Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Nabil Abou Jabal, Υπόθεση αρ.: 1109/2014, 19/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:B53 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 1109/2014 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας και Nabil Abou Jabal Κατηγορουμένου 19 Μαίου, 2014. Για την κατηγορούσα αρχή, εμφανίζεται ο κ. Μ. Κουτσόφτας Για τον κατηγορούμενο, εμφανίζεται ο κ. Π. Χατζηπαναγιώτου Κατηγορούμενος, παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η (άρθρο 74
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155) ----------------------- Ο κατηγορούμενος διώκεται για το αδίκημα της πλαστοπροσωπίας (άρθρα 35 και 360 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια - 1η και 3η κατηγορία), το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου (άρθρα 331, 333, 335 και 339 του Κεφ. 154 - 2η κατηγορία) και το αδίκημα της απόσπασης περιουσίας δια ψευδών παραστάσεων (άρθρα 297 και 298 του κεφ. 154 - 4η κατηγορία). Διαρκούσης της ακροαματικής διαδικασίας η 5η κατηγορία περί κλοπής διεκόπη και, συνακολούθως, ο κατηγορούμενος απηλλάγηκε από την κατηγορία αυτή. Ο κατηγορούμενος παρεδέχθηκε ενοχή αμέσως στην 1η και την 2η κατηγορία και η υπόθεση, όσον αφορά στις κατηγορίες αυτές, παρέμεινε για να εκτεθούν γεγονότα και να επιβληθεί ποινή. Ο κατηγορούμενος αρνείται την 3η και την 4η κατηγορία και η υπόθεση, όσον αφορά στις κατηγορίες αυτές, οδηγήθηκε σε ακρόαση. Ως λεπτομέρειες των αδικημάτων της 3ης και της 4ης κατηγορίας καταγράφονται, στο κατηγορητήριο, οι εξής: 3η κατηγορία: «Ο κατηγορούμενος στις 08.03.2013 στο Καλό Χωριό της Επαρχίας Λάρνακας επί σκοπώ καταδολίευσης του Γιαννάκη Γεωργίου Πορτέσιη από τα Λειβάδια ψευδώς παρέστησε τον εαυτό του ως άλλο πρόσωπο ήτοι παρουσιάστηκε ως Mahmoud Rahi Mohammed». 4η κατηγορία: «Ο κατηγορούμενος στον ίδιο τόπο και χρόνο που αναφέρεται στην τρίτη κατηγορία δια ψευδών παραστάσεων και επί σκοπώ καταδολιεύσεως απέσπασε από τον Γιαννάκη Γεωργίου Πορτέσιη από τα Λειβάδια το ποσό των 2,500 ευρώ, ψευδείς παραστάσεις συνισταμένες εις το ότι του πούλησε το μηχανοκίνητο όχημα με αριθμούς εγγραφής ΚLΖ340, παρουσιαζόμενος ως ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του, ενώ στην πραγματικότητα γνώριζε ότι αυτό ήταν κλοπιμαίο». Για να αποδειχθεί η υπόθεση εκλήθηκαν και κατέθεσαν ο αστυφύλακας 1150 Ι. Ιωάννου (Μ.Κ.1), εξεταστής της υπόθεσης, και ο Γιάννης Γεωργίου (Μ.Κ.2), παραπονούμενος. Επιπλέον της ένορκης προφορικής μαρτυρίας τους τα πρόσωπα αυτά κατέθεσαν και έγγραφη μαρτυρία. Κατετέθηκαν και εσημειώθηκαν, ως τεκμήρια, η γραπτή κατάθεση του αστυφύλακα 1150 Ι. Ιωάννου (Μ.Κ.1) (τεκμήριο 1), έντυπο μεταβίβασης ιδιοκτησίας μηχανοκινήτου οχήματος (τεκμήριο 2), πιστοποιητικό εγγραφής μηχανοκίνητου οχήματος (τεκμήριο 3), γραπτή κατάθεση του Γιάννη Γεωργίου (Μ.Κ.2) στην αστυνομία, ημερ. 10.03.2013 (τεκμήριο 4) και απόδειξη είσπραξης για το ποσόν των €2.500 (τεκμήριο 5). Από τη μαρτυρία την οποία προσήξε η κατηγορούσα αρχή προκύπτει πώς η σύλληψη του κατηγορουμένου και η προσαγωγή του ενώπιον του Δικαστηρίου, όσον αφορά στην 3η και την 4η κατηγορία, βασίζονται, αποκλειστικώς και μόνον, στην οπτική αναγνώριση (visual identification) και την υπόδειξή του από τον Γιάννη Γεωργίου (Μ.Κ.2) περίπου δέκα μήνες μετά το επίδικο περιστατικό. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, δηλ. στις 08.03.2013, ο κατηγορούμενος ήταν άγνωστος στον Γιάννη Γεωργίου (Μ.Κ.2). Αυτός ανεγνώρισε τον κατηγορούμενο και τον υπέδειξε στην αστυνομία, ως το πρόσωπο το οποίο, στις 08.03.2013, του συνεστήθηκε ως Mahmoud Rahi Mohammed και απέσπασε το ποσόν των €2500, κληθείς προς το σκοπό αυτό στον αστυνομικό σταθμό Αραδίππου. Ο κατηγορούμενος εκρατείτο εκεί για τη διερεύνηση άλλων αδικημάτων. Από τα όσα ο αστυφύλακας 1150 Ι. Ιωάννου (Μ.Κ.1) και ο Γιάννης Γεωργίου (Μ.Κ.2) αναφέρουν τόσον στις γραπτές καταθέσεις τους (τεκμήρια 1 και 4, αντιστοίχως) όσον και ενώπιον του Δικαστηρίου, η διάπραξη των επίδικων αδικημάτων και η διαδικασία αναγνώρισης του κατηγορουμένου παρουσιάζονται να εξελίχθηκαν ως εξής: Ο Γιάννης Γεωργίου (Μ.Κ.1) ασχολείται με την πώληση εξαρτημάτων μεταχειρισμένων αυτοκινήτων. Στις 08.03.2013 τον επεσκέφθηκε, για πέμπτη φορά, στο χώρο εργασίας του «ένας αλλοδαπός, μελαμψός, κοντός, λεπτός, αξύριστος, περίπου τριάντα με τριανταπέντε χρονών» (τεκμήριο 4). Του επαρουσιάσθηκε ως ο Mohammed Mahmoud και του περοσέφερε, για να αγοράσει, το ιδιόκτητο αυτοκίνητο υπ΄ αριθμόν εγγραφής ΚLZ
- Ο αλλοδαπός επαρουσίασε τον σχετικό τίτλο ιδιοκτησίας (τεκμήριο 3). Ο Γιάννης Γεωργίου (Μ.Κ.1) αγόρασε το αυτοκίνητο και κατέβαλε στον αλλοδαπό το ποσόν των €2.500 τοις μετρητοίς. Εζήτησε δε από αυτόν να υπογράψει το σχετικό έντυπο μεταβίβασης ιδιοκτησίας (τεκμήριο 2). Αυθημερόν ο Γιάννης Γεωργίου (Μ.Κ.2) μετεπώλησε το αυτοκίνητο στην ίδια τιμή. Στις 10.03.2013 επεσκέφθηκε το υποστατικό του Γιάννη Γεωργίου ο αστυφύλακας 1150 Ι. Ιωάννου (Μ.Κ.1), ο οποίος εξέταζε υπόθεση κλοπής του αυτοκινήτου. Ο αστυφύλακας 1150 Ι. Ιωάννου (Μ.Κ.1) εντόπισε εκεί το αυτοκίνητο, το παρέλαβε και το μετέφερε στον αστυνομικό σταθμό Αραδίππου. Αργότερα την ίδια ημέρα (στις 10.03.2013) ο αστυφύλακας 1150 Ι. Ιωάννου (Μ.Κ.1) έλαβε γραπτή κατάθεση από τον Γιάννη Γεωργίου (Μ.Κ.2) καθώς και το παράπονό του για τα επίδικα αδικήματα. Σε ουδεμίαν άλλην ενέργεια προέβηκε ο αστυνομικός αυτός. Στις 19.01.2014 ο κατηγορούμενος, ο οποίος είναι Σύριος, συνελήφθηκε όταν, στον αερολιμένα Λάρνακας, διέπραξε τα αδικήματα της πλαστοπροσωπίας και της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου. Συγκεκριμένα, στις 19.01.2014 ο κατηγορούμενος επαρουσιάσθηκε στον αρμόδιο αστυνομικό, στον αερολιμένα Λάρνακας, ως ο Alan Henrique da Silva Diogo, κάτοχος ταυτότητας Πορτογαλλίας υπ΄ αριθμόν
- Ευρισκόμενος υπό κράτησιν στον αστυνομικό σταθμό Αραδίππου για σκοπούς διερεύνησης των αδικημάτων τα οποία έλαβαν χώραν στον αερολιμένα Λάρνακας, ο κατηγορούμενος ανεγνωρίσθηκε από τον Γιάννη Γεωργίου (Μ.Κ.2) ως ο ένοχος των επίδικων αδικημάτων. Ο Γιάννης Γεωργίου (Μ.Κ.2) εκλήθηκε στον αστυνομικό σταθμό Αραδίππου από αστυνομικό αγνώστου ταυτότητας. Η αναγνώριση έγινε μέσα σε γραφείο και ενώ ο κατηγορούμενος ήταν μόνος. Ο αστυφύλακας 1150 Ι. Ιωάννου (Μ.Κ.1) εδήλωσε πώς η σύνδεση του κατηγορουμένου με τα επίδικα αδικήματα οφείλεται αποκλειστικώς στην αναγνώρισή του από τον Γιάννη Γεωργίου (Μ.Κ.2). Η αστυνομία δεν ανεζήτησε επιστημονική απόδειξη. Η αστυνομία δεν ανεζήτησε δακτυλικά αποτυπώματα ή γενετικό υλικό του κατηγορουμένου εντός του αυτοκινήτου και ούτε έλαβε δείγμα της υπογραφής του για να το συγκρίνει με την υπογραφή που υπάρχει στο τεκμήριο 2, ως η υπογραφή του ιδιοκτήτη του αυτοκινήτου, καθώς και στο τεκμήριο 5, ως η υπογραφή του προσώπου το οποίο έλαβε, από τον Γιάννη Γεωργίου (Μ.Κ.2), τις €2.
- Ας σημειωθεί πώς, αντεξετασθής, ο Γιάννης Γεωργίου (Μ.Κ.2) παρεδέχθηκε ότι «έχει κάποιο πρόβλημα με τα μάτια (του)», εξ ου και ενώπιον του Δικαστηρίου την γραπτή κατάθεση την οποίαν αυτός έδωσε στην αστυνομία στις 10.03.2013 (τεκμήριο 4) ανέγνωσε ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής. Ερωτήσεις και υποβολές που ετέθηκαν στους μάρτυρες κατηγορίας δηλώνουν πως η υπεράσπιση αρνείται την ορθότητα της οπτικής αναγνώρισης (visual identification) του κατηγορουμένου. Μετά το πέρας προσαγωγής μαρτυρίας εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, η υπεράσπιση υπέβαλε πώς δεν απεδείχθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου όσον αφορά στην 3η και την 4η κατηγορία. Ο κ. Χατζηπαναγιώτου υπέδειξε πώς η διαδικασία αναγνώρισης του κατηγορουμένου πάσχει. Αντίθετες θέσεις υπεστήριξε ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής. Η άρνηση της ορθότητας της οπτικής αναγνώρισης του κατηγορουμένου από τον Γιάννη Γεωργίου (Μ.Κ.2) αναδεικνύει, ως προκριματικό ζήτημα, την εξέταση της νομιμότητας και της ποιότητας της αναγνώρισης αυτής. Ας σημειωθεί πώς η νομιμότητα και η ποιότητα της αναγνώρισης υπόπτου συναρτάται με την εφαρμογή των διαδικασιών που καθιέρωσαν σχετικώς οι διωκτικές αρχές καθώς και με την ικανοποίηση των κριτηρίων που έθεσε σχετικώς η νομολογία. Ας σημειωθεί, επίσης, πώς «...ένας κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία όταν, (Ι).Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή (ΙΙ). Η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει πάνω σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου» (Technotent K. Γ. Γιώργατσος Λτδ ν. Ορφανίδου
(2004)2 Α.Α.Δ. 388, 392). Το βάρος απόδειξης που φέρει η κατηγορούσα αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της διαφέρει από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσης η οποία να δημιουργεί υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Εάν η μαρτυρία που παρουσιάζει η κατηγορούσα αρχή είναι τέτοιας ποιότητας ώστε θα ήταν επισφαλές να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί τη βάσει αυτής και μόνον, τότε η υπόθεση απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία (Γενικός Εισαγγέλεας ν. Κουννίδη
(1993)2 Α.Α.Δ. 82, 86-7). Για το θεμιτό της συζήτησης, κατά το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, θεμελιακών ζητημάτων που αφορούν στην ευθύνη του κατηγορουμένου, εφ΄όσον οι συνθήκες το επιτρέπουν, παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εντίμου Δικαστού κ. Ναθαναήλ στις Ποινικές Εφέσεις αρ. 5/2012 κ.α. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Δράκου κ.α., ημερ. 11.12.2012. «.......... το εκ πρώτης όψεως στάδιο αποτελεί θεμελιώδες στάδιο της ποινικής δίκης προστατεύοντας τον κατηγορούμενο από τη συνέχιση της δίκης ασκόπως ή για λόγους που δεν άπτονται ή δεν αφορούν την καθαυτή και καλώς νοούμενη απονομή της δικαιοσύνης. Στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, η κατηγορούσα αρχή έχει ήδη ολοκληρώσει την υπόθεση της. Έχει παραθέσει όλη τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση της εναντίον του κατηγορουμένου, (Charalambos Savva "Pambos" v. Police
(1986)2 C.L.R. 30). Αν η μαρτυρία αυτή εκτιμώμενη στο απόγειο της δεν στοιχειοθετεί ή θεμελιώνει ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή είναι αντινομική και εγγενώς συγκρουόμενη μεταξύ της, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα άφηνε την υπόθεση να προχωρήσει, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται απαλλαγής από το στάδιο αυτό. Όπως το θέτει ο Murphy on Evidence, 8η έκδ., σελ. 77: «The case is fatally defective in law. The defendant could safely refuse to call any evidence, and if the judge found for the claimant, the judgment would be set aside on appeal.» Σε μετάφραση: «Η υπόθεση είναι θνησιγενώς ελαττωματική κατά νόμο. Ο κατηγορούμενος με ασφάλεια μπορεί να αρνηθεί να καλέσει οποιαδήποτε μαρτυρία, και αν ο δικαστής αποφασίσει υπέρ της κατηγορούσας αρχής, η απόφαση θα ακυρωθεί κατ΄ έφεση.» Τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο που το ίδιο το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν θέσει ζήτημα ο κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν τα προαναφερθέντα. Αυτό, διότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας, εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του και παρουσιάσει μαρτυρία. Άλλωστε, το εκ πρώτης όψεως βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα αρχή, μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει, ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης. Δεν υπάρχει λοιπόν εγγενώς οποιοδήποτε νομικό πρόβλημα ή εμπόδιο για ένα Δικαστήριο να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από το εκ πρώτης όψεως στάδιο, εφόσον καθοδηγείται ορθά από τις νομολογιακές παραμέτρους. Αντίθετα επιβάλλεται, όταν οι συνθήκες της υπόθεσης το απαιτούν.» Η κατανόηση και η αποδοχή, εκ μέρους των διωκτικών αρχών, των κινδύνων που εμφιλοχωρούν στην αναγνώριση υπόπτου οδήγησε στην εισαγωγή της Αστυνομικής Διαταγής αρ. 3/8 η οποία καθορίζει τις ακολουθητέες διαδικασίες κατά την αναγνώριση προσώπων και περιουσίας. Μεταξύ άλλων, η Διαταγή αυτή διαλαμβάνει και τα εξής: «ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΤΙΚΕΣ ΜΕΘΟΔΟΙ (Α.Δ. 3/8) 1. ΕΙΣΑΓΩΓΗ «
(1)Η εξακρίβωση της ταυτότητας αγνώστων προσώπων είναι θέμα το οποίο αντιμετωπίζεται συχνά από την Αστυνομία. Οι πιο συνηθισμένες μέθοδοι αναγνώρισης προσώπων που χρησιμοποιούνται είναι οι ακόλουθες: (α) Με φωτογραφίες (β) Με παράταξη προσώπων (γ) Επιστημονική απόδειξη της ταυτότητας με τον τρόπο δράσης (MODUS OPERANDI) και από τα προσωπικά ελαττώματα ή ιδιορρυθμίες του δράστη. (δ) Επιστημονική απόδειξη της ταυτότητας με τα δακτυλικά αποτυπώματα. (ε) Επιστημονική απόδειξη της ταυτότητας με το γραφικό χαρακτήρα. (στ) Επιστημονική απόδειξη της ταυτότητας με ετοιμασία ηλεκτρονικού σκίτσου. (ζ) Επιστημονική απόδειξη της ταυτότητας με τη μέθοδο D.N.A. κ.λ.π.
(2)Για να γίνει δεκτή στο Δικαστήριο μαρτυρία αναγνώρισης, θα πρέπει να αποδειχθεί ότι οι ενέργειες σε όλα τα στάδια της διαδικασίας έγιναν κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο, προς όφελος του υπόπτου / κατηγορουμένου. ΟΔΗΓΙΕΣ ΓΙΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ
(1)Η αξιοπιστία που θα αποδοθεί σε τέτοιες αναγνωρίσεις εξαρτάται από την παρατηρητικότητα, τη μνήμη και το χαρακτήρα του προσώπου που κάνει την αναγνώριση. Η Αστυνομία όταν συλλέγει τέτοιου είδους μαρτυρία, πρέπει να ενεργεί με προσοχή ώστε η αξιοπιστία τέτοιας μαρτυρίας να μη μπορεί να αμφισβητηθεί από την υπεράσπιση ή και το Δικαστήριο.
(2)Η ικανότητα κάποιου να βλέπει και να αναγνωρίζει άτομα από απόσταση δεν είναι η ίδια σε όλα τα πρόσωπα. Ο μάρτυρας στην περιγραφή του πρέπει να αναφέρει την απόσταση που είδε το άτομο, αν ο φωτισμός ήταν επαρκής, αν η όραση του είναι καλή, τυχόν ιδιορρυθμίες του υπόπτου, για πόσο χρονικό διάστημα τον έβλεπε, αν είναι γνωστός του κ.λ.π.
(3)Ο Αστυνομικός να προσπαθεί να εξασφαλίζει την καλύτερη δυνατή περιγραφή του υπόπτου, την οποία να περιλαμβάνει στην κατάθεση του μάρτυρα. Όταν ο μάρτυρας είναι σε θέση να περιγράψει με λεπτομέρεια τον ύποπτο και πρόκειται για σοβαρή υπόθεση, να καλείται ειδικός ο οποίος να κάνει το σκίτσο του υπόπτου, το οποίο να διανέμεται μεταξύ των μελών της Αστυνομίας και με την έγκριση του Αστ. Διευθυντή Τμήματος Γ΄ να δημοσιεύεται στα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης. ---------------------------------------------------------------------------------------------------------------- 4. ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΤΙΚΗ ΠΑΡΑΤΑΞΗ ΠΡΟΣΩΠΩΝ
(1)Οδηγίες πριν την έναρξη (α) Ο ύποπτος να πληροφορείται σχετικά με την πρόθεση του ανακριτή για διεξαγωγή αναγνωριστικής παράταξης. (β) Όταν ο ύποπτος αρνηθεί να λάβει μέρος στην παράταξη, να γίνονται τα ακόλουθα: (
- i)Να πληροφορείται ότι είναι προς το συμφέρον του να λάβει μέρος στην παράταξη μια και ισχυρίζεται ότι είναι αθώος. (
- ii)Αν συνεχίζει να αρνείται, να του λεχθεί ότι του δίδεται η ευκαιρία να παραταχθεί σε αναγνωριστική παράταξη που θα διεξαχθεί με δίκαιο τρόπο και ότι αν εξακολουθεί να αρνείται, οι μάρτυρες ο ένας μετά τον άλλο, θα περάσουν από το χώρο που θα βρίσκεται για σκοπούς αναγνώρισης. Η διαδικασία αυτή είναι αποδεκτή στο Δικαστήριο. .......................................................................................» Η Αγγλική αυθεντία η οποία πραγματεύεται διεξοδικά το ζήτημα της οπτικής αναγνώρισης υπόπτου (visual identification), των κινδύνων που εμφιλοχωρούν σε μία τέτοια αναγνώριση και των διαδικασιών που πρέπει να ακολουθούνται για τον αποκλεισμό, στο μέτρο του δυνατού, σφάλματος, είναι η R. ν. Turnbull
(1976)3 All E.R. 549. Η απόφαση αυτή απετέλεσε σημείο αναφοράς σε πολλές Κυπριακές αποφάσεις (Θεοδωρίδης ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 160, 166). Επί τη βάσει των αποφασισθέντων στην R. ν. Turnbull (ανωτέρω) προκύπτουν και τα εξής: Όπου η υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου βασίζεται αποκλειστικώς ή κυρίως στην ορθότητα μίας ή περισσότερων αναγνωρίσεών του, τις οποίες η υπεράσπιση εγκαλεί ως εσφαλμένες, το Δικαστήριο εξετάζει με ιδιαίτερη προσοχή την ποιότητα της μαρτυρίας περί της αναγνώρισης (the quality of the identification evidence). Η μαρτυρία περί της αναγνώρισης κρίνεται ως υψηλής ή χαμηλής ποιότητας, αναλόγως, επί τη βάσει των απαντήσεων στα ακόλουθα ερωτήματα: Ποία υπήρξε η διάρκεια της παρατήρησης του κατηγορουμένου από τον μάρτυρα; Από ποία απόσταση ο μάρτυρας παρετήρησε τον κατηγορούμενο; Υπό ποίες συνθήκες φωτισμού ο μάρτυρας παρετήρησε τον κατηγορούμενο; Παρεμποδίζετο η παρατήρηση από οιονδήποτε παράγοντα; Είχε δει ο μάρτυρας τον κατηγορούμενο προηγουμένως, και εάν ναι, πόσες φορές; Εάν ο μάρτυρας έτυχε να δει τον κατηγορούμενο προηγουμένως, υπήρχε οιοσδήποτε λόγος για να τον θυμάται; Πόσος χρόνος διέρρευσε από την αρχική παρακολούθηση έως και την αναγνώριση του κατηγορουμένου; Υπάρχει οιαδήποτε ουσιώδης απόκλιση μεταξύ της περιγραφής του κατηγορουμένου, η οποία αρχικώς εδόθη από τον μάρτυρα στην αστυνομία, και της πραγματικής εμφάνισης του; (R. ν. Turnbull (ανωτέρω), 552). Εάν, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η ποιότητα της μαρτυρίας περί της αναγνώρισης είναι χαμηλή (the quality of the identifying evidence is poor) γιατί, επί παραδείγματι, αυτή βασίζεται αποκλειστικώς σε ένα φευγαλέο βλέμμα (a fleeting glance) ή σε μία μεγαλύτερης διάρκειας παρατήρηση η οποία, όμως, έγινε υπό δύσκολες συνθήκες (a longer observation made in difficult conditions) και εφ΄ όσον δεν υπάρχει άλλη μαρτυρία η οποία να υποστηρίζει την ορθότητα της αναγνώρισης, τότε η υπόθεση θα πρέπει να απορριφθεί από το στάδιο του εκ πρώτης όψεως (R. ν. Turnbull (ανωτέρω), 553). Εν προκειμένω, η εξέταση της μαρτυρίας την οποίαν επαρουσίασε η κατηγορούσα αρχή, υπό το πρίσμα των ανωτέρω, αποκαλύπτει πώς η οπτική αναγνώριση (visual identification) του κατηγορουμένου από τον Γιάννη Γεωργίου (Μ.Κ.2) αφ΄ ενός έγινε κατά παράβασιν των διαδικασιών αναγνώρισης υπόπτου, ως αυτές καθορίζονται από την Αστυνομική Διαταγή αρ. 3/8, και αφ΄ ετέρου είναι πολύ χαμηλής ποιότητας. Για τα διακεκριμένα αυτά ελαττώματα, τα οποία συντρέχουν, παρατηρούνται, ειδικώτερα, τα εξής: Πρώτον, η διαδικασία αναγνώρισης του κατηγορουμένου στον αστυνομικό σταθμό Αραδίππου, ως αυτή περιγράφεται από τους δύο μάρτυρες κατηγορίας, είναι αντίθετη με τα όσα σχετικά καθορίζει η Αστυνομική Διαταγή αρ. 3/8 εφ΄ όσον η αναγνώριση έγινε εντός γραφείου, στον αστυνομικό σταθμό Αραδίππου, στο οποίο ο κατηγορούμενος ευρίσκετο μόνος. Απουσιάζει δε μαρτυρία η οποία να αναφέρεται σε άρνηση του κατηγορουμένου να λάβει μέρος σε αναγνωριστική παράταξη. Επισημαίνεται πώς τα διαλαμβανόμενα στην παρά. 4
(1)της Αστυνομικής Διαταγής αρ. 3/8 (δείτε ανωτέρω) ορίζουν πώς η αναγνώριση υπόπτου, ευρισκομένου σε χώρο κράτησης, λαμβάνει χώραν μόνον εάν αυτός αρνηθεί να συμμετάσχει σε αναγνωριστική παράταξη και μόνον εφ΄ όσον αυτός πληροφορηθεί πώς τον συμφέρει τέτοια συμμετοχή. Δεύτερον, λαμβάνοντας κατάθεση από τον Γιάννη Γεωργίου (Μ.Κ.2) ο εξεταστής της υπόθεσης αστυφύλακας 1150 Ι. Ιωάννου (Μ.Κ.1) δεν εμερίμνησε ώστε να καταγραφεί και «.... αν η όραση του είναι καλή, ...», ως παρα. 2
(2)της Αστυνομικής Διαταγής 3/8 ορίζει (δείτε ανωτέρω). Πρόκειται για παράλειψη η οποία καταλήγει καθοριστικής σημασίας εφ΄ όσον, ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Γιάννης Γεωργίου (Μ.Κ.2) παρεδέχθηκε ότι «έχει κάποιο πρόβλημα με τα μάτια (του)». Η παραδοχή αυτή καθιστά την οπτική αναγνώριση του κατηγορουμένου από τον Γιάννη Γεωργίου (Μ.Κ.2) πολύ χαμηλής ποιότητας και καθόλου πειστική, «σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει πάνω σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου» (Technotent K. Γ. Γιώργατσος Λτδ ν. Ορφανίδου(Technotent K. Γ. Γιώργατσος Λτδ ν. Ορφανίδου (ανωτέρω). Εν όψει των πιο πάνω, διαπιστώνεται πώς δεν στοιχειοθετείται εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου όσον αφορά στην 3η κατηγορία και την 4η κατηγορία. Η υπόθεση απορρίπτεται όσον αφορά στην 3η και την 4η κατηγορία. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 3ην και την 4η κατηγορία. (Υπ.) .............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο