Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Ιωάννη Ανδρέου κ.α., Υπόθεση αρ.: 18530/2012, 5/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:B50 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 18530/2012 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας και
- Ιωάννη Ανδρέου
- Παναγιώτη Αποστόλου Κατηγορουμένων 05 Μαίου,
- Για την κατηγορούσα αρχή, εμφανίζεται ο κ. Θ. Παπανικολάου Κατηγορούμενος αρ.1, απών Α Π Ο Φ Α Σ Η Ex tempore ----------------------- Οι κατηγορούμενοι αρ.1 και 2 διώκονται για το αδίκημα της συμπλοκής (άρθρο 89 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια). Ως λεπτομέρειες αδικήματος, καταγράφονται, στο κατηγορητήριο, οι εξής: «Οι κατηγορούμενοι στις 17.07.2012 στην οδό Γεωργίου Σεφέρη στο Αλεθρικό της επαρχίας Λάρνακας, έλαβαν μέρος σε συμπλοκή (σε) δημόσιο χώρο». Ο κατηγορούμενος αρ. 2 παρεδέχθηκε ενοχή και η υπόθεση, όσον αφορά σε αυτόν, περατώθηκε με την επιβολή χρηματικής ποινής. Ο κατηγορούμενος αρ. 1 αρνήθηκε ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Ο κατηγορούμενος αρ.1 χειρίσθηκε ο ίδιος την υπόθεσή του δηλώνοντας ικανός προς τούτο. Εν πάση περιπτώσει, κατά την ακρόαση, βοηθήθηκε, στο μέτρο του δυνατού, να προβάλει την υπεράσπισή του. Όπως διεφάνηκε, η μόνη υπεράσπιση είναι αυτή της αυτοάμυνας. Συναφώς αναφέρεται πώς η αυτοάμυνα καθιστά τη χρήση βίας προς το σκοπό αποτροπής επίθεσης, υπό ορισμένες συνθήκες, νόμιμη. Ο δεχόμενος επίθεση δικαιούται να αμυνθεί και να επιδιώξει την απόκρουση της επίθεσης χρησιμοποιώντας την ευλόγως αναγκαία βία. Όπως επισημαίνεται στην απόφαση Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 397, 420 ....«..... είναι ζήτημα δικαίου και ταυτόχρονα κοινής λογικής ότι άτομο το οποίο υφίσταται επίθεση δύναται να υπερασπιστεί τον εαυτό του, πράττοντας οτιδήποτε είναι λογικώς αναγκαίο....». Η διαπίστωση του αντικειμενικού στόχου του μετερχομένου βία, κατ΄ επίκλησην της αυτοάμυνας, καθώς και του ευλόγου της χρησιμοποιηθείσας βίας βασίζεται στα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης (Μαραγκός ν. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 250, Lekishuili v. Δημοκρατία
(2000)2 Α.Α.Δ. 351). Μεταξύ άλλων, λαμβάνεται υπ΄ όψιν και η ψυχολογική κατάσταση του προβάλλοντος την υπεράσπιση της αυτοάμυνας εφ΄ όσον οι βίαιες ενέργειές του θα κριθούν νόμιμες μόνον εάν οι συνθήκες που επεκρατούσαν του εδημιούργησαν την πεποίθηση πώς ήταν αναγκαία η προστασία του προσώπου και/ή της περιουσίας του (Αχτάρ κ.α. ν. Αστυνομίας (ανωτέρω), 421). Για να αποδειχθεί η κατηγορία κλήθηκαν και κατέθεσαν ο Φατί Ελ Μούσα (Μ.Κ.1) και ο Δρ. Βάσος Παντελή (Μ.Κ.2). Για να προωθηθεί η υπεράσπιση κατέθεσε ενόρκως ο ίδιος ο κατηγορούμενος αρ. 1, ο οποίος, μετά το πέρας της ένορκης κατάθεσής του, εζήτησε χρόνο για να προσάξει περαιτέρω μαρτυρία. Το αίτημα ενεκρίθηκε. Πλην όμως, εκκρεμούσης της ακροαματικής διαδικασίας αυτός εφυγοδίκησε. Εξεδόθηκε εναντίον του ένταλμα σύλληψης το οποίο ορίσθηκε για έλεγχο κατ΄ επανάλειψιν χωρίς αποτέλεσμα. Κληθείς ενώπιον του Δικαστηρίου ο αρμόδιος, για την εκτέλεση του εντάλματος σύλληψης, αστυνομικός εδήλωσε ενόρκως τα εξής: Έγιναν επανειλημμένες προσπάθειες για τον εντοπισμό του κατηγορουμένου αρ. 1 χωρίς αποτέλεσμα. Αυτός εγκατέλειψε την οικία του οι δε συγγενείς του δηλώνουν πώς δεν γνωρίζουν τη νέα διεύθυνση διαμονής του. Ο κατηγορούμενος αρ. 1, σε τηλεφωνική επικοινωνία του, εδήλωσε πώς δεν προτίθεται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου γιατί εκκρεμούν εναντίον του διάφορα εντάλματα στα πλαίσια εκδίκασης άλλων υποθέσεων. Με αυτά τα δεδομένα και κατόπιν σχετικού αιτήματος της κατηγορούσας αρχής το Δικαστήριο άσκησε τη σχετική διακριτική εξουσία του και ολοκλήρωσε την ακροαματική διαδικασία στην απουσία του κατηγορουμένου. Εκρίθηκε πώς, ως εξελήχθηκαν τα γεγονότα και εν όψει της μαρτυρίας περί της ηθελημένης άρνησης του κατηγορουμένου αρ. 1 να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, διακοπή της διαδικασίας θα προκαλούσε πλήγμα στο κύρος της Δικαιοσύνης. Ας σημειωθεί πώς η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να συνεχίζει και να ολοκληρώνει την εκδίκαση ποινικής υπόθεσης στην απουσία του κατηγορουμένου βασίζεται στη συνδυασμένη ερμηνεία των προνοιών των άρθρων 63, 89 και 112 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 155, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια). Πρόκειται για εξουσία η οποία πρέπει να ασκείται με φειδώ και άκρα περίσκεψη. Πρόκειται για εξουσία η οποία πρέπει να ασκείται μόνον εφ΄ όσον η διασφάλιση του κύρους της δικαστικής διαδικασίας το επιβάλλει, χωρίς, βεβαίως, να τίθεται σε κίνδυνο το συνταγματικώς προστατευόμενο δικαίωμα του κατηγορουμένου για δίκαιη δίκη (Α. Loizou and G. Pikis, Criminal Procedure in Cyprus, σελ. 79-80, Blackstone's Criminal Practice, 2002, σελ. 1399, Regina v. Hayward, Jones and Parris
(2001)Q.B. 862 και R. v. Jones
(2003)1 A.C.1). Ακολουθεί η σκιαγράφηση και ο σχολιασμός της μαρτυρίας: Ο Φατί Ελ Μούσα (Μ.Κ.1) υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας της έναρξης της επίδικης συμπλοκής. Ενώπιον του Δικαστηρίου, κατά την κυρίως εξέτασή του, ο μάρτυρας ανέγνωσε και υιοθέτησε την γραπτή κατάθεσή του στην αστυνομία ημερ. 20.7.2012 (τεκμήριο 1) όπου αναφέρει και τα εξής: Περί τις 19.00 της 17.7.2012, και ευρισκόμενος εντός της οικίας του, «.... άκουσε δυνατές φωνές οι οποίες προέρχονταν από .....(γειτονικό) σπίτι .... αμέσως βγήκε έξω στη βεράντα ... (και είδε) στο δρόμο, το αυτοκίνητο του (κατηγορουμένου αρ.2)..... Η πόρτα του οδηγού ήταν ανοικτή και ο (κατηγορούμενος αρ.2) .... προσπαθούσε να μπει μέσα. Την ίδια ώρα είδε τον (κατηγορούμενο αρ.1) .... να τραβά τον (κατηγορούμενο αρ.2) ... από το χέρι με σκοπό να τον εμποδίσει να μπει στο αυτοκίνητο για να φύγει .... είδ(ε) τον (κατηγορούμενο αρ. 1) να σύρνει στο δρόμο τον (κατηγορούμενο αρ.2).....». Εγκατέλειψε την οικία του, μετέβηκε στο σημείο όπου ευρίσκοντο οι προαναφερθέντες και είδε ότι ο κατηγορούμενος αρ. 1 βρισκόταν «στο έδαφος και αιμορραγούσε από το πρόσωπο ....» Επί τόπου συνήντησε τον Δρ. Βάσο Παντελή (Μ.Κ.2) ο οποίος προσπαθούσε να χωρίσει τους κατηγορουμένους αρ. 1 και
- Κατά την αντεξέτασή του ο μάρτυρας παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του. Ο Δρ. Βάσος Παντελή (Μ.Κ.2) δεν υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας της έναρξης του επίδικου περιστατικού. Στην γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία ημερ. 2.8.2012 (τεκμήριο 2), την οποίαν ανέγνωσε και υιοθέτησε ενώπιον του Δικαστηρίου, ο μάρτυρας αναφέρει τα εξής: «Την 17.7.12 .... και γύρω στις επτά και εικοσιπέντε έφτασα στην οικία μου στο Αλεθρικό. Οταν έφτασα κοντά στην οικία είδα δύο άντρες να κυλιούνται στη μέση του δρόμου ............... συνειδητοποίησα πως οι δύο άντρες τσακώνονταν και αμέσως έτρεξα προς το μέρος τους για να τους χωρίσω. Μόλις τους πλησίασα πρόσεξα ότι επρόκειτο για τον (κατηγορούμενο αρ.1) ...... και για τον (κατηγορούμενο αρ.2) .... αμέσως μπήκα στη μέση τους και τους φώναζα να σταματήσουν και μετά από λίγα λεπτά κατάφερα να τους χωρίσω ..... έπεισα τον (κατηγορούμενο αρ.2) και έπιασε το αυτοκίνητο του και έφυγε από το μέρος ..... Στη συνέχεια τηλεφώνησα στο ασθενοφόρο ..... για να πιάσει τον (κατηγορούμενο αρ.1) επειδή ήταν ζαλισμένος, είχε θλαστικά τραύματα στο πρόσωπο και εκδορές στο κορμί του.... πριν διώξω τον (κατηγορούμενο αρ.2) από το μέρος πρόσεξα πως ήταν και αυτός κτυπημένος δηλαδή είχε θλαστικό τραύμα στα χείλη.» Ο μάρτυρας δεν αντεξετάσθηκε. Τα όσα οι δύο μάρτυρες κατηγορίας ανέφεραν ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου κρίνονται ως αξιόπιστα. Πρόκειται για άνδρες ώριμης ηλικίας, οι οποίοι απευθύνθηκαν στο Δικαστήριο με λόγο άμεσο και σταθερό και οι οποίοι περιορίσθηκαν να μεταφέρουν στο Δικαστήριο όσα πράγματι είδαν και άκουσαν. Άλλωστε, την αξιοπιστία των δύο μαρτύρων κατηγορίας εδέχθηκε και ο ίδιος ο κατηγορούμενος αρ.
- Μαρτυρία για την έναρξη του επίδικου περιστατικού έδωσε και ο κατηγορούμενος αρ.
- Στη γραπτή κατάθεση που έδωσε στην Αστυνομία στις 19.7.2012 (τεκμήριο 4) ο κατηγορούμενος αρ.1 εξηγεί πως, κατά τον ουσιώδη χρόνο, επεδίωξε να μιλήσει με τον κατηγορούμενο αρ.2, από την εταιρεία του οποίου αγόρασε τη κατοικία στην οποία διαμένει με την οικογένειά του, και να του ζητήσει να διορθώσει σοβαρές κακοτεχνίες που παρουσιάζει η κατοικία αυτή. Ο κατηγορούμενος αρ.2 υπήρξε αρνητικός και ακολούθησε έντονη συζήτηση μεταξύ των δύο. Ο κατηγορούμενος αρ. 1 περιγράφει την συνέχεια ως εξής: «Σε διάστημα δύο λεπτών περίπου από την ώρα που είχα αρχίσει τη συζήτηση με τον (κατηγορούμενο αρ.2) ... τον είδα να βγάζει το ρολόϊ που είχε στο αριστερό του χέρι και να το πιάνει με το δεξιό του χέρι και αμέσως χωρίς εγώ να του πω κάτι ή να τον προκαλέσω μου έδωσε μια δυνατή μπουνιά με το δεξιό του χέρι με το οποίο κρατούσε το μεγάλο μεταλλικό του ρολόϊ ελάχιστα κάτω από το αριστερό μάτι μου». Ενώπιον του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος αρ.1 ανέγνωσε και υιοθέτησε την γραπτή κατάθεση του στην αστυνομία (τεκμήριο 4). Όμως, κατά την αντεξέτασή του, διαφοροποίησε την εκδοχή του όσον αφορά στην έναρξη του επίδικου περιστατικού. Ισχυρίσθηκε ότι εδέχθηκε το πρώτο κτύπημα από τον κατηγορούμενο αρ. 2 όταν γύρισε για να φύγει από την σκηνή. Πρόκειται για ουσιώδη αντίφαση η οποία κλονίζει την αξιοπιστία του κατηγορουμένου αρ.
- Αντιφάσεις μεταξύ των όσον καταγράφονται στην γραπτή κατάθεση του κατηγορουμένου αρ. 1 (τεκμήριο 4) και των όσων αυτός ισχυρίσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οι οποίες, επίσης κλονίζουν την αξιοπιστία του, παρατηρούνται και σε άλλα σημεία. Ενώπιον του Δικαστηρίου ο κατηγορούμενος ισχυρίσθηκε πώς πέραν του ιδίου και του κατηγορουμένου αρ. 1 υπήρξε και τρίτος αυτόπτης μάρτυρας του επίδικου περιστατικού και πώς ο κατηγορούμενος αρ. 2 επετέθηκε και στην λεχώνα, τότε, σύζυγό του. Αυτοί οι ουσιώδεις ισχυρισμοί απουσιάζουν από τη γραπτή κατάθεση του κατηγορουμένου αρ. 1 (τεκμήριο 4). Μελετήθηκαν τα επίδικα νομικά ζητήματα και εξετάστηκε η μαρτυρία: Τα όσα ουσιώδη ανέφεραν οι μάρτυρες κατηγορίας Φατί Ελ Μούσα (Μ.Κ.1) και Δρ. Βάσος Παντελή (Μ.Κ.2), ως αυτά παρουσιάζονται πιο πάνω, τα οποία κρίνονται ως αξιόπιστα, αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου περί τα γεγονότα. Από τα γεγονότα αυτά προκύπτει πώς ο κατηγορούμενος αρ. 1 συνεπλάκηκε με τον κατηγορούμενο αρ. 2 ασκώντας πρώτος βία εναντίον του. Ως ο αξιόπιστος μάρτυρας κατηγορίας Φατί Ελ Μούσα (Μ.Κ.1) ανέφερε, η συμπλοκή ξεκίνησε όταν ο κατηγορούμενος αρ. 1 τραβώντας τον κατηγορούμενο αρ. 2 από το χέρι, τον εμπόδισε να μπει στο αυτοκίνητο του και στη συνέχεια τον έσυρε στον δρόμο. Το γεγονός αυτό εκθεμελειώνει την υπεράσπιση της αυτοάμυνας. Ο κατηγορούμενος αρ.1 απέτυχε να αποδείξει, επί τη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (Ν.C. Diamonds Co. Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763), την συγκεκριμένη υπεράσπιση. Για όλους τους πιο πάνω λόγους διαπιστώνεται πώς η κατηγορούσα αρχή απέδειξε, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, την ενοχή του κατηγορουμένου αρ. 1. Ο κατηγορούμενος αρ.1 κρίνεται ένοχος στην κατηγορία που αντιμετωπίζει. (Υπ.) .............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο