← Κύπρος

Marfin Popular Bank Co Ltd ν. Βίκτωρα Κυριακίδη κ.α., Υπόθεση αρ.: 1200/2011, 15/5/2014

Marfin Popular Bank Co Ltd ν. Βίκτωρα Κυριακίδη κ.α., Υπόθεση αρ.: 1200/2011, 15/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:B52 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 1200/2011 Μεταξύ: Marfin Popular Bank Co Ltd και

  1. Βίκτωρα Κυριακίδη
  2. A.M.V. Moto Center Limited Κατηγορουμένων 15 Μαίου,
  3. Για τους παραπονουμένους, εμφανίζονται ο κ. Α. Ν. Κλεάνθους για τους κ.κ. Ν.Κ. Κλεάνθους & Σια. Για τους κατηγορουμένους αρ. 1 και 2, εμφανίζεται ο κ. Μ. Χριστοδούλου Κατηγορούμενος αρ. 1, παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η (άρθρο 74

(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155) Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 («οι κατηγορούμενοι» εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου) διώκονται για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, ως αυτό διαγράφεται από το άρθρο 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα (Κεφ. 154 ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια). Αρνούνται ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Διαρκούσης της ακροαματικής διαδικασίας απεσύρθηκαν και απερρίφθηκαν η 1η και η 3η κατηγορία. Συνακολούθως, οι κατηγορούμενοι αθωώθηκαν και απηλλάγησαν από τις κατηγορίες αυτές. Προς εκδίκαση παρέμειναν η 2η και η 4η κατηγορία. Επίδικη είναι η επιταγή υπ΄ αριθμόν 008304949, για το ποσόν των €6.
  1. Η επιταγή εξεδόθηκε επί του τραπεζικού οργανισμού «Societe Generale Cyprus», από τον τραπεζικό λογαριασμό υπ΄ αριθμόν 28-36011-0081-01-1, του οποίου δικαιούχοι είναι οι κατηγορούμενοι αρ. 2 («ο τραπεζικός λογαριασμός»). Ως δικαιούχος της επιταγής παρουσιάζεται ο κατηγορούμενος αρ.
  2. Η επιταγή παρουσιάζεται πληρωτέα στις 30.03.2009, πλην όμως, αυτή φέρει τραπεζική σφραγίδα με την ένδειξη: «αποταθείτε στον εκδότη - ανεπαρκή υπόλοιπα» ημερ. 09.04.
  3. Οι κατηγορούμενοι αρ. 2 μια εταιρεία ως δηλώνει η επωνυμία της, διώκονται ως εκδότες της επιταγής. Ο κατηγορούμενος αρ. 1 διώκεται ως ο συνεργός των κατηγορουμένων αρ.
  4. Όσον αφορά στο νομικό πλαίσιο το οποίο εδώ ενδιαφέρει σημειώνονται τα εξής: Διαπράττει το διαγραφόμενο από το άρθρο 305 Α
(1)του Κεφ. 154 αδίκημα όποιος (α) εκδίδει επιταγή, (β) η οποία, κατά την ημερομηνία που καθίσταται πληρωτέα ή αργότερα, παρουσιάζεται στην τράπεζα επί της οποίας εξεδόθηκε, (γ) δεν εξοφλείται λόγω έλλειψης διαθεσίμων κεφαλαίων του εκδότη της ή λόγω του ότι ο τραπεζικός λογαριασμός του εκδότη της είναι κλειστός κατά το χρόνο παρουσίασής της και (δ) παραμένει απλήρωτη για περίοδο δεκαπέντε ημερών από την παρουσίασή της (Ιωάννου ν. Σαμουρίδης
(2000)2 Α.Α.Δ. 299). Το εδ.
(3)του άρθρου 305Α του Κεφ. 154 διευκολύνει την απόδειξη του ισχυρισμού ότι συγκεκριμένη επιταγή δεν ετιμήθηκε καθώς και της αιτίας για το γεγονός αυτό (έλλειψη διαθεσίμων κεφαλαίων ή κλείσιμο του λογαριασμού ή ανάκληση της επιταγής) καθιερώνοντας μαχητό τεκμήριο για την αλήθεια του περιεχομένου της σχετικής σφραγίδας που τίθεται επί της επιταγής όταν αυτή παρουσιάζεται για εξόφληση. Το γεγονός ότι ορισμένη επιταγή δεν ετιμήθηκε καθώς και ο λόγος για κάτι τέτοιο μπορούν πάντοτε να αποδειχθούν με οιανδήποτε αποδεκτή μαρτυρία (Ιωάννου ν. Ναναίμο Λτδ κ.ά
(2005)2 Α.Α.Δ. 555, 560-1). Η ευθύνη επί τη βάσει του άρθρου 305Α
(1)του Κεφ. 154 βαραίνει τον εκδότη. Στην περίπτωση επιταγής εταιρείας, εκδότης είναι η ίδια η εταιρεία και όχι ο διευθυντής ή ο σύμβουλος ο οποίος την υπογράφει και ο οποίος θεωρείται, γενικώς, ως ο αντιπρόσωπος της εταιρείας. Το φυσικό αυτό πρόσωπο, το οποίο ενεργεί υπό αντιπροσωπευτική ιδιότητα, δεν υπέχει προσωπικώς αστική ευθύνη. Δεν αποκλείεται, όμως, να υπέχει ποινική ευθύνη ως συνεργός. Κάθε πρόσωπο που εμπλέκεται σε αδίκημα, περιλαμβανομένων και των συνεργών, μπορεί να διωχθεί ως αυτουργός (άρθρο 20 του Κεφ. 154). Στην περίπτωση δίωξης συνεργού, ακόμη και για αδίκημα απόλυτης ευθύνης, απαραίτητη προϋπόθεση, για να αποδοθεί σε αυτόν αξιόποινη συμπεριφορά, είναι και η απόδειξη της πρόθεσής του (ένοχη διάθεση - mens rea) σε σχέση τόσον με τη συνέργεια (την παροχή βοήθειας ή συμβουλής ή την παρακίνηση ή την παρότρυνση ή τη διευκόλυνση) όσον και με τις περιστάσεις του αδικήματος. Όσον αφορά σε συνεργό, το νοητικό στοιχείο που θα πρέπει να αποδειχθεί είναι γενικώς στενότερο και πιο απαιτητικό απ΄ ό,τι χρειάζεται για τον αυτουργό και απαιτεί πρόθεση ή γνώση εκ μέρους του (Παυλόπουλος ν. Skopy Shoe Factory Ltd
(2003)2 Α.Α.Δ. 261, 266 επ, Zenonos General Motors Ltd v. Δημοκρατία,
(2009)2 Α.Α.Δ. 5). Όπως προκύπτει από τον νομοθετικό ορισμό του, το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής είναι αδίκημα βασικής πρόθεσης. Δεν περιλαμβάνεται στον ορισμό του ρητή αναφορά σε ειδική πρόθεση. Απλώς υποδηλώνεται ότι η πρόθεση (mens rea) πρέπει, κατ΄ αρχήν, να συνοδεύει κάθε πτυχή της αξιόποινης συμπεριφοράς (actus reus). Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις όπου ο δράστης γνωρίζει πως η πράξη του είναι ηθικώς μεμπτή. Πρόθεση του δράση να επιφέρει αυτό που η πράξη του επάγεται συντρέχει (α) όταν αυτός επιθυμεί κάτι τέτοιο, ανεξαρτήτως εάν το προβλέπει ή όχι ως πιθανόν και (β) όταν αυτός προβλέπει ότι κάτι τέτοιο πιθανόν να συμβεί, είτε το επιθυμεί είτε όχι. Στις περιπτώσεις αδικημάτων βασικής πρόθεσης, ό,τι απαιτείται να αποδειχθεί είναι να έχει κατά νουν ο δράστης τι θα επιφέρει με τις πράξεις του ή τουλάχιστον την πιθανότητα των επιπτώσεων (Halsbury's, Law of England, fourth edition, reissue, vol. 11
(1), σελ. 18 επ., Ακκελίδου ν. Αστυνομίας
(2005)2 Α.Α.Δ. 249, 270 επ. και Αθανασίου ν. Αστυνομίας
(2006)2 Α.Α.Δ. 367, 371-2). Τέλος, όταν η αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο συνέργεια στην έκδοση ακάλυπτης επιταγής συνίσταται στο γεγονός ότι αυτός υπέγραψε την επιταγή, η αξιόποινη συμπεριφορά του συντελείται κατά το χρόνο της υπογραφής. Αυτός ο χρόνος είναι και ο κρίσιμος για να κριθεί η συνδρομή ένοχης πρόθεσης εκ μέρους του συνεργού (Παυλόπουλος v. Skopy Shoe Factory Ltd (ανωτέρω), 268 και απόφαση στην Ποινική Έφεση αρ. 150/2009 Militos Trading Limited v. Αθηνάς Μαλέκου, ημερ. 15.10.2012.). Για να αποδειχθεί η υπόθεση κλήθηκαν και κατέθεσαν η Κατερίνα Παυλίδου Λίλλη (Μ.Κ.1) και η Μαρία Ιωάννου Κάρουλλα (Μ.Κ.3), υπάλληλοι του τραπεζικού οργανισμού «Τράπεζα Κύπρου» καθώς και ο Χρήστος Ζακχαίος (Μ.Κ.2), υπάλληλος του τραπεζικού οργανισμού «Societe Generale Cyprus». Επιπλέον της ένορκης προφορικής μαρτυρίας τους, τα πρόσωπα αυτά κατέθεσαν και έγγραφη μαρτυρία. Μεταξύ άλλων, κατετέθηκαν η επίδικη επιταγή (τεκμήριο 2) και κατάσταση του τραπεζικού λογαριασμού καλύπτουσα την περίοδο από τις 03.03.2009 έως και τις 31.12.2009 (τεκμήριο 5). Μετά το πέρας προσαγωγής μαρτυρίας εκ μέρους των παραπονουμένων, ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων εισηγήθηκε πως δεν στοιχειοθετήθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των πελατών του για σειρά λόγων. Μεταξύ άλλων, ο κ. Χριστοδούλου υπέδειξε πώς εφ΄ όσον δεν έχει προσδιοριστεί ο χρόνος έκδοσης της επιταγής δεν έχει στοιχειοθετηθεί η υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος. Επεκαλέσθηκε, προς τούτο, την απόφαση Militos Trading Limited v. Αθηνάς Μαλέκου (ανωτέρω). Ας σημειωθεί πώς «Στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, παρέχεται πάντα η δυνατότητα στο Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία, εξ όψεως κρινόμενη (on the face of it), στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Το θέμα διακρίνεται από την αξιοπιστία των μαρτύρων και τη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους». (Γιάγκου (Λεμόνα) ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, 385). «...ένας κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία όταν, (Ι). Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή (ΙΙ). Η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει πάνω σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου» (Technotent K. Γ. Γιώργατσος Λτδ ν. Ορφανίδου
(2004)2 Α.Α.Δ. 388, 392). Το βάρος απόδειξης που φέρει η κατηγορούσα αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της διαφέρει από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσης η οποία να δημιουργεί υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Εάν η μαρτυρία που παρουσιάζει η κατηγορούσα αρχή είναι τέτοιας ποιότητας ώστε θα ήταν επισφαλές να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί τη βάσει αυτής και μόνον, τότε η υπόθεση απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία. Για το θεμιτό της συζήτησης, κατά το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, θεμελιακών ζητημάτων που αφορούν στην ευθύνη του κατηγορουμένου, εφ΄όσον οι συνθήκες το επιτρέπουν, παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εντίμου Δικαστού κ. Ναθαναήλ στις Ποινικές Εφέσεις αρ. 5/2012 κ.α. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Δράκου κ.α., ημερ. 11.12.2012: «.......... το εκ πρώτης όψεως στάδιο αποτελεί θεμελιώδες στάδιο της ποινικής δίκης προστατεύοντας τον κατηγορούμενο από τη συνέχιση της δίκης ασκόπως ή για λόγους που δεν άπτονται ή δεν αφορούν την καθαυτή και καλώς νοούμενη απονομή της δικαιοσύνης. Στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, η κατηγορούσα αρχή έχει ήδη ολοκληρώσει την υπόθεση της. Έχει παραθέσει όλη τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση της εναντίον του κατηγορουμένου, (Charalambos Savva "Pambos" v. Police
(1986)2 C.L.R. 30). Αν η μαρτυρία αυτή εκτιμώμενη στο απόγειο της δεν στοιχειοθετεί ή θεμελιώνει ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή είναι αντινομική και εγγενώς συγκρουόμενη μεταξύ της, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα άφηνε την υπόθεση να προχωρήσει, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται απαλλαγής από το στάδιο αυτό. Όπως το θέτει ο Murphy on Evidence, 8η έκδ., σελ. 77: «The case is fatally defective in law. The defendant could safely refuse to call any evidence, and if the judge found for the claimant, the judgment would be set aside on appeal.» Σε μετάφραση: «Η υπόθεση είναι θνησιγενώς ελαττωματική κατά νόμο. Ο κατηγορούμενος με ασφάλεια μπορεί να αρνηθεί να καλέσει οποιαδήποτε μαρτυρία, και αν ο δικαστής αποφασίσει υπέρ της κατηγορούσας αρχής, η απόφαση θα ακυρωθεί κατ΄ έφεση.» Τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο που το ίδιο το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν θέσει ζήτημα ο κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν τα προαναφερθέντα. Αυτό, διότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας, εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του και παρουσιάσει μαρτυρία. Άλλωστε, το εκ πρώτης όψεως βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα αρχή, μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει, ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης. Δεν υπάρχει λοιπόν εγγενώς οποιοδήποτε νομικό πρόβλημα ή εμπόδιο για ένα Δικαστήριο να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από το εκ πρώτης όψεως στάδιο, εφόσον καθοδηγείται ορθά από τις νομολογιακές παραμέτρους. Αντίθετα επιβάλλεται, όταν οι συνθήκες της υπόθεσης το απαιτούν.» Εν προκειμένω, η εξέταση της μαρτυρίας την οποίαν επαρουσίασαν οι παραπονούμενοι, σε συνάρτηση με τα όσα καταγράφονται στο κατηγορητήριο και υπό το πρίσμα του ως άνω νομοθετημένου και νομολογημένου πλαισίου, αποκαλύπτει, πράγματι, ουσιώδες κενό εν σχέσει με γεγονότα συναρτώμενα με την υποκειμενική υπόσταση του επίδικου αδικήματος. Συγκεκριμένα, υπάρχει κενόν όσον αφορά στο χρόνο έκδοσης της επιταγής καθώς και όσον αφορά στο πιστωτικό υπόλοιπο του τραπεζικού λογαριασμού κατά τον χρόνο αυτό. Η υπόδειξη του κ. Χριστοδούλου είναι βάσιμη: Κατ΄ αρχάς επισημαίνεται πώς η Κατερίνα Παυλίδου Λίλλη (Μ.Κ.1) και η Μαρία Ιωάννου Κάρουλλα (Μ.Κ.3) δεν επληροφόρησαν για τον ακριβή χρόνο έκδοσης της επιταγής. Οι μάρτυρες αυτές επεριορίστηκαν να δηλώνουν πως η επιταγή ήταν μεταχρονολογημένη και πώς αυτή εξεδόθηκε κατά ή περί τον Φεβρουάριο του έτους 2009. Επισημαίνεται, επίσης, πώς ουδεμία μαρτυρία επαρουσιάσθηκε για την κατάσταση του τραπεζικού λογαριασμού κατά το χρόνο έκδοσης της επιταγής. Υπενθυμίζεται πώς η σχετική κατάσταση (τεκμήριο 5) καλύπτει την περίοδο από τις 03.03.2009 έως και τις 31.12.2009. Όμως, ο ακριβής χρόνος έκδοσης της επιταγής καθώς και το πιστωτικό υπόλοιπο του κρίσιμου λογαριασμού κατά το χρόνο αυτό είναι στοιχεία κρίσιμα για να διαπιστωθεί η ύπαρξη πρόθεσης εκ μέρους των κατηγορουμένων. Η έκδοση, εκ μέρους των κατηγορουμένων αρ. 2, της επιταγής και η προς τούτο συνδρομή του κατηγορουμένου αρ. 1 είναι αξιόποινη μόνον εφ΄ όσον αυτοί, κατά τον χρόνο έκδοσης, είχαν πρόθεση να επιφέρουν αυτό που οι πράξεις τους επάγονται. Εφ΄ όσον ο χρόνος έκδοσης της επιταγής καθώς και το υπόλοιπο του τραπεζικού λογαριασμού, κατά το χρόνο αυτό, παραμένουν άγνωστα είναι αδύνατον να αξιολογηθούν άλλα γεγονότα ή άλλες συμπεριφορές των κατηγορουμένων ικανά να πείσουν πως αυτοί εγνώριζαν τα ουσιώδη και, άρα, είχαν πρόθεση. Συναφώς αναφέρεται πως η μαρτυρία για έκδοση της επιταγής με την συνδρομή του κατηγορουμένου αρ. 1 και η μαρτυρία για την μη εξόφλησή της λόγω ανεπαρκών υπολοίπων δεν αρκεί. Απαιτείται και η παρουσίαση μαρτυρίας για την γνώση και την πρόθεση των κατηγορουμένων κατά τον χρόνο έκδοσής τους, δηλαδή κατά τον χρόνο εκδήλωσης της αδικοπραγίας. Εν όψει των πιο πάνω, διαπιστώνεται πως δεν στοιχειοθετήθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον των κατηγορουμένων. Καθίσταται δε αχρείαστη η συζήτηση των άλλων ζητημάτων τα οποία ήγειρε ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων. Η υπόθεση απορρίπτεται. Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 αθωώνονται και απαλλάσσονται από τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζουν. (Υπ.) ............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.