Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας ν. Νίκου Νικολάου Πάρπα, Υπόθεση αρ.: 10816/2012, 30/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2014:B79 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Υπόθεση αρ.: 10816/2012 Αστυνομικός Διευθυντής Λάρνακας και Νίκου Νικολάου Πάρπα Κατηγορουμένου 30 Ιουλίου, 2014. Για την κατηγορούσα αρχή, εμφανίζεται ο κ. Μ. Κουτσόφτας, Δημόσιος Κατήγορος Για τον κατηγορούμενο, εμφανίζεται ο κ. Ι. Κ. Ιωάννου Κατηγορούμενος, παρών Α Π Ο Φ Α Σ Η (άρθρο 74
(1)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155) Ο κατηγορούμενος διώκεται για το κακούργημα της απόσπασης περιουσίας δια ψευδών παραστάσεων, ως αυτό διαγράφεται από τα άρθρα 297 και 298 του Ποινικού Κώδικα (Κεφ. 154, ως αυτό ετροποποιήθηκε στη συνέχεια). Ως πρωτογενή γεγονότα, στοιχειοθετούντα το επίδικο κακούργημα, καταγράφονται, στο κατηγορητήριο, τα εξής: «Ο κατηγορούμενος μεταξύ των ημερομηνιών 1.1.1998 - 16.2.1999, συμπεριλαμβανομένων, σε ημερομηνία άγνωστη για την Κατηγορούσα Αρχή στη Λάρνακα της Επαρχίας Λάρνακας δια ψευδών παραστάσεων και επί σκοπώ καταδολιεύσεως απέσπασε από τους Ξένιο Σολομωνίδη και Santana María Tereza από τη Λάρνακα το ποσό των £15,000.00 ψευδείς παραστάσεις συνισταμένας εις το ότι παρουσιάστηκε ως ο ιδιοκτήτης του οχήματος ETK 609 και το πούλησε σε αυτούς για το πιο πάνω ποσό, ενώ στην πραγματικότητα ήταν συνιδιοκτήτης με την Εθνική Τράπεζα Κύπρου». Εξ αρχής σημειώνεται η υποχρέωση της κατηγορούσας αρχής να καθορίσει, στο κατηγορητήριο, τα ιδιαίτερα πρωτογενή γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν το εκάστοτε επίδικο αδίκημα. Πρόκειται για υποχρέωση αυστηρή, πηγάζουσα από το Σύνταγμα και τη νομολογία, η οποία διασφαλίζει το δικαίωμα του κατηγορουμένου να μην παραπλανηθεί και να μπορέσει να ετοιμάσει την υπεράσπισή του (Δημοκρατία ν. Σπύρου
(2000)2 Α.Α.Δ. 107, 144). Επακόλουθο της υποχρέωσης αυτής αποτελεί η ανάγκη όπως η μαρτυρία που θα προσκομίσει η πλευρά της κατηγορούσας αρχής να συνάδει προς το πλαίσιο των γεγονότων το οποίο καθορίζεται στο κατηγορητήριο. Μαρτυρία η οποία βρίσκεται εκτός του πλαισίου αυτού δεν μπορεί να γίνει δεχτή (Σταυρινίδης ν. Δήμου Λεμεσού
(2000)2 Α.Α.Δ. 429, 433). Σημειώνεται, ακόμη, το βάρος της κατηγορούσας αρχής να επικαλεστεί και να στοιχειοθετήσει κάθε επιμέρους συστατικό του επίδικου αδικήματος. Ως προς την ύπαρξη γεγονότων δεν επιτρέπονται υποθέσεις, όσον εύλογες και εάν είναι αυτές. Κενά εν σχέσει με την συνδρομή πρωτογενών γεγονότων τα οποία στοιχειοθετούν και αποδεικνύουν το αδίκημα αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (Λοίζου ν. Αστυνομία
(1989)2 Α.Α.Δ. 363, 365-6). Ο κατηγορούμενος αρνείται ενοχή και η υπόθεση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για να αποδειχθεί η υπόθεση εκλήθηκαν και κατέθεσαν ενόρκως ο λοχίας 1086 Μάριος Ιωάννου (Μ.Κ.1), εξεταστής της υπόθεσης, ο αρχιαστυφύλακας 1204 Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου (Μ.Κ.6), οι παραπονούμενοι Ξένιος Σολομωνίδης (Μ.Κ.2) και Μαρία - Τερέζα Σανταμά (Μ.Κ.4), ο Άριστος Αριστοτέλους (Μ.Κ.3) και ο Θεοχάρης Θεοχάρους (Μ.Κ.7), υπάλληλοι του τραπεζικού οργανισμού «Εθνική Τράπεζα», ο Κώστας Κωνσταντής (Μ.Κ.5) και η Δέσπω Λουκά (Μ.Κ.8), υπάλληλοι του τραπεζικού οργανισμού «Λαϊκή Τράπεζα». Επιπλέον, κατετέθηκε έγγραφη μαρτυρία. Μέρος αυτής είναι ιδιαιτέρως χρήσιμο εφ΄ όσον αποκαλύπτει κρίσιμες πτυχές της υπόθεσης προς τις οποίες συναρτώνται συστατικά στοιχεία του επίδικου αδικήματος. Αναφέρονται οι επιταγές υπ' αριθμόν 3387582, 3387591 και 5728835, εκδοθείσες από τον τραπεζικό λογαριασμό υπ' αριθμόν 048-11-008340 (τεκμήριο 2), η γραπτή κατάθεση του Ξένιου Σολομωνίδη (Μ.Κ.2) στην Αστυνομία, ημερ. 8.4.2005 (τεκμήριο 4), δήλωση περί της πώλησης του αυτοκινήτου υπ' αριθμόν εγγραφής ETK 609, ημερ. 29.3.1999 (τεκμήριο 6), η γραπτή κατάθεση του Άριστου Αριστοτέλους (Μ.Κ.3) στην Αστυνομία, ημερ. 11.5.2005 (τεκμήριο 7), η γραπτή κατάθεση της Μαρίας - Τερέζας Σανταμά (Μ.Κ.4) στην Αστυνομία, ημερ. 10.4.2005 (τεκμήριο 9), καταστάσεις του προαναφερθέντος τραπεζικού λογαριασμού υπ' αριθμόν 048-11-008340, οι οποίες αφορούν στις περιόδους από την 31.7.1998 εως και την 31.8.1998 και από την 28.2.1999 εως και την 31.3.1999 (τεκμήρια 10 και 11, αντιστοίχως), η γραπτή κατάθεση του αρχιαστυφύλακα 1204 Κωνσταντίνου Κωνσταντίνου (Μ.Κ.6) (Τεκμήριο 13) και οι γραπτές καταθέσεις των Κώστα Κωνσταντή (Μ.Κ.5), Θεοχάρη Θεοχάρους (Μ.Κ.7), Δέσπως Λουκά (Μ.Κ.8), Ελενόδωρου Γαβριήλ και Χρύσως Τζιαρρίδη στην Αστυνομία (τεκμήρια 12 και 15, 16, 17 και 18, αντιστοίχως). Μετά το πέρας προσαγωγής μαρτυρίας εκ μέρους της κατηγορούσας αρχής, ο ευπαίδευτος συνήγορος του κατηγορουμένου εισηγήθηκε πως δεν στοιχειοθετήθηκε εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του πελάτη του. Ο κ. Ιωάννου υπεστήριξε πώς δεν εστοιχειοθετήθηκαν συστατικά του επίδικου αδικήματος και πώς υπάρχει διάσταση μεταξύ λεπτομερειών του επίδικου αδικήματος και προσαχθείσας μαρτυρίας. Αντίθετες θέσεις εξέφρασε ο ευπαίδευτος εκπρόσωπος της κατηγορούσας αρχής. Όσον αφορά στην αξιολόγηση της προσαχθείσας μαρτυρίας για να κριθεί κατά πόσον δημιουργείται υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως (Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου
(2002)2 Α.Α.Δ. 9, 16), σημειώνεται πως αυτή προϋποθέτει τον εντοπισμό των συστατικών στοιχείων του εκάστοτε επίδικου αδικήματος. «Στο στάδιο της εκ πρώτης όψεως υπόθεσης, παρέχεται πάντα η δυνατότητα στο Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο η προσαχθείσα μαρτυρία, εξ όψεως κρινόμενη (on the face of it), στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του εγκλήματος. Το θέμα διακρίνεται από την αξιοπιστία των μαρτύρων και τη βαρύτητα που μπορεί να αποδοθεί στη μαρτυρία τους». (Γιάγκου (Λεμόνα) ν. Αστυνομίας
(1997)2 Α.Α.Δ. 382, 385). «...ένας κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία όταν, (Ι). Δεν στοιχειοθετείται εξ αντικειμένου η υπόθεση της κατηγορίας λόγω της απουσίας ενός ή περισσότερων συστατικών στοιχείων του αδικήματος, ή (ΙΙ). Η μαρτυρία είναι τόσο αντινομική ή στερείται πειστικότητας, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα μπορούσε να βασίσει πάνω σε αυτή την καταδίκη του κατηγορουμένου» (Technotent K. Γ. Γιώργατσος Λτδ ν. Ορφανίδου
(2004)2 Α.Α.Δ. 388, 392). Το βάρος απόδειξης που φέρει η κατηγορούσα αρχή στο στάδιο που περατώνει την υπόθεσή της διαφέρει από αυτό που επιφορτίζεται στο τέλος της δίκης. Στην πρώτη περίπτωση είναι αρκετό για την κατηγορούσα αρχή να παρουσιάσει αξιόπιστη μαρτυρία (credible evidence) τέτοιας φύσης η οποία να δημιουργεί υπόθεση ενοχής εκ πρώτης όψεως. Εάν η μαρτυρία που παρουσιάζει η κατηγορούσα αρχή είναι τέτοιας ποιότητας ώστε θα ήταν επισφαλές να εκδοθεί καταδικαστική απόφαση επί τη βάσει αυτής και μόνον, τότε η υπόθεση απορρίπτεται και ο κατηγορούμενος δεν καλείται σε απολογία (Γενικός Εισαγγελέας ν. Θεοδώρου (ανωτέρω)). Για το θεμιτό της συζήτησης, κατά το στάδιο του εκ πρώτης όψεως, θεμελιακών ζητημάτων που αφορούν στην ευθύνη του κατηγορουμένου, εφ΄όσον οι συνθήκες το επιτρέπουν, παρατίθεται το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Εντίμου Δικαστού κ. Ναθαναήλ στις Ποινικές Εφέσεις αρ. 5/2012 κ.α. Γενικός Εισαγγελέας ν. Ανδρέα Δράκου κ.α. ημερ. 11.12.2012: «.......... το εκ πρώτης όψεως στάδιο αποτελεί θεμελιώδες στάδιο της ποινικής δίκης προστατεύοντας τον κατηγορούμενο από τη συνέχιση της δίκης ασκόπως ή για λόγους που δεν άπτονται ή δεν αφορούν την καθαυτή και καλώς νοούμενη απονομή της δικαιοσύνης. Στο εκ πρώτης όψεως στάδιο, η κατηγορούσα αρχή έχει ήδη ολοκληρώσει την υπόθεση της. Έχει παραθέσει όλη τη μαρτυρία που έχει στη διάθεση της εναντίον του κατηγορουμένου, (Charalambos Savva "Pambos" v. Police
(1986)2 C.L.R. 30). Αν η μαρτυρία αυτή εκτιμώμενη στο απόγειο της δεν στοιχειοθετεί ή θεμελιώνει ένα ή περισσότερα από τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος ή είναι αντινομική και εγγενώς συγκρουόμενη μεταξύ της, σε βαθμό που κανένα λογικό Δικαστήριο δεν θα άφηνε την υπόθεση να προχωρήσει, τότε ο κατηγορούμενος δικαιούται απαλλαγής από το στάδιο αυτό. Όπως το θέτει ο Murphy on Evidence, 8η έκδ., σελ. 77: «The case is fatally defective in law. The defendant could safely refuse to call any evidence, and if the judge found for the claimant, the judgment would be set aside on appeal.» Σε μετάφραση: «Η υπόθεση είναι θνησιγενώς ελαττωματική κατά νόμο. Ο κατηγορούμενος με ασφάλεια μπορεί να αρνηθεί να καλέσει οποιαδήποτε μαρτυρία, και αν ο δικαστής αποφασίσει υπέρ της κατηγορούσας αρχής, η απόφαση θα ακυρωθεί κατ΄ έφεση.» Τόσο θεμελιώδες είναι το εκ πρώτης όψεως στάδιο που το ίδιο το Δικαστήριο, ακόμη και αν δεν θέσει ζήτημα ο κατηγορούμενος, είναι υποχρεωμένο να σταματήσει την υπόθεση εάν συντρέχουν τα προαναφερθέντα. Αυτό, διότι η κατηγορούσα αρχή δεν μπορεί να είναι βεβαίως σε καλύτερη μοίρα από απόψεως στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή αποτίμησης της μαρτυρίας, εάν ο κατηγορούμενος καταθέσει προς υπεράσπιση του και παρουσιάσει μαρτυρία. Άλλωστε, το εκ πρώτης όψεως βάρος που έχει να υπερπηδήσει η κατηγορούσα αρχή, μετατρέπεται στο αποδεικτικό βάρος απόδειξης της υπόθεσης της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. Και συμβαίνει, ενίοτε, κληθείς ο κατηγορούμενος να υπερασπιστεί τον εαυτό του, να αθωωθεί και να απαλλαγεί χωρίς καν να προσφέρει οποιαδήποτε μαρτυρία, με μόνη την εναπόθεση αυτού του μεγαλύτερου βάρους απόδειξης στην κατηγορούσα αρχή με την ολοκλήρωση της υπόθεσης. Δεν υπάρχει λοιπόν εγγενώς οποιοδήποτε νομικό πρόβλημα ή εμπόδιο για ένα Δικαστήριο να απαλλάξει τον κατηγορούμενο από το εκ πρώτης όψεως στάδιο, εφόσον καθοδηγείται ορθά από τις νομολογιακές παραμέτρους. Αντίθετα επιβάλλεται, όταν οι συνθήκες της υπόθεσης το απαιτούν.» Μελετήθηκαν τα κρίσιμα νομικά ζητήματα και εξετάσθηκε η προσκομισθείσα μαρτυρία: Σημειώνεται, κατ΄ αρχάς, πώς διαπράττει το διαγραφόμενο, από το άρθρο 298
(1)του Κεφ. 154 κακούργημα όποιος, μεταξύ άλλων, αποκτά από τρίτον ο,τιδήποτε το οποίο δύναται να αποτελέσει αντικείμενο κλοπής, μετερχόμενος ψευδή παράσταση και με σκοπό την καταδολίευση. Ως ψευδής θεωρείται οιαδήποτε παράσταση γεγονότος, παρελθόντος ή παρόντος, η οποία γίνεται με λόγια, έγγραφο ή συμπεριφορά και η οποία είναι ψευδής. Το δε πρόσωπο το οποίο προβαίνει στην παράσταση γνωρίζει ότι πρόκειται περί ψευδούς παράστασης ή δεν πιστεύει ότι πρόκειται περί αληθούς παράστασης (άρθρο 297 του Κεφ. 154). Η γνώση, ως συστατικό στοιχείο του αδικήματος της απόσπασης περιουσίας δια ψευδών παραστάσεων, ανάγεται στην νοητική λειτουργία του κατηγορουμένου και αυτή «μπορεί να αποδειχθεί με την τεκμηρίωση στοιχείων και περιστατικών που περιβάλλουν την υπόθεση και που την αποδεικνύουν πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας» (Φανιέρος ν. Δημοκρατίας
(2003)2 Α.Α.Δ. 104, 110, δείτε και την Youssef v. Δημοκρατίας
(1993)2 Α.Α.Δ. 289, 295). Η εκ μέρους του κατηγορουμένου προβολή των ψευδών παραστάσεων πρέπει να προηγείται της απόκτησης της περιουσίας, πρέπει να λειτουργεί στο μυαλό του θύματος και πρέπει να οδηγεί τις ενέργειές του (δείτε Halsbury's Laws of England, fourth edition, 2006 reissue, vol. 11
(1), παρά. 309 επ. και Archbold, Criminal Pleading, Evidence and Practice, 1994 re-issue, vol. 2, παρά. 21-160). Η απόκτηση της περιουσίας πρέπει να αποτελεί συνέπεια της προβολής των ψευδών παραστάσεων (Blackstone's, Criminal Practise, 2001, Oxford, σελ. 340). Ο κατηγορούμενος για απόκτηση περιουσίας δια ψευδών παραστάσεων είναι ένοχος μόνον εάν οι ψευδείς παραστάσεις προεβλήθηκαν πριν από την απόκτηση της περιουσίας. Κατ΄ αρχήν, ο κατάλληλος τρόπος για να αποδειχθεί το γεγονός πώς οι ψευδείς παραστάσεις ελειτούργησαν στο μυαλό του θύματος και οδήγησαν στην εκ μέρους του μεταβίβαση περιουσίας είναι η παρουσίαση άμεσης μαρτυρίας δια της κατάθεσης του ιδίου του θύματος (δείτε Archbold (ανωτέρω), παρά. 21-162). Στις περιπτώσεις όπου δια των ψευδών παραστάσεων αποκτάται χρηματικό ποσόν διαμέσου της μεταφοράς του από ορισμένο τραπεζικό λογαριασμό (money transfer), η απόκτηση συντελείται όταν ο λογαριασμός αυτός χρεώνεται με το ποσόν και ένας άλλος λογαριασμός πιστώνεται με το ισόποσον ή το ισόποσον δίδεται τοις μετρητοίς. Η μεταφορά χρηματικού ποσού δυνατόν να γίνει με την παρουσίαση επιταγής προς εξαργύρωση. Στο Halsbury's (ανωτέρω), στην παρά. 311, αναφέρονται τα εξής: «311. Optaining a money transfer by deception. A person is guilty of an offence if by any deception he dishonestly obtains a money transfer for himself or another. A money transfer occurs when a debit is made to one account, and a credit is made to another, and the credit results from the debit or the debit results from the credit. It is immaterial whether . the money transfer is effected on presentment of a cheque or by another method .» Το γεγονός ότι η απόκτηση χρηματικού ποσού, μεταφερομένου διαμέσου επιταγής, συντελείται όταν ο λογαριασμός από τον οποίον εκδίδεται η επιταγή χρεώνεται με το ποσόν αυτό που αμέσως μεταφέρεται σε άλλον λογαριασμό ή δίδεται τοις μετρητοίς στον δικαιούχο της επιταγής ή στο δικαιούχο κομιστή αναγνωρίζεται ευθέως από την ισχύουσα στη Δημοκρατία έννομη τάξη. Το άρθρο 305Α του Κεφ. 154, το οποίο αφορά στο αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής, καθιερώνει, δια της παρά.
(2), την αρχή του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία (Ν.C. Diamonds Co. Ltd v. Γεωργίου
(2001)2 Α.Α.Δ. 763). Η καθιέρωση της αρχής του ανακλητού της επιταγής για εύλογη αιτία σημαίνει την αναγνώριση του γεγονότος πώς, έως και την παρουσίαση της επιταγής στην τράπεζα για την εξαργύρωσή της, η ιδιοκτησία, η κατοχή και ο έλεγχος του χρηματικού ποσού για το οποίο αυτή εξεδόθηκε παραμένει στον εκδότη της επιταγής. Εν προκειμένω, η μαρτυρία την οποίαν προσήγαγε η κατηγορούσα αρχή δίδει την ακόλουθη γενική εικόνα ως προς τα κρίσιμα γεγονότα: Το επίδικο χρηματικό ποσόν των Λ.Κ15.000 δεν απεκτήθηκε από τον κατηγορούμενο εφ΄ άπαξ «μεταξύ των ημερομηνιών 01.01.1998-16.02.1999, συμπεριλαμβανομένων, σε ημερομηνία άγνωστη για την Κατηγορούσα Αρχή». Το επίδικο χρηματικό ποσόν των Λ.Κ.15.000 απεκτήθηκε από τον κατηγορούμενο τμηματικώς, δια της εξαργύρωσης τριών επιταγών σε γνωστές ημερομηνίες. Πρόκειται για τις επιταγές υπ΄ αριθμόν 3387582, 3387591 και 5728635, οι οποίες εξεδόθηκαν από τον τραπεζικό λογαριασμό υπ΄ αριθμόν 048-11-008340 και αφορούν στο ποσόν των Λ.Κ5.000 εκάστη (τεκμήριο 2). Αποκλειστική δικαιούχος του τραπεζικού αυτού λογαριασμού και εκδότρια των επιταγών είναι η Μαρία - Τερέζα Σανταμά (Μ.Κ.4). Το ποσόν των Λ.Κ.15.000 αποτελούσε το συμφωνηθέν τίμημα πώλησης του αυτοκινήτου υπ΄ αριθμόν εγγραφής ΕΤΚ609 («το αυτοκίνητο») από τον κατηγορούμενο στο ζεύγος Ξένιου Σολομωνίδη (Μ.Κ.2) και Μαρίας-Τερέζας Σανταμά (Μ.Κ.4) (τεκμήριο 6). Εκ μέρους του ζεύγους, την επαφή με τον κατηγορούμενο, τη διαπραγμάτευση για την αγορά του αυτοκινήτου καθώς και όλα όσα ήσαν αναγκαία να γίνουν ανέλαβε να διεκπαιρεώσει ο Ξένιος Σολομωνίδης (Μ.Κ.1), ο οποίος ενημέρωνε σχετικώς τη σύζυγό του Μαρία - Τερέζα Σανταμά (Μ.Κ.4). Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο το αυτοκίνητο ευρίσκετο υπό το καθεστώς ενοικιαγοράς και συνιδιοκτήτες αυτού ήσαν ο κατηγορούμενος και ο τραπεζικός οργανισμός «Εθνική Τράπεζα». Η επιταγή υπ΄ αριθμόν 3387582 ήταν πληρωτέα στις 08.08.1998, η επιταγή υπ΄ αριθμόν 3387591 ήταν πληρωτέα στις 31.08.1998 και η επιταγή υπ΄ αριθμόν 5728635 ήταν πληρωτέα στις 16.02.1999 (τεκμήριο 2). Ως δηλώνεται από τον Ξένιο Σολομωνίδη (Μ.Κ.2), η επιταγή υπ΄ αριθμόν 3387582 εξεδόθηκε στις 08.08.1998 και ήταν πληρωτέα την ίδιαν ημέρα, η επιταγή υπ΄ αριθμόν 3387591 εξεδόθηκε «μετά από λίγες ημέρες» και «ήταν μεταχρονολογημένη», η δε επιταγή υπ΄ αριθμόν 5728635 εξεδόθηκε «Μετά από αρκετό καιρό» και είχε ως «ημερ(ομηνία) εξαργύρωσης τις 16.02.99» (δείτε στο τεκμήριο 4). Οι Ξένιος Σολομωνίδης (Μ.Κ.2) και Μαρία - Τερέζα Σανταμά (Μ.Κ.4) απέκτησαν την κατοχή του οχήματος άμα τη παραδόσει της πρώτης επιταγής υπ΄ αριθμόν 3387582, δηλ. στις 08.08.
- Η επιταγή υπ΄ αριθμόν 3387582, η οποία ήταν πληρωτέα στις 08.08.1998, επαρουσιάσθηκε στην τράπεζα από τον κατηγορούμενο στις 18.08.1998 και εξαργυρώθηκε τοις μετρητοίς (τεκμήρια 10, 12, 15 και 18). Η επιταγή υπ΄ αριθμόν 3387591, η οποία ήταν πληρωτέα στις 31.08.1998, επαρουσιάσθηκε στην τράπεζα από τον κατηγορούμενο αυθημερόν και εξαργυρώθηκε, επίσης, τοις μετρητοίς (τεκμήρια 10 και 16). Τέλος, η επιταγή υπ΄ αριθμόν 5728635, η οποία ήταν πληρωτέα στις 16.02.1999 επαρουσιάσθηκε στην τράπεζα από τον κατηγορούμενο στις 02.03.1999 και εξαργυρώθηκε, επίσης, τοις μετρητοίς (τεκμήρια 11 και 17). Παρά την είσπραξη του συνολικού ποσού των Λ.Κ15.000 ο κατηγορούμενος δεν εξόφλησε το τίμημα της ενοικιαγοράς και, έτσι, δεν κατέστη δυνατή η μεταβίβαση της κυριότητας του αυτοκινήτου στην Μαρία - Τερέζα Σανταμά (Μ.Κ.2), ως η συμφωνία. Στις 06.04.2005 η «Εθνική Τράπεζα», ως συνιδιοκτήτρια, κατέσχε το αυτοκίνητο το οποίο ευρίσκετο στην κατοχή του Ξένιου Σολομωνίδη (Μ.Κ.2) και της Μαρίας - Τερέζας Σανταμά (Μ.Κ.4) αδιαλείπτως από τις 08.08.1998 έως και την ημέρα της κατάσχεσης. Όσον αφορά ειδικότερα στις παραστάσεις τις οποίες προέβαλε ο κατηγορούμενος η μαρτυρία έχει ως εξής: Δια της γραπτής κατάθεσής της στην Αστυνομία ημερ. 10.04.2005 (τεκμήριο 9), η Μαρία-Τερέζα Σανταμά (Μ.Κ.4) δηλώνει πώς η συμφωνία πώλησης του αυτοκινήτου συνήφθηκε μεταξύ του κατηγορουμένου και του συζύγου της Ξένιου Σολομωνίδη (Μ.Κ.2). Περαιτέρω, επί τη βάσει των όσων η μάρτυς εδήλωσε ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει πώς αυτή δεν υπήρξε άμεση δέκτης των παραστάσεων του κατηγορουμένου. Κατ΄ επανάληψιν η Μαρία - Τερέζα Σανταμά (Μ.Κ.4) ισχυρίσθηκε πώς το ζήτημα «ανέλαβε» ο σύζυγός της Ξένιος Σολομωνίδης (Μ.Κ.2) ο οποίος την ενημέρωνε. Οι δε ενέργειες της εβασίσθηκαν στην ενημέρωση αυτή. Δια της γραπτής κατάθεσής του στην Αστυνομία ημερ. 08.04.2005 (τεκμήριο 4) ο Ξένιος Σολομωνίδης (Μ.Κ.2) δηλώνει τα εξής: «.... αποφάσισα να αγοράσω ένα αυτοκίνητο Jeep για τη γυναίκα μου Teresa. Πήγα στην εταιρεία Λευκαρίτη .... οι οποίοι είναι ... ο αντιπρόσωπος των αυτοκινήτων Jeep και .... μίλησα με τον Κωνσταντίνο Κοναρή ο οποίος ήταν ο διευθυντής πωλήσεων .... Ο Κωνσταντίνος μου ανάφερε ότι υπήρχε κάποιο αυτοκίνητο Jeep κάποιου γνωστού του, του Νίκου Νικολάου, ο οποίος ήθελε να το πωλήσει και ενδιαφέρθηκα να το δω. Την ίδια ημέρα είδα το αυτοκίνητο του Νίκου Νικολάου με αρ. εγγραφ. ΕΤΚ609 ... και αποφάσισα να το αγοράσω. Σε λίγες ημέρες ο Νίκος μου παρέδωσε το αυτοκίνητο αφού προηγουμένως συμφωνήσαμε την τιμή πώλησης .... που ήταν Λ.Κ.15.
- Εγώ στην ίδια ημέρα που μου παρέδωσε το αυτοκίνητο του έδωσα μια επιταγή .... με αρ. 3387582 δια του ποσού των Λ.Κ.5.000 της ίδιας ημέρας 08.08.1998 την οποίαν έκδωσε η γυναίκα μου Teresa Santama Solomonide στην οποία θα έγγραφα το αυτοκίνητο αυτό. Μετά από λίγες ημέρες δεν θυμάμαι ακριβώς πόσες του έδωσα και τη δεύτερη επιταγή ... με αρ. 3387591 δια το ποσό των Λ.Κ.5.
- Η επιταγή αυτή ήταν μεταχρονολογημένη ... και ήταν και αυτή εκδομένη από τη γυναίκα μου την Teresa. Μετά από λίγες ημέρες πάλιν επικοινώνησα τηλεφωνικώς με το Νίκο για να το ρωτήσω πότε θα μου παράδιδε το πιστοποιητικό εγγραφής του αυτοκινήτου και πότε θα έκαμνε την μεταβίβαση στην γυναίκα μου. Τότε ο Νίκος μου είπε ότι είχε κάποιο πρόβλημα με την τράπεζα.... Εγώ τότε αντελήφθηκα ότι το αυτοκίνητο ήταν finace στην τράπεζα. Μετά από αρκετό καιρό επικοινώνησα εγώ πάλι με τον Νίκο για να τον ρωτήσω πότε θα μου έκαμνε τη μεταβίβαση και θα μου παράδιδε το πιστοποιητικό εγγραφής του αυτοκινήτου διότι εγώ κρατούσα το αυτοκίνητο και το οδηγούσα χωρίς να είμαι ιδιοκτήτης του. Ο Νίκος τότε μου ζήτησε να τον εξοφλήσω δηλαδή να του δώσω ακόμα Λ.Κ.5000 και αυτός θα διευθετούσε το πρόβλημα και θα μου μεταβίβαζε το αυτοκίνητο. Εγώ πείσθηκα ότι θα διευθετούσε το πρόβλημα αφού θα τον εξοφλούσα και έτσι του έδωσα την τελευταία επιταγή ... με αρ. 5728635 και ημερ. εξαργύρωσης τις 16.02.1999 ώστε να δοθεί χρόνος στο Νίκο να διευθετήσει το πρόβλημα με το αυτοκίνητο. Πέρασε καιρός και οι τρεις επιταγές εξαργυρώθηκαν κανονικά χωρίς πρόβλημα αλλά ο Νίκος δεν διευθέτησε το πρόβλημα ....». Σημειώνεται πώς το γεγονός ότι κατά τον χρόνο έκδοσης της τρίτης επιταγής υπ΄ αριθμόν 5728635 (τεκμήριο 2) ο παραπονούμενος Ξένιος Σολομωνίδης (Μ.Κ.2) εγνώριζε «ότι το αυτοκίνητο ήταν ενοικιαγορά και ότι ο Νικολάου δεν ήταν απόλυτος ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου» διεπίστωσε και ο αρχιαστυφύλακας 1204 Κωνσταντίνου Κωνσταντίνου (Μ.Κ.6) (δείτε στο τεκμήριο 13). Καταθέτωντας ενώπιον του Δικαστηρίου, και συγκεκριμένα στο στάδιο της αντεξέτασής του, ο Ξένιος Σολομωνίδης (Μ.Κ.2) εδιαφοροποίησε τη θέση του όσον αφορά στο τί ακριβώς επίστευε για το ιδιοκτησιακό καθεστώς του αυτοκινήτου κατά τον χρόνο έκδοσης της δεύτερης επιταγής υπ΄ αριθμόν 3387591(τεκμήριο 2) και οπωσδήποτε κατά τον χρόνο εξαργύρωσής της. Αντεξεταζόμενος, ο μάρτυρας εδήλωσε πώς, κατά το χρόνο έκδοσης της δεύτερης επιταγής υπ΄ αριθμόν 3387591 (τεκμήριο 2) και οπωσδήποτε κατά το χρόνο εξαργύρωσής της, αντελήφθηκε πώς το αυτοκίνητο ετελούσε υπό το καθεστώς ενοικιαγοράς και, άρα, ο κατηγορούμενος δεν ήταν ο αποκλειστικός ιδιοκτήτης αυτού. Παρατίθενται τα σχετικά αποσπάσματα από την αντεξέταση του Ξένιου Σολομωνίδη (Μ.Κ.2): «.......Μάρτυρας: Ο λόγος για τις επιταγές δεν είναι γιατί εγώ είχα υπόψη μου αυτό που λέει ο κύριος. Ο λόγος ήταν οι 5 πρώτες χιλιάδες ως προκαταβολή της αγοράς. Μετά πείστηκα από τον κύριο Νικολάου ότι χρειάζετουν κάποια λεφτά για να προχωρήσει και εκεί εντιλήφθηκα το θέμα της ενοικιαγοράς. Βεβαίως το αντιλήφθηκα και μετά, με την τρίτη επιταγή. Με έπεισε με διάφορα προσχήματα κ.λ.π. και του έδωσα να εξοφλήσει το αυτοκίνητο. Το λάθος μου εμένα κύριε ήταν που δεν επήα στην τράπεζα την ίδια ώρα να μάθω τι συνέβη, αυτό ήταν το μέγα λάθος το δικό μου, από εκεί και πέρα ο,τιδήποτε άλλο σας έχω πει είναι αλήθεια και μόνο αλήθεια. ....... Ε. Λίγες μέρες μετά την έκδοση της δεύτερης επιταγής που ήταν μεταχρονολογημένη επικοινωνήσετε με τον Νικολάου και σας είπε ο Νικολάου ότι είχε κάποιο πρόβλημα με την τράπεζα και εσείς αντιληφθήκατε ότι αυτό το αυτοκίνητο ήταν καθεστώς ενοικιαγοράς, σωστό; Α. Ναι. Ε. Μάλιστα, άρα εδώ γιατί δεν σταμάτησες αυτήν την επιταγή; Α. Σας είπα προηγουμένως ότι στην προσπάθεια να βοηθηθεί ο κύριος Νικολάου επήρε τη δεύτερη επιταγή και μετά και πάλι με έπεισε για την τρίτη επιταγή και μετά πείστηκα και έδωσα και τρίτη επιταγή.» Επί τη βάση της προσκομισθείσας, από την κατηγορούσα αρχή, μαρτυρίας ως αυτή παρουσιάζεται πιο πάνω, σημειώνονται και διαπιστώνονται τα ακόλουθα:
(1)Η σαφής δήλωση του Ξένιου Σολομωνίδη (Μ.Κ.2) τόσον ενώπιον της Αστυνομίας (τεκμήριο 4) όσον και ενώπιον του Δικαστηρίου, πώς, κατά το χρόνο έκδοσης και κατά τον χρόνο εξαργύρωσης της τρίτης επιταγής υπ΄ αριθμόν 5728635 (τεκμήριο 2), ο ίδιος και, κατ΄ επέκτασιν, η σύζυγός του Μαρία - Τερέζα Σανταμά (Μ.Κ.4) εγνώριζαν πώς ο κατηγορούμενος δεν ήταν ο αποκλειστικός ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου αποκαλύπτει πώς ο τελευταίος δεν απέκτησε το ποσόν της επιταγής αυτής (Λ.Κ.5.000) μετερχόμενος την ψευδή παράσταση που του αποδίδεται δια του κατηγορητηρίου.
(2)Η σαφής δήλωση του Ξένιου Σολομωνίδη (Μ.Κ.2) ενώπιον του Δικαστηρίου πώς πριν από το χρόνο εξαργύρωσης της δεύτερης επιταγής υπ΄ αριθμόν 3387591 (τεκμήριο 2), δηλ. πριν από το χρόνο απόκτησης, εκ μέρους του κατηγορουμένου του χρηματικού ποσού για το οποίο αυτή εξεδόθηκε, ο ίδιος και, κατ΄ επέκτασιν, η σύζυγός του Μαρία - Τερέζα Σανταμά (Μ.Κ.4) εγνώριζαν πώς ο κατηγορούμενος δεν ήταν ο αποκλειστικός ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου αποκαλύπτει, παρομοίως, πώς ο τελευταίος δεν απέκτησε το ποσόν της επιταγής αυτής (Λ.Κ.5.000) μετερχόμενος την ψευδή παράσταση που του αποδίδεται δια του κατηγορητηρίου.
(3)Μαρτυρία για την απόκτηση περιουσίας δια ψευδών παραστάσεων υπάρχει μόνον όσον αφορά στο ποσόν των Λ.Κ.5.000 το οποίον ο κατηγορούμενος απέκτησε στις 18.08.1998 δια της εξαργύρωσης της πρώτης επιταγής υπ΄ αριθμόν 3387582. Ο Ξένιος Σολομωνίδης (Μ.Κ.2) και η Μαρία - Τερέζα Σανταμά (Μ.Κ.4) εδήλωσαν πώς κατά τον χρόνο έκδοσης (08.08.1998) και κατά τον χρόνο εξαργύρωσης της επιταγής αυτής (18.08.1998) ο κατηγορούμενος ψευδώς επαρουσιαζόταν ως ο αποκλειστικός ιδιοκτήτης του αυτοκινήτου. Η ψευδής αυτή παράσταση ελειτούργησε στο μυαλό των μαρτύρων και είχε ως συνέπεια την μεταφορά του ποσού της επιταγής στον κατηγορούμενο.
(4)Όμως, η μαρτυρία αυτή δεν συνάδει προς τα καταγεγραμμένα, στο κατηγορητήριο, πρωτογενή γεγονότα. Επισημαίνεται πώς, παρά το ότι υπήρξαν τρεις συναλλαγές, στο κατηγορητήριο διατυπώνεται μία κατηγορία και αποδίδεται στον κατηγορούμενο η δια ψευδών παραστάσεων εφ΄ άπαξ απόσπαση του ποσού των Λ.Κ.15.000 σε άγνωστη ημερομηνία, κατά την περίοδο από την 01.01.1998 έως και τις 16.02.1999. Πρόκειται για κατηγορητήριο πλημμελώς συντεταγμένο, εν σχέσει με το οποίο δεν υπεβλήθηκε αίτημα για τροποποίηση (άρθρο 83 του Κεφ. 155).
(5)Εν πάση περιπτώσει, κρίνεται πώς η αυτεπάγγελτη τροποποίηση των λεπτομερειών του κατηγορητηρίου προς το σκοπό αυτές να συνάδουν με την προσκομισθείσα, από την κατηγορούσα αρχή, μαρτυρία δεν θα ήταν, στην προκείμενη περίπτωση, δίκαιη. Η ασυμφωνία μεταξύ των καταγεγραμμένων, στο κατηγορητήριο, λεπτομερειών και της μαρτυρίας την οποίαν επαρουσίασε η κατηγορούσα αρχή δεν απεκαλύφθηκε κατά πρώτον στα πλαίσια της ακρόασης. Αντιθέτως, κατά τη διερεύνηση της υπόθεσης η κατηγορούσα αρχή εξασφάλισε μαρτυρία, την οποίαν και επαρουσίασε ενώπιον του Δικαστηρίου, σύμφωνα με την οποίαν το ποσόν των Λ.Κ.15.000 δεν απεκτήθηκε από τον κατηγορούμενο εφ΄ άπαξ αλλά τμηματικά διαμέσου της εξαργύρωσης τριών επιταγών υπ΄ αριθμόν 3387582, 3387591 και 5728635. Η δε εξαργύρωση των τριών αυτών επιταγών δεν έγινε σε «άγνωστη ημερομηνία». Η εξαργύρωση των τριών αυτών επιταγών έγινε σε καλά γνωστές ημερομηνίες: στις 18.08.1998 (η επιταγή υπ΄ αριθμόν 3387582), στις 31.08.1998 (η επιταγή υπ΄ αριθμόν 3387591) και στις 03.02.1999 (η επιταγή υπ΄ αριθμόν 5728635) (τεκμήρια 4, 9, 6, 10 και 11). Περαιτέρω, η μαρτυρία την οποίαν είχε εξ αρχής στη διάθεσή της η κατηγορούσα αρχή (τεκμήριο 4) δηλώνει πώς, τουλάχιστον, το ποσόν της τρίτης επιταγής υπ΄ αριθμόν 5728635 δεν απεκτήθηκε από τον κατηγορούμενο ένεκα της εκ μέρους του προβολής ψευδούς παράστασης. Η κατηγορούσα αρχή, η οποία είχε εξ αρχής στη διάθεσή της το μαρτυρικό υλικό, όφειλε να συντάξει το κατηγορητήριο με προσοχή, φροντίδα και επιμέλεια και να παραθέσει, ως λεπτομέρειες αδικήματος, τα γεγονότα ως αυτό τα παρουσιάζει. Η διάσταση μεταξύ των καταγεγραμμένων, στο κατηγορητήριο, λεπτομερειών και της προσκομισθείσας μαρτυρίας αφήνουν την κατηγορία ατεκμηρίωτη και έκθετη σε απόρριψη (Λοϊζου ν. Αστυνομίας (ανωτέρω)). Για τους πιο πάνω λόγους, η κατηγορούσα αρχή απέτυχε να καταδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του κατηγορουμένου. Ο κατηγορούμενος αθωώνεται και απαλλάσσεται από το κατηγορητήριο. (Υπ.) .......... Α. Κ. Λυκούργου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο