστά του το διπλοκάμπινο του κατηγορούμενου (το οποίο ήταν ξεκινημένο), με το μπροστινό μέρος του να βλέπει νοτίως προς παρακείμενο λούνα παρκ, ως το σημείο 5 επί της φωτογραφίας-Τεκμήριο
  4. Ο μάρτυς πέρασε από το χώρο που υπήρχε μεταξύ του διπλοκάμπινου του κατηγορούμενου και του αυτοκινήτου-ταξί του θύματος με σκοπό να κατευθυνθεί πίσω από το Efstathiou Yiannis Shopping Centre. Γύρισε το βλέμμα προς το διπλοκάμπινο του κατηγορούμενου και αναγνώρισε στη θέση του οδηγού - μια και τον ήξερε για πολλά χρόνια - τον κατηγορούμενο. Τόσο το παράθυρο του οδηγού όσο και το παράθυρο του συνοδηγού του διπλοκάμπινου ήσαν ανοικτά εκείνη τη στιγμή, δεν πρόσεξε όμως τον κατηγορούμενο να κρατά όπλο όπως ούτε και τον είχε προσέξει προηγουμένως να πυροβολεί, παρά μόνο να προβαίνει (ενώ ο κατηγορούμενος βρισκόταν γερμένος προς την καρέκλα του συνοδηγού), σε κίνηση προς τα πίσω, για να καθίσει «σωστά στην καρέκλα». Τούτη η κίνηση δεν ήταν άλλη από την κίνηση στην οποία είχε προβεί ο κατηγορούμενος εντός του διπλοκάμπινου του μετά που έγειρε προς τα αριστερά του (προς τη θέση του συνοδηγού), κρατώντας το κυνηγετικό όπλο-Τεκμήριο 13Α και σημαδεύοντας τον Παντελή Αντωνίου με επιδίωξη την καλύτερη στόχευση. Ο κατηγορούμενος φαινόταν ήρεμος και είχε προσέξει ότι ο μάρτυς τον είχε δει. Τότε, έβγαλε το δεξί του χέρι έξω από το παράθυρο της θέσης του οδηγού. Ο μάρτυς έμεινε ακίνητος. Ο κατηγορούμενος έβγαλε το κεφάλι έξω από το παράθυρο του διπλοκάμπινου και άρχισε να βλέπει τον μάρτυρα. Όπως παραστατικά ανέφερε ο Ευάγγελος Μάστρου (ΜΚ3), κατά την κυρίως εξέταση του, αναφερόμενος στην πτυχή αυτή, σε σχέση με τον κατηγορούμενο «. στέκει λίγο με καρφώνει στα μάτια, το χέρι του μεταφέρεται στο τιμόνι. Με βλέπει βάζει ταχύτητα και φεύγει ήρεμος ούτε να ξερογυρίσει ούτε να αναπτύξει ταχύτητα, ήρεμος», ενώ ομοίως, λίγο προηγουμένως, είχε με τον ίδιο περιγραφικό τρόπο πει και πάλι σε σχέση με τις ενέργειες του κατηγορούμενου «Το χέρι το δεξί βγήκε έξω που το παράθυρο του οδηγού, τον βλέπω από τον καθρέφτη και από το παράθυρο στη δεξιά μεριά, έμεινα εκεί τον παρακολουθούσα, δεν έκανα καμιά κίνηση, αυτός μόλις με εντόπισε, έβγαλε το κεφάλι του έξω από το παράθυρο και με βλέπει στα μάτια, δεν του είπα κάτι, δεν έτρεξα να τον χτυπήσω, έστεκα τον έβλεπα. Αυτός με ηρεμία έφερε το χέρι του σιγά σιγά στο τιμόνι και χωρίς ταχύτητα έφυγε ήρεμος χωρίς να ξερογυρίσει ούτε τίποτα». Το περιστατικό αυτό με την οπτική επαφή των δύο ανδρών επεσυνέβη περίπου 9 με 10 δευτερόλεπτα μετά που σηκώθηκε ο Ευάγγελος Μάστρου (ΜΚ3), από την καρέκλα του για να κατευθυνθεί πίσω από το διπλοκάμπινο του κατηγορούμενου ως εκ των πυροβολισμών. Ο μάρτυς παρακολούθησε λοιπόν τον κατηγορούμενο να απομακρύνεται με το διπλοκάμπινο του από τη σκηνή του εγκλήματος, ακολουθώντας νότια πορεία, ως η κατεύθυνση που υποδεικνύεται με βέλος στο σημείο 5 της φωτογραφίας-Τεκμήριο 28, αναπτύσσοντας ταχύτητα 5 με 10 χιλιόμετρα την ώρα (ή και λιγότερο των 10 χιλιομέτρων την ώρα), διαφεύγοντας, τελικώς διαμέσου περάσματος που οδηγεί στην οδό Κασσάνδρου και αυξάνοντας εν τω μεταξύ την ταχύτητα του σε σύγκριση με εκείνη που διατηρούσε αμέσως μετά την εκκίνηση του. Το όλο περιστατικό από τη στιγμή που στάθμευσε ο κατηγορούμενος στο επίδικο πέρασμα για να πυροβολήσει το θύμα μέχρι την αναχώρηση του (όπως την περιγράψαμε), διήρκησε για 16 περίπου δευτερόλεπτα. Μετά την απομάκρυνση του κατηγορούμενου, ενεργοποιήθηκαν, όπως ήταν αναμενόμενο, όλοι οι ενδεδειγμένοι αστυνομικοί και ανακριτικοί μηχανισμοί. Κατέφθασε η Αστυνομία, απέκλεισε δεόντως τη σκηνή του εγκλήματος και άρχισε τη διερεύνηση της υπόθεσης με την περισυλλογή τεκμηρίων και τη λήψη μαρτυρίας και πληροφοριών. Η σκηνή του εγκλήματος χαρτογραφήθηκε, αποτυπώνοντας με ακρίβεια την επί του εδάφους πραγματικότητα, ως τα Τεκμήρια 30 και
  5. Το υπόλοιπο και το παρομοίως επιμελές και αποδοτικό ανακριτικό έργο που επακολούθησε - με όλα τα ληφθέντα τεκμήρια να τυγχάνουν ορθού χειρισμού και νόμιμης και κανονικής διακίνησης - οδήγησε στην αυθημερόν έκδοση εντάλματος σύλληψης εναντίον του κατηγορούμενου (στις 15:12) και στη σύλληψη του στις 16:00, ως το Τεκμήριο 25, αλλά και - εν τέλει - στην καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης ενώπιον του Κακουργιοδικείου στις 13.11.
  6. Για όλους τους λόγους που προσπαθήσαμε να εξηγήσουμε πιο πάνω, αποφαινόμαστε ότι ο κατηγορούμενος στις 8.10.13, πυροβολώντας τον παρανόμως με το ΔΟΚΟ-Τεκμήριο 13Α, εκ προμελέτης επέφερε το θάνατο στον Παντελή Αντωνίου, τέως από τη Σωτήρα, διαπράττοντας με αυτό τον τρόπο το κακούργημα του φόνου εκ προμελέτης, κατά παράβαση του άρθρου 203 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.
  7. Ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος ως το κατηγορητήριο. (Υπ.)................ Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. (Υπ.)................ Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. (Υπ.)................ Χρ. Φιλίππου, Ε.Δ. /ΓΚ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.