ΚΩΣΤΑΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΣΩΤΗΡΙΟΥ ν. ΜΑΡΙΟΥ ΠΕΤΡΟΥ, Υπόθεση αρ.: 19110/2012, 23/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:B66 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 19110/2012 ΚΩΣΤΑΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΣΩΤΗΡΙΟΥ και ΜΑΡΙΟΥ ΠΕΤΡΟΥ Κατηγορουμένου 23 Ιουνίου, 2014. Για τον παραπονούμενο, εμφανίζεται ο κ. Γ. Τσαρδελής για τους κ.κ. Γεωργίου και Τσαρδελής Δ.Ε.Π.Ε. Για τον κατηγορούμενο, εμφανίζεται ο κ. Θ. Θωμά Κατηγορούμενος, παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η (άρθρο 74
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155) Ο κατηγορούμενος διώκεται για το αδίκημα της έκδοσης ακάλλυπτης επιταγής, ως αυτό διαγράφεται από το άρθρο 305Α
(1)του Ποινικού Κώδικα (Κεφ. 154, ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια). Επίδικη είναι η επιταγή υπ΄ αριθμόν 21525780, η οποία εξεδόθηκε από τον κατηγορούμενο επί του «Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Αμμοχώστου Λτδ» προς όφελος του παραπονουμένου. Η επιταγή αφορά στο ποσόν των €10.000 και παρουσιάζεται πληρωτέα στις 19.05.2010 (τεκμήριο 1). Ο κατηγορούμενος αρνείται ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για να αποδειχθεί η υπόθεση κλήθηκε και κατέθεσε ενόρκως μόνον παραπονούμενος Κώστας Κυριάκου Σωτηρίου (Μ.Κ.1). Αυτός κατέθεσε, ως τεκμήρια 1 και 2 αντιστοίχως, την επίδικη επιταγή καθώς και αντίγραφο εγγράφου περιέχοντος χειρόγραφη δήλωση καθώς και αντίγραφο άλλης επιταγής. Η ακροαματική διαδικασία διευκολύνθηκε με τη δήλωση και έγκριση παραδεκτών γεγονότων. Μετά το πέρας της προσαγωγής μαρτυρίας εκ μέρους του παραπονουμένου ετέθηκε από το Δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως, προς συζήτησιν, θέμα κατάχρησης διαδικασίας (Έλληνας ν. Δημοκρατία
(1989)2 Α.Α.Δ. 155, Beogradska D.D.
(1996)1 C.L.R. 911, Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522). Το θέμα ετέθηκε εν όψει μαρτυρίας σύμφωνα με την οποίαν, εκκρεμούσης της προκείμενης ποινικής υπόθεσης, ο παραπονούμενος δέχθηκε να «διαπραγματευθεί» με τον κατηγορούμενο και, μάλιστα, του προέτεινε την απόσυρση της υπόθεσης υπό τον όρο ότι αυτός θα του κατέβαλλε προηγουμένως τα οφειλόμενα. Συναφώς αναφέρεται πώς ως «καταχρηστική» χαρακτηρίζεται η δικαστική διαδικασία όταν δι΄ αυτής επιδιώκεται σκοπός όμοιος με σκοπόν ο οποίος επιδιώκεται διαμέσου της παράλληλης προώθησης άλλου ένδικου μέσου (Beogradskα DD (ανωτέρω) καθώς, επίσης, και η δικαστική διαδικασία όταν πραγματικός της σκοπός είναι η εξόντωση ή η καταπίεση του αντιδίκου (Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου (ανωτέρω), Mills v. Cooper
(1967)2 All ER 100, 104). Η δικαστική εξουσία για παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας εξ αιτίας του καταχρηστικού της χαρακτήρα ασκείται με φειδώ και μόνον εφ΄ όσον η διαδικασία είναι προδήλως καταχρηστική. Η σχετική απόφαση πρέπει να λαμβάνεται κατόπιν συνεκτίμησης αφ΄ ενός του συνταγματικού δικαιώματος κάθε προσώπου να προσφεύγει απρόσκοπτα στη δικαιοσύνη και αφ΄ ετέρου της ευθύνης του Δικαστηρίου να περιφρουρεί και να διασφαλίζει την ορθή και αποτελεσματική λειτουργία του (απόφαση στην Ποινική Έφεση αρ. 90/2011 Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου Λτδ ν. Αδελφοί Σ. Πεκρής (Γενικές Επιχειρήσεις) Λτδ κ.ά., ημερ. 11.09.2013). Η κρίση περί καταχρηστικής διαδικασίας δεν διαμορφώνεται επί τη βάσει υποθέσεων και εικασιών. Τέτοια κρίση διαμορφώνεται επί τη βάσει μαρτυρίας. Συνεπώς, ευρισκόμενοι στο στάδιο κατά το οποίο ολοκληρώθηκε η προσαγωγή μαρτυρίας εκ μέρους του παραπονουμένου το ζήτημα της κατάχρησης της διαδικασίας δύναται να κριθεί. Σύνοψη του λόγου και των αρχών που διέπουν την άσκηση της δικαιοδοσίας για την αποτροπή της εκ μέρους διαδίκου κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας παρατίθεται στην απόφαση Διευθυντής των Φυλακών ν. Παρέλλα Τζεννάρο
(1995)1 Α.Α.Δ. 217: «Η δικαιοδοσία για την παρεμόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν στην κατίσχυσή του. Γι΄ αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου δεν συναρτούνται με οποιονδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα, μπορεί να προσλάβουν οποιανδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίον παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου.» Υπάρχουν περιπτώσεις όπου συγκεκριμένη δικαστική διαδικασία παρουσιάζεται, εκ πρώτης όψεως, ορθή και νόμιμη. Όμως, εξωγενής μαρτυρία καταδεικνύει τον καταχρηστικό χαρακτήρα της. Στην απόφαση Goldsmith v. Sperrings Ltd
(1977)2 All ER 566 (C.A.) λέχθηκαν, από τον Lord Denning M.R., τα εξής: «Abuse of legal process In a civilized society, legal process is the machinery for keeping order and doing justice. It can be used properly or it can be abused. It is used properly when it is invoked for the vindication of men's rights or the enforcement of just claims. It is abused when it is diverted from its true course so as to serve extortion or oppression; or to exert pressuve so as to achieve an improper end. When it is so abused, it is a tort, a wrong known to the law. The judges can and will intervene to stop it ... Sometimes abuse can be shown by the very steps being taken in the courts .. At other times the abuse can only be shown by extrinsic evidence that the legal process is being used for an improper purpose. On the face of it in any particular case, the legal process may appear to be entirely proper end correct. What may make it wrongful is the purpose for which it is used. If it is done in order to exert pressure so as to achieve an end which is improper in itself, then it is a wrong known to the law. This appears distinctly from the case which founded this tort. It is Grainger v. Hill
(1838)4 Bing N.C. 212 which arose out of the old process of capias. The plaintiff recovered damages for abuse of the process. It had been abuse because it had been taken, as Tindal CJ said at p. 221, «to effect an object not within the scope of the process» and as Bosanquet J. said at p. 24 «the process was enforced for an ulterior purpose». Ακολουθεί η παράθεση των απαντήσεων του παραπονουμένου Κώστα Κυριάκου Σωτηρίου (Μ.Κ.1) σε ερωτήσεις και υποβολές του ευπαίδευτου συνηγόρου του κατηγορουμένου, οι οποίες έδωσαν το έναυσμα για την αυτεπάγγελτη εξέταση του ζητήματος της κατάχρησης διαδικασίας: « .............................................................................................................. Ε. Σου υποβάλλω ότι κανένας δεν σου είπε οτιδήποτε από αυτά που λες, τα πλάθεις στο μυαλό σου. Σου υποβάλλω ότι δεν σου είπε χθες ότι θα σου δώσει τα λεφτά. Α. Μου είπε να αποσύρω την υπόθεση και να μου τα δώσει τα λεφτά. Ε. Γιατί δεν τα έπιασες τα λεφτά χθες για να τελειώνουμε; Αν είναι έτσι που τα λαλείς δηλαδή. .......... Α. Είπε μου για να διαπραγματευτεί μαζί μου πρέπει να αποσύρω την υπόθεση. Είχαμε τόσο χρόνο εδώ και 7-8 μήνες και δεν κάθεται να διαπραγματευτούμε. Του είπα ακόμα ένα βήμα, να βρεθούμε με τους δικηγόρους, να φέρει τα χαρτιά που έχει που τα έδωσα του Διευθυντή του, του κύριου Νόε και της γυναίκας του και ό,τι ποσό και να έβρει και να αποσύρω. Αλλά μέσω των δικηγόρων ή και μόνοι μας. Είπε μου πρώτα να αποσύρω και μετά να κάτσουμε. .............. Ε. Πάνω κάτω τι έγινε; Α. Είχαμε πει ότι, ως εχτές εμιλούσαμε. Λαλεί μου πρέπει να αποσύρεις και θα κάτσω να σου έβρω τα λεφτά, σιγά σιγά. Είπα του δώσμου τούτα τα λεφτά τωρά, τα οποία έχω ανάγκη, που κατέστρεψα την οικογένεια μου, €130.000 που έδωκα τούτου του charlie και του Νόε που την Αφρική. Ο γιος μου έφυε γιατί έκαμα τούτα τα πράγματα και έρχεσαι να μου λαλείς ότι μου τα έδωσε ο υπάλληλος και ειρωνεύκεσαι με; Γιατί δεν μιλάς Μάριε;.....» Εξέταση των ρητών και απερίφραστων αυτών απαντήσεων του παραπονουμένου αποκαλύπτει πώς αυτός προσφεύγει στην ποινική δικαιοσύνη για να ικανοποιήσει τις οικονομικές απαιτήσεις του. Στην πραγματικότητα, ο παραπονούμενος δεν ενδιαφέρεται για τον ποινικό κολασμό του κατ΄ ισχυρισμόν αδικοπραγησάντος κατηγορουμένου και ούτε ενδιαφέρεται για την απόδοση ποινικής δικαιοσύνης. Εξ ου και αυτός δέχεται να «διαπραγματευθεί» με τον κατηγορούμενο, προτείνει και αντιπροτείνει λύσεις εκκρεμούσης της προκείμενης ιδιωτικής ποινικής υπόθεσης και θέτει, ως όρο για την απόσυρσή της, την προηγούμενη καταβολή των οφειλομένων. Στην πραγματικότητα ο παραπονούμενος προσφεύγει στην ποινική δικαιοσύνη έχοντας αλλότριους σκοπούς. Αυτός καταχράται των δικαστικών διαδικασιών και θα πρέπει να παρεμποδισθεί. Αυτό επιτυγχάνεται με την απόρριψη του κατηγορητηρίου. Το κατηγορητήριο απορρίπτεται. Οι κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την κατηγορία την οποία αντιμετωπίζει. (Υπ.) .............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο