Δημοκρατία ν. Rade Stancovic κ.α., Αρ. Υπόθεσης: 3202/13, 15/7/2014 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:KDLAR:2014:11 ΜΟΝΙΜΟ ΚΑΚΟΥΡΓΙΟΔΙΚΕΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. Χρ. Φιλίππου, Ε.Δ. Αρ. Υπόθεσης: 3202/13 Μεταξύ: Δημοκρατία ν
- Rade Stancovic
- Ivan Vidakovic Κατηγορουμένων Ημερομηνία: 15 Ιουλίου, 2014 Εμφανίσεις: Για την Κατηγορούσα Αρχή: Ο κ. N. Δημητρίου. Κατηγορούμενος 1: Παρών. [H διερμηνέας κ. Δέσποινα Ιασονίδου, ορκίζεται ότι θα μεταφράζει πιστώς και αληθινώς από τα Ελληνικά στα Αγγλικά και αντιστρόφως, όσον καλύτερα μπορεί, ενώ η διερμηνέας κ. Μαρίνα Micovic ορκίζεται ότι θα μεταφράζει πιστώς και αληθινώς από τα Αγγλικά στα Σερβικά και αντιστρόφως, όσον καλύτερα μπορεί]. Α Π Ο Φ Α Σ Η Αποδίδεται στον κατηγορούμενο 1 («ο κατηγορούμενος»), η διάπραξη του αδικήματος της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154 (βλ. κατηγορία 1), της εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, κατά παράβαση του άρθρου 4
(1)(α) του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 (βλ. κατηγορία 2), της προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β από άλλο πρόσωπο, κατά παράβαση του άρθρου 6
(1)
(2)του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 (βλ. κατηγορία 3), της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, κατά παράβαση του άρθρου 6
(1)του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 (βλ. κατηγορία 4) και της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, με σκοπό την προμήθεια σε άλλα πρόσωπα, κατά παράβαση των άρθρων 5
(1)και 6
(3)του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 (βλ. κατηγορία 5). Ο κατηγορούμενος, με την καταχώριση του κατηγορητηρίου, αντιμετώπιζε τις εδώ επίδικες κατηγορίες από κοινού με τον πρώην κατηγορούμενο 2, Ivan Vidakovic («ο Ivan Vidakovic (MK6)»), ο οποίος δήλωσε παραδοχή ενώπιον μας και τιμωρήθηκε προσηκόντως από το παρόν Κακουργιοδικείο την 26.9.13, στις κατηγορίες που αντιμετώπιζε, καταθέτοντας επέκεινα, όπως θα δούμε πιο κάτω, ως μάρτυς κατηγορίας στην παρούσα υπόθεση. Καταλογίζεται στον κατηγορούμενο - και τούτη είναι η εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής - ότι μεταξύ 1.1.12 και 18.2.13, στη Λάρνακα, συνωμότησε με τον Ivan Vidakovic (MK6), να διαπράξουν κακούργημα, δηλαδή να εισαγάγουν κάνναβη βάρους 3902,5 γραμμαρίων στη Δημοκρατία, κάτι που έπραξαν στις 17.02.13, μέσω της εταιρείας ταχυμεταφορών DHL. Ο κατηγορούμενος μαζί με τον Ivan Vidakovic (MK6), στα πλαίσια της συνομωσίας τους συνεργάστηκαν για να εισαγάγουν τα επίδικα ναρκωτικά από το Μαυροβούνιο στην Κύπρο. Μέλη της Υπηρεσίας Καταπολέμησης Ναρκωτικών Λάρνακας (ΥΚΑΝ), στις 18.2.13, έχοντας ενημερωθεί ότι στα γραφεία του Τελωνείου στο Αεροδρόμιο Λάρνακας αφίχθηκε πακέτο που περιείχε ναρκωτικά, μετέβησαν στο χώρο, όπου και διαπιστώθηκε ότι πράγματι πακέτο με αποστολέα συγκεκριμένο πρόσωπο από το Μαυροβούνιο και παραλήπτη τον Pavec Klaman, με αριθμό τηλεφώνου 0035796274894, περιείχε τέσσερεις συσκευασίες πράσινης ξηρής φυτικής ύλης. Οι συσκευασίες αυτές αντικαταστάθηκαν με ομοιώματα αφού εξασφαλίστηκε πρώτα έγκριση για ελεγχόμενη παράδοση των ναρκωτικών. Το πακέτο απεστάλη στα γραφεία της DHL στην περιοχή Καλού Χωριού Λάρνακας για να επιτελεστεί η παράδοση, χώρος ο οποίος τέθηκε υπό παρακολούθησε από μέλη της ΥΚΑΝ. Περί ώρα 17:10 της 18.2.13, κατέφθασε στο χώρο ταξί το οποίο στάθμευσε έξω από τον περιφραγμένο χώρο των γραφείων της εταιρείας. Από το ταξί κατέβησαν δύο πρόσωπα. Επρόκειτο περί του κατηγορούμενου και του Ivan Vidakovic (MK6). Ο κατηγορούμενος κατευθύνθηκε προς τα γραφεία της DHL, ενώ ο Ivan Vidakovic (MK6), παρέμεινε έξω από το ταξί. Στο μεταξύ, η ΥΚΑΝ είχε ενημερωθεί ότι πρόσωπο που ομοίαζε με περιγραφή του Ivan Vidakovic (MK6), είχε αναζητήσει νωρίτερα την ίδια μέρα το συγκεκριμένο πακέτο από το γραφείο της DHL στη Λεωφόρο Μακαρίου στη Λάρνακα. Μετά την έξοδο του κατηγορούμενου από τα γραφεία της DHL στο Καλό Χωριό Λάρνακας, αυτός ανεκόπη από μέλη της ΥΚΑΝ. Όταν του αναφέρθηκε ο λόγος της ανακοπής του, αμέσως παραδέχθηκε πως γνώριζε ότι το υπό αναφορά πακέτο περιείχε ναρκωτικά, τους υπέδειξε όμως ότι δεν ανήκε στον ίδιο αλλά στον φίλο του, Ivan Vidakovic (MK6), που ανέμενε έξω από το ταξί. Είπε ο κατηγορούμενος ότι μετέβη στο γραφείο της DHL για να δει αν τούτο ήταν ανοικτό για να μπορέσει στη συνέχεια ο Ivan Vidakovic (MK6), να το παραλάβει αφού το πακέτο ήταν στο όνομα του τελευταίου. Η εκδοχή του κατηγορούμενου είναι ότι η εμπλοκή του στο όλο εγχείρημα, ήταν εντελώς τυχαία και συμπωματική αφού δεν γνώριζε το περιεχόμενο του πακέτου και απλώς συνόδευε τον Ivan Vidakovic (MK6), που ήταν και ο παραλήπτης του πακέτου. Ο Ivan Vidakovic (MK6), τον ενέπλεξε στην υπόθεση καταμαρτυρώντας εναντίον του ψεύδη ώστε να εξασφαλίσει ευμενή μεταχείριση από την Κατηγορούσα Αρχή και συνεπακόλουθα ηπιότερη τιμωρία σε όσα του καταλογίστηκαν στο κατηγορητήριο. Ο κατηγορούμενος χειρίστηκε την υπόθεση χωρίς νομική αντιπροσώπευση κατόπιν δικής του συνειδητής επιλογής και μετά που του επεξηγήθηκαν - κατ' επανάληψιν - τα σχετικά του δικαιώματα από το Δικαστήριο. Κατά τη δίκη, δηλώθηκαν ως παραδεκτά και εγκρίθηκαν από το Δικαστήριο βάσει του άρθρου 19 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.9, σειρά γεγονότων που αφορούν σε ποικίλες συνιστώσες του ανακριτικού έργου και της υπόθεσης γενικότερα. Εντάξαμε και αναλύσαμε όλα τα παραδεκτά γεγονότα (ασχέτως αν δεν τα αναφέρουμε ρητώς στην απόφαση), στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, θεωρώντας τα ως δεδομένα (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 498, 501) και κρίνοντας τα καθηκόντως ως περιέχοντα παραδεκτή κατά το δίκαιο μαρτυρία (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων ν Δημοκρατίας (Αρ 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, 640). Η Κατηγορούσα Αρχή κάλεσε συνολικώς οκτώ μάρτυρες κατηγορίας, ενώ ο κατηγορούμενος, μετά που κλήθηκε σε απολογία, επέλεξε να δώσει μαρτυρία ενόρκως δίχως να καλέσει άλλους μάρτυρες προς υπεράσπιση του, όπως είχε κάθε δικαίωμα να πράξει. Κάθε αποδεκτή αναφορά των μαρτύρων κατηγορίας αλλά και του κατηγορούμενου (ως μάρτυρα), όπως και το περιεχόμενο των κατατεθέντων τεκμηρίων, αξιολογήθηκαν πλήρως και στον επιτρεπτό βαθμό, έστω και αν δεν διατυπώνονται γλωσσικώς στο σκεπτικό μας. Δεν απαιτείται εδώ - και δεν συνίσταται, για πρακτικούς κυρίως λόγους - η επανάληψη του συνόλου της μαρτυρίας των μαρτύρων και του κατηγορούμενου και η αναφορά σε κάθε επιμέρους πτυχή της (βλ. κατ΄ αναλογίαν, G & K Exclusive Fashions Ltd v Παπαδόπουλου και Άλλων
(2001)1(Α) ΑΑΔ 88, 92, Paphos Stone C Estates v Ζαβρού και Άλλου
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1854, 1859). Εκείνο που καθηκόντως πράξαμε, είναι να προσδιορίσουμε τα επίδικα θέματα, να τα συναρθρώσουμε με τα ουσιώδη μέρη της μαρτυρίας και να καταλήξουμε σε σαφή και σχετικά ευρήματα (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Λάρκου ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1399, 1406). Παραθέτουμε, σε πρώτο στάδιο, τη σύνοψη της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας έτσι ώστε να καταστεί κατανοητό το ευρύτερο πλέγμα της υπόθεσης. Θα ακολουθήσει αμέσως μετά - για τους ίδιους λόγους που αναφέρθηκαν σε σχέση με την παράθεση της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας - η περίληψη της ένορκης μαρτυρίας του κατηγορούμενου. Ο Αρχιαστυφύλακας Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου (ΜΚ1), ήταν το πρόσωπο που στις 18.2.13, συνέλαβε τον κατηγορούμενο στα γραφεία της ΥΚΑΝ, στη Λάρνακα, δυνάμει δικαστικού εντάλματος (Τεκμήριο 1). Τον ανέκρινε. Ήταν συνεργάσιμος. Ο κατηγορούμενος κατέγραψε ιδιοχείρως, στη μητρική του γλώσσα, την κατάθεση του (Τεκμήριο 2). Η κατάθεση αυτή αυθημερόν και συγχρόνως μεταφράστηκε στα Ελληνικά (Τεκμήριο 2Α). Ο Αστυφύλακας Λεωνίδας Λεωνίδου (ΜΚ2), υιοθετώντας την κατάθεση του (Έγγραφο Β), αναφέρθηκε στην εμπλοκή του κατά το στάδιο της εξέλιξης των γεγονότων της υπό συζήτηση υπόθεσης. Μετέβη αρχικώς στα γραφεία του Τμήματος Τελωνείου στο Αεροδρόμιο Λάρνακας όπου και παρέλαβε το πακέτο με τα ναρκωτικά. Στη συνέχεια, μαζί με άλλους συναδέλφους του, μετέβη στα κεντρικά γραφεία της εταιρείας DHL στο Καλό Χωριό Λάρνακας, όπου και ανέκοψε μαζί με άλλο συνάδελφο του τον κατηγορούμενο, μετά την έξοδο του τελευταίου από τα γραφεία της εταιρείας. Όταν πληροφόρησε τον τελευταίο για το λόγο της ανακοπής του, επισύροντας του την προσοχή στο νόμο, αυτός του ανέφερε ότι το πακέτο περιείχε ναρκωτικά και ότι ανήκε στον Ivan Vidakovic (MK6). Ο κατηγορούμενος, όντας καθ΄ όλα συνεργάσιμος, χωρίς να είναι υπό σύλληψη τη δεδομένη στιγμή, ακολούθησε τον μάρτυρα, όπως του ζητήθηκε, στα γραφεία της ΥΚΑΝ στη Λάρνακα. Ο μάρτυς, εξηγώντας ότι ήταν ο χειριστής τεκμηρίων στην υπό εξέταση υπόθεση, έθεσε υπόψη του Δικαστηρίου κατάλογο τεκμηρίων τον οποίο ετοίμασε (Έγγραφο Γ), καταθέτοντας ταυτοχρόνως τα σχετικά τεκμήρια στη δίκη και εξηγώντας τη διακίνησή τους. Ο αρχιαστυφύλακας Κωνσταντίνος Καραγιώργης (ΜΚ3), παρουσίασε έγγραφα που άπτονται της εξασφάλισης έγκρισης της ελεγχόμενης παράδοσης των ναρκωτικών (Τεκμήρια 27, 28 και 29), ως επίσης και τη συγκατάθεση του κατηγορούμενου για έλεγχο του ηλεκτρονικού του υπολογιστή. Η Άντρη Φλουρέντζου (ΜΚ4), τελωνειακή λειτουργός στο Αεροδρόμιο Λάρνακας, εκτελώντας τον συνήθη έλεγχο στα πλαίσια των καθηκόντων της, εντόπισε στις 18.2.13 και περί ώρα 0930, το πακέτο με αριθμό air waybill
- Αποστολέας φερόταν συγκεκριμένο πρόσωπο από το Μαυροβούνιο ενώ παραλήπτης ο Pavec Klaman από τη Λάρνακα, με αριθμό τηλεφώνου
- Κινώντας της την περιέργεια, το άνοιξε, διαπιστώνοντας ότι περιείχε τέσσερα σκευάσματα, τυλιγμένα με διαφανή πλαστική μεμβράνη. Βρίσκοντας ότι τα σκευάσματα περιείχαν πράσινη ξηρή φυτική ύλη η οποία έμοιαζε με κάνναβη, ενημέρωσε τους υπευθύνους, οι οποίοι με τη σειρά τους κάλεσαν την ΥΚΑΝ για περαιτέρω διερεύνηση. Ο αστυφύλακας Χρίστος Στυλιανού (ΜΚ5), ήταν το πρόσωπο το οποίο μετά την εξασφάλιση της έγκρισης για ελεγχόμενη παράδοση των ναρκωτικών, παρέλαβε το πακέτο, στο οποίο τοποθετήθηκαν ομοιώματα ναρκωτικών και το μετέφερε στα κεντρικά γραφεία της DHL στην περιοχή Καλού Χωριού στη Λάρνακα, όπου επρόκειτο να λάβει χώραν η ελεγχόμενη παράδοση. Εκεί, ο υπεύθυνος της εταιρείας τηλεφώνησε στον αριθμό 96274894 - που αναγραφόταν στο πακέτο - ενημερώνοντας στα Αγγλικά τον συνομιλητή του ότι το πακέτο βρισκόταν στα ως άνω γραφεία. Η απάντηση που έλαβε από τον συνομιλητή ήταν ότι ο τελευταίος, ενόψει του γεγονότος ότι βρισκόταν εκτός πόλης, θα περνούσε μετά από δύο ώρες να το παραλάβει. Ενώ ο μάρτυς βρισκόταν στα κεντρικά γραφεία της DHL, περί ώρα 17:15, εισήλθε ο κατηγορούμενος ρωτώντας υπάλληλο της εταιρείας γενικές πληροφορίες για αποστολή πακέτου στη χώρα του χωρίς όμως να ρωτήσει οτιδήποτε που να αφορούσε στο συγκεκριμένο πακέτο. Ο Ivan Vidakovic (ΜΚ6), αναφέρθηκε στις συνθήκες γνωριμίας του με τον κατηγορούμενο και στις φιλικές σχέσεις που ανέπτυξαν. Ήταν στα πλαίσια αυτών των στενών σχέσεων που εκμυστηρεύτηκε στον κατηγορούμενο το γεγονός ότι ο ίδιος κατάφυγε στην Κύπρο αντιμετωπίζοντας προβλήματα με τη δικαιοσύνη της χώρας καταγωγής του (Μαυροβούνιο), χρησιμοποιώντας πλαστό δελτίο ταυτότητας. Επέμενε ότι ο κατηγορούμενος γνωρίζοντας τούτο, εκβίαζε τον ίδιο να συγκατανεύσει όπως χρησιμοποιήσουν το πλαστό του όνομα για να εισάξουν ναρκωτικά στην Κύπρο. Ο κατηγορούμενος, προέβη σε όλες τις διευθετήσεις αποστολής των ναρκωτικών, χρησιμοποιώντας το δικό του ηλεκτρονικό υπολογιστή του οποίου τον κωδικό πρόσβασης γνώριζε. Ο μάρτυς, παρά το γεγονός ότι ενέδωσε στον εκβιασμό του κατηγορούμενου - φοβούμενος ότι διαφορετικά, ο κατηγορούμενος θα αποκάλυπτε στις αρχές της Δημοκρατίας την πραγματική του ταυτότητα με αποτέλεσμα να απελαθεί στο Μαυροβούνιο - σκοπίμως έδωσε στον κατηγορούμενο ορθογραφικώς λανθασμένα το όνομα του, αποσκοπώντας στο να αποφύγει ο ίδιος την παραλαβή του πακέτου. Η Μαρία Αυξεντίου (ΜΚ7), Χημικός Α΄ Τάξης στο Γενικό Χημείο του Κράτους, επιβεβαίωσε, υιοθετώντας τη σχετική έκθεση της (Τεκμήριο 25), ότι η συμπιεσμένη πράσινη ξηρή φυτική ύλη που βρισκόταν στις συσκευασίες εντός του πακέτου, αποτελεί ναρκωτική ουσία και ειδικότερα κάνναβη, από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη. Ο Όμηρος Φανή (ΜΚ8), οδηγός ταξί, υιοθετώντας σχετική κατάθεση του (Τεκμήριο 38), επιβεβαίωσε το γεγονός ότι στις 18.2.13, μετέφερε τον κατηγορούμενο (τον οποίο γνώριζε από προηγουμένως) και δεύτερο άτομο στα γραφεία της DHL στο Καλό Χωριό Λάρνακας. Ενωρίτερα την ίδια ημέρα αντιλήφθηκε τους δύο να πηγαίνουν πεζή από την οδό Ζήνωνος Κιτιέως προς την Αστυνομία Λάρνακας. Ο κατηγορούμενος, κατά την ένορκη του μαρτυρία, αφού αναφέρθηκε στις προσωπικές του περιστάσεις και δραστηριότητες στην Κύπρο, εξήγησε ότι στις 18.2.13, περί ώρα 14:00 συνάντησε τον Ivan Vidakovic (MK6), ο οποίος τον ενημέρωσε ότι θα πήγαινε στα γραφεία της DHL στη Λάρνακα για να παραλάβει κάποιο πακέτο. Ο ίδιος δεν γνώριζε οτιδήποτε για το περιεχόμενο του πακέτου. Όντας φίλοι, τον συνόδευσε προς τούτο, πλην όμως ο Ivan Vidakovic (MK6), ο οποίος εισήλθε μόνος στο συγκεκριμένο κατάστημα, όπως τον πληροφόρησε, ενημερώθηκε ότι το πακέτο βρισκόταν σε άλλο κατάστημα της DHL στη Λάρνακα. Αργότερα, την ίδια ημέρα, ο Ivan Vidakovic (MK6) τού ζήτησε να τον βοηθήσει να μεταβούν στα γραφεία όπου βρισκόταν το πακέτο που ανέμενε για να το παραλάβουν. Μίσθωσαν προς τούτο και με πρωτοβουλία του κατηγορούμενου, ταξί που ανήκε σε φίλο του. Φθάνοντας εκεί, παρά τις αναφορές του Ivan Vidakovic ότι τα γραφεία ήσαν κλειστά, ο ίδιος, επιθυμώντας να πάρει πληροφορίες για την αποστολή βιβλίων μέσω της συγκεκριμένης εταιρείας στη Σερβία, προθυμοποιήθηκε να ελέγξει αν τα γραφεία ήταν όντως ανοικτά. Αφού διαπίστωσε ότι τα γραφεία της εταιρείας λειτουργούσαν κανονικά, συνομίλησε με τους υπεύθυνους για τη δυνατότητα και το κόστος αποστολής βιβλίων στη Σερβία. Ενώ επέστρεφε προς το ταξί που ήταν σταθμευμένο σε παρακείμενο χώρο στάθμευσης για να συναντήσει τον Ivan Vidakovic (MK6), ανακόπηκε από αστυνομικούς οι οποίοι άρχισαν να του φωνάζουν και να τον χτυπούνε. Περνώντας του χειροπέδες, τον οδήγησαν σε Αστυνομικό Σταθμό όπου και πάλιν, αρκετές φορές τον χτύπησαν στο πρόσωπο ζητώντας του να πει ότι το πακέτο ήταν δικό του και ότι γνώριζε τι περιείχε. Με τον ίδιο τρόπο, ισχυρίστηκε, μεταχειρίστηκαν οι αστυνομικοί και τον Ivan Vidakovic (MK6). Το ότι οι αστυνομικοί τον κακοποιούσαν, ξυλοκοπούσαν και κλωτσούσαν κατ΄ επανάληψιν, μπορούσε να επιβεβαιώσει και η παριστάμενη εκεί διερμηνέας. Κάτω από αυτές τις συνθήκες και την πίεση, εισηγήθηκε, είναι που προέβη στην κατάθεση του (Τεκμήριο 2). Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Κατηγορούσας Αρχής υποστήριξε ότι η μαρτυρία που παρουσιάστηκε εναντίον του κατηγορούμενου, δεν αφήνει καμία λογική αμφιβολία, συνολικώς αποτιμώμενη, περί της διάπραξης των επιδίκων αδικημάτων από αυτόν. Αντιθέτως, ο κατηγορούμενος υποστήριξε ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει τις κατηγορίες που του αποδίδονται, επιμένοντας στην αθωότητα του και προτάσσοντας κυρίως (και ανάμεσα σε άλλα), την αναξιοπιστία του πρώην συγκατηγορούμενου του ως δόρυ των εισηγήσεων του. Θα αναφερθούμε πιο εξειδικευμένα στην προταχθείσα επιχειρηματολογία των μερών, όπου κρίνουμε ότι αυτό χρειάζεται, δίχως ασφαλώς να έχουμε υποχρέωση απάντησης σε κάθε εγειρόμενο και επουσιώδες επιχείρημα (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Οδυσσέα ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 490, 495), ή ενασχόλησης με κάθε στοιχείο μαρτυρίας ή διαζευκτικής εκδοχής ή πιθανότητας που προβάλλεται και κρίνεται στην ολότητα της μαρτυρίας ως αντικειμενικώς απίθανο ή παράλογο (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Τιμοθέου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 24/12, ημ. 23.10.12). Εάν η προσέγγιση που εξηγούμε ήταν διαφορετική από αυτή που περιγράφουμε, τότε θα καλούμασταν να εξετάσουμε πιθανότητες ή θεωρίες ως προς τα συμβάντα, που δεν θα μπορούσαν ευλόγως να εξαχθούν από τη μαρτυρία, κάτι που δεν αποτελεί δικαστικό έργο (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Αθηνής ν Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 41, 55, Ιωάννου και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2001)2 ΑΑΔ 195, 224). Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε και ακούσουμε με την ίδια προσοχή και υπομονή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενόρκως ενώπιον μας, συμπεριλαμβανομένου ασφαλώς και του κατηγορούμενου. Αξιολογώντας τη μαρτυρία τους (με πλήρη πάντα επίγνωση ότι η αξιοπιστία εκτιμάται αποσυναρτημένα επιπέδου απόδειξης), θέσαμε ως δείκτη, ανάμεσα σε άλλα, το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και εμβέλεια των γνώσεων των μαρτύρων, στο βαθμό που τούτες αφορούσαν σε αυτά για τα οποία κατέθεταν, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, τις ευκαιρίες που είχαν οι μάρτυρες να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να θυμούνται ή να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, την ύπαρξη σε αυτές, υπερβολών ή ουσιαστικών ανακολουθιών και αντιφάσεων (σε συγκριτική εξέταση με τις όποιες μικροαντιφάσεις), την ύπαρξη προηγούμενων γραπτών ή προφορικών ασυνεπών ή αντιφατικών δηλώσεων, την ειλικρίνεια και τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους στο εδώλιο του μάρτυρα, την ύπαρξη νευρικότητας ή επιφυλακτικότητας τους και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία. Ήμασταν εξαιρετικά προσεκτικοί στο να μην αποδώσουμε υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά χαρακτηριστικά της συμπεριφοράς των μαρτύρων, γνωρίζοντας ότι κάτι τέτοιο ενδεχομένως να ενέχει κινδύνους (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797,1806), επειδή δεν είναι σπάνιο, κάποιοι μάρτυρες να έχουν ιδιαίτερη ικανότητα στο να προβάλλουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), μα και διότι κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο του μάρτυρα μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών χωρίς αναγκαστικώς αυτές να εκπορεύονται από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Αξιολογώντας τη μαρτυρία, δεν περιοριστήκαμε μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας κάθε μάρτυρα ξεχωριστά (Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489, 500), αλλά την παραβάλαμε και διερευνήσαμε στο σύνολο της υπόλοιπης μαρτυρίας είτε αυτή προερχόταν από την Κατηγορούσα Αρχή είτε από την Υπεράσπιση (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Βασιλείου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 159/09, ημ. 4.5.12, Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172, 1175). Επιπρόσθετο εφόδιο αξιολόγησης αποτέλεσε η δικαστική μας τριβή, εμπειρία και γνώση περί της ανθρώπινης φύσης, που κατά τη νομολογία, αποτελούν γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη βεβαίως), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ΄ αναλογίαν, C & A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Σε σχέση με τους πραγματογνώμονες μάρτυρες δεν θεωρήσαμε κατά την αξιολόγηση τους τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο τόσο σημαντική όσο στην περίπτωση των άλλων μαρτύρων και τούτο κατ' ακολουθίαν σαφών υποδείξεων της νομολογίας επί του θέματος, με ενδεικτική και μόνο την αναφορά στην Αθηνής ν Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 41, 62-65, χωρίς όμως αυτό να σημαίνει και πάλι, ότι αξιολογήσαμε τη μαρτυρία τους στη βάση άλλων από τις καθιερωμένες αρχές ή τους αντιμετωπίσαμε κατά διαφορετικό τρόπο από τους υπόλοιπους μάρτυρες, μια και κάτι τέτοιο θα ήταν παντελώς ασύμβατο με τις προρρηθείσες νομολογιακές αρχές (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν Κονναρή
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 2298, 2309-2310 και Ψάλτης ν Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 113, 119). Χωρίς αμφιβολία, η σοβαρότητα και υπευθυνότητα με την οποία οι μάρτυρες που κατέθεσαν ως πραγματογνώμονες προσέγγισαν το έργο τους, αποτέλεσε σημαντικό στοιχείο αξιολόγησης τους (βλ. κατ΄αναλογίαν, Μιτσιγιώργη και Άλλος ν Αδελφών Γαλάζη (Ομόρρυθμης Εταιρείας)
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1811, 1814). Τη μαρτυρία των αστυνομικών οργάνων την προσεγγίσαμε με ιδιαίτερη προσοχή, έχοντας υπόψη κάποιες παρατηρήσεις που αναφέρθηκαν στη Volettos v The Republic
(1961)CLR 169, 180-182, προκειμένου να διακριβώσουμε αν όλα όσα ανέφεραν, εξέφραζαν πιστώς και με ακρίβεια την πραγματικότητα. Προτού προχωρήσουμε με τη διατύπωση της κρίσης μας περί της αξιοπιστίας των μαρτύρων και της προσαχθείσας μαρτυρίας, θεωρούμε κατάλληλο το στάδιο, να σημειώσουμε και υπενθυμίσουμε δυο ιδιαίτερα σημαντικές πτυχές που αφορούν στην αξιολόγηση. Η πρώτη, σχετίζεται με το ότι ένας μάρτυς δεν μπορεί να ενισχύσει άλλον μάρτυρα όταν ο καθένας από αυτούς είναι συνεργός με τον κατηγορούμενο στο ίδιο αδίκημα. Τούτο, προκύπτει από τις πρόνοιες του άρθρου 23 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, αλλά και από νομολογία όπως η Makris Alias Petinos v The Police
(1961)CLR 330, 337, Demetriou v The Republic
(1961)CLR 309, 314-316, DPP v Kilbourne
(1973)1 All ER 440, 446-448, DPP v Hester
(1972)3 All ER 1056, 1077-1078 και R v Baskerville (1916-17) All ER Rep 38, 43-44. Η δεύτερη, αφορά στον τρόπο με τον οποίο απαιτείται να προσεγγιστεί η μαρτυρία συνεργού για να κριθεί - αναλόγως με το τι αυτή εκφράζει στην κάθε περίπτωση - εάν μπορεί να αποτελέσει ασφαλή βάση για καταδίκη, δεδομένης της υπό αναφορά ιδιότητας του (βλ. Petrosyan v Αστυνομίας
(2003)2 ΑΑΔ 90, 96-97, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων ν Δημοκρατίας (Αρ 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, 653-660, Ευαγγέλου ν Αστυνομίας (Αρ 1)
(1999)2 ΑΑΔ 24, 33-41, Αριστοδήμου άλλως Γιουρούκκης
(1993)2 ΑΑΔ 231, 247-249 και Zacharia v The Republic
(1962)CLR 52, 60-64). Οι μάρτυρες της Κατηγορούσας Αρχής μάς δημιούργησαν πολύ καλή εντύπωση. Ήσαν θετικοί, δεν παλινδρομούσαν και απαντούσαν απεριφράστως, χωρίς καθόλου να κλονιστούν κατά την αντεξέταση. Η μαρτυρία τους, μεταξύ άλλων, κρινόμενη στην ολότητα της - αλλά και μεμονωμένως - συνήδε πλήρως και με το περιεχόμενο της γραπτής και πραγματικής μαρτυρίας που αφορούσε σε αυτά περί των οποίων κατέθεταν και ήταν λεπτομερής, συμπαγής και αταλάντευτη ως προς την ουσία που εξέφραζε. Κάποιες μικροαντιφάσεις και μικροανακολουθίες που μπορεί να παρατηρήθηκαν, καθόλου δεν επηρέασαν τη θετικότητα της γενικής προκύπτουσας εικόνας, με το γεγονός αυτό, μάλιστα, να αποτελεί, αναλόγως της περίπτωσης και ένδειξη έλλειψης αθέμιτης προσυνεννόησης και προσχεδιασμού μεταξύ των μαρτύρων για το τι θα πουν. Εκτός αυτού, γνωρίζουμε ότι η μαρτυρία ενός μάρτυρα δεν αναμένεται να συνάδει απολύτως με τη μαρτυρία των υπολοίπων μαρτύρων και ότι οι διαφορές στη μαρτυρία - αναλόγως του είδους τους βεβαίως - είναι αναπόφευκτες (Τυμπιώτης ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 612, 629). Όπως θα παραθέσουμε με κάποια λεπτομέρεια κατωτέρω, ο κατηγορούμενος μάς δημιούργησε αρνητική εντύπωση ως μάρτυς. Με το δέοντα σεβασμό, αναφέρουμε ότι αυτός ήταν ασαφής, αμφίλογος και αμφιρρεπής. Οι απαντήσεις του χαρακτηρίζονταν από διστακτικότητα και μια αισθητή, θα πρέπει να πούμε, προσπάθεια αποστασιοποίησης από οτιδήποτε θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αντικειμενικώς βλαπτικό της εκδοχής και των συμφερόντων που προωθούσε. Προτού προχωρήσουμε με τις επιμέρους αξιολογήσεις κάποιων μαρτύρων κατηγορίας αλλά και του κατηγορούμενου, επισημαίνουμε τέσσερα τινά. Πρώτο, ότι όλοι ανεξαιρέτως οι μάρτυρες-αστυνομικοί απέδωσαν στο Δικαστήριο την πραγματικότητα όπως τη συνέλαβαν και συγκράτησαν, χωρίς διαθλάσεις, εξογκώσεις ή υπερβολές και δίχως να διακατέχονται από υπερβάλλοντα ζήλο κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους σε σχέση με την υπόθεση ή για αυτά περί των οποίων έδωσαν μαρτυρία (βλ. κατ΄ αναλογίαν, Fournaris and Another v The Republic
(1978)2 CLR 28, 36). Δεύτερο, αναφορικώς με τους μάρτυρες που κατέθεσαν μέσω διερμηνέα (δηλαδή, τον Ivan Vidakovic (MK6) και τον κατηγορούμενο), ήμασταν πολύ προσεκτικοί στο να ανιχνεύσουμε τυχόν δυσμενείς επιδράσεις ως εκ της διερμηνείας που μεσολαβούσε στη γενικότερη συμπεριφορά τους ως μαρτύρων (αλλά και εκφορά του λόγου), χωρίς ωστόσο να διαπιστώσουμε οτιδήποτε το μεμπτό. Τρίτο, προσεγγίζοντας το σύνολο της μαρτυρίας, είχαμε υπόψη και την εμπεδωμένη νομολογιακή αρχή ότι όταν δύο ή περισσότερα πρόσωπα ενεργούν από κοινού για την επίτευξη ενός κοινού σκοπού, οι ενέργειες και δηλώσεις του καθενός από αυτούς, που γίνονται κατά την επιδίωξη και προαγωγή του κοινού σκοπού, καθίστανται δεκτές ενάντια στον άλλο ή άλλους συνωμότες, αυτουργούς και συνεργούς και ότι τούτο ισχύει είτε υπάρχει κατηγορία για συνωμοσία είτε όχι, δεδομένου φυσικά ότι το επίδικο αδίκημα στο οποίο αφορά ο κοινός σκοπός διαπράχθηκε στην πορεία προώθησης της συνωμοσίας (βλ. Vrakas and Another v The Republic
(1973)2 CLR 139, 180-181). Τέταρτο, ότι με βάση τα όσα δήλωσε αναφορικώς με τις γνώσεις, κατάρτιση, ειδίκευση και εμπειρία της, δεχόμαστε ως πραγματογνώμονα για τα εξειδικευμένα θέματα περί των οποίων κατέθεσε, την Μαρία Αυξεντίου (ΜΚ7). Η μάρτυς αυτή ήταν λεπτομερής και συγκεκριμένη, αναπτύσσοντας τις θέσεις και τοποθετήσεις της με τρόπο τεκμηριωμένο, διαυγή, πλήρη και κατανοητό, παρουσιάζοντας με επάρκεια την επιστημονική βάση επί της οποίας στηρίχθηκε για εξαγωγή των συμπερασμάτων της και ενεργώντας σε πλήρη εναρμόνιση με τις επιταγές της νομολογίας, όπως αυτές διατυπώνονται μεταξύ, άλλων στις Παναγρίτη ν Χαραλάμπους, ΠΕ 320/08, ημ. 15.3.12 και Αντωνίου ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 766, 785-787. Εξετάζοντας τη μαρτυρία του Ivan Vidakovic (ΜΚ6), και έχοντας διαρκώς κατά νουν τις ως άνω αρχές που διέπουν την αξιολόγηση συνεργών μαρτύρων, σημειώνουμε ότι αυτή ήταν χωρίς αντιφάσεις ή αυτοαναιρέσεις ικανές από μόνες τους να κλονίσουν την αξιοπιστία του. Χαρακτηρίζεται δε από λεπτομέρεια που μόνο ένας που πραγματικά βίωσε πρωτογενώς όσα ο μάρτυς εξιστόρησε, θα μπορούσε να αποδώσει και παραθέσει με τον τρόπο και στην έκταση που αυτός το έπραξε. Είμαστε απολύτως βέβαιοι και δικαστικώς ασφαλείς ότι μπορούμε να βασιστούμε στη μαρτυρία του για την κατάληξη σε τελικά συμπεράσματα περί των διαδραματισθέντων, χωρίς καταφυγή σε οποιαδήποτε ενισχυτική μαρτυρία. Δεν διατηρούμε οποιαδήποτε αμφιβολία ότι οι αναφορές και τοποθετήσεις του σε σχέση με τις ουσιαστικές πτυχές της παρούσας υπόθεσης και την εξέλιξη των γεγονότων, όπως το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος ευθύς εξαρχής γνώριζε και συμμετείχε στη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων, ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, στο παρελθόν, οι δύο τους από κοινού χρησιμοποίησαν τις υπηρεσίες της εταιρείας DHL για την παραλαβή πακέτων από το εξωτερικό. Σημειώνουμε το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος, λόγω της στενής φιλικής του σχέσης με τον Ivan Vidakovic (MK6), είχε την ευχέρεια να χρησιμοποιεί τον ηλεκτρονικό υπολογιστή του τελευταίου, γνωρίζοντας τον αναγκαίο προς τούτο κωδικό πρόσβασης. Τούτο άλλωστε, πέραν του γεγονότος ότι ουδέποτε το αμφισβήτησε ο κατηγορούμενος, το επιβεβαίωσε - πέραν του Ivan Vidakovic (MK6) - και ο αστυφύλακας Κωνσταντίνος Καραγιώργης (ΜΚ3), στον οποίο ο κατηγορούμενος γνωστοποίησε το σχετικό κωδικό πρόσβασης κατά την εξέλιξη των αστυνομικών ερευνών. Με δεδομένη την δυνατότητα πρόσβασης στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του Ivan Vidakovic (ΜΚ6), ο κατηγορούμενος με άνεση μπορούσε να ενεργήσει κατά τον τρόπο που του αποδίδει ο Ιvan Vidacovic (MK6), δίδοντας του έτσι - όπως ο Ivan Vidakovic (MK6), παραδέχτηκε σχολιάζοντας το περιεχόμενο του Tεκμηρίου 37A (Έκθεση Εργαστηρίου Ηλεκτρονικών Δεδομένων) - τη δυνατότητα να παρακολουθεί μέσω του ηλεκτρονικού του υπολογιστή την πορεία του πακέτου με τα ναρκωτικά που και οι δύο επιθυμούσαν να εισαγάγουν στην Κύπρο στα πλαίσια του κοινού συνωμοτικού τους σκοπού και σχεδιασμού. Η προσπάθεια του Ivan Vidakovic (ΜΚ6), σε κάποιες περιπτώσεις να δικαιολογήσει τη δική του συνδρομή και συμμετοχή στη διάπραξη των επίδικων αδικημάτων, όπως για παράδειγμα όταν επέμενε ότι ενεπλάκη στη διάπραξη τους εκβιαζόμενος ουσιαστικά από τον κατηγορούμενο ότι ο τελευταίος θα αποκάλυπτε την πλαστή ταυτότητα του μάρτυρα στις αρχές της Δημοκρατίας, με αποτέλεσμα, όπως φοβόταν, να απελαθεί στη χώρα του, όπου και θα αντιμετώπιζε τις συνέπειες εμπλοκής του σε εγκληματικές πράξεις (σχετιζόμενες με ναρκωτικά), δεν θα μπορούσε να μας οδηγήσει εδώ σε αντίθετη κατάληξη περί της αξιοπιστίας του. Αντιθέτως, βρίσκουμε τη συμπεριφορά του αναμενόμενα φυσιολογική και ενδεικτική της αξιοπιστίας του. Επανερχόμαστε στον κατηγορούμενο για να παραθέσουμε αμέσως την αιτιολογική μας κρίση περί της αναξιοπιστίας του. Η εκδοχή που επιχείρησε να προωθήσει ο κατηγορούμενος κατά τη δίκη, ότι δηλαδή δεν γνώριζε τίποτε περί του περιεχομένου του επίδικου πακέτου, πόσω δε μάλλον ότι σε αυτό περιέχονταν ναρκωτικά, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τη γραπτή του κατάθεση/ομολογία (Τεκμήρια 2 και 2Α), όπου παραδέχεται ότι γνώριζε ότι εντός του πακέτου αυτού περιείχοντο όντως ναρκωτικά. Ο κατηγορούμενος δεν αμφισβήτησε την αυθεντικότητα και θεληματικότητα της γραπτής του κατάθεσης/ομολογίας όταν αυτή κατατίθετο ως τεκμήριο στη διαδικασία. Είναι, βεβαίως, γεγονός ότι επιχείρησε σε κάποιο στάδιο να εγείρει ερωτηματικά σε σχέση με τις συνθήκες κάτω από τις οποίες λήφθηκε η γραπτή κατάθεση/ομολογία του - ακόμη και κατά την αντεξέταση μαρτύρων κατηγορίας - ποτέ όμως δεν υπέβαλε οποιοδήποτε αίτημα για άλλο δικονομικό χειρισμό των πραγμάτων. Στις νοητικές διεργασίες που προβήκαμε κατά την αποτίμηση του περιεχομένου της γραπτής κατάθεσης/ομολογίας του κατηγορούμενου - αλλά και του θέματος της γενικότερης του αξιοπιστίας ως μάρτυρα - δεν λησμονήσαμε καθόλου ούτε και το γεγονός ότι ο κατηγορούμενος προέβη επιτόπου στη σκηνή του επίδικου περιστατικού στις 18.2.13 (και πολύ πριν τη λήψη της γραπτής κατάθεσης/ομολογίας του), σε προφορική ομολογία/παραδοχή προς τον Λεωνίδα Λεωνίδου (ΜΚ2), ότι γνώριζε ότι εντός του πακέτου υπήρχαν ναρκωτικά. Υπογραμμίζουμε ότι ούτε και γι΄ αυτήν την προφορική παραδοχή/ομολογία προβλήθηκε οποιαδήποτε ένσταση από τον κατηγορούμενο κατά τη δίκη, όπως και το ότι ο κατηγορούμενος, συζητώντας το ζήτημα τού κατά πόσο είχε ενημερωθεί από την Αστυνομία για τα δικαιώματα του και τη δυνατότητα να τύχει νομικής αντιπροσώπευσης κατά τους κρίσιμους χρόνους σύλληψης και κράτησης του, υπογράμμισε ότι η όποια νομική συμβουλή ή αντιπροσώπευση θα τύγχανε δεν θα άλλαζε το τι είχε αναφέρει στην εν λόγω γραπτή κατάθεση/ομολογία του - κάτι που εξάλλου διατράνωσε και κατά την αντεξέταση του. Σημειώσαμε επίσης ότι από τη μια, ο κατηγορούμενος πρότασσε ότι ήταν συνεργάσιμος από την πρώτη στιγμή προσέγγισης του από την Αστυνομία στη σκηνή του περιστατικού και από την άλλη, ότι - παρόλο που ήταν συνεργάσιμος - άρχισε να δέχεται κτυπήματα από τους αστυνομικούς χωρίς οποιοδήποτε αποχρώντα λόγο. Ασφαλώς, δεν αποκλείεται στη θεωρία των πραγμάτων να τύχει κανείς μια τέτοιας απαράδεκτης ομολογουμένως αντιμετώπισης, όταν τούτη δεν δικαιολογείται από το νόμο. Θα ανέμενε όμως κανείς ότι ένας τέτοιος ισχυρισμός θα επιρρωνόταν αν μη τι άλλον με σοβαρότητα και πειστικότητα - τουλάχιστον, στο βαθμό που θα δικαιολογούσε, για παράδειγμα, τη διεξαγωγή δίκης εντός δίκης για να αποφασιζόταν η θεληματικότητα της προκύψασας γραπτής ή και προφορικής ομολογίας/παραδοχής του κατηγορούμενου - ιδιαίτερα όταν (όπως ισχυρίστηκε ο κατηγορούμενος), η βιαιοπραγία την οποία υπέστηκε έλαβε χώραν ενώπιον τρίτου προσώπου το οποίο ποτέ ο κατηγορούμενος δεν θεώρησε σωστό να καλέσει ως μάρτυρα στη διαδικασία παρόλο που, με βάση τα λεχθέντα του (για παράδειγμα κατά την αντεξέταση του Ivan Vidakovic (ΜΚ6), γνώριζε καλώς ότι είχε τέτοιο δικαίωμα να πράξει, πέραν βεβαίως της σαφούς πληροφόρησης που έτυχε από το Δικαστήριο μετά που κλήθηκε σε απολογία για τα σχετικά του δικαιώματα, τα οποία ανέφερε ότι κατανόησε πλήρως. Εκ των υστέρων επινοήσεις θεωρούμε ότι αποτελούν και οι αναφορές του κατηγορούμενου ότι στη γραπτή του κατάθεση/ομολογία έγραψε με διαφορετικό τρόπο τη λέξη ναρκωτικά. Η θέση αυτή του κατηγορούμενου σκοπούσε στο να τον αποστασιοποιήσει από τη διάπραξη των αδικημάτων που του καταλογίζονται - και ειδικότερα της κατοχής των ναρκωτικών - πέραν ασφαλώς του ζητήματος της απουσίας θεληματικότητας (κατά τον κατηγορούμενο), της γραπτής κατάθεσης/ομολογίας που έδωσε προς την Αστυνομία. Πάντως, εμείς όπως είχαμε καθήκον να πράξουμε, εξονυχίσαμε τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες διατυπώθηκε τόσο η προφορική όσο και η γραπτή ομολογία/παραδοχή του κατηγορούμενου σε σχέση με το περιεχόμενο του επίδικου πακέτου, έτσι ώστε να αποκλείσουμε κάθε πιθανότητα ύπαρξης οιασδήποτε περίστασης που θα μπορούσε να οδηγήσει σε άλλες δικαστικές σκέψεις και καταλήξεις. Δεν διαπιστώσαμε οτιδήποτε το μεμπτό. Τουναντίον, η αξιόπιστη ενώπιον μας μαρτυρία καταδεικνύει σαφώς ότι η προφορική και γραπτή παραδοχή/ομολογία του κατηγορούμενου - σε σχέση με το τι συζητούμε - διατυπώθηκε και λήφθηκε νομίμως και με την πλήρη συναίνεση και συνεργασία του κατηγορούμενου, ο οποίος δήλωνε εμφαντικώς περί της αλήθειας του περιεχομένου της και του οποίου (κατηγορούμενου) - τα νομικά δικαιώματα τηρήθηκαν πλήρως από τις ανακριτικές και αστυνομικές αρχές σε κάθε στάδιο. Παρεμβάλλουμε και το εξής σημαντικό. Αξιολογώντας το ζήτημα της προφορικής και γραπτής ομολογίας/παραδοχής του κατηγορούμενου, δεν διέλαθε την προσοχή μας ούτε για μια στιγμή ότι τούτη η παραδοχή αφορά αποκλειστικώς στο ζήτημα της γνώσης του κατηγορούμενου περί του παράνομου περιεχομένου του πακέτου που παρέλαβε από την DHL και ότι τούτη δεν μπορεί - αποσπασματικά και αυθαίρετα - να αποτιμηθεί και εκληφθεί δικαστικώς ως αποδεικνύουσα, άνευ ετέρου, τις αποδιδόμενες στον κατηγορούμενο προγενέστερες κακουργηματικές του συμπεριφορές σε σχέση με τα επίδικα ναρκωτικά. Επανερχόμενοι στα της ευρύτερης αξιοπιστίας του κατηγορούμενου ως μάρτυρα, σημειώνουμε ότι, πέραν της ουσιώδους αντίφασης του σε σχέση με το ζήτημα της γνώσης ή όχι του περιεχομένου του επίδικου πακέτου, καθόλου δεν εντυπωσιαστήκαμε από τον τρόπο με τον οποίο απάντησε κατά την αντεξέταση σε ερωτήσεις σχετικές με ένα άλλο ουσιώδες ζήτημα της υπόθεσης που αφορά στην αποδιδόμενη συνωμοσία του με τον Ivan Vidakovic (ΜΚ6), εκείνο δηλαδή της πρόσβασης που είχε ο κατηγορούμενος στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του τελευταίου. Ο κατηγορούμενος παρουσιάστηκε πολύ διστακτικός κατά την αντεξέταση στο να αναφέρει κατά πόσο είχε ή δεν είχε πρόσβαση στον εν λόγω ηλεκτρονικό υπολογιστή, εκείνου δηλαδή του υπολογιστή που χρησιμοποιήθηκε για την παραγγελία των ναρκωτικών και την παρακολούθηση της πορείας τους προς την Κύπρο (βλ. Τεκμήριο 14). Κατά την αντεξέταση, παραδέχθηκε ότι είχε πρόσβαση στον υπολογιστή μεριμνόντας όμως ταυτοχρόνως να συμπλέξει το θέμα της πρόσβασης με εκείνο της απλής παρακολούθησης και χρήσης του υπολογιστή, με τρόπο συγκεχυμένο και αόριστο. Ακολούθως, ο κατηγορούμενος παραδέχθηκε ότι χρησιμοποιούσε τον υπολογιστή του Ivan Vidakovic (ΜΚ6), αλλά μόνο όταν ο τελευταίος βρισκόταν μαζί του. Τούτη η θέση έδωσε περαιτέρω ερείσματα για αντεξέταση του κατηγορούμενου επί του ζητήματος της εξασφάλισης πρόσβασης στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του Ivan Vidakovic (ΜΚ6), με τη χρήση του κωδικού, με τον κατηγορούμενο όμως να αποφεύγει να απαντήσει σαφώς σε ό,τι αφορά στη σημασία του κωδικού αυτού στο ευρύτερο θέμα της πρόσβασης στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του Ivan Vidakovic (MK6), λέγοντας ότι δεν ήταν απαραίτητο να γνώριζε τον κωδικό επειδή ο Ivan Vidakovic (ΜΚ6), ήταν μαζί του όταν ο κατηγορούμενος κοιτούσε στον υπολογιστή, γνωρίζοντας βεβαίως ο κατηγορούμενος για τη σημασία του θέματος αυτού μια και κατά τον Κωνσταντίνο Καραγιώργη (ΜΚ3), ο κατηγορούμενος του είχε αναφέρει τον κωδικό πρόσβασης στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του Ivan Vidakovic (ΜΚ6), εξηγώντας ότι δεν κατέγραψε τη θέση αυτή μετά από επιθυμία του κατηγορούμενου ειδάλλως θα φαινόταν ότι πρόδιδε και κατονόμαζε τον Ivan Vidakovic (ΜΚ6). Αυτή την τελευταία θέση του Κωνσταντίνου Καραγιώργη (ΜΚ3), ο κατηγορούμενος ουδέποτε αμφισβήτησε κατά την αντεξέταση του συγκεκριμένου μάρτυρα. Παρενθετικώς, ο κατηγορούμενος ουδέποτε αμφισβήτησε τη θέση του Ivan Vidakovic (ΜΚ6), ότι ο πρώτος, όχι μόνο είχε πρόσβαση στον ηλεκτρονικό υπολογιστή του Ivan Vidakovic (MK6), αλλά γνώριζε και τον κωδικό πρόσβασης σε αυτό, ως εκ της φιλίας και καθημερινής τους συνεύρεσης. Μια άλλη πτυχή της μαρτυρίας του κατηγορούμενου που μπορεί να φαίνεται στον αντικειμενικό παρατηρητή ως επουσιώδης ή έστω συμπτωματική για κάποιο λόγο - αλλά που δεν είναι, όπως είχαμε την ευκαιρία να παρατηρήσουμε κατά τη στιγμή εκφοράς της μαρτυρίας από τον κατηγορούμενο - ήταν και η αποφυγή άμεσης απάντησης στο ερώτημα που του τέθηκε κατά την αντεξέταση ως προς το γιατί συνόδευσε τον Ivan Vidakovic (MK6), στα γραφεία της DHL. Ο κατηγορούμενος απέφυγε να απαντήσει μιλώντας γενικώς για άσχετα θέματα. Παραθέτουμε τη στιχομυθία: «Ε. Καλάν, εσύ γιατί πήγες στο DHL, γιατί συνόδευσες τον Ivan; Α. Το μόνο καθήκον που είχα ενόσω ήμουν στην Κύπρο ήταν να ετοιμάζω το γεύμα της Γιοβάνας όταν ερχόταν από το σχολείο και να γευματίζω μαζί της». Θεωρούμε ότι και αυτή η αναφορά του κατηγορούμενου ήταν ενδεικτική της διάθεσης που επέδειξε για αποστασιοποίηση από τυχόν ενοχοποιητικές περιστάσεις, δίνοντας του ταυτοχρόνως και τη δυνατότητα να σκεφθεί πώς καλύτερα θα μπορούσε να απαντήσει στην ερώτηση αυτή αν και εφόσον του υποβαλλόταν ξανά, όπως και έγινε. Απορρίπτουμε τη μαρτυρία του κατηγορούμενου ως παντελώς αναξιόπιστη. Δεχόμαστε επομένως τη μαρτυρία και εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής ως αξιόπιστη και απορρίπτουμε τη μαρτυρία και εκδοχή του κατηγορούμενου ως αναξιόπιστη. Ένα ερώτημα που προκύπτει είναι εάν, δεδομένης της απουσίας ενισχυτικής μαρτυρίας, είμαστε διατεθειμένοι να βασιστούμε στη μαρτυρία του συνεργού Ivan Vidakovic (ΜΚ6) (βλ. Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων ν Δημοκρατίας (Αρ 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, 657-658). Είχαμε συνέχεια στο μυαλό και υπενθυμίζαμε εαυτόν, ότι τέτοιοι συνεργοί- μάρτυρες είναι σπιλωμένοι, με τη μαρτυρία τους να υπόκειται σε επηρεασμό από τη σχέση τους με το έγκλημα, με αποτέλεσμα να είναι επικίνδυνο για το Δικαστήριο να βασιστεί επί αυτής και να καταδικάσει χωρίς ενισχυτική μαρτυρία. Αυτοϋπενθυμιστήκαμε ταυτοχρόνως ότι η προσέγγιση της αξιοπιστίας των μαρτύρων αυτών θα πρέπει ως εκ τούτου να γίνεται με την αναγκαία υπό τις περιστάσεις επιφύλαξη, καχυποψία, περίσκεψη και προσοχή, στον ύψιστο βαθμό. Αφού λοιπόν εξετάσαμε το περιεχόμενο της μαρτυρίας του Ivan Vidakovic (ΜΚ6) - χωρίς ασφαλώς υποβιβασμό της σημασίας των υπολοίπων μαρτύρων κατηγορίας - και έχοντας συνεχώς κατά νουν τις συζητούμενες αρχές και υπενθυμίσεις και αξιολογώντας ατομικώς και συνολικώς τη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα, σε αντιπαραβολή εκείνης των άλλων αξιόπιστων μαρτύρων και του υπόλοιπου μαρτυρικού υλικού, λαμβάνοντας υπόψη και την πολύ καλή εντύπωση που μας δημιούργησε κατά τη μαρτυρία του - η οποία, όπως είχαμε την ευκαιρία να ξαναδιατυπώσουμε, αποτελεί ένα συμπαγές σύνολο, χωρίς ρωγμές και αντιφάσεις και με παράθεση τέτοιων λεπτομερειών, που μόνο ένας που πραγματικά βίωσε πρωτογενώς τα όσα ο μάρτυς εξιστόρησε θα μπορούσε να τα αποδώσει με τον τρόπο και στην έκταση που και αυτός τα απέδωσε με τον τρόπο που περιγράψαμε κατά την αξιολόγηση του αλλά και σε άλλα σημεία της απόφασης - καταλήξαμε ότι μπορούμε να βασιστούμε σε αυτή χωρίς ενίσχυση με απόλυτη ασφάλεια. Όπως εξήγησε το Ανώτατο Δικαστήριο στη Λαζάρου και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 633, 670-671, διά του Πασχαλίδη, Δ.: «Το αδίκημα της συνωμοσίας συντελείται από τη στιγμή που δύο ή περισσότερα πρόσωπα συμφωνούν να διαπράξουν αδίκημα ή να επιτύχουν νόμιμο σκοπό με παράνομα μέσα. Δεν είναι αναγκαίο για τη συμπλήρωση του αδικήματος να έχει τελεστεί οτιδήποτε πέραν από τη συμφωνία. Το κατά πόσο οι συνωμότες μετάνιωσαν, σταμάτησαν, παρεμποδίστηκαν, απέτυχαν ή δεν είχαν την ευκαιρία να προωθήσουν το σκοπό της συνωμοσίας, είναι αδιάφορο. Αν ένας κατηγορούμενος αθωωθεί στην κατηγορία για τη διάπραξη ενός αδικήματος, δεν έπεται ότι θα πρέπει να απαλλαγεί και στην κατηγορία με την οποία κατηγορείται για συνωμοσία διάπραξης εκείνου του αδικήματος (Gani v. Δημοκρατίας
(1991)2 ΑΑΔ 134). Η συνωμοσία, εκτός της ύπαρξης συμφωνίας, περιλαμβάνει και το στοιχείο της πρόθεσης (mens rea) και για τούτο, η Κατηγορούσα Αρχή θα πρέπει να αποδεικνύει όχι μόνο τη συμφωνία μεταξύ των κατ' ισχυρισμό συνωμοτών να εκτελέσουν ένα παράνομο σκοπό (αποδεικνυόμενης είτε με λόγια είτε άλλο τρόπο επικοινωνίας μεταξύ τους), αλλά επιπρόσθετα θα πρέπει να αποδεικνύει την πρόθεση στη σκέψη καθενός κατ' ισχυρισμό συνωμότη να εκτελέσει τον παράνομο σκοπό (R. v. Thompson, 50 Cr. App. R. 1).» Η αξιολογική αυτή προσέγγιση έχει τη δική της λογική, δεδομένης και της θεμελιώδους διαπίστωσης ότι τα αδικήματα που αφορούν σε συνωμοσία, σχεδόν πάντοτε (και η παρούσα θα μπορούσε να θεωρηθεί μια από τις εξαιρέσεις αφού καταθέτει ένας από τους συναυτουργούς), εκκολάπτονται υπό μεγάλη μυστικότητα και είναι σχεδόν αδύνατο να παρουσιαστεί προς απόδειξη τους άμεση μαρτυρία, με αποτέλεσμα, η στοιχειοθέτηση να επιτυγχάνεται, ως επί το πλείστον, στη βάση συμπερασμάτων (των μόνων λογικών), που εξάγονται από πράξεις και παραλείψεις των συνωμοτών κατά την επιδίωξη του κοινού σκοπού. Σε σχέση με το θέμα της αυτουργίας και το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, που αποτελεί, μαζί με τα υπόλοιπα άρθρα του Περί Ναρκωτικών και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77, τη νομική βάση της κατηγορίας 2 (εισαγωγή ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β), θεωρούμε αναγκαίο να παραθέσουμε, αυτούσιο το περιεχόμενο του για σκοπούς ευχερέστερης παρακολούθησης του σκεπτικού μας και των εναπομεινάντων ευρημάτων που θα επακολουθήσουν: «20. Όταν διαπράττεται ποινικό αδίκημα, καθένας από τους ακόλουθους θεωρείται ότι συμμετέσχε στη διάπραξη και θεωρείται ότι είναι ένοχος για αυτό και δύναται να διωχτεί ως αυτουργός σύμφωνα με τα ακόλουθα: (α) εκείνος που διενεργεί πράγματι την πράξη ή παράλειψη, η οποία συνιστά στο ποινικό αδίκημα· (β) εκείνος που διαπράττει ή παραλείπει να διαπράξει κάτι με σκοπό να καταστήσει δυνατή τη διάπραξη ποινικού αδικήματος από άλλο ή να παρέχει βοήθεια για τη διάπραξη τέτοιου αδικήματος από άλλον· (γ) εκείνος που παρέχει βοήθεια σε άλλον ή που παρακινεί αυτόν κατά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος· (δ) εκείνος που συμβουλεύει ή που προάγει άλλον για διάπραξη ποινικού αδικήματος. Στην τέταρτη περίπτωση ο υπαίτιος δύναται να διωχτεί είτε ως αυτουργός του ποινικού αδικήματος είτε σε ποινικό αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Καταδίκη για το αδίκημα της παροχής συμβουλής ή της προαγωγής για διάπραξη ποινικού αδικήματος, συνεπάγει ίδιες συνέπειες από κάθε άποψη, καθώς και καταδίκη για διάπραξη τέτοιου αδικήματος. Εκείνος που προάγει άλλο στη διενέργεια πράξης ή παράλειψης τέτοιας φύσης ώστε, αν γινόταν από τον ίδιο θα διενεργείτο από αυτό κάποιο ποινικό αδίκημα, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή, όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη. Δύναται να διωχτεί δε όπως αν είχε διενεργήσει ο ίδιος τέτοια πράξη ή παράλειψη.» Το άρθρο 20, Κεφ. 154, μόλο που εν πολλοίς είναι σαφές και αυτονόητο ως προς τις στοχεύσεις του, έτυχε ερμηνείας και ανάλυσης σε αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων, η Πουτζιουρής και Άλλος ν Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 309, 358-369 (στην οποία το Ανώτατο Δικαστήριο, διά του Πογιατζή, Δ., προέβη σε εις βάθος ανάλυση των προνοιών του εν λόγω άρθρου, σε συσχετισμό και με τις ιστορικές δικαιϊκές του καταβολές) και Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Binnington και Άλλου
(2008)2 ΑΑΔ 108, 121-123 και Iacovou and Others v The Republic
(1976)2 CLR 114, 125. Το άρθρο 20 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, δε δημιουργεί αφ΄ εαυτού αδίκημα, παρά απλώς καθορίζει τους τρόπους πραγμάτωσης του (βλ. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Θεοδώρου
(2002)2 ΑΑΔ 9, 16) και καθιστά ποινικώς υπεύθυνους για διαπραχθέν αδίκημα, εκτός από τους φυσικούς αυτουργούς και κάθε ένα συνεργό ο οποίος συνδράμει ή ενθαρρύνει τη διάπραξη του αδικήματος ή συμβουλεύει και παροτρύνει άλλο να το διαπράξει (βλ. Ηλία ν Συμβουλίου Βελτιώσεως Ξυλοφάγου
(1994)2 ΑΑΔ 137, 143). Σε ό,τι αφορά στην κατοχή των επίδικων ναρκωτικών και στην κατοχή με σκοπό την προμήθεια τους σε άλλα πρόσωπα, παρατηρούμε ότι η κατοχή προϋποθέτει φυσικό έλεγχο ή φύλαξη ενός πράγματος (από ένα πρόσωπο), γνώση από το συγκεκριμένο πρόσωπο ότι έχει αυτό το πράγμα υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο του και γνώση για τη φύση του αντικειμένου της κατοχής (βλ. Queiss v Republic
(1987)2 CLR 49 και Καϊμης ν Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 662). Στην υπόθεση R v McNamara 87 Cr App R 246, υποδεικνύεται ότι πρέπει να στοιχειοθετηθεί τόσο το φυσικό στοιχείο όσο και το νοητικό στοιχείο της κατοχής. Κατά τη νομολογία - αλλά και κατά το άρθρο 2
(3)του Περί Ναρκωτικών και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 - πρόσωπο θεωρείται ότι έχει στην κατοχή του αντικείμενα που τελούν υπό τον έλεγχο του μολονότι τα αντικείμενα αυτά βρίσκονται υπό τη φύλαξη άλλου προσώπου. Η νομολογία εξήγησε και επεξέτεινε τη νομοθετική τούτη πρόβλεψη καθιστώντας εφικτή την κατοχή ναρκωτικών από πρόσωπα που δεν έχουν φυσική κατοχή των ναρκωτικών ή του όποιου άλλου συναφούς επίδικου αντικείμενου (βλ. κατ' αναλογίαν, Κούκος ν Δημοκρατίας Ποιν. Έφ. 125/10, ημ. 20.2.12, Αθηνής ν Δημοκρατίας
(2008)2 ΑΑΔ 256). Στην υπό εξέταση περίπτωση, στη βάση όλων όσων έχουν γίνει αποδεκτά από εμάς ως αξιόπιστη μαρτυρία, ο κατηγορούμενος γνώριζε ευθύς εξ' αρχής στα πλαίσια των συνωμοτικών του σχεδιασμών και κοινού σκοπού με τον Ivan Vidakovic (MK6), για τα ναρκωτικά έχοντας μάλιστα την δυνατότητα να ελέγχει την πορεία τους μέχρι την άφιξη τους στην Κύπρο. Έχοντας ενασχοληθεί, σε αδρές γραμμές, με το δικαιϊκό υπόβαθρο που αφορά στα αποδιδόμενα αδικήματα, προχωρούμε αμέσως να διατυπώσουμε τα (επιπρόσθετα), ευρήματα και αποφάνσεις μας επί των επίδικων θεμάτων, λέγοντας από τώρα ότι εύρημα μας αποτελεί και το περιεχόμενο της μαρτυρίας των μαρτύρων κατηγορίας, όπως το συνοψίσαμε ανωτέρω, καθώς και εκείνο των παραδεκτών γεγονότων. Βρίσκουμε ότι ο κατηγορούμενος, που κατάγεται από τη Σερβία και ο Ivan Vidakovic (MK6), που κατάγεται από το Μαυροβούνιο, γνωρίστηκαν ενώ βρισκόντουσαν στην Κύπρο. Ο Ivan Vidakovic (MK6), είχε δουλέψει ως υπαστυνόμος στο Μαυροβούνιο και ως εξεταστής σε υποθέσεις ληστειών. Σε κάποια στιγμή, θεωρήθηκε ύποπτος για κατοχή πέντε κιλών μαριχουάνας, έχοντας μάλιστα, καταδικαστεί «εις την ελάχιστη της ποινής». Επειδή φοβόταν για τη ζωή του διέφυγε σε κάποια στιγμή από το Μαυροβούνιο χρησιμοποιώντας το όνομα Pavec Klemen. Με την άφιξη του στην Κύπρο (το Σεπτέμβριο ή Οκτώβριο 2011) - με νόμιμα έγγραφα - όπου σκόπευε να ζήσει και να εξεύρει εργασία, γνώρισε τον κατηγορούμενο με τον οποίον, στην εξέλιξη των πραγμάτων, φίλεψε και ανέφερε τα προβλήματα που αντιμετώπιζε στο Μαυροβούνιο επειδή τον θεωρούσε ως έμπιστο του άτομο. Μάλιστα, του ζήτησε να τον βοηθήσει ώστε να μπορέσει να εξασφαλίσει πολιτικό άσυλο στη χώρα μας. Ο Ivan Vidakovic (MK6), επέδειξε στον κατηγορούμενο τα νέα έγγραφα που είχε αποκτήσει με το νέο του (ψευδές) όνομα (δηλαδή, Pevec Klemen, ως το Τεκμήριο 35). Μετά την άφιξη του Ivan Vidakovic (MK6), στην Κύπρο, ήρθαν εδώ, η σύζυγος του και τα τρία του παιδιά για να ζήσουν όλοι μαζί. Σε αυτό το διάστημα, βρισκόταν με τον κατηγορούμενο συχνά. Όταν η σύζυγος του Ivan Vidakovic (ΜΚ6), έφυγε από την Κύπρο, ο κατηγορούμενος τον πλησίασε και του είπε ότι θα ήθελε να χρησιμοποιήσει το όνομα του (Ivan Vidakovic (ΜΚ6)), για να εισαγάγει ναρκωτικά στην Κύπρο μέσω της εταιρείας ταχυμεταφορών DHL. O Ivan Vidakovic (ΜΚ6), αρνήθηκε, αλλά ο κατηγορούμενος, γνωρίζοντας την κατάσταση του με το ζήτημα της ψεύτικης ταυτότητας και απειλώντας τον ότι θα τον κατάγγελλε στην Αστυνομία (με επακόλουθο να απελαθεί στο Μαυροβούνιο), με αποτέλεσμα τούτος να φοβηθεί και να αποφασίσει να συνεργαστεί μαζί του παραχωρώντας του το νέο όνομα του για τους παράνομους σκοπούς που σχεδίαζε ο κατηγορούμενος. Γνωρίζοντας ότι ο τελευταίος θα χρησιμοποιούσε το όνομα του, ο Ivan Vidakovic (MK6), του το έδωσε γραμμένο λανθασμένα (δηλαδή, Pavec Klaman). Μολονότι ο Ivan Vidakovic (ΜΚ6), ενήργησε με τον τρόπο που ενήργησε και για τους λόγους που είπε ότι ενήργησε σε σχέση με την παραγγελία και παραλαβή των επίδικων ναρκωτικών, σύμπλευσε στο τέλος με τους σχεδιασμούς του κατηγορούμενου, αναλαμβάνοντας και αυτός τον αναλογούντα στον ίδιο και ενεργό ρόλο - στα πλαίσια πλέον του κοινού μεταξύ τους σχεδιασμού και προγραμματισμού - για παραγγελία και παραλαβή των επίδικων ναρκωτικών. Ο Ivan Vidakovic (MK6), χρησιμοποιούσε προς υλοποίηση των αμοιβαίων συνωμοτικών στοχεύσεων του με τον κατηγορούμενο, το φορητό του υπολογιστή-Τεκμήριο 14. Τον υπολογιστή αυτό τον χρησιμοποιούσε και ο κατηγορούμενος με την εξουσιοδότηση και γνώση του Ivan Vidakovic (MK6) - έχοντας προς τούτο και τον κωδικό πρόσβασης του Ivan Vidakovic (MK6) [«LUKAS»] - στα πλαίσια και πάλι, της εκτέλεσης των κοινών συνωμοτικών τους σχεδιασμών έτσι ώστε να καταχωρισθεί η παραγγελία στο Μαυροβούνιο για το παράνομο φορτίο και επέκεινα να παρακολουθείται διαδικτυακώς η πορεία του προς την Κύπρο μέσω της εταιρείας ταχυμεταφορών DHL, μέσω της οποίας απεστάλη το πακέτο-Τεκμήριο 4 (βλ. Τεκμήρια 37Α και 37Β). Εν τω μεταξύ, στις 18.2.13, στα πλαίσια συνήθους ελέγχου από την τελωνειακή λειτουργό στο Αεροδρόμιο Λάρνακας, Άντρη Φλουρέντζου (ΜΚ4), διαπιστώθηκε ότι σε πακέτο με αριθμό air waybill 2453867161, με αποστολέα συγκεκριμένο πρόσωπο από το Μαυροβούνιο (Vujovic Milan) και παραλήπτη τον Pavec Klaman από τη Λάρνακα, με αριθμό τηλεφώνου 96274894, υπήρχαν τέσσερα σκευάσματα, τυλιγμένα με διαφανή πλαστική μεμβράνη που περιείχαν πράσινη ξηρή φυτική ύλη η οποία ομοίαζε με κάνναβη (βλ. Τεκμήρια 7, 8, 9, 10, 33 και 34). Ενημερώθηκε αμέσως η ΥΚΑΝ, η οποία και παρέλαβε το σχετικό πακέτο-Τεκμήριο 4. Την ίδια μέρα και αφού εξασφαλίστηκε αρμοδίως η έγκριση για ελεγχόμενη παράδοση των ναρκωτικών (βλ. Τεκμήρια 27, 28, 29), τοποθετήθηκαν στο πακέτο-Τεκμήριο 4, ομοιώματα ναρκωτικών, ως τα Τεκμήρια 11Α-11Δ, με το πακέτο αυτό να μεταφέρεται στα κεντρικά γραφεία της DHL στην περιοχή Καλού Χωριού στη Λάρνακα. Ο υπεύθυνος της εταιρείας DHL, τηλεφώνησε στον αριθμό τηλεφώνου που αναγραφόταν στο πακέτο-Tεκμήριο 4, ενημερώνοντας τον συνομιλητή του ότι αυτό βρισκόταν στα γραφεία τους προς παραλαβή. Δεν γνωρίζουμε ποιο ήταν το άτομο με το οποίο μίλησε ο υπεύθυνος της DHL. Σημασία όμως έχει, για ό,τι εδώ ενδιαφέρει, ότι την ίδια εκείνη μέρα (δηλαδή στις 18.2.13), ο κατηγορούμενος γύρω στις 14:00 τηλεφώνησε στον Ivan Vidakovic (MK6), και τον πληροφόρησε στα σύντομα ότι το επίδικο πακέτο αφίχθηκε στην Κύπρο. Μάλιστα δε, ο κατηγορούμενος τού υπαγόρευσε τον κωδικό του πακέτου
(2453867161), με τον οποίο θα έπρεπε να το ζητήσει (βλ. Τεκμήριο 24). Οι προσήκουσες και ακριβείς, καθώς βρίσκουμε, επιστημονικές εξετάσεις του Γενικού Χημείου του Κράτους, κατέδειξαν ότι η πράσινη ξηρή φυτική ύλη που βρισκόταν στο πακέτο-Τεκμήριο 4 (πριν την αστυνομική παρέμβαση για σκοπούς ελεγχόμενης παράδοσης), περιείχε κάνναβη (από την οποία δεν έχει εξαχθεί η ρητίνη), συνολικού βάρους 3902,5 γραμμαρίων, ως η Έκθεση Εξέτασης-Τεκμήριο
- Γύρω στις 14:00, της 17.2.13, ο κατηγορούμενος μαζί με τον Ivan Vidakovic (MK6), μετέβησαν στα γραφεία της DHL στη Λεωφόρο Μακαρίου στη Λάρνακα όπου ο Ivan Vidakovic (ΜΚ6), εισήλθε μόνος σε αυτό ζητώντας το πακέτο. Προηγουμένως, ο κατηγορούμενος του είχε δώσει ένα χαρτονόμισμα των €20, για να πληρώσει με αυτό ο Ivan Vidakovic (MK6), τα σχετικά έξοδα παραλαβής του πακέτου και όχι υπό μορφή γενικότερης, δήθεν, οικονομικής αρωγής, όπως εισηγήθηκε ο κατηγορούμενος. Η υπάλληλος, η οποία ήταν ήδη ενήμερη για το ζήτημα της ελεγχόμενης παράδοσης από τους συναδέλφους της στα κεντρικά γραφεία της εταιρείας στο Καλό Χωριό Λάρνακας, ενημέρωσε τον Ιvan Vidakovic (MΚ6), ότι το πακέτο που περίμενε βρισκόταν στα κεντρικά γραφεία στο Καλό Χωριό, σχεδιαγραφώντας του μάλιστα συγκεκριμένες οδηγίες για την εκεί μετάβαση του μάρτυρα. Παράλληλα, η εν λόγω υπάλληλος ενημέρωσε περί αυτών, τους συναδέλφους της και την Αστυνομία (η οποία βρισκόταν στο χώρο των γραφείων της εταιρείας στο Καλό Χωριό Λάρνακας, καιροφυλακτώντας), περιγράφοντας τα χαρακτηριστικά του Ivan Vidakovic (ΜΚ6). Ο τελευταίος εξερχόμενος από τα γραφεία της DHL στη Λεωφόρο Μακαρίου, ανέφερε στον κατηγορούμενο τα καθέκαστα. Τότε ο τελευταίος, πρότεινε στον Ivan Vidakovic (ΜΚ6), να μισθώσουν ταξί για να μεταβούν στα γραφεία της DHL στο Καλό Χωριό. Ο κατηγορούμενος προέτρεπε τον Ivan Vidakovic (ΜΚ6), να βιαστεί για να μεταβούν στα γραφεία της DHL στο Καλό Χωριό, αφού τα γραφεία ήσαν ανοιχτά μέχρι τις 17:
- Όπερ και εγένετο. Ο κατηγορούμενος μαζί με τον Ivan Vidakovic (MK6), μίσθωσαν ταξί, γύρω στις 17:15, με οδηγό τον Όμηρο Φανή (ΜΚ8), τον οποίον γνώριζε ο κατηγορούμενος, για να τους μεταφέρει στο Καλό Χωριό. Ο κατηγορούμενος κάθισε στη μπροστινή θέση του αυτοκινήτου-ταξί υποδεικνύοντας στον Όμηρο Φανή (ΜΚ8), το σχεδιαγράφημα που είχε δώσει σε αυτόν ο Ivan Vidakovic (MK6) (εκείνο, δηλαδή, που είχε δώσει στον μάρτυρα η υπάλληλος της DHL στη Λεωφόρο Μακαρίου). Ο Ivan Vidakovic (ΜΚ6), κάθισε στο πισινό κάθισμα του αυτοκινήτου-ταξί. Με την άφιξη του ταξί, εντοπίστηκαν από τους παριστάμενους αστυνομικούς της ΥΚΑΝ ο κατηγορούμενος και ο Ivan Vidakovic (ΜΚ6). Κανείς από τους δυο δεν αντιλήφθηκε την παρουσία των αστυνομικών της ΥΚΑΝ. Ο κατηγορούμενος κατευθύνθηκε προς τα γραφεία της DHL, ενώ ο Ivan Vidakovic (ΜΚ6), εμφανώς ανήσυχος, τον ανέμενε έξω από το ταξί να επιστρέψει. Ο Ivan Vidakovic (ΜΚ6), δεν ήθελε να εισέλθει ο ίδιος στα γραφεία της DHL στο Καλό Χωριό, με αποτέλεσμα να αναλάβει τα σχετικά ο κατηγορούμενος για να δει, δηλαδή, αν το πακέτο βρισκόταν εκεί προς παραλαβή. Παρεμπιπτόντως, ανησυχία διακατείχε τον Ivan Vidakovic (ΜΚ6) και κατά την είσοδο του στα γραφεία της DHL στη Λεωφόρο Μακαρίου, με τον κατηγορούμενο να περιμένει μπροστά από το γραφείο και τον μάρτυρα έτοιμο να αναφέρει (εντός του γραφείου και σε περίπτωση που κάτι πήγαινε στραβά), ότι το πακέτο-Τεκμήριο 4, δεν ήταν δικό του αλλά του κατηγορούμενου. Η ανησυχία, λοιπόν, αυτή του Ivan Vidakovic (ΜΚ6), φαίνεται να ήταν ο λόγος που ώθησε τον κατηγορούμενο να επιχειρήσει αυτός την παραλαβή του πακέτου με τα ναρκωτικά ασχέτως εάν, ως παραλήπτης του πακέτου, αναγραφόταν ο Ivan Vidakovic (MK6), δηλαδή ο Pavec Klaman. Η εξέλιξη αυτή καθόλου δεν επηρέασε την κοινή συνωμοτική στόχευση των δυο αντρών. Λογικώς, αυτός έπρεπε να ήταν ο χειρισμός των πραγμάτων εάν επιθυμούσαν παραλαβή του πολυαναμενόμενου πακέτου με τα ναρκωτικά το απόγευμα εκείνο. Ο κατηγορούμενος, εισερχόμενος στα γραφεία και αφού ζήτησε και έλαβε πληροφορίες για τη δυνατότητα και κόστος αποστολής κάποιων βιβλίων, δήθεν, στη Σερβία μέσω της DHL, αποχώρησε χωρίς να αναζητήσει το πακέτο-Τεκμήριο 4, στο οποίο, όπως πολύ καλώς γνώριζε (όπως και ο Ivan Vidakovic (MK6)) και κατά την κρίσιμη εκείνη στιγμή (αφού τη γνώση αυτή την είχαν και οι δυο από τη στιγμή της παραγγελίας και αποστολής του πακέτου των ναρκωτικών από το Μαυροβούνιο προς την Κύπρο το Φεβρουάριο 2013 [και πριν τις 18.2.13]), περιείχε τα επίδικα ναρκωτικά. Προφανώς, ο κατηγορούμενος κατάλαβε, στην εξέλιξη των πραγμάτων, ότι δεν μπορούσε να παραλάβει το πακέτο, εξού και η άσκοπη (και αναγνωριστικής φύσης), συζήτηση που επιχείρησε να ανοίξει με την υπάλληλο της DHL για ποδοσφαιριστή της Εθνικής Σερβίας που διαφήμιζε την εν λόγω εταιρεία σε αναρτημένη στα εν λόγω γραφεία αφίσα. Ας μην ξεχνά κανείς ότι κατά τους χρόνους αυτούς (που ο κατηγορούμενος ισχυριζόταν ότι εισήλθε, απλώς, στα γραφεία της DHL για να διαπιστώσει, τάχα, αν το γραφείο ήταν ανοικτό), γνώριζε πολύ καλά (και το επαναλαμβάνουμε), ότι μέσα στο προς παραλαβή πακέτο υπήρχαν τα ναρκωτικά που είχαν παραγγελθεί και τούτο, ο κατηγορούμενος το ομολόγησε (όπως είδαμε), τόσο προφορικώς όσο και γραπτώς προς την Αστυνομία. Ο κατηγορούμενος ανακόπηκε από αστυνομικούς της ΥΚΑΝ επιστρέφοντας προς το ταξί όπου τον ανέμενε ο Ivan Vidakovic (ΜΚ6). Πληροφορούμενος για τον λόγο της ανακοπής του και αφού του επιστήθηκε δεόντως η προσοχή στο νόμο, ο κατηγορούμενος δήλωσε προς τους αστυνομικούς ότι το πακέτο δεν ανήκε στον ίδιο αλλά στον Ivan Vidakovic (ΜΚ6), δηλώνοντας παραλλήλως, ανάμεσα σε άλλα, ότι γνώριζε πως εντός του πακέτου περιέχονταν ναρκωτικά. Ταυτοχρόνως με όλα αυτά, άλλοι αστυνομικοί της ΥΚΑΝ επενέβησαν στο χώρο όπου ήταν σταθμευμένο το ταξί, με τον Ivan Vidakovic (ΜΚ6), να πετά κάτω από το ταξί την πλαστή ταυτότητα που χρησιμοποιούσε στην Κύπρο (βλ. Τεκμήριο 35). Αμφότεροι - κατηγορούμενος και Ivan Vidakovic (MK6) - μεταφέρθηκαν ακολούθως στα γραφεία της ΥΚΑΝ Λάρνακας όπου με τη βοήθεια διερμηνέων, προέβησαν σε καταθέσεις στα πλαίσια ενός καθ' όλα νόμιμου και επαρκούς ανακριτικού έργου, με τον κατηγορούμενο να πληροφορείται δεόντως και εγκαίρως για το δικαίωμα του να επικοινωνήσει με δικηγόρο, ως το Τεκμήριο
- Επομένως, στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων, αποφαινόμαστε ότι τον Φεβρουάριο 2013 και ειδικότερα (και κατ' ελάχιστον) μεταξύ της 15.2.13 (οπόταν και ετοιμάστηκε το τιμολόγιο [Proforma Invoice] για το επίδικο πακέτο-Τεκμήριο 4, ως το έγγραφο που συνοδεύει το πακέτο-Τεκμήριο 4) και της 18.2.13, ο κατηγορούμενος μαζί με τον Ivan Vidakovic (ΜΚ6), συνωμότησαν μεταξύ τους να διαπράξουν κακούργημα εισάγοντας τις επίδικες παράνομες ναρκωτικές ουσίες στην Κύπρο, με τον τρόπο που επεξηγήσαμε, διαπράττοντας έτσι το αδίκημα της συνωμοσίας προς διάπραξη κακουργήματος, κατά παράβαση του άρθρου 371 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ.154 (βλ. κατηγορία 1). Στη βάση των ίδιων ευρημάτων, καταλήγουμε ότι την 17.2.13, με τον τρόπο που έχουμε ήδη αναλύσει, ο κατηγορούμενος εισήγαγε στην Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω του Αεροδρομίου Λάρνακας, ελεγχόμενο φάρμακο Τάξεως Β, δηλαδή κάνναβη βάρους 3902,5 γραμμαρίων χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας, διαπράττοντας το αδίκημα της εισαγωγής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 (βλ. κατηγορία 2). Επίσης - στηριζόμενοι στα ευρήματα μας - καταλήγουμε ότι ο κατηγορούμενος, μεταξύ 15.2.13 και 18.2.13, προμηθεύτηκε από άγνωστο πρόσωπο την υπό αναφορά ποσότητα κάνναβης χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας, διαπράττοντας το αδίκημα της προμήθειας ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, από άλλο πρόσωπο, κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 (βλ. κατηγορία 3). Περιπλέον - και για τους ίδιους λόγους που αναπτύξαμε πιο πάνω - ο κατηγορούμενος στις 17.2.13 (ως το κατηγορητήριο), είχε στην κατοχή του την υπό αναφορά ποσότητα κάνναβης, διαπράττοντας το αδίκημα της κατοχής ελεγχόμενου φαρμάκου Τάξεως Β, κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 (βλ. κατηγορία 4). Τέλος - και πάλι για τους αναφερθέντες λόγους - ο κατηγορούμενος μεταξύ 15.2.13 και 18.2.13, είχε στην κατοχή του την προαναφερθείσα ποσότητα κάνναβης με σκοπό να την προμηθεύσει σε άλλα πρόσωπα, χωρίς την άδεια του Υπουργού Υγείας, κατά το νομοθετικό τεκμήριο του άρθρου 30Α του Περί Ναρκωτικών Φαρμάκων και Ψυχοτρόπων Ουσιών Νόμου 29/77 (βλ. κατηγορία 5). Για όλους τους λόγους που προσπαθήσαμε να εξηγήσουμε, η Κατηγορούσα Αρχή απέδειξε την κάθε μια επίδικη κατηγορία εναντίον του κατηγορούμενου, πέραν από κάθε λογική αμφιβολία. Ο κατηγορούμενος καταδικάζεται στην κάθε μια κατηγορία που αντιμετωπίζει, ως το κατηγορητήριο πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας. (Υπ.)................ Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. (Υπ.)................ Α. Δαυίδ, Α.Ε.Δ. (Υπ.)................ /ΚΧ, ΓΚ Χρ. Φιλίππου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο