← Κύπρος

Διευθυντής Τμήματος Αλιείας και Θαλασσίων Ερευνών ν. Σωτήρη Σάββα, Υπόθεση αρ.: 8975/2012, 26/6/2014

Διευθυντής Τμήματος Αλιείας και Θαλασσίων Ερευνών ν. Σωτήρη Σάββα, Υπόθεση αρ.: 8975/2012, 26/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:B67 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 8975/2012 Διευθυντής Τμήματος Αλιείας και Θαλασσίων Ερευνών Κατηγορούσα αρχή και Σωτήρη Σάββα Κατηγορουμένoυ 26 Ιουνίου, 2014. Για την κατηγορούσα αρχή, εμφανίζεται η κα Γ. Αποστόλου για την κα Ζ. Νικολάου Για τον κατηγορούμενο, εμφανίζεται ο κος Η. Χρίστου Κατηγορούμενος, παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η ----------------------- Ο κατηγορούμενος διώκεται για το αδίκημα της άσκησης ερασιτεχνικής αλιείας σε θάλασσα χωρίς άδεια (άρθρο 3Β

(1)και
(2)του περί Αλιείας Νόμου, Κεφ. 135, ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια - 1η κατηγορία), για το αδίκημα της παρεμπόδισης Επιθεωρητή Αλιείας κατά την άσκηση των καθηκόντων του (άρθρο 6
(8)του περί της Εφαρμογής Κοινοτικών Αποφάσεων και Κοινοτικών Κανονισμών που Αφορούν Θέματα Αλιείας Νόμου του 2006, Ν.134(Ι)/2006- 2η κατηγορία) και για το αδίκημα της παράλειψης εμφάνισης ενώπιον ανακριτή (άρθρο 5 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155 ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια - 3η κατηγορία). Στο κατηγορητήριο καταγράφονται, ως πρωτογενή γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν τα επίδικα αδικήματα, τα εξής: Κατά ή περί τις 26.10.2011 στον κόλπο Ζυγίου και συγκεκριμένα στην θαλάσσια περιοχή «Λατούρος» στην επαρχία Λάρνακας, ο κατηγορούμενος, ευρισκόμενος στο σκάφος υπ΄ αριθμόν εγγραφής LL6310, αλίευε ιχθείς χρησιμοποιώντας παραγάδι, χωρίς να έχει εξασφαλίσει προηγουμένως σχετική ερασιτεχνική άδεια (1η κατηγορία). Κατά τον ίδιο χρόνο και στον ίδιο τόπο, ως προαναφέρεται, ο κατηγορούμενος δεν συνεμορφώθηκε σε εντολή Επιθεωρητή Αλιείας για έλεγχο και παρεμπόδισε έλεγχο του προαναφερθέντος σκάφους (2η κατηγορία). Περί τις 18.11.2011 ο κατηγορούμενος ενημερώθηκε για την υποχρέωσή του να παρουσιασθεί ενώπιον ανακριτή για να καταθέσει σχετικώς με την εκ μέρους του διάπραξη αδικημάτων και παρέλειψε να συμμορφωθεί. (3η κατηγορία). Ο κατηγορούμενος αρνείται ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης η κατηγορούσα αρχή εκάλεσε δύο μάρτυρες, τους Ανδρέα Σαββίδη (Μ.Κ.1) και Χρίστο Καραγιάννη (Μ.Κ.2), Επιθεωρητές Αλιείας και Θαλασσίων Ερευνών. Επιπλέον της προφορικής τους μαρτυρίας, τα πρόσωπα αυτά κατέθεσαν και έγγραφη (τεκμήρια 1 και 2). Κληθείς σε απολογία, ο κατηγορούμενος προέβηκε σε δήλωση ανωμοτί, προβάλλοντας διάφορους ισχυρισμούς ως προς τα γεγονότα και υποστηρίζοντας πώς είναι αθώος. Συναφώς σημειώνεται πώς κάθε κατηγορούμενος, κληθείς σε απολογία, δικαιούται να προβεί σε δήλωση ανωμοτί. Η επιλογή αυτή του κατηγορουμένου δεν προσφέρεται για εξαγωγή οιουδήποτε συμπεράσματος και, ιδίως, η επιλογή αυτή δεν πρέπει να συσχετίζεται με την ενοχή του κατηγορουμένου. Οι ανωμοτί δηλώσεις έχουν κάποια αξία και εξετάζονται κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Όμως, οι δηλώσεις αυτές δεν αποτελούν μαρτυρία (Ιωάννου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, 225 και απόφαση στην Ποινική Έφεση αρ. 187/2010 Αναστάσιος Κοφτερός ν. Αστυνομίας, ημερ. 20.02.2012). Δια της τελικής αγόρευσής του ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου ήγειρε διάφορα ζητήματα, τα οποία συνοψίζονται ως εξής:
(1)Το κατηγορητήριο είναι ελαττωματικό και άκυρο γιατί δεν εγείρεται από το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας.
(2)Οι καταγεγραμμένες στο κατηγορητήριο λεπτομέρειες των επίδικων αδικημάτων είναι ελλειπτικές.
(3)Η παρουσιασθείσα μαρτυρία δεν στοιχειοθετεί τα επίδικα αδικήματα. Η προφορική μαρτυρία είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά της διαδικασίας, η δε έγγραφη είναι καταχωρισμένη ως τεκμήρια. Κρίνεται ευχερέστερο η μαρτυρία θα παρουσιασθεί και θα σχολιασθεί τμηματικά κατά τη συζήτηση εκάστου των επίδικων ζητημάτων, η οποία ακολουθεί:
(1)Εφ΄ όσον οι αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο αδικοπραγίες σχετίζονται με την περί αλιείας νομοθεσία και συγκεκριμένα με την υποχρέωση εξασφάλισης προηγούμενης άδειας για την άσκηση ερασιτεχνικής αλιείας, ορθώς το κατηγορητήριο κατεχωρίστηκε από τον Διευθυντή Τμήματος Αλιείας και Θαλασσίων Ερευνών ο οποίος είναι ο κατά νόμον αρμόδιος για την έκδοση τέτοιας άδειας (άρθρο 4 του Κεφ. 135). Συναφώς σημειώνεται πώς η αναντίλεκτη δυνατότητα ιδιωτικής ποινικής δίωξης, η οποία «αποτελεί χρήσιμη συνταγματική εγγύηση εναντίον της παράλειψης ή άρνησης των αρμόδιων αρχών να διώξουν αδικοπραγούντες λόγω ιδιοτροπίας, διαφθοράς ή μεροληψίας» (Αιπεία Λτδ ν. Sirocco Estates Co Ltd κ.α.
(1997)2 Α.Α.Δ. 434, 437) προσφέρεται σε οιονδήποτε επηρεάζεται αμέσως από την εγκληματική ενέργεια (Toffinis v. Theocharides and another
(1983)2 C.L.R. 363, Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522). Η δυνατότητα αυτή δεν εξαρτάται από την προηγούμενη καταγγελία της υπόθεσης στην αστυνομία. Και ούτε εξαρτάται από την επίδειξη, εκ μέρους της αστυνομίας, «ιδιοτροπίας, διαφθοράς ή μεροληψίας».
(2)Η υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να καθορίσει, στο κατηγορητήριο, όλα τα ιδιαίτερα πρωτογενή γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν το εκάστοτε επίδικο αδίκημα είναι αυστηρή, πηγάζει από το Σύνταγμα και τη νομολογία και διασφαλίζει το δικαίωμα του κατηγορουμένου να μην παραπλανηθεί και να μπορέσει να ετοιμάσει την υπεράσπισή του (Δημοκρατία ν. Σπύρου
(2000)2 Α.Α.Δ., 144). Η παράλειψη της κατηγορούσας αρχής να συμμορφωθεί με την υποχρέωσή της αυτή, είτε γιατί οι λεπτομέρειες που κατέγραψε στο κατηγορητήριο είναι ανεπαρκείς είτε γιατί οι λεπτομέρειες αυτές είναι λανθασμένες ή γιατί αυτές δεν συνάδουν με τα συστατικά του αναφερόμενου, στο κατηγορητήριο, αδικήματος καθιστά το κατηγορητήριο ελαττωματικό και προσφέρει έρεισμα για την υποβολή ένστασης ως προς την εγκυρότητά του. Η ένσταση αυτή μπορεί να λάβει τη μορφή αιτήματος για τον παραμερισμό του κατηγορητηρίου (motion to quash the indictment) (Archbold, Criminal Pleading, Evidence and Practice, 1993 Re-issue, Volume 1, παρα. 1-209 επ.). Επειδή η ένσταση περί της ανεπάρκειας και των σφαλμάτων των λεπτομερειών άπτεται της ουσίας των κατηγοριών, της εγκυρότητας και του νόμω βάσιμου του κατηγορητηρίου, αυτή δύναται να προβληθεί σε οιονδήποτε στάδιο της διαδικασίας (Γαβριηλίδης ν. Κοινοτικού Συμβουλίου Αγίου Τίχωνα
(2002)2 Α.Α.Δ. 251, 254 και Κυπριακός Οργανισμός Τουρισμού ν. Σοφρωνίου
(2008)2 Α.Α.Δ. 803, 806, Αndreas N. Loizou, George M. Pikis, Criminal Procedure in Cyprus, 1975, σελ. 83). Εν προκειμένω, οι καταγεγραμμένες στο κατηγορητήριο λεπτομέρειες είναι επαρκείς και συνάδουν με τα συσταστικά στοιχεία των επίδικων αδικημάτων. Επιπλέον, ο τρόπος χειρισμού της υπόθεσης από τον ευπαίδευτο συνήγορο του κατηγορουμένου και τα όσα ο τελευταίος εδήλωσε ανωμοτί, ουδεμία αμφιβολία αφήνουν πώς ο κατηγορούμενος αντελήφθηκε πλήρως τα όσα του αποδίδονται και του εδόθηκε η ευκαιρία να προβάλει την υπεράσπισή του.
(3)Η κυρίως εξέταση του Ανδρέα Σαββίδη (Μ.Κ.1) και του Χρίστου Καραγιάννη (Μ.Κ.2) διεξήχθηκε με την ανάγνωση και υιοθέτηση γραπτών καταθέσεων (τεκμήρια 1 και 2, αντιστοίχως), ως το άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου, (Κεφ. 9 ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια) επιτρέπει. Δια της κατάθεσής του (τεκμήριο 1) ο Ανδρέας Σαββίδης (Μ.Κ.1) δηλώνει τα εξής: «Εργάζομαι ως Επιθεωρητής Αλιείας και Θαλασσίων Ερευνών στο επαρχιακό γραφείο Ζυγίου. Στις 26.10.11 και ώρα 11:05 βρισκόμουν σε προγραμματισμένη περιπολία με το όχημα ΗΒΝ057 με τον συνάδελφο μου Χρίστο Καραγιάννη στο Λιμανάκι Μουσκίτα, στην περιοχή Λατούρος. Εκεί είδα το σκάφος με αριθμούς εγγραφής LL6310 «Απόστολος Αντρέας», ιδιοκτησίας του Σωτήρη Σάββα τον οποίο γνώριζε ο συνάδελφος μου Χρίστος Καραγιάννης από παλαιότερη υπόθεση παράνομης αλιείας, να εισέρχεται εντός του εν λόγω λιμανιού. Όταν έδεσε το σκάφος στον δυτικό μόλο του λιμανιού ανάφερα στον ιδιοκτήτη του σκάφους Σωτήρη Σάββα ότι είμαστε επιθεωρητές Αλιείας και τον ρώτησα αν είχε άδεια αλιείας για τα παραγάδια που είχε επί του σκάφους του. Ο Σωτήρης Σάββα απάντησε όχι, τον ενημέρωσα για το αδίκημα που διέπραξε και στην επίστηση του Νόμου που του έκανα στην παρουσία του συναδέλφου μου για το αδίκημα αυτός απάντησε «Επία να φκάλω ένα μεροκάματο». Όταν του είπα ότι θα επιβιβαζόμασταν στο σκάφος του για να το επιθεωρήσουμε, απάντησε «Δεν θα φκείτε πάνω στην βάρκα μου. Έχετε ένταλμα τίποτε;». Τον ενημέρωσα ότι δεν χρειάζεται ένταλμα και αυτός βιαστικά κατέβηκε από το σκάφος του με τα παραγάδια που βρίσκονταν επί του σκάφους του και κατευθύνθηκε προς το όχημα του. Τότε ο συνάδελφος μου Χρίστος Καραγιάννης τον ενημέρωσε να αφήσει τα παραγάδια γιατί επρόκειτο για τεκμήρια τα οποία θα κατάσχαμε αλλά αυτός τα έβαλε στο αυτοκίνητό του. Ακολούθως επιβιβάστηκε στο εν λόγω αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής ΕΑΥ599 και έφυγε από το λιμανάκι μαζί με ένα άλλο άγνωστο πρόσωπο. Ειδοποίησα τον αστυνομικό σταθμό Κοφίνου για το περιστατικό και για να έρθει στο μέρος που βρισκόμασταν χωρίς ωστόσο να έρθει. Κατόπιν, στάλθηκε μέσω ταχυδρομείου, διπλοσυστημένο το έντυπο «ενημέρωση αδικήματος» ......... όπου αναγράφονται πάνω τα αδικήματα που διέπραξε ο κατηγορούμενος και τον καλούσα να παρουσιαστεί για να κατηγορηθεί γραπτώς για τα εν λόγω αδικήματα. Το σχετικό έντυπο ....... παρέλαβε ο κατηγορούμενος από το ταχυδρομείο στις 18.11.2011. Στη συνέχεια του τηλεφωνούσα σχεδόν καθημερινά για να προσέλθει στο Επαρχιακό Γραφείο Ζυγίου για να δώσει κατάθεση και να κατηγορηθεί γραπτώς αλλά ο κατηγορούμενος έβρισκε συνεχώς δικαιολογίες με αποτέλεσμα να μην προσέλθει ποτέ στο Επαρχιακό Γραφείο Ζυγίου. Μάλιστα Τρίτη 13.12.2011 γύρω στις 13:00 μετέβηκα στην οικία του Σωτήρη Σάββα χωρίς ωστόσο να εντοπιστεί κανείς στην οικία του». Η γραπτή κατάθεση του Χρίστου Καραγιάννη (τεκμήριο 2) είναι ευθυγραμμισμένη, κατά περιεχόμενον, με το τεκμήριο 1. Και οι δύο καταθέσεις (τεκμήρια 1 και 2) κατατέθηκαν χωρίς οιανδήποτε ένσταση ως προς την θεληματικότητα της παραδοχής του κατηγορουμένου την οποίαν αυτές περιέχουν. Ας σημειωθεί πώς και στις δύο καταθέσεις (τεκμήρια 1 και 2) καταγράφεται, ως απάντηση του κατηγορουμένου στο αποδιδόμενο σε αυτόν αδίκημα της παράνομης αλιείας, η εξής παραδοχή: «Επήα να φκάλω ένα μεροκάματο». Ας σημειωθεί, επίσης, πώς η παραδοχή του κατηγορουμένου ότι διέπραξε το αδίκημα για το οποίο διώκεται (ομολογία), εφ' όσον αποδειχθεί, δύναται αφ' εαυτής να θεμελιώσει την καταδίκη του (Καυκαρής ν. Δημοκρατία
(1990)2 ΑΑΔ 203, 225). Η αποδεικτική αξία της ομολογίας καθώς και η δέσμευση των Δικαστηρίων να προστατεύουν τα ανθρώπινα δικαιώματα και να περιφρουρούν το κράτος δικαίου, επιβάλλει σε αυτά την υποχρέωση να δέχονται την παρουσίαση ομολογίας μόνο εφ' όσον αποδειχθεί θετικά ότι ο κατηγορούμενος προέβηκε σε αυτήν με ελεύθερη βούληση και εκουσίως (Kokkinos ν. The Police
(1967)2 C.L.R. 217, 220). Εν προκειμένω, η θεληματικότητα της παραδοχής του κατηγορουμένου όσον αφορά στην τέλεση του αδικήματος της 1ης κατηγορίας δεν έχει αμφισβητηθεί. Κατ΄ ακολουθίαν, η παραδοχή αυτή οδηγεί σε απόδειξη του αδικήματος στο οποίο αφορά η 1η κατηγορία πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.
(4)Πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας έχει αποδειχθεί και το αδίκημα της 2ης κατηγορίας. Τα όσα σχετικά εδήλωσαν οι δύο μάρτυρες κατηγορίας είναι ευθυγραμμισμένα, συνεκτικά και λογικά. Παρά δε την επίμονη αντεξέτασή τους, οι Ανδρέας Σαββίδης (Μ.Κ.1) και Χρίστος Καραγιάννης (Μ.Κ.2) σε ουδεμίαν ουσιαστική αντίφαση περιέπεσαν. Εξέταση της στάσης και της συμπεριφοράς των προσώπων αυτών στο εδώλιο του μάρτυρος και μελέτη της μαρτυρίας τους δεν αφήνει την παραμικρή αμφιβολία πώς πρόκειται για δύο δημόσιους υπαλλήλους οι οποίοι ασκούν με επάρκεια και αντικειμενικότητα τα καθήκοντά τους και πώς μετέφεραν, ενώπιον του Δικαστηρίου, τα γεγονότα ως πράγματι εξελίχθηκαν. Ουδεμία ένδειξη υπάρχει πώς τα πρόσωπα αυτά διάκεινται εχθρικά έναντι του κατηγορουμένου και ουδεμία ένδειξη υπάρχει πώς τα πρόσωπα αυτά παρεσκεύασαν ψευδή μαρτυρία εναντίον του. Εν πάση περιπτώσει, η πλευρά του κατηγορουμένου ουδεμία αντίθετη μαρτυρία επαρουσίασε.
(5)Πράγματι, η παρά.
(4)του άρθρου 5 του Κεφ. 155 ορίζει πώς «Όποιος, χωρίς εύλογη αιτία αρνείται να παραστεί σε τέτοιο τόπο και χρόνο ως ήθελε ορίσει ο ανακριτής, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές». Όμως, η ποινικοποίηση της προαναφερθείσας συμπεριφοράς προϋποθέτει πώς ο κατηγορούμενος καλείται να παραστεί ενώπιον «ανακριτή», δηλαδή ενώπιον αστυνομικού ή προσώπου το οποίο το Υπουργικό Συμβούλιο ή ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας εξουσιοδότησε για να ενεργεί ως ανακριτής (άρθρο 4 του Κεφ. 155). Εν προκειμένω, ουδεμία μαρτυρία επαρουσιάσθηκε η οποία να στοιχειοθετεί το προαπαιτούμενο πώς ο Ανδρέας Σαββίδης (Μ.Κ.1), Επιθεωρητής Αλιείας και Θαλασσίων Ερευνών, ενώπιον του οποίου εκλήθηκε να παραστεί ο κατηγορούμενος, διαθέτει τέτοια εξουσιοδότηση. Συνεπώς, η 3η κατηγορία παραμένει ατεκμηρίωτη. Για τους πιο πάνω λόγους ο κατηγορούμενος κρίνεται ένοχος στην 1η και τη 2η κατηγορία. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από την 3η κατηγορία. (Υπ.) .............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.