Διευθυντής Τμήματος Τελωνείων ν. Τάσος Παξιόλας Μότορς Λτδ κ.α., Υπόθεση αρ.: 7852/2012, 6/6/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:B59 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 7852/2012 Διευθυντής Τμήματος Τελωνείων Κατηγορούσα αρχή και
- Τάσος Παξιόλας Μότορς Λτδ
- Τάσου Παξιόλα Κατηγορουμένων 06 Ιουνίου,
- Για την κατηγορούσα αρχή, εμφανίζεται η κ. Χρ. Κούνουνα Για τους κατηγορουμένους αρ. 1 και 2, εμφανίζεται ο κ. Κ. Ανδρέου Κατηγορούμενος αρ. 2, παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η ----------------------- Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 («οι κατηγορούμενοι», εκτός όπου είναι αναγκαίος ο προσδιορισμός εκάστου) διώκονται για παραβάσεις του περί Φόρων Κατανάλωσης Νόμου (Ν.91(Ι)/2004, ως αυτός ετροποποιήθηκε στη συνέχεια) καθώς και για παραβάσεις του περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου (Ν.94(Ι)/2004, ως αυτός ετροποποιήθηκε στη συνέχεια). Συγκεκριμένα, οι κατηγορούμενοι διώκονται γιατί παρέλειψαν να καταβάλουν στο Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων («ο Διευθυντής») φόρο κατανάλωσης και τόκους (άρθρα 5
(4)(α) και 141
(1)του Ν.91(Ι)/2004 - 1η κατηγορία), εισαγωγικό δασμό, φόρο προστιθέμενης αξίας, χρηματική επιβάρυνση και τόκους (άρθρα 94 και 115
(1)του Ν.94(Ι)/2004 - 2η κατηγορία). Στις λεπτομέρειες των αδικημάτων καταγράφονται τα ακόλουθα πρωτογενή γεγονότα: Παρά τη λήψη, στις 20.04.2010, στη Λάρνακα, σχετικής ειδοποίησης ημερ. 15.04.2010, οι κατηγορούμενοι παρέλειψαν να καταβάλουν στον Διευθυντή οφειλόμενους φόρους κατανάλωσης ύψους €271,62 και τόκο (1η κατηγορία), οφειλόμενους εισαγωγικούς δασμούς ύψους €14.636,67, οφειλόμενο φόρο προστιθέμενης αξίας ύψους €15.330,45, οφειλόμενες χρηματικές επιβαρύνσεις ύψους €3.023,87 και τόκο (2η κατηγορία). Οι κατηγορούμενοι αρνούνται ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Προϊούσης της ακροαματικής διαδικασίας απεκαλύφθηκε πώς οι επίδικες τελωνειακές υποχρεώσεις επεβλήθηκαν στους κατηγορουμένους αρ. 1 με απόφαση του Διευθυντή η οποία περιέχεται στην επιστολή του ημερ. 15.04.2010. Απεκαλύφθηκε, επίσης, πώς οι κατηγορούμενοι αρ. 1, μια εταιρεία, ως δηλώνει η επωνυμία τους, διώκονται ως το πρόσωπο το οποίο βαρύνεται με τις επίδικες τελωνειακές οφειλές, ενώ ο κατηγορούμενος αρ. 2 διώκεται ως ο σύμβουλος αυτών. Η ποινική ευθύνη των κατηγορουμένων αρ. 1 προκύπτει από το άρθρο 5
(4)(α) του Ν.91(Ι)/2004 και από το άρθρο 94 του Ν.94(Ι)/2004 το κείμενο των οποίων έχει ως ακολούθως: Άρθρο 5
(4)(α) του Ν.91(Ι)/2004 «5. Απαιτητό του φόρου κατανάλωσης ...............
(4)(α) Οποιοδήποτε πρόσωπο αμελεί ή αρνείται ή παραλείπει να καταβάλει τους αναλογούντες φόρους κατανάλωσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή την χρηματική επιβάρυνση και τόκους που επιβλήθηκαν σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε χρηματική ποινή η οποία δεν υπερβαίνει τις δύο χιλιάδες πεντακόσια εξήντα δύο ευρώ ή το τριπλάσιο ποσό του φόρου κατανάλωσης που αναλογεί στα προϊόντα αναφορικά με τα οποία διαπράχθηκε το αδίκημα ή σε κάθε περίπτωση το μεγαλύτερο των πιο πάνω ποσών ή σε φυλάκιση η οποία δεν υπερβαίνει τα δύο χρόνια ή και στις δύο ποινές και τα προϊόντα αναφορικά με τα οποία διαπράχθηκε το αδίκημα υπόκειται σε δήμευση» Άρθρο 94 του Ν.94(Ι)/2004 «
- Παράλειψη καταβολής δασμού ή και φόρου Κάθε πρόσωπο που παραλείπει, αρνείται ή και αμελεί να καταβάλει στο Διευθυντή εντός είκοσι μίας ημερών από τη λήψη της σχετικής κοινοποίησης οποιοδήποτε ποσό δασμού ή και φόρου που βεβαιώθηκε σύμφωνα με την τελωνειακή νομοθεσία ή χρηματικής επιβάρυνσης ή τόκου που επιβλήθηκαν σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο, είναι ένοχο ποινικού αδικήματος και υπόκειται σε χρηματική ποινή μέχρι πέντε χιλιάδες λίρες ή σε φυλάκιση μέχρι ένα έτος ή και στις δύο αυτές ποινές». Την ποινική ευθύνη των συμβούλων εταιρείας, η οποία αποτελεί πρόσωπο βαρυνόμενο με τελωνειακές οφειλές, για τις παραλείψεις αυτής να συμμορφωθεί με τις σχετικές υποχρεώσεις της, καθιερώνουν το άρθρο 141 του Ν.91(Ι)/2004 και το άρθρο 115 του ν.94(Ι)/
- Παρατίθεται το κείμενο των άρθρων αυτών: Άρθρο 141 του Ν.91(Ι)/2004 «141: Ποινική και αστική ευθύνη συμβούλων «
(1)Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα το οποίο προνοείται στον παρόντα Νόμο από νομικό πρόσωπο με τη συναίνεση ή συνέργεια ή από αμέλεια συμβούλου, διευθυντού, γραμματέα ή παρομοίου αξιωματούχου του νομικού προσώπου ή υπό προσώπου φερομένου ότι ενεργεί υπό τέτοια ιδιότητα, αυτό μαζί με το νομικό πρόσωπο λογίζεται ένοχος του ποινικού αδικήματος αυτού και υπόκειται ωσαύτως σε ποινική δίωξη και ανάλογη ποινή». Άρθρο 115 του Ν.94
(1)/2004 «115: Ποινική και αστική ευθύνη συμβούλων
(1)Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα το οποίο προνοείται στην τελωνειακή ή άλλη νομοθεσία από νομικό πρόσωπο με τη συναίνεση ή συνέργεια ή από αμέλεια συμβούλου, διευθυντού, γραμματέα ή παρομοίου αξιωματούχου του νομικού προσώπου ή υπό προσώπου φερομένου ότι ενεργεί υπό τέτοια ιδιότητα, αυτός μαζί με το νομικό πρόσωπο λογίζεται ένοχος του ποινικού αδικήματος αυτού και υπόκειται ωσαύτως σε ποινική δίωξη και ανάλογη ποινή». Ας σημειωθεί πώς η καθιερωθείσα, δια του άρθρου 141
(1)του Ν.91(Ι)/2004 και δια του άρθρου 115
(1)του Ν.94(Ι)/2004, ποινική ευθύνη του συμβούλου εταιρείας είναι ευθύνη προσωπική, ιδιαίτερη και διακεκριμένη από την ευθύνη του συνεργού (άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια). Όπως διαπιστώνεται στην απόφαση Μελάς κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2008)2 Α.Α.Δ. 412, 426-7, η οποία τυγχάνει ανάλογης εφαρμογής: «... (ο σύμβουλος ή ο διευθύνων αξιωματούχος εταιρείας) μπορεί να μην έχει την ιδιότητα του χρεώστη, αλλά ο σκοπός του νομθέτη, όπως επισημαίνεται στην Μαρκίδης ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας (Νομικό Ερώτημα)
(2002)2 Α.Α.Δ. 316, στη σελ. 320 είναι ο καταλογισμός ευθύνης και τιμωρίας σε αξιωματούχους ενός νομικού προσώπου, ώστε να διασφαλίζεται η εκπλήρωση των νομικών υποχρεώσεων του νομικού προσώπου, μέσω του κολασμού των αξιωματούχων του». Ας σημειωθεί, επίσης, πώς από το λεκτικό των άρθρων 5
(4)(α) και 141
(1)του Ν.91(Ι)/2004 και των άρθρων 94 και 115
(1)του Ν.94(Ι)/2004 προκύπτει πώς δι΄ αυτών καθιερώνονται αδικήματα αυστηρής ευθύνης, δηλ. αδικήματα για την διάπραξη των οποίων δεν απαιτείται η απόδειξη υποκειμενικής υπόστασης (mens rea). Αρκεί η απόδειξη του actus reus (Γενικός Εισαγγελέας ν. Δημητρίου
(2010)2 Α.Α.Δ. 298, 301-2), δηλαδή αρκεί η απόδειξη επιβολής ορισμένης τελωνειακής υποχρέωσης, η κοινοποίηση της σχετικής διοικητικής απόφασης στο υπόχρεο και η απόδειξη εκκρεμότητα αυτής της τελωνειακής υποχρέωσης (δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, Peter v. Δήμου Αγίου Αθανασίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 614). Η ακροαματική διαδικασία υπήρξε σύντομη και απλή. Για να αποδειχθεί η υπόθεση εκλήθηκε και κατέθεσε ενόρκως μόνον ο Ανδρέας Ιακώβου (Μ.Κ.1), Τελωνειακός Λειτουργός, ο οποίος υπηρετεί στο Τελωνείο Λάρνακας. Επιπλέον της ένορκης προφορικής μαρτυρίας του, το πρόσωπο αυτό κατέθεσε και έγγραφη μαρτυρία: Συγκεκριμένα, κατετέθηκαν και εσημειώθηκαν, ως τεκμήρια, δέσμη πιστοποιητικών, εκδοθέντων από τον Έφορο Εταιρειών σχετικών με την σύσταση, τη διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου, τους αξιωματούχους και τους μετόχους των κατηγορουμένων αρ. 1 (τεκμήριο 1), επιστολή του Διευθυντή προς τους κατηγορουμένους αρ. 1, ημερ. 15.04.2010 (τεκμήριο 2), απόδειξη κατάθεσης, στο Τμήμα Ταχυδρομικών Υπηρεσιών, συστημένης επιστολής (τεκμήριο 3) και ταχυδρομική απόδειξη παραλαβής συστημένης επιστολής, υπογεγραμμένη από τον κατηγορούμενο αρ. 2 (τεκμήριο 4). Η κυρίως εξέταση του Ανδρέα Ιακώβου (Μ.Κ.1) διεξήχθηκε, κατά βάσιν, με την κατάθεση γραπτής δήλωσης (έγγραφο αρ. 1), ως το άρθρο 25 του περί Αποδείξεως Νόμου (Κεφ. 9, ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια) επιτρέπει. Δια της γραπτής του κατάθεσης (έγγραφο αρ. 1) ο μάρτυρας δηλώνει τα ακόλουθα: « .....................
- Εγώ ο υποφαινόμενος Ανδρέας Ιακώνου, Τελωνειακός Λειτουργός στο Τελωνείο Λάρνακας, γνωρίζω προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής και είμαι κατάλληλα εξουσιοδοτημένος από τον Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων όπως τον εκπροσωπήσω και όπως δώσω μαρτυρία στην υπόθεση αυτή εκ μέρους του.
- Με την υπόθεση της εταιρείας Τάσος Παξιόλας Μότορσ Λτδ είχε ασχοληθεί ο Τελωνειακός Λειτουργός κ. Κυριάκος Ιωάννου ο οποίος περί τα τέλη του προηγούμενου χρόνου αφυπηρέτησε από την δημόσια υπηρεσία και ως εκ τούτου η υπόθεση ανατέθηκε από τον Υπεύθυνο του Τελωνείου Λάρνακας σε εμένα και ο φάκελος βρίσκεται στην κατοχή μου.
- Σύμφωνα με τα στοιχεία του σχετικού φακέλου στα πλαίσια ελέγχου που έγινε από τον Τομέα Μετελέγχου του Τελωνείου Λάρνακας σε 45 διασαφήσεις αυτοκινήτων που κατέθεσε η εταιρεία Τάσος Παξιόλας Μότορς Λτδ στο διάστημα μεταξύ Ιανουαρίου 2005 και Δεκεμβρίου 2007, διαπιστώθηκε ότι για 45 αυτοκίνητα τα οποία εισήχθησαν και τελωνίστηκαν δηλώθηκαν από τον εισαγωγέα αναληθείς τελωνειακές αξίες με αποτέλεσμα να καταβληθούν μειωμένα ποσά εισαγωγικών δασμών, φόρου κατανάλωσης και Φ.Π.Α.
- Αποτέλεσμα του πιο πάνω ελέγχου ήταν στις 15 Απριλίου 2010 το Τελωνείο Λάρνακας να αποστείλει στην εταιρεία Τάσος Παξιόλας Μότορς Λτδ - ΗΕ 99978 ..... με διπλοσυστημένη επιστολή την εκ των Υστέρων Βεβαίωση Τελωνειακής Οφειλής και Άλλης Τελωνειακής Οφειλής με αρ. 173/10 ζητώντας της να καταβάλει το συνολικό ποσό των 33.262,61 Ευρώ πλέον τόκων ...... Η ως άνω βεβαίωση με αριθμό 173/10 στάληκε στις 15.04.10 με την απόδειξη του Τμήματος Ταχυδρομικών Υπηρεσιών με αριθμό RR170529526CY ....... και παραλήφθηκε από την εταιρεία Τάσος Παξιόλας Μότορς Λτδ στις 20.04.10 σύμφωνα με την απόδειξη παραλαβής του Τμήματος Ταχυδρομείων η οποία είναι υπογεγραμμένη από τον Διευθυντή της εταιρείας κ. Τάσο Παξιόλα ........
- Η εταιρεία Τάσος Παξιόλας Μότορς Λτδ δεν άσκησε προσφυγή ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου με αποτέλεσμα η απαίτηση του Τμήματος να καταστεί τελεσίδικη και οριστική. Οι κατηγορούμενοι μέχρι σήμερα παρέλειψαν να καταβάλουν στον Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων το οφειλόμενο ποσό των 33.262,61 Ευρώ πλέον τόκων». Είναι σημαντικό να σημειωθεί πώς, δια της επιστολής του ημερ. 15.04.2010 (τεκμήριο 2), ο Διευθυντής δεν περιορίζεται να πληροφορήσει τους κατηγορουμένους αρ. 1 για τα ακριβή ποσά τα οποία οφείλουν να καταβάλουν στο δημόσιο, ως τελωνειακές υποχρεώσεις, και για τη σχετική προθεσμία. Δια της επιστολής του αυτής (τεκμήριο 2), ο Διευθυντής πληροφορεί, επίσης, τους κατηγορουμένους αρ. 1 για το δικαίωμά τους να καταχωρίσουν προσφυγή εναντίον της επίδικης απόφασής του, ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, εντός προθεσμίας 75 ημερών. Η αντεξέταση του μάρτυρος δικήρκεσε ελάχιστα. Κρίσιμα ζητήματα δεν αμφισβητήθηκαν. Ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων περιορίσθηκε να ζητήσει από τον μάρτυρα να επαναλάβει πώς ο ίδιος δεν εχειρίστηκε προσωπικώς την υπόθεση. Όμως, αντεξεταζόμενος, ο Ανδρέας Ιακώβου (Μ.Κ.1) επανέλαβε πώς ενημερώθηκε για την υπόθεση αφού εμελέτησε το σχετικό διοικητικό φάκελο. Η πλευρά των κατηγορουμένων επέλεξε να μην παρουσιάσει μαρτυρία. Ο κατηγορούμενος αρ. 2 εδήλωσε ανωμοτί πώς είναι αθώος. Συναφώς σημειώνεται πώς κάθε κατηγορούμενος, κληθείς σε απολογία, δικαιούται να προβεί σε δήλωση ανωμοτί. Η επιλογή αυτή του κατηγορουμένου δεν προσφέρεται για εξαγωγή οιουδήποτε συμπεράσματος και, ιδίως, η επιλογή αυτή δεν πρέπει να συσχετίζεται με την ενοχή του κατηγορουμένου. Οι ανωμοτί δηλώσεις έχουν κάποια αξία και εξετάζονται κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Όμως, οι δηλώσεις αυτές δεν αποτελούν μαρτυρία (Ιωάννου κ.α. ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 195, 225 και απόφαση στην Ποινική Έφεση αρ. 187/2010 Αναστάσιος Κοφτερός ν. Αστυνομίας, ημερ. 20.02.2012). Δια της τελικής της αγόρευσης η ευπαίδευτη εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής υπεστήριξε πώς, επί τη βάσει της προσκομισθείσας μαρτυρίας, έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας η ενοχή των κατηγορουμένων. Αντιθέτως, ο ευπαίδευτος συνήγορος των κατηγορουμένων υπεστήριξε πώς η προσκομισθείσα μαρτυρία είναι ελλειπτική, το δε κατηγορητήριο ασαφές ως προς τον ουσιώδη χρόνο. Οι θέσεις του κου Ανδρέου συνοψίζονται ως εξής:
(1)Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσής της, η κατηγορούσα αρχή όφειλε να παρουσιάσει τις κρίσιμες δηλώσεις και διασαφήσεις. Η παράλειψη της κατηγορούσας αρχής να παρουσιάσει τα έγγραφα αυτά αφήνει τις επίδικες τελωνειακές οφειλές αναπόδεικτες.
(2)Δεν απεδείχθηκε η αμέλεια ούτε η συναίνεση ούτε η συνέργεια του κατηγορουμένου αρ. 2 εν σχέσει με τις επίδικες αδικοπραγίες των κατηγορουμένων αρ. 1.
(3)Δεν απεδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος αρ. 2 υπήρξε διευθυντής των κατηγορουμένων αρ. 1 κατά την κρίσιμη περίοδο Ιανουαρίου του έτους 2005 έως και Δεκεμβρίου του έτους 2007 και ούτε απεδείχθηκε ποίος ήταν ο διευθυντής των κατηγορουμένων αρ. 1 στις 15.04.2010, ως η ημερομηνία της κρίσιμης επιστολής (τεκμήριο 2), και μετέπειτα.
(4)Ο Ανδρέας Ιακώβου (Μ.Κ.1) δεν ανεγνώρισε τον κατηγορούμενο αρ. 2 στο εδώλιο του κατηγορουμένου και «Ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν έχει ενώπιον του οιανδήποτε μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι ο κατηγορούμενος αρ. 2 είναι ο Τάσος Παξιόλας, Διευθυντής της Κατηγορουμένης αρ. 1 εταιρείας ....» (δείτε στη σελ. 4 της τελικής γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου των κατηγορουμένων).
(5)Στις 09.05.2012 εξεδόθηκε διάταγμα παραλαβής εναντίον του κατηγορουμένου αρ. 2. Άρα, αυτός «είναι πτωχεύσας και παραμένει πτωχεύσας μέχρι σήμερα ... (και) Από εκείνη την ημερομηνία και μέχρι σήμερα ... δεν θα μπορούσε να ενεργεί ως Διευθυντής της κατηγορουμένης αρ. 1 εταιρείας αφού σύμφωνα με το άρθρο 179
(1)του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 αυτό δεν επιτρέπεται» (δείτε στις σελ. 4 και 5 της τελικής γραπτής αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου των κατηγορουμένων). Μελετήθηκαν τα επίδικα νομικά ζητήματα και εξετάσθηκε η μαρτυρία. Παρατηρούνται δε και διαπιστώνονται τα ακόλουθα:
(1)Η προσπάθεια του ευπαίδευτου συνηγόρου των κατηγορουμένων να προβάλει θέμα μη αποδεκτής μαρτυρίας εκ του γεγονότος ότι ο Ανδρέας Ιακώβου (Μ.Κ.1) δεν εχειρίσθηκε προσωπικώς την υπόθεση είναι ατελέσφορη. Εφ΄ όσον ο Ανδρέας Ιακώβου (Μ.Κ.1) κατέχει δημόσια θέση στο Τμήμα Τελωνείων, δηλώνει γνώστης των γεγονότων και εξουσιοδοτημένος να καταθέσει για την παρούσα υπόθεση, η μαρτυρία του είναι αποδεκτή. Έχει νομολογηθεί πώς σε περιπτώσεις όπου ο ομνύων τελεί στην υπηρεσία του διαδίκου δεν απαιτείται αυτός να έχει προσωπική γνώση και προσωπική εμπλοκή σε κάθε στάδιο των όσων σχετικών προηγήθηκαν. Είναι αρκετό ο μάρτυρας αυτός να είναι σε θέση να παρουσιάσει μαρτυρία αποδεκτή, σύμφωνα με το δίκαιο της απόδειξης, και σχετική με τα επίδικα θέματα (δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Χαραλάμπους κ.α.
(2010)1 (Β) Α.Α.Δ. 829, 838-9). Εδώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, λαμβανομένου, μάλιστα, υπ΄ όψιν και του γεγονότος ότι, καταθέτωντας ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Ανδρέας Ιακώβου (Μ.Κ.1) επαρουσίασε κρίσιμα έγγραφα (τεκμήρια 1 έως και 4) τα οποία αποτελούν αποδεκτή εξ ακοής μαρτυρία.
(2)Στα πλαίσια εκδίκασης υποθέσεων ως η προκειμένη δεν αποτελεί επίδικο ζήτημα η νομιμότητα και η εγκυρότητα της διοικητικής απόφασης δια της οποίας επιβάλλονται οι εκάστοτε επίδικες τελωνειακές οφειλές. Η διοικητική αυτή απόφαση ελέγχεται, ως προς τη νομιμότητα και την εγκυρότητά της, μόνον από το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια του αναθεωρητικού ελέγχου (Άρθρο 146 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας). Έτσι, στην παρούσα υπόθεση δεν αποτελεί επίδικο ζήτημα η νομιμότητα και η εγκυρότητα της διοικητικής απόφασης η οποία περιέχεται στην επιστολή ημερ. 15.04.2010 (τεκμήριο 2). Εφ΄ όσον παρήλθε άπρακτη η νόμιμη προθεσμία προσβολής αυτής της διοικητικής απόφασης επί ακυρώσει, αυτή είναι οριστική, τεκμαίρεται νόμιμη και αποτελεί το υπόβαθρο για τη γένεση της ποινικής ευθύνης των κατηγορουμένων αρ. 1 καθώς και των συμβούλων τους (δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, Κυριακίδης κ.α. ν. Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 75). Υπενθυμίζεται πώς, εν προκειμένω, ο Ανδρέας Ιακώβου (Μ.Κ.1) εδήλωσε πώς (α) δια της επιστολής ημερ. 15.04.2010 (τεκμήριο 2), οι κατηγορούμενοι αρ. 1 επληροφορήθηκαν για την ύπαρξη των επίδικων τελωνειακών οφειλών τους και εκλήθηκαν να τις εξοφλήσουν εντός τακτής προθεσμίας, (β) η κοινοποιηθείσα, δια της επιστολής ημερ. 15.04.2010 (τεκμήριο 2), εκτελεστή διοικητική πράξη δεν έχει προσβληθεί, ενώπιον του Ανωτάτου Δικαστηρίου, επί ακυρώσει και (γ) οι επίδικες τελωνειακές οφειλές εξακολουθούν να εκκρεμούν. Υπενθυμίζεται, ακόμη, πώς ουδεμία από τις δηλώσεις αυτές του Ανδρέα Ιακώβου (Μ.Κ.1) αμφισβητήθηκε κατά την αντεξέτασή του. Και ουδεμία μαρτυρία επαρουσιάσθηκε, από την πλευρά των κατηγορουμένων, η οποία να τείνει να ανατρέψει τα ως άνω κρίσιμα γεγονότα. Κατά συνέπειαν, η κατηγορούσα αρχή απέδειξε, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, τις επίδικες τελωνειακές οφειλές. Οι δε περί του αντιθέτου εισηγήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου των κατηγορουμένων και, ιδίως, οι εισηγήσεις του περί της ανάγκης παρουσίασης των κρίσιμων δηλώσεων και διασαφήσεων είναι αβάσιμες.
(3)Ως το άρθρο 141
(1)του Ν.91(Ι)/2004 και το άρθρο 115 του Ν.94(Ι)/2004 ρητώς αναφέρουν, διαπράττει τα επίδικα αδικήματα ο σύμβουλος εταιρείας ο οποίος, μεταξύ άλλων, επιδεικνύει αμέλεια όσον αφορά στη συμπεριφορά της εταιρείας. Με άλλα λόγια, τρόπος διάπραξης, εκ μέρους του συμβούλου εταιρείας, των επίδικων αδικημάτων είναι και έλλειψη ενδιαφέροντος, προσοχής ή φροντίδας (αμέλεια). Εν προκειμένω, το αναντίλεκτο γεγονός πώς στις 20.04.2010 ο κατηγορούμενος αρ. 2 παρέλαβε, εκ μέρους των κατηγορουμένων αρ. 1, την επιστολή ημερ. 15.04.2010 (τεκμήρια 2, 3 και 4) σε συνδυασμό με το αναντίλεκτο γεγονός πώς αυτός παρέμεινε άπρακτος, δεικνύουν, τουλάχιστον, την αμέλειά του. Στην απουσία οιασδήποτε άλλης μαρτυρίας διαπιστώνεται πώς η απραξία του κατηγορουμένου αρ. 2 θεμελιώνει την αξιόπινη αμέλειά του, δηλ. την εκ μέρους του έλλειψη ενδιαφέροντος, προσοχής ή φροντίδας εν σχέσει με τις τελωνειακές υποχρεώσεις των κατηγορουμένων αρ. 1.
(4)Το κρίσιμο γεγονός πώς το φυσικό πρόσωπο, το οποίο ευρίσκεται στο εδώλιο του κατηγορουμένου, είναι ο Τάσος Παξιόλας, κατηγορούμενος αρ. 2, έχει αποδειχθεί πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του ευπαίδευτου συνηγόρου του. Υπενθυμίζεται πώς στο φάκελο της διαδικασίας υπάρχει καταχωρισμένη εξουσιοδότηση ημερ. 01.06.2012, υπογεγραμμένη από το πρόσωπο αυτό, ως ο διευθυντής των κατηγορουμένων αρ. 1 (Νanoka Limited ν. Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 471, 478-9). Εφ΄ όσον το φυσικό πρόσωπο, το οποίο ευρίσκεται στο εδώλιο του κατηγορουμένου, κληθείς ως ο κατηγορούμενος αρ. 2, υπέγραψε ως Τάσος Παξιόλας την 01.06.2012, ενώπιον του Δικαστηρίου, τη σχετική εξουσιοδότηση ως διευθυντής των κατηγορουμένων αρ. 1 για να απαντήσει στο κατηγορητήριο εκ μέρους τους, ουδεμία λογική αμφιβολία υπάρχει ως προς την ταυτότητα και την ιδιότητά του.
(5)Περαιτέρω, ουδεμία λογική αμφιβολία υπάρχει πώς ο κατηγορούμενος αρ. 2 υπήρξε διευθυντής των κατηγορουμένων αρ. 1 κατά πάντα ουσιώδη χρόνο. Υποδεικνύονται σχετικώς τα εξής: (α) Αναντίλεκτη μαρτυρία δηλώνει πώς στις 20.04.2010 ο κατηγορούμενος αρ. 2 παρέλαβε, εκ μέρους των κατηγορουμένων αρ. 1, την κρίσιμη επιστολή ημερ. 15.04.2010 (τεκμήριο 2) θέτοντας επί του σχετικού ταχυδρομικού εντύπου την υπογραφή του (τεκμήριο 4). (β) Στο φάκελο της διαδικασίας υπάρχει εξουσιοδότηση ημερ. 01.06.2012 υπογεγραμμένη από τον κατηγορούμενο αρ. 2 ως διευθυντή των κατηγορουμένων αρ. 1. (γ) Αναντίλεκτη μαρτυρία δηλώνει πώς έως και τις 05.02.2014 ο κατηγορούμενος αρ. 2 ήταν ο μόνος διευθυντής των κατηγορουμένων αρ. 1 (τεκμήριο 1). Αυτά τα δεδομένα σε συσχετισμό με το τεκμήριο της συνέχειας (Νanoka Limited ν. Αστυνομίας (ανωτέρω)) οδηγούν στο ασφαλές συμπέρασμα πώς ο κατηγορούμενος αρ. 2 υπήρξε διευθυντής των κατηγορουμένων αρ. 1 κατά πάντα ουσιώδη χρόνο. Σύμφωνα με το τεκμήριο της συνέχειας, η απόδειξη της ύπαρξης ορισμένης κατάστασης πραγμάτων σε ορισμένη χρονική περίοδο και η απουσία μαρτυρίας περί ανατροπής της παρέχει την ευχέρεια να οδηγηθεί κάποιος στο συμπέρασμα πώς η κατάσταση αυτή παρέμεινε αναλλοίωτη.
(6)Ο ισχυρισμός περί έκδοσης, στις 09.05.2012, διατάγματος παραλαβής εναντίον της περιουσίας του κατηγορουμένου αρ. 2 είναι αδιάφορος. Αρκεί να σημειωθεί η ουσιαστική διαφορά μεταξύ του διατάγματος παραλαβής και του διατάγματος πτώχευσης και αρκεί να υπομνησθεί πώς η κρίσιμη επιστολή ημερ. 15.04.2010 (τεκμήριο 2) παρελήφθηκε από τον κατηγορούμενο αρ. 2 στις 20.04.2010 (τεκμήριο 4) δηλ. σε χρόνο πολύ προγενέστερο της έκδοσης του διατάγματος παραλαβής εναντίον της περιουσίας του. Καταληκτικά, διαπιστώνεται πώς τα όσα ο Ανδρέας Ιακώβου (Μ.Κ.1) κατέθεσε περί της επιβολής των επίδικων τελωνειακών οφειλών, δια της απόφασης ημερ. 15.04.2010 (τεκμήριο 2), περί της κοινοποίησης της σχετικής διοικητικής απόφασης (τεκμήρια 3 και 4) και περί της παράλειψης των κατηγορουμένων να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους, εντός της ταχθείσας προθεσμίας, τα οποία παρέμειναν αναντίλεκτα, επαρκούν για να στοιχειοθετήσουν τα επίδικα αδικήματα (δείτε, για ανάλογη εφαρμογή, την απόφαση Peter v. Δήμου Αγίου Αθανασίου (ανωτέρω)). Για τους πιο πάνω λόγους κρίνεται πώς η κατηγορούσα αρχή απέδειξε, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, την ενοχή των κατηγορουμένων αρ. 1 και 2 και στις δύο κατηγορίες τις οποίες αυτοί αντιμετωπίζουν. Οι κατηγορούμενοι αρ. 1 και 2 κρίνονται ένοχοι στην 1η και στην 2η κατηγορία. (Υπ.) .............................................. Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο