Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Νίκου Νικολάου κ.α., Υπόθεση αρ.: 7357/2014, 14/5/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:B51 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 7357/2014 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας και
- Νίκου Νικολάου
- Κωνσταντίνου Λευκαρίτη Κατηγορουμένων 14 Μαίου,
- Για την κατηγορούσα αρχή, εμφανίζεται ο κ. Α. Παπανικολάου, Δημόσιος Κατήγορος Α΄ Για τον κατηγορούμενο αρ. 1, εμφανίζεται ο κ. Γ. Ιωάννου Για τον κατηγορούμενο αρ. 2, εμφανίζονται οι κ.κ. Γ. Γεωργίου, Α. Ζαχαρίου και Γ. Παπαϊωάννου Κατηγορούμενοι αρ.1 και 2, παρόντες Απόφαση επί αιτήματος για την κράτηση των κατηγορουμένων αρ. 1 και 2 έως την έναρξη της δίκης τους ενώπιον του Κακουργιοδικείου Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 («οι κατηγορούμενοι», εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου) αντιμετωπίζουν σωρεία κατηγοριών που αφορούν σε αδικήματα κατά των ηθών, ως αυτά διαγράφονται από τον Ποινικό Κώδικα (Κεφ. 154, ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια) και τον περί της Καταπολέμησης της Εμπορίας και της Εκμετάλλευσης Προσώπων και της Προστασίας των Θυμάτων Νόμο του 2007 (Ν.87(Ι)/2007, ως αυτός ετροποποιήθηκε στη συνέχεια). Επιπλέον, ο κατηγορούμενος αρ. 1 αντιμετωπίζει κατηγορίες οι οποίες αφορούν σε αδικήματα που θέτουν σε κίνδυνο τη ζωή ή την υγεία προσώπου καθώς και σε αδικήματα εναντίον της περιουσίας, ως αυτά διαγράφονται από το Κεφ.
- Συγκεκριμένα, οι κατηγορούμενοι διώκονται για συνομωσία προς διάπραξη του κακουργήματος της σεξουαλικής εκμετάλλευσης ανήλικης (άρθρο 371 του Κεφ. 154 και Ν.87(Ι)/2007- 1η, 2η και 3η κατηγορία), για σεξουαλική εκμετάλλευση παιδιών (άρθρα 2, 3, 4, 6 και 10 του Ν.87(Ι)/2007 - 4η έως και 9η κατηγορία, 22 έως και 24η κατηγορία) και για διαφθορά ανήλικης γυναίκας (άρθρο 154 του Κεφ. 154 - 10η και 25η ως και 27 κατηγορία). Επιπλέον, ο κατηγορούμενος αρ. 1 διώκεται για παροχή βοήθειας σε έτερον κατά τη διάπραξη του αδικήματος της διαφθοράς ανήλικης γυναίκας (άρθρα 20(γ) και 154 του Κεφ. 154 - 11η έως και 13η κατηγορία), για απαγωγή (άρθρο 148 του Κεφ. 154 - 14η κατηγορία), για βιασμό (άρθρα 144 και 145 του Κεφ. 154 - 15η κατηγορία), για επίθεση η οποία προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη (άρθρο 243 του κεφ. 154 - 16η κατηγορία), για επίθεση με σκοπό την κλοπή (άρθρο 285 του Κεφ. 154 - 17η κατηγορία), για ληστεία (άρθρα 282 και 283 του Κεφ. 154 - 18η κατηγορία) και για εκμετάλλευση πόρνης (άρθρο 164
(1)(α) και
(3)του Κεφ. 154 - 19η έως και 21η κατηγορία). Πλην του αδικήματος του βιασμού, το οποίο τιμωρείται με φυλάκιση δια βίου (άρθρο 145 του Κεφ. 154), όλα τα υπόλοιπα αδικήματα τιμωρούνται με πολυετείς φυλακίσεις. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, οι αποδιδόμενες, στους κατηγορουμένους αδικοπραγίες έλαβαν χώραν κατά την περίοδο από την 01.06.2012 έως και την 28.04.
- Οι δε παραπονούμενες είναι δύο έφηβες, η πρώτη είναι σημερα ηλικίας δέκα-πέντε ετών και η δεύτερη είναι σήμερα ηλικίας δέκα-τεσσάρων ετών. Οι κατηγορούμενοι παρεπέμφθηκαν σε απευθείας δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου, το οποίο συνέρχεται σε συνεδρία στη Λάρνακα στις 30.05.
- Μετά την εξέλιξη αυτή, ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής υπέβαλε αίτημα για την κράτηση των κατηγορουμένων έως την έναρξη της δίκης τους ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Το αίτημα αυτό προσέκρουσε στην ένσταση των συνηγόρων των κατηγορουμένων. Εξ αρχής σημειώνεται πώς η εξουσία του Δικαστηρίου να διατάσσει την κράτηση προσώπου που κατηγορείται για τη διάπραξη ποινικών αδικημάτων έως την έναρξη της δίκης του ενώπιον του Κακουργιοδικείου απορρέει από τις διατάξεις του άρθρου 157 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 155, ως αυτό τροποποιήθηκε στη συνέχεια). Πρόκειται για εξουσία διακριτική η οποία πρέπει να ασκείται επί τη βάσει των κριτηρίων και του πλαισίου που καθιερώνει η σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, νομολογία πλούσια, πάγια και ευθυγραμμισμένη με το θεμελιώδες και συνταγματικώς κατοχυρωμένο ανθρώπινο δικαίωμα της ελευθερίας και της προσωπικής ασφάλειας (Άρθρο 11 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και Άρθρο 5 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών - κυρωθείσα δια του Ν. 39/1962). Ο ευπαίδευτος συνήγορος της κατηγορούσας αρχής προσδιόρισε τη βάση του αιτήματος επικαλούμενος, πρώτον, τον κίνδυνο μη προσέλευσης των κατηγορουμένων στο Δικαστήριο και, δεύτερον, τον κίνδυνο της εκ μέρους τους διάπραξης άλλων αδικημάτων. Ο κ. Παπανικολάου συνέδεσε τον κίνδυνο φυγοδικίας με το γεγονός ότι οι κατηγορούμενοι διώκονται για σοβαρότατα αδικήματα, για τον κολασμό των οποίων προβλέπονται ποινές στερητικές της ελευθερίας, ως αναφέρεται πιο πάνω. Και θεωρεί το ενδεχόμενο καταδίκης των κατηγορουμένων και επιβολής τέτοιων ποινών ορατό εν όψει της υπάρχουσας μαρτυρίας (τεκμήριο α). Περαιτέρω, ο κ. Παπανικολάου συνήρτησε το κίνδυνο διάπραξης, εκ μέρους των κατηγορουμένων, άλλων αδικημάτων με τεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία (κυανά 13, 26, 27, 37 και 38 στο τεκμήριο α), σύμφωνα με την οποία οι κατηγορούμενοι διέπρατταν τα αποδιδόμενα σε αυτούς εγκλήματα επί μία μίαν διετία περίπου και συγκεκριμένα από το καλοκαίρι του έτους 2012 έως και την άνοιξη του τρέχοντος έτους. Αυτό, συνέχισε ο κ. Παπανικολάου δεικνύει πώς οι κατηγορούμενοι διαθέτουν τον τρόπο και τις μεθόδους, την ικανότητα και την πείρα να διαπράττουν αδικήματα επί μακρόν χωρίς να γίνονται αντιληπτοί από τις διωκτικές αρχές. Απαντώντας στον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορούμενου αρ. 1 υπεστήριξε πώς δεν κατεδείχθηκε η ροπή του πελάτη του προς διάπραξη νέων αδικημάτων, πώς δεν υπάρχει επαρκής μαρτυρία για στοιχειοθέτηση της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, της απαγωγής και του βιασμού και πώς οι ενοχοποιητικές καταθέσεις «δεν είναι παράλληλες ως προς τη φορά τους». Ο κ. Ιωάννου προσέθεσε πώς ο πελάτης του έχει λευκό ποινικό μητρώο και πώς σύμφωνα με την δικαστική πρακτική, η οποία ακολουθείται σε παρόμοιες υποθέσεις, οι κατηγορούμενοι αφήνονται ελεύθεροι υπό όρους που θα εξασφαλίσουν την παρουσία τους ενώπιον Δικαστηρίου. Προέτεινε, μάλιστα, συγκεκριμένους τέτοιους όρους. Απαντώντας στον εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ο κ. Γεωργίου, εκ των συνηγόρων του κατηγορουμένου αρ. 2, εκάλεσε το Δικαστήριο να διακρίνει τις περιπτώσεις των δύο κατηγορουμένων εν όψει της διαφορετικής φυσιογνωμίας εκάστου και εν όψει της διαφοράς στις κατηγορίες τις οποίες αυτοί αντιμετωπίζουν. Παρενθετικώς σημειώνεται πώς δυνατότητα τέτοιας διάκρισης, υπό τις κατάλληλες συνθήκες, πράγματι, υπάρχει (Ziya v. Αστυνομίας
(2009)2 Α.Α.Δ. 497). Ο κ. Γεωργίου υπεστήριξε, εν πρώτοις, πώς ο πελάτης του, ουδεμία πρόθεση φυγοδικίας έχει εφ΄ όσον οι δεσμοί του με την Δημοκρατία είναι ισχυροί: Πρόκειται για γνωστό και επιτυχημένο Κύπριο επιχειρηματία, ο οποίος διαμένει μόνιμα στη Δημοκρατία με τη σύζυγο και τα τέκνα του. Υπεστήριξε, επίσης, πώς ουδείς κίνδυνος αδικοπραξίας, εκ μέρους του πελάτη του, υπάρχει, εφ΄ όσον, σύμφωνα με το μαρτυρικό υλικό, οι ανήλικες τον προσήγγισαν και του προσέφεραν ερωτικές πράξεις επ΄ αμοιβή. Ο κ. Γεωργίου προσέθεσε πώς λόγω της δημοσιότητας την οποίαν έλαβε η υπόθεση και λόγω του ότι ο κατηγορούμενος αρ. 2 είναι πρόσωπο γνωστό στην κοινωνία αυτός «δεν μπορεί καν να κυκλοφορήσει πόσον μάλλον να διαπράξει νέα αδικήματα». Τέλος, ο κ. Γεωργίου εδήλωσε πώς ο πελάτης του είναι πρόθυμος να συμμορφωθεί με οιουσδήποτε τυχόν όρους ήθελε τεθούν προς το σκοπό διασφάλισης της παρουσίας του ενώπιον του Δικαστηρίου, συμπεριλαμβανομένης και της κατάθεσης χρηματικού ποσού ύψους €30.000 έως €40.000. Κρίνεται αναγκαία η σκιαγράφηση του νομολογημένου πλαίσιο άσκησης της δικαστικής διακριτικής εξουσίας κράτησης κατηγορουμένου έως τη δίκη του ενώπιον του Κακουργιοδικείου: Αφετηρία για την άσκηση της εξουσίας αυτής αποτελεί η αρχή πώς κάθε πρόσωπο που κατηγορείται για ποινικό αδίκημα δικαιούται να αφεθεί ελεύθερο με εγγύηση εκτός εάν συγκεκριμένοι και πειστικοί λόγοι δικαιολογούν την κράτησή του (Α.Ν. Loizou, G.M. Pikis Criminal Procedure in Cyprus, 1975, p. 35). Ο υπόδικος πρέπει να απολύεται με εγγύηση σε κάθε περίπτωση όπου υπάρχει προσδοκία ότι αυτός θα εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για να δικασθεί (Rex n. Solomonides
(1935)C.L.R. XIV 127). Η προδιάθεση για την απόλυση υπόδικου έως και την έναρξη της δίκης του απορρέει από το τεκμήριο της αθωώτητας και την αρχή της ελευθερίας και της προσωπικής ασφάλειας. Η απόλυση του υποδίκου με εγγύηση προέχει (Ιωάννου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 596, Αmirou v. Αστυνομίας,
(2001)2 Α.Α.Δ. 603, Τσιάκκας κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 164). Η κράτηση του υποδίκου έως και την έναρξη της δίκης του ενώπιον του Κακουργιοδικείου προκρίνεται εφ΄ όσον συγκεκριμένοι και πειστικοί λόγοι δεικνύουν πώς μόνον έτσι διασφαλίζονται οι σκοποί της δικαιοσύνης. Τέτοιοι λόγοι εντοπίζονται (α) στον κίνδυνο ο κατηγορούμενος να παραλείψει να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για να δικαστεί, (β) στον κίνδυνο ο κατηγορούμενος να διαπράξει άλλα αδικήματα και (γ) στον κίνδυνο ο κατηγορούμενος να επηρεάσει μάρτυρες. Οι προβλέψεις για την συνδρομή οιουδήποτε από τους κινδύνους αυτούς μπορεί να έχουν ως πηγή εγγενείς ενδείξεις που χαρακτηρίζουν την εκάστοτε συγκεκριμένη υπόθεση, άλλα στοιχεία που αφορούν στην υπόθεση αυτή καθώς και το ιστορικό του υποδίκου (Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 48, 53). Αυτές οι ενδείξεις και τα στοιχεία αφορούν σε αντικειμενικά δεδομένα (όπως η σοβαρότητα των κατηγοριών και η εκ πρώτης όψεως πιθανολόγηση του ενδεχομένου καταδίκης, επί τη βάσει του μαρτυρικού υλικού που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου) καθώς και σε υποκειμενικά δεδομένα (όπως οι προσωπικές και οικογενειακές περιστάσεις του κατηγορουμένου, ο χαρακτήρας, η ηλικία, το επάγγελμα, η κατάσταση της υγείας του και η οικονομική του κατάσταση, το ποινικό του μητρώο καθώς και οι δεσμοί του με τη χώρα όπου διαμένει) (Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Σιδερένιου κ.α.,
(2008)2 Α.Α.Δ. 320). Περαιτέρω, κατά την αξιολόγηση των ανωτέρω συνεκτιμώνται αφ΄ ενός η χρονική έκταση της κράτησης (Χ¨Δημητρίου ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 45) καθώς και διασφάλιση του δικαιώματος του κατηγορουμένου να ετοιμάσει την υπεράσπισή του (Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 109, 116). Όσον αφορά στον κίνδυνο φυγοδικίας, παρατίθεται αυτούσιο το κάτωθι απόσπασμα από την απόφαση Θεοχάρους κ.α. ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), 53: «... σε καμία περίπτωση δεν εκτιμάται η πιθανότητα μη προσέλευσης με κατά απομόνωση αναφορά στη σοβαρότητα του αδικήματος, την πιθανότητα καταδίκης και την επιβληθησόμενη ποινή, αυτόματα δηλαδή, χωρίς συνυπολογισμό άλλων σχετικών δεδομένων. Το εγχείρημα συνιστάται όχι απλώς στην αποτίμηση γενικών ενδεχομένων από την κατ΄ ισχυρισμόν διάπραξη αδικήματος ορισμένης σοβαρότητας για το οποίο μπορεί να καταδικαστεί ο κατηγορούμενος αλλά στην εκτίμηση της πιθανότητας να διαφύγει ο συγκεκριμένος κατηγορούμενος». Τέλος, σημειώνεται πώς σύγκριση της νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου με εκείνην του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων αποκαλύπτει πώς, σε ό,τι αφορά στο επίδικο ζήτημα, οι νομολογίες αυτές είναι ευθυγραμμισμένες (Κωνσταντινίδης ν. Δημοκρατίας (ανωτέρω), 116). Μελετήθηκαν με προσοχή τα επίδικα νομικά ζητήματα και εξετάσθηκε το μαρτυρικό υλικό (τεκμήριο α): Διαπιστώνεται πώς όσον αφορά και στους δύο κατηγορουμένους συντρέχουν οι υποδειχθέντες, από τον ευπαίδευτο εκπρόσωπο της κατηγορούσας αρχής, ανεξαρτήτοι και αυτόνομοι λόγοι για την κράτησή τους (απόφαση στην Ποινική Έφεση αρ. 61/2011 Χρυσόστομος Σκούρος ν. Αστυνομίας, ημερ. 18.04.2011): Διαπιστώνεται, κατά πρώτον, πώς εκτός του ότι οι κατηγορούμενοι αντιμετωπίζουν σωρεία κατηγοριών για σοβαρότατα αδικήματα, τα οποία, σε περίπτωση καταδίκης, τιμωρούνται με αυστηρές ποινές φυλάκισης, η τεθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία (τεκμήριο α) καθιστά την πιθανότητα καταδίκης τους ορατή. Χωρίς, στο παρόν στάδιον, να αξιολογείται η αποδεικτική δύναμη των ενοχοποιητικών καταθέσεων των παραπονουμένων (κυανά 1, 11, 13 και 37 στο τεκμήριο α) καθώς και τρίτης γυναίκας (κυανούν 26 στο τεκμήριο α), ως η δύναμη αυτή θα αξιολογηθεί στα πλαίσια της δίκης ενώπιον του Κακουργιοδικείου, εν τούτοις, παρατηρείται πώς πρόκειται για καταθέσεις με περιεχόμενο συγκεκριμένο, συγκροτημένο και σαφές. Η δε κεντρική εικόνα την οποίαν οι καταθέσεις αυτές παρουσιάζουν ως προς την εγκληματική συμπεριφορά των κατηγορουμένων, επί του παρόντος, δεν αντικρούεται. Επισημαίνεται το γεγονός πώς, ανακρινόμενος αρμοδίως από την αστυνομία για δεύτερη φορά στις 08.05.2014 (κυανούν 29 στο τεκμήριο α), ο κατηγορούμενος αρ. 1 επέλεξε να μην δώσει την εκδοχή του για τα όσα του αποδίδονται. Ο κατηγορούμενος αρ. 1 επέλεξε να μην απαντήσει σε σωρεία κρίσιμων ερωτήσεων και επέλεξε να επαναλάβει την υπεκφυγή: «Ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». Παρομοίως, ανακρινόμενος αρμοδίως από την αστυνομία στις 02.05.2014 (κυανούν 9 στο τεκμήριο α), ο κατηγορούμενος αρ. 2 εδήλωσε απρόθυμος να απαντήσει σε σωρεία κρίσιμων ερωτήσεων. Ανακρινόμενος δε για δεύτερη φορά αρμοδίως από την αστυνομία στις 09.05.2014 (κυανούν 33 στο τεκμήριο α), ο κατηγορούμενος αρ. 2 επέλεξε να μην δώσει την εκδοχή του για τα όσα του αποδίδονται. Ο κατηγορούμενος αρ. 2 επέλεξε να απαντήσει σε όλες τις ερωτήσεις με την υπεκφυγή: «Ότι έχω να πω θα το πω στο Δικαστήριο». Περαιτέρω, οι ενοχοποιητικές καταθέσεις των παραπονουμένων (κυανά 1, 11, 13 και 37 στο τεκμήριο α) καθώς και τρίτης γυναίκας (κυανούν 26 στο τεκμήριο α) παρουσιάζουν τους κατηγορουμένους να επιδίδονται συστηματικά σε αδικήματα τα οποία πλήττουν ευθέως τα ήθη εφ΄ όσον στρέφονται κατά της γενετήσιας ελευθερίας και επιδιώκουν την οικονομική εκμετάλλευση της γενετήσιας ζωής. Θύματα αυτής της εγκληματικής δραστηριότητας παρουσιάζονται να είναι έφηβες οι οποίες, εκτός του ότι διάγουν την, ούτως ή άλλως, ευαίσθητη και ασταθή περίοδο της ανηλικότητας, ανήκουν και σε ασθενείς κοινωνικές ομάδες. Το γεγονός αυτό τις καθιστά ιδιαίτερα ευάλωτες σε προτροπές και πιέσεις ως αυτές οι οποίες αποδίδονται στους κατηγορουμένους. Η κοινωνία έχει ιδιαίτερο και αυξημένο καθήκον να προστατεύσει τα ανήλικα μέλη της από εγκληματικές ενέργειες ως οι επίδικες. Συνεπώς, η κράτηση των κατηγορουμένων καθίσταται δικαιολογημένη. Τέλος, το επιχείρημα σύμφωνα με το οποίο η δημοσιότητα της υπόθεσης και η δυνατότητα εύκολης αναγνώρισης του κατηγορουμένου αρ. 2 καθιστούν αδύνατη την εκ μέρους του νέα αδικοπραγία είναι ανεδαφικό εφ΄ όσον αδικήματα ως τα επίδικα διαπράττονται, συνήθως, στα πλαίσια της ιδιωτικής ζωής των δραστών και όχι στα πλαίσια της δημόσιας ζωής τους. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, το αίτημα της κατηγορούσας αρχής για την κράτηση των κατηγορουμένων κρίνεται βάσιμο και εγκρίνεται. Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 να παραμείνουν υπό κράτηση έως και τη δίκη τους ενώπιον του Κακουργιοδικείου που συνεδριάζει στη Λάρνακα στις 30.05.2014. (Υπ.) .............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο