← Κύπρος

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Ανδρέα Χαραλάμπους, Υπόθεση αρ.: 4171/2012, 13/6/2014

Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Ανδρέα Χαραλάμπους, Υπόθεση αρ.: 4171/2012, 13/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:B62 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 4171/2012 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας και Ανδρέα Χαραλάμπους Κατηγορουμένου 13 Ιουνίου, 2014. Για την κατηγορούσα αρχή, εμφανίζεται ο κ. Θ. Παπανικολάου, Δημόσιος Κατήγορος Α΄ Για τον κατηγορούμενο, εμφανίζεται ο κ. Κ. Ταμπούρλας Κατηγορούμενος, παρών. Α Π Ο Φ Α Σ Η (άρθρο 74

(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155). ----------------------- Ο κατηγορούμενος διώκεται για το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου (άρθρα 331, 333, 335 και 339 του Κεφ. 154 - 1η και 3η κατηγορία) και για το αδίκημα της απόσπασης αγαθών δια ψευδών παραστάσεων (άρθρα 297 και 298
(1)του Κεφ. 154 - 2η και 4η κατηγορία). Ως πρωτογενή γεγονότα, στοιχειοθετούνται τα αδικήματα, καταγράφονται, στις λεπτομέρειες, τα εξής: Στις 24.02.2011 στην Ορόκλινη, της επαρχίας Λάρνακας, ο κατηγορούμενος εν γνώσει του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, δηλ. την επιταγή υπ΄ αριθμόν 100128, ημερ. 24.02.2011, για το ποσόν των 3.000 στερλινών, η οποία εξεδόθηκε από τον G. Savva επί της Τράπεζας HSBC (1η κατηγορία). Κατά τον χρόνον αυτό και στον ίδιο τόπο, εν γνώσει του και με σκοπό καταδολίευσης, ο κατηγορούμενος απέσπασε από τη Δώρα Χαραλάμπους, υπάλληλο εμπορικής εταιρείας, οικιακό εξοπλισμό αξίας 3.000 στερλίνων καταβάλλοντας το τίμημα διαμέσου της προαναφερθείσας πλαστής επιταγής (2η κατηγορία). Στις 19.02.2011 στη Λάρνακα ο κατηγορούμενος εν γνώσει του και δολίως έθεσε σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, δηλ. την επιταγή υπ΄ αριθμόν 100128 ημερ. 25.02.2011 για το ποσόν των 20.000 στερλινών, η οποία εξεδόθηκε από τον G. Savva επί της Τράπεζας HSBC (3η κατηγορία). Κατά τον χρόνο αυτό και στον ίδιο τόπο, εν γνώσει του και με σκοπό καταδολίευσης, ο κατηγορούμενος απέσπάσε από τον Χαράλαμπο Στυλιανού το περίπτερο ΑΝΚΑ αξίας 20000 καταβάλλοντας το τίμημα διαμέσου της προαναφερθείσας πλαστής επιταγής (4η κατηγορία). Εξ αρχής σημειώνεται η υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να καθορίσει, στο κατηγορητήριο, τα ιδιαίτερα πρωτογενή γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν το εκάστοτε επίδικο αδίκημα. Πρόκειται για υποχρέωση αυστηρή, πηγάζουσα από το Σύνταγμα και τη νομολογία, η οποία διασφαλίζει το δικαίωμα του κατηγορουμένου να μην παραπλανηθεί και να μπορέσει να ετοιμάσει την υπεράσπισή του (Δημοκρατία ν. Σπύρου
(2000)2 Α.Α.Δ. 107, 144). Επακόλουθο της υποχρέωσης αυτής αποτελεί η ανάγκη όπως η μαρτυρία που θα προσκομίσει η πλευρά της κατηγορούσας αρχής να συνάδει προς το πλαίσιο των γεγονότων που καθορίζεται στο κατηγορητήριο. Μαρτυρία η οποία βρίσκεται εκτός του πλαισίου αυτού δεν μπορεί να γίνει δεχτή (Σταυρινίδης ν. Δήμου Λεμεσού
(2000)2 Α.Α.Δ. 429, 433). Σημειώνεται, ακόμη, το βάρος της κατηγορούσας αρχής να επικαλεστεί και να στοιχειοθετήσει κάθε επιμέρους συστατικό του επίδικου αδικήματος. Ως προς την ύπαρξη γεγονότων δεν επιτρέπονται υποθέσεις, όσον εύλογες και αν είναι αυτές. Κενά εν σχέσει με την συνδρομή πρωτογενών γεγονότων που στοιχειοθετούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (Λοίζου ν. Αστυνομία
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, 365-6). Ο κατηγορούμενος αρνείται ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για να αποδειχθούν οι κατηγορίες κλήθηκαν και κατέθεσαν ενόρκως ο εξεταστής της υπόθεσης α/αστυφύλακας Π. Αβρααμίδης (Μ.Κ.1), η λοχίας 40 Κρίστη Χριστοφίδου (Μ.Κ.2), υπεύθυνη του Εργαστηρίου Γραφολογίας της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών, στο Αρχηγείο Αστυνομίας, και η Δώρα Χαραλάμπους (Μ.Κ.3), υπάλληλος σε εμπορικό κατάστημα. Επιπλέον της ένορκης προφορικής μαρτυρίας τους, τα πρόσωπα αυτά κατέθεσαν και έγγραφη μαρτυρία. Κατετέθηκαν και εσημειώθηκαν, ως τεκμήρια, γραπτές καταθέσεις του α/αστυφύλακα 349 Π.Αβρααμίδη (Μ.Κ.1) ημερ. 11.10.2011 (τεκμήρια 1 και 2), φωτογραφίες (τεκμήριο 3), γραπτή κατάθεση του κατηγορουμένου στην αστυνομία ημερ. 23.03.2011 (τεκμήριο 9) και γραπτές κατηγορίες (τεκμήρια 4 και 10), δείγματα γραφής του κατηγορουμένου (τεκμήρια 5 και 8) και τρίτου προσώπου (τεκμήριο 6), οι επίδικες επιταγές υπ΄ αριθμόν 100128 για το ποσόν των 3.000 στερλινών και για το ποσόν των 20.000 στερλινών (τεκμήρια 7 και 13, αντιστοίχως), εκθέσεις πραγματογνώμονος για τις επίδικες επιταγές, (τεκμήρια 11 και 12), δείγμα επιταγής (τεκμήριο 14), αναφορά του κρατικού «Εργαστηρίου Εξέτασης Εντύπων και Εκτυπώσεων Ασφαλείας» (τεκμήριο 15), κατάθεση της Δώρας Χαραλάμπους στην αστυνομία ημερ. 24.03.2011 (τεκμήριο 16α) και εμπιστευτικές εκθέσεις του Εργαστηρίου Γραφολογίας (τεκμήρια 16 και 17). Η ακροαματική διαδικασία διευκολύνθηκε με τη δήλωση ως παραδεκτών και την έγκρισή τους ως τέτοιων, των ακόλουθων γεγονότων (έγγραφο αρ. 1): - Η «επιταγή», τεκμήριο 7, ........, κατατέθηκε στις 24.02.2011 στη Σ.Π.Ε. Μακράσυκας στην Ορόκλινη, από την υπεύθυνη του λογιστηρίου του καταστήματος Emporokinisis Gioma Ltd «Oups», Μαρία Τσουρή. - Την 01.03.2011 ειδοποιήθηκε η κα Μαρία Τσουρή από την Σ.Π.Ε. Μακράσυκας ότι το συγκεκριμένο έντυπο (τεκμήριο 7) είναι πλαστό. - Η «επιταγή» παραλήφθηκε από την κα Τσουρή την ίδια ημέρα, 01.03.2011, από την υπεύθυνη του καταστήματος της Σ.Π.Ε., κα Έλλη Μπύρου. - Η «επιταγή» δεν εστάλη στην Αγγλία προς πιστοποίηση της πλαστότητας της. - Η «επιταγή» δόθηκε από την κα Τσουρή στην κα Δώρα Χαραλάμπους την 24.03.2011 για να την παραδώσει στην Αστυνομία. - Η «επιταγή» παραδόθηκε από την κα Χαραλάμπους στην Αστυνομία την ίδια ημέρα, 24.03.
  1. - Η κα Έλλη Μπύρου, υπεύθυνη του καταστήματος ΣΠΕ Μακράσυκας στην Ορόκλινη, όταν κατατέθηκε η «επιταγή», πίστωσε τον λογαριασμό της εταιρείας Emporokinisis Gioma Ltd «Oups», με το αναγραφόμενο ποσό, αφού πρώτα το μετέτρεψε σε Ευρώ, δηλαδή 3 495,
  2. - Η κα Μπύρου απέστειλε την «επιταγή» στην Κεντρική Συνεργατική Τράπεζα για εκκαθάριση. - Η «επιταγή» επιστράφηκε με την ένδειξη ότι ήταν πλαστή. - Ο λογαριασμός της εταιρείας χρεώθηκε με το ανάλογο ποσό, δηλαδή €3 495,63 - Το τεκμήριο 13 παρουσιάστηκε στις 21.02.2011 στην ΣΠΕ Ιδαλίου προς εξαργύρωση. - Το τεκμήριο 13 αναγνωρίστηκε ως πλαστό από τον διευθυντή της ΣΠΕ Ιδαλίου μόλις το είδε και επιστράφηκε αμέσως στον κ. Στυλιανού, δηλ. 21.02.
  3. - Οι δύο φερόμενες επιταγές, τεκμήρια 7 και 13 έτυχαν γραφολογικής εξέτασης από την ειδικό πραγματογμώμονα Αστ. 580 Π. Κουττούκη και ετοιμάστηκαν προς τούτο δύο εκθέσεις οι οποίες κατατίθενται για την αλήθεια του περιεχομένου τους ως τεκμήρια 16 και
  4. - Επίσης δηλώνεται ότι όλα τα τεκμήρια λήφθηκα, εξετάστηκαν και διακινήθηκαν νομότυπα». Ας σημειωθεί πώς τα τεκμήρια 16 και 17, τα οποία κατετέθηκαν εκ συμφώνου και το περιεχόμενο των οποίων εδηλώθηκε ως παραδεκτό, επιμαρτυρούν πώς ο κατηγορούμενος δεν πλαστογράφησε τις επίδικες επιταγές (τεκμήρια 7 και 13). Μετά το πέρας προσαγωγής μαρτυρίας εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου εισηγήθηκε ότι δεν στοιχειοθετήθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη του. Ο κ. Ταμπούρλας υπέδειξε πώς όσον αφορά στην 1η και την 2η κατηγορία δεν στοιχειοθετήθηκε η γνώση εκ μέρους του κατηγορουμένου. Και όσον αφορά στην 3η και την 4η κατηγορία δεν προσεφέρθηκε οιαδήποτε μαρτυρία. Ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής περιορίσθηκε να αναφέρει επί λεξεί: «.... η μαρτυρία ήδη έχει τεθεί ενώπιον (του Δικαστηρίου). Τίθεται προς κρίση αν υπάρχουν τα συστατικά στοιχεία». Ας σημειωθεί πώς η αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας για να κριθεί κατά πόσον δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9, 16), προϋποθέτει τον εντοπισμό των συστατικών στοιχείων του εκάστοτε επίδικου αδικήματος. «Στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, παρέχεται πάντα η δυνατότητα στο Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία, εξ όψεως κρινόμενη (on the face of it), στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Το θέμα διακρίνεται από την αξιοπιστία των μαρτύρων και τη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους». (Γιάγκου (Λεμόνα) ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, 385). «...ένας κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία όταν, (Ι). Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή (ΙΙ). Η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει πάνω σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου» (Technotent K. Γ. Γιώργατσος Λτδ ν. Ορφανίδου
(2004)2 Α.Α.Δ. 388, 392). Εάν η μαρτυρία που παρουσιάζει η κατηγορούσα αρχή είναι τέτοιας ποιότητας ώστε θα ήταν επισφαλές να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί τη βάσει αυτής και μόνον, τότε η υπόθεση απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία (Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου (ανωτέρω)). Για το θεμιτό της συζήτησης, κατά το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, θεμελιακών ζητημάτων που αφορούν στην ευθύνη του κατηγορουμένου, εφ΄όσον οι συνθήκες το επιτρέπουν, παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εντίμου Δικαστού κ. Ναθαναήλ στις Ποινικές Εφέσεις αρ. 5/2012 κ.α. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Δράκου κ.α., ημερ. 11.12.2012: «.......... το εκ πρώτης όψεως στάδιο αποτελεί θεμελιώδες στάδιο της ποινικής δίκης προστατεύοντας τον κατηγορούμενο από τη συνέχιση της δίκης ασκόπως ή για λόγους που δεν άπτονται ή δεν αφορούν την καθαυτή και καλώς νοούμενη απονομή της δικαιοσύνης. Στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, η κατηγορούσα αρχή έχει ήδη ολοκληρώσει την υπόθεση της. Έχει παραθέσει όλη τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση της εναντίον του κατηγορουμένου, (Charalambos Savva "Pambos" v. Police
(1986)2 C.L.R. 30). Αν η μαρτυρία αυτή εκτιμώμενη στο απόγειο της δεν στοιχειοθετεί ή θεμελιώνει ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή είναι αντινομική και εγγενώς συγκρουόμενη μεταξύ της, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα άφηνε την υπόθεση να προχωρήσει, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται απαλλαγής από το στάδιο αυτό. Όπως το θέτει ο Murphy on Evidence, 8η έκδ., σελ. 77: «The case is fatally defective in law. The defendant could safely refuse to call any evidence, and if the judge found for the claimant, the judgment would be set aside on appeal.» --------------------------------------------------------- Τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο που το ίδιο το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν θέσει ζήτημα ο κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν τα προαναφερθέντα. Αυτό, διότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας, εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του και παρουσιάσει μαρτυρία. Άλλωστε, το εκ πρώτης όψεως βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα αρχή, μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει, ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης. Δεν υπάρχει λοιπόν εγγενώς οποιοδήποτε νομικό πρόβλημα ή εμπόδιο για ένα Δικαστήριο να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από το εκ πρώτης όψεως στάδιο, εφόσον καθοδηγείται ορθά από τις νομολογιακές παραμέτρους. Αντίθετα επιβάλλεται, όταν οι συνθήκες της υπόθεσης το απαιτούν.» Μελετήθηκαν τα κρίσιμα νομικά ζητήματα και εξετάσθηκε η μαρτυρία. Σημειώνονται δε και διαπιστώνονται τα κάτωθι: Διαπράττει το διαγραφόμενο, από το άρθρο 339 του Κεφ. 154, αδίκημα όποιος, ενώ γνωρίζει περί της πλαστότητας ορισμένου εγγράφου, το θέτει σε κυκλοφορία με δόλιο τρόπο. Διαπράττει το διαγραφόμενο από το άρθρο 298
(1)του Κεφ. 154 κακούργημα όποιος, μεταξύ άλλων, αποκτά από τρίτον ο,τιδήποτε το οποίο δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, μετερχόμενος ψευδή παράσταση και με σκοπό την καταδολίευση. Ως ψευδής θεωρείται οιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, η οποία γίνεται με λόγια, έγγραφο ή συμπεριφορά και η οποία είναι ψευδής. Το δε πρόσωπο που προβαίνει στην παράσταση γνωρίζει ότι πρόκειται περί ψευδούς παράστασης ή δεν πιστεύει ότι πρόκειται περί αληθούς παράστασης (άρθρο 297 του Κεφ. 154). Η γνώση, ως συστατικό στοιχείο των αδικημάτων της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου και της απόσπασης αγαθών δια ψευδών παραστάσεων, ανάγεται στην νοητική λειτουργία του κατηγορουμένου και αυτή «μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας» (Φανιέρος ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 104, 110, δείτε και την Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289, 295). Στην προκείμενη περίπτωση ουδείς των μαρτύρων κατηγορίας προέβηκε σε άμεση ενοχοποιητική δήλωση περί της γνώσης του κατηγορουμένου για το γεγονός της πλαστότητας των επίδικων επιταγών: Ο α/αστυφύλακας 349 Π. Αβρααμίδης (Μ.Κ.1) περιέγραψε τη διαδικασία την οποίαν ακολούθησε για σκοπούς διερεύνησης των επίδικων αδικημάτων. Από τα όσα ο μάρτυρας αυτός εδήλωσε προκύπτει πώς ο κατηγορούμενος βρέθηκε στο επίκεντρο της διερεύνησης απλώς και μόνον γιατί αυτόν υπέδειξαν οι παραπονούμενοι ως το πρόσωπο το οποίο τους έδωσε τις επίδικες επιταγές. Η λοχίας Κ. Χριστοφίδου (Μ.Κ.2), της οποίας η γνώμη περί της πλαστότητας των επίδικων επιταγών δεν αμφισβητήθηκε, εξήγησε πώς κατέληξε στη γνώμη αυτή αφού υπέβαλε τις επιταγές σε μακροσκοπικές και μικροσκοπικές εξετάσεις και εχρησιμοποίησε εξειδικευμένο εξοπλισμό. Ερωτηθείσα δε κατά πόσον ο μέσος άνθρωπος, ο οποίος δεν διαθέτει εξειδικευμένες γνώσεις και δεν χρησιμοποιεί εξειδικευμένες μεθόδους εξέτασης, είναι σε θέση να αντιληφθεί την πλαστότητα των επίδικων επιταγών «δια γυμνού οφθαλμού» η μάρτυς δεν έδωσε θετική απάντηση. Η μάρτυς εδήλωσε, μεταξύ άλλων, πώς «.... δεν μπορ(εί) να απαντήσ(ει) αν θα ήταν εύκολο σε κάποιο να αναγνωρίσει την πλαστότητα ή όχι». Τέλος, η Δώρα Χαραλάμπους (Μ.Κ.3) εδήλωσε πώς γνωρίζει τον κατηγορούμενο, ο οποίος υπήρξε από παλιά πελάτης του καταστήματος στο οποίο εργάζεται και πώς, κατά τον ουσιώδη χρόνο, αυτός αγόρασε εμπορεύματα, επλήρωσε με την επιταγή υπ΄ αριθμόν 100128 για το ποσόν των 3.000 στερλινών (τεκμήριο 7) και εζήτησε όπως τα εμπορεύματα μεταφερθούν στο σπίτι όπου διέμενε. Η μάρτυς εδήλωσε, επίσης, πώς όταν έλαβε την επιταγή (τεκμήριο 7) σκέφθηκε πώς ίσως αυτή να ήταν πλαστή. Όμως, το γεγονός πώς η επιταγή έγινε δεκτή στην τράπεζα για κατάθεση, την καθησύχασε. Τέλος, στην υποβολή πώς ο κατηγορούμενος ουδόλως ηθέλεσε να ξεγελάσει την ιδία ή οιονδήποτε άλλο δίδοντας την επίδικη πλαστή επιταγή η Δώρα Χαραλάμπους (Μ.Κ.3) συμφώνησε απαντώντας ως εξής: «Ναι. Ήταν πελάτης μου, δεν φαινόταν κάτι έτσι». Πέραν των ανωτέρω, κανένα άλλο στοιχείο και κανένα άλλο περιστατικό παρουσιάσθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου το οποίο να δύναται να στοιχειοθετήσει τη γνώση του κατηγορουμένου για το γεγονός της πλαστότητας των επίδικων επιταγών. Η απουσία οιασδήποτε άμεσης ή περιστασιακής μαρτυρίας εν σχέσει με τη γνώση του κατηγορουμένου οδηγεί όλες τις κατηγορίες σε αποτυχία. Περαιτέρω, και όσον αφορά στην 4η κατηγορία, παρατηρείται πώς ουδεμία μαρτυρία επαρουσιάσθηκε εν σχέσει με το καθορισμένο, στο κατηγορητήριο, πρωτογενές γεγονός πώς στις 19.02.2011 ο κατηγορούμενος «απέσπασε από τον Χαράλαμπο Στυλιανού, το περίπτερο «ΑΝΚΑ» 2, αξία 20.000 στερλινών». Αντί τούτου, επαρουσιάσθηκε εξ ακοής μαρτυρία πώς ο κατηγορούμενος, δίδοντας στον Χαράλαμπο Στυλιανού την επίδικη επιταγή για το ποσόν των 20.000 στερλινών (τεκμήριο 13), απέσπασε από αυτόν το ποσόν των €2.000 ως η προμήθεια του για τη συναλλαγή (δείτε το τεκμήριο 2). Για τους πιο πάνω λόγους ολόκληρο το κατηγορητήριο απορρίπτεται. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από όλες τις κατηγορίες τις οποίες αντιμετωπίζει. (Υπ.) .............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.